Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 940 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 940/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου του Στυλιανής Μπιρμπάκου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 242/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λακωνίας-Παράλληλη Έδρα Γυθείου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λακωνίας - Παράλληλη Έδρα Γυθείου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.10.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λακωνίας-Παράλληλη Έδρα Γυθείου, Αικατερίνης Χατζοπούλου, έλαβε αριθμό 2/2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 16/10/202024 αίτηση του Π. Τ. του Α., που ασκήθηκε από τον ίδιο με δήλωσή του, ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λακωνίας - Παράλληλης 'Έδρας Γυθείου, για αναίρεση της υπ'αριθμ.242/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λακωνίας - Παράλληλης 'Έδρας Γυθείου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η υπ'αρ.πρωτ. 23/22-6-2023 έφεσή του κατά της υπ'αριθμ.262/2023 πρωτόδικης απόφασης του Αυτόφωρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου, έχει ασκηθεί νομότυπα (αρ.466 παρ.1, 474 παρ.1 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 473 αρ.2 ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 26/5/2023, (474 παρ.1,473 παρ.2). Τυγχάνει επίσης παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο προς τούτο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (αρ.510 παρ.1 Α' και Δ' ΚΠΔ) (άρ.462 παρ.1β, 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ., αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο, δηλαδή και αυτό της έφεσης, απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Ενόψει όμως της γενικής αρχής του δικαίου ότι κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, συγχωρείται η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 4 ΚΠΔ ο ασκών το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην περί αυτού έκθεση (δήλωση) τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε ν ασκήσει εμπρόθεσμα αυτό, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο (ΑΠ 1013/2023, ΑΠ 594/2023, ΑΠ 175/2023, ΑΠ 1129/2022). Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, ως προς την έφεση, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1013/2023). Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο δεν οφείλεται οπωσδήποτε σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν θα μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο (ΟλΑΠ 4/1995,ΑΠ 830/2022, ΑΠ 1175/2023, ΑΠ 899/2021). Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη , είναι επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης για όλους τους λόγους, που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ιδίου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης του εφετείου για το απαράδεκτο, στην οποία περιορίζεται ο έλεγχος του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1013/2023, ΑΠ 583/2023, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 1146/2020) αποκλείεται δε η δυνατότητα προβολής και έρευνας οποιουδήποτε άλλου λόγου (ΟΛΑΠ 3/1995).
Περαιτέρω, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, για να έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ., προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης, με την έφεση, απόφασης, [αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου], και τον χρόνο άσκησης της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού επιδόσεως και της επίδοσης (ΟλΑΠ 2/2014, ΟλΑΠ 4 και 6/1995, ΑΠ 1013/2023, ΑΠ 594/2023, ΑΠ 1681/2022) Σε περίπτωση, όμως, που με την έφεση προβάλλεται λόγος ακυρότητας ή ανώτερης βίας, από την οποία παρακωλύθηκε ο εκκαλών για την εντός της προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ άσκησή της, πρέπει η αιτιολογία της απόφασης που απορρίπτει την έφεση να επεκτείνεται και στα πιο πάνω ζητήματα, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση όμως ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 2/2014, ΑΠ 1013/2023 ΑΠ 594/2023, ΑΠ 1436/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη, υπ'αρ. 242/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λακωνίας-Παράλληλη έδρα Γυθείου, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, η με αριθμό. 23/22-6-2023 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'άριθμ.262/12-5-2023 απόφασης του Αυτόφωρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου, με την οποία αυτός, που ήταν παρών στη δίκη, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία υπό τον όρο παρακολούθησης και ολοκλήρωσης εκ μέρους του προαγράμματος ψυχικής υγείας στην ομάδα ψυχικής Υγείας Σπάρτης, για τις αξιόποινες πράξεις της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και της απειλής. Στην εν λόγω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, εκθέτει, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Ασκώ την έφεση αυτή εκπρόθεσμα διότι το διάστημα από της εκδίκασης της υποθέσεώς μου μέχρι και σήμερα λόγω σοβαρής διατάραξης των πνευματικών μου λειτουργιών και διανοητικής μου σύγχυσης δεν είχα αντιληφθεί το άδικο των αποδιδόμενων σε εμένα πράξεων, τις συνέπειες της σε βάρους μου καταδικαστικής απόφασης και την ύπαρξη προθεσμίας προς άσκηση της εφέσεως, την αρχή και το τέλος της οποίας χρονικά δεν ήμουν σε θέση να αντιληφθώ". Κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ο εκκαλών- κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως αυτής, επανέλαβε τον ως άνω ισχυρισμό, προς απόδειξη δε αυτού εξέτασε δύο μάρτυρες και προσκόμισε σχετικά έγγραφα, ζήτησε δε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η έφεση και να γίνει τυπικά δεκτή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λακωνίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο απέρριψε την προαναφερθείσα έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από την εκτίμηση, στα πλαίσια της έρευνας του παραδεκτού της κρινόμενης έφεσης, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά πρόταση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσεκόμισε και αναγνώσθηκαν (παρά το γεγονός ότι σε κάποια από αυτά γίνεται άμεση ή έμμεση μνεία κατωτέρω για τις ανάγκες ανάπτυξης του συλλογισμού), σε συνδυασμό με την παραδεκτή επισκόπηση της εκκαλουμένης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εκκαλουμένη εξεδόθη στις 12 Μαΐου 2023 μετά από διαδικασία, κατ'αντιμωλία του κατηγορουμένου κατά την αυτόφωρη διαδικασία. Ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε εάν επιθυμεί αναβολή της δίκης και διορισμό συνηγόρου από το Δικαστήριο και απάντησε αρνητικά. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για τα αδικήματα της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και της απειλής εναντίον της συναδέλφου του, επίσης δασκάλας, Δ.-Κ. Λ. και, αφού δήλωσε στο Δικαστήριο ότι επιθυμεί την ελάχιστη εφέσιμη ποινή, του επεβλήθησαν ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κάθε πράξη, συνολική δε ποινή φυλάκισης (6+3=) 9 μηνών, της οποίας το Δικαστήριο ανέστειλε την εκτέλεση επί τριετία μετά τη δήλωση του κατηγορουμένου ότι δεν είχε καταδικασθεί στο παρελθόν, υπό τον όρο παρακολούθησης και ολοκλήρωσης εκ μέρους του θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής υγείας της κινητής μονάδας Ψυχικής Υγείας Σπάρτης (τμήματος ενηλίκων) της μη κερδοσκοπικής εταιρείας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, με την επωνυμία "Αποστολή". Ο όρος αυτός τέθηκε μετά και από δήλωση του κατηγορουμένου στην εμπεριστατωμένη απολογία του ότι δεν μπορεί να ελέγξει τη συμπεριφορά του με τη συγκεκριμένη (γυναίκα- παθούσα) ώστε να σταματήσει να τη σκέφτεται και ότι είναι πρόθυμος να δεχτεί ψυχολογική βοήθεια όπου του υποδειχθεί. Μετά την απαγγελία της απόφασης, κατά την οποία ο κατηγορούμενος ήταν παρών, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ανακοίνωσε στον κατηγορούμενο ότι είχε προθεσμία δέκα ημερών για να ασκήσει έφεση, αρχόμενη από εκείνη την ημέρα. Ο κατηγορούμενος δεν έσπευσε να ασκήσει έφεση αυθημερόν αλλά ούτε έπραξε τούτο εντός της δεκαήμερης προθεσμίας, παρά έπραξε τούτο στις 22-6-2023, ήτοι σαράντα ημέρες μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης. Το γεγονός που τον ώθησε να το πράξει ήταν η επίδοση σε αυτόν στις 19-6-2023 της απόφασης του Υπουργείου Παιδείας ότι τίθεται σε αργία από τα καθήκοντά του ως δασκάλου, λόγω της καταδίκης του, έχοντας ήδη αποσπαστεί, λόγω του συμβάντος, με απόφαση της Δ/νσης Εκπαίδευσης στο Ξηροκάμπι Λακωνίας και μάλιστα ασκώντας διοικητικά και όχι εκπαιδευτικά καθήκοντα. Δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε ικανότητα αντίληψης της δικαστικής διαδικασίας εις βάρος του, της καταδίκης του και της προθεσμίας να εκκαλέσει την καταδικαστική απόφαση. Πέραν των ασαφών περιγραφών στις καταθέσεις των (ούτως ή άλλως μη ιατρών) μαρτύρων, από τις οποίες δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, περαιτέρω τα προσκομιζόμενα ιατρικά έγγραφα δεν αφορούν στο επίμαχο χρονικό διάστημα, όντα αρκετά μεταγενέστερα, αλλά ούτε και συνεισφέρουν θετικά για την αξιολόγηση της αντιληπτικής ικανότητας του κατηγορουμένου κατ'αυτό. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τον όρο που είχε θέσει το Δικαστήριο και εξαρτούσε την αναστολή της εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής από την παρακολούθηση του συγκεκριμένου θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής υγείας, ο κατηγορούμενος δεν τον τήρησε, παρά μόνο όταν άρχιζε να πλησιάζει η παρούσα μετ'αναβολήν δικάσιμος της έφεσής του, πραγματοποιώντας εντός του μηνός Αυγούστου 2024 δυό συνεδρίες, κατά τις οποίες δεν διαπιστώθηκε ενεργός ψυχοπαθολογία και ο δείκτης νοημοσύνης ήταν σε φυσιολογικά επίπεδα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο εκκαλών-κατηγορούμενος τελούσε σε πλήρη διαύγεια, συναίσθηση και γνώση της δικαστικής διαδικασίας που έλαβε χώρα, της καταδίκης του, όσο και της προθεσμίας που είχε για να ασκήσει την κρινόμενη έφεση και δεν το έπραξε εξ ιδίας βουλήσεως και υπαιτιότητος.
Συνεπώς, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η εκπρόθεσμη άσκησή της και πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και εντεύθεν απαράδεκτης, απόφασης είναι η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον διαλαμβάνει ότι η εκκαλουμένη απόφαση εκδόθηκε στις 12-5-2023, με παρόντα τον κατηγορούμενο, ότι το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκήθηκε στις 22-6-2023, ήτοι μετά την πάροδο της οριζόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την έκδοσή της, στις 12-5-2023 και τα περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση της για το αβάσιμο του λόγου που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως. Επομένως, ο δεύτερος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ` του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "α)..... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. 2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση (ΑΠ 1013/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (αρ.32 παρ.2) έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στον δε κατηγορούμενο ή στο συνήγορο του, στο τέλος έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν το ζητήσει. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται ρητά από το νόμο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Τέτοια ακυρότητα δημιουργείται και όταν, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ως απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά αποφάσεως, το Δικαστήριο χωρήσει στην έκδοση της σχετικής απορριπτικής της εφέσεως αποφάσεώς του, χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον παριστάμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο ή στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορο αυτού (ΑΠ 311/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, μετά από τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας ως προς το παραδεκτό της εφέσεως και πριν από την απαγγελία της αποφάσεως ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί η έφεση ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της και, ακολούθως, στην συνήγορο του κατηγορουμένου, καθώς και στον ίδιο τον κατηγορούμενο, οι οποίοι ζήτησαν και γίνει τυπικά δεκτή η εκπρόθεσμη έφεση και να ερευνηθεί στην ουσία της. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α ΚΠΔ, σε συνδ. με 171 παρ.δ και 6 παρ. της Ε.Σ.Δ.Α, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που επήλθε στο ακροατήριο, διότι δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο και την συνήγορό του, επί του κρίσιμου θέματος του εμπροθέσμου της εφέσεως είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων και, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ) σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/10/2024 αίτηση του Π. Τ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 242/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λακωνίας-Παράλληλης Εδρας Γυθείου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης