Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 942 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 942/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ε. Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασίλειου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Σ. του Ι.-Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη Μυλωνά, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1849Α, 1965, 2009/2022, 421/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 29 Οκτωβρίου 2023 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30.10.2023, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 8048/2023 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την καταδικαστική διάταξή της για την πράξη της απάτης από κοινού, κατ'εξακολούθηση, από την οποία η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και ως προς την περί ποινής διάταξή της. Να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, να απορριφθεί κατά τα λοιπά και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30/10/2023 αίτηση του Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ.421/2023 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της συμμορίας, απάτης από κοινού και κατ'εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και πλαστογραφίας από κοινού και κατ'εξακολούθηση από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (αρ.187 παρ.1, 386 παρ.3, 216 παρ.1, 98 ΠΚ) και τον καταδίκασε με την αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.ε' και δ' (που του είχε αναγνωρισθεί πρωτοδίκως) σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε κατ'αρ 100 παρ.1 προϊσχύσαντος ΠΚ για πέντε έτη υπό τον όρο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και υπό στην επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα από τον ειδικά εξουσιοδοτηθέντα για την άσκηση της αναίρεσης αυτής πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη -Αλέξανδρο Μυλωνά, με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30/10/2023 (άρ.466 παρ.1, 474 παρ.2Α) και εμπρόθεσμα, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογεγραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.α του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 10/10/2023 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 30/10/2023, , εντός δηλαδή της προβλεπόμενης στο άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο (άρθρ.473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ). Τυγχάνει επίσης παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο προς τούτο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ', έλλειψη ειδικής αιτιολογίας προς την περι ενόχής κρίση και την απόρριψη των ελφρυντικών περιστάσεων (άρ.462 παρ.1β, 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για τη βασιμότητα των λόγων της.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ (όπως ισχύει και μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 92 του Ν.4855/2021) για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας, απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος αυτό β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή, η παράσταση δε ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και τη συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος (ΑΠ 944/2024, ΑΠ 971/2023, ΑΠ 465/2023, ΑΠ 787/2022). Η κατά τα άνω παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, και διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Οι δύο πρώτοι τρόποι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη, νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους. Περιουσία, νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον, διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διάθεσης που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, κατά προεκτεθέντα, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής διάθεσης στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη (ΑΠ 944/2024, ΑΠ 971/2023, ΑΠ 787/2022, ΑΠ 892/2021). Αιτιώδης δε, σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 156/2023, ΑΠ 1180/2023, ΑΠ 465/2023). Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του παραπλανηθέντα. (ΑΠ 475/2023).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 περ. α` και β` και 3 του ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι την 30.6.2019, το έγκλημα της απάτης χαρακτηριζόταν ως κακούργημα: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερέβαιναν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ (όπως τα ποσά των 15.000 και 73.000 ευρώ αναπροσαρμόστηκαν σε 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα, με το άρθρο 24 παρ. 2 περ. δ' και 24 παρ.1 περ. Ιδ' του Ν. 4055/2012). Μετά την ισχύ, από 1-7-2019, του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν.4619/2019), καταργήθηκε η επιβαρυντική περίπτωση τέλεσης της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των 30.000 ευρώ και η κακουργηματική μορφή της απάτης εδράζεται πλέον σε συγκεκριμένο χρηματικό κριτήριο και ειδικότερα στο παράνομο περιουσιακό όφελος του υπαίτιου, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του παθόντα, το οποίο πρέπει να υπερβαίνει το χρηματικό ποσόν των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, οσάκις δε το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ, η απάτη τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (ΑΠ 1180/2023, ΑΠ 465/2023). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ.1 του νέου ΠΚ, (στις οποίες παραμένει η τυποποίηση, ως βασικών πλαστοποιητικών πράξεων, της "κατάρτισης" και της "νόθευσης" και επομένως δεν αφίσταται εκείνων του παλαιού ΠΚ ως προς τα θεμελιώδη στοιχεία της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υποστάσεως), προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ` του ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου, που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου), που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (ΟΛΑΠ 3//2008,ΑΠ 267/2023, ΑΠ 210/2022). Η πλαστογραφία συνιστά, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.3 του ισχύοντος από 1/7/2019 ΠΚ, (νέου) ΠΚ κακούργημα, τιμωρούμενο με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη και χρηματική ποινή, αν ο υπαίτιος της πράξης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος που επιδίωξε ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ενώ κατά την παρ. 3 εδ. α` του άρθρου 216 του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, συνιστά κακούργημα, τιμωρούμενο με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, αν ο υπαίτιος της πράξης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος που επιδίωξε ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι δεν έχει αλλάξει η νομοτυπική μορφή της πράξης υπό την κακουργηματική της μορφή, όσον αφορά όμως την απειλούμενη ποινή, η παλαιά διάταξη, για την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω κακουργηματική μορφή αδικήματος της παρ. 3 του άνω άρθρου που προβλέπει κάθειρξη μέχρι 10 έτη, είναι επιεικέστερη από την αντίστοιχη του νέου ΠΚ, που προβλέπει αθροιστικά με την ποινή καθείρξεως μέχρι 10 έτη και χρηματική ποινή (ΑΠ 267/2023, ΑΠ 210/2022). Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, που επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μετάθεσης, στην οποία απέβλεψε ο δράστης, επιτεύχθηκε ή όχι. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι αμέσως συνδεδεμένη με αυτή, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει, με την πλαστογραφία, παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και ότι με την κατάρτιση του πλαστού ή τη νόθευση γνήσιου εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις, για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.
Συνεπώς, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη, σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθ` εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 767/2023, ΑΠ 210/2022, ΑΠ 1/2021, ΑΠ 160/2020, ΑΠ 61/2020). Οι πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμιά από αυτές δεν απορροφάται από την άλλη καθόσον η κάθε μία από αυτές είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση της άλλης, ούτε και αναγκαίο μέσο διάπραξης της άλλης (267/2023, (ΑΠ 787/2022, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 1045/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 98 ΠΚ "Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96 Α παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς, ομοειδείς μερικότερες πράξεις, οι οποίες απέχουν χρονικά μεταξύ τους, προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους, δηλαδή με ενότητα δόλου του δράστη και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα (ΑΠ 1180/2023 ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1137/2022, ΑΠ 138/2021). Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει θεσπισθεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει, ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία όμως (συρροή) το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια του οικείου εγκλήματος. Επομένως καθεμία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα διατηρεί την αυτοτέλεια της ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος, αναλόγως του ποσού του οφέλους ή της βλάβης. Στο άρθρο 98 ΠΚ προστέθηκε, με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, δεύτερη παράγραφος, η οποία είναι ταυτόσημη με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του νέου ΠΚ, σύμφωνα με την οποία "η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δε αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε" (ΑΠ 1180/2023, ΑΠ 756/2022, ΑΠ 625/2019). Σκοπός της παρ.2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία αντιμετωπίζει το κατ` εξακολούθηση έγκλημα ως νέο είδος εγκλήματος, είναι το αυξημένο άδικο της εξακολουθητικής εγκληματικής συμπεριφοράς στα εγκλήματα περιουσιακής βλάβης ή οφέλους να αξιολογείται βάσει της συνολικής βλάβης που προκλήθηκε από τις μερικότερες πράξεις και όχι βάσει του αντικειμένου εκάστης εξ αυτών. Πρόκειται για ρύθμιση που αφορά τη βαρύτητα του αδίκου των πράξεων, ανεξαρτήτως του εάν προβλέπεται διακεκριμένη παραλλαγή του οικείου εγκλήματος επί τη βάσει ποσοτικού κριτηρίου. Επομένως, η παραπάνω διάταξη καταλαμβάνει όλα τα εγκλήματα που περιέχουν στην αντικειμενική τους υπόσταση ως στοιχείο την περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, αφού αναφέρεται αδιακρίτως στο "έγκλημα" και συνακόλουθα έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις περιουσιακών εγκλημάτων όπως αυτό της απάτης και της πλαστογραφίας κακουργηματικού χαρακτήρα, εφόσον βέβαια ο υπαίτιος απέβλεψε στο συνολικό περιουσιακό όφελος ή στην περιουσιακή βλάβη, που προέκυψε από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του αδικήματος. Στην περίπτωση αυτή το κατ'εξακολούθηση έγκλημα αντιμετωπίζεται ως ενιαίο έγκλημα, με συνέπεια οι επί μέρους πράξεις να χάνουν την αυτοτέλειά τους, ο δε χρόνος της παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας πράξης του δράστη (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 1371/2022,ΑΠ 212/2022, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 313/2021, ΑΠ 100/2021).
Περαιτέρω η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα εξ αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ή από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή (ΑΠ 560/2023 ΑΠ 481/2022, 520/2022, 1/2020), αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, κατ` επιλογή (ΟΛΑΠ 3/2012, ΑΠ 560/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 520/2022, ΑΠ 900/2022). Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε υπάρχει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1/2020, ΑΠ 950/2019). Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στην περίπτωση αυτή με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 1155/2022, ΑΠ 363/2020, ΑΠ 41/2020). Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1160/2023, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 756/2023, ΑΠ 321/2023, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 544/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλομένης υπ'αριθμ.421/2023) αποφάσεως, (κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο) προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης για τα αδικήματα των άρθρων 386 σε συνδ. με 405 ΠΚ, 216 και 187 ΠΚ, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής (σελ.592-601): "Εν προκειμένω, η αξιόποινη πράξη της απάτης, την οποία φέρεται ότι τέλεσαν οι κατηγορούμενοι α)...., β) Μ. Σ. σε βάρος των παθόντων Τ. και Φ. και γ) ....., προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 386 παρ.1 του ισχύοντος Π Κ ο οποίος εφαρμόζεται κατ' άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ, ως επιεικέστερος και διώκεται κατ' έγκληση, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη για τις ανωτέρω πράξεις ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως, καθόσον δεν υπάρχει έγκληση από τους παραπάνω παθόντες κατά των παραπάνω κατηγορουμένων για την αξιόποινη αυτή πράξη. Επιπλέον οι παθόντες δεν έκαναν δήλωση συνέχισης της ποινικής διαδικασίας, εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του νέου ΠΚ, ήτοι μέχρι την 31-10-2019, κατ' άρθρο 464 του ιδίου Κώδικα. Επομένως, σύμφωνα με τις παραπάνω νομικές σκέψεις, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων αυτών, για το συγκεκριμένο αδίκημα της απάτης ως εισάγεται για τους συγκεκριμένους παραπάνω παθόντες λόγω έλλειψης εγκλήσεως, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Οι εκ των κατηγορουμένων Α. Π., Μ. Σ., Α. Κ., οργανώθηκαν σε στοιχειωδώς δομημένη ομάδα, με σκοπό την από κοινού τέλεση των άδικων πράξεων, της απάτης και της πλαστογραφίας (συμμορία) σχετικά με τις αγοραπωλησίες ακινήτων σε βάρος ιδιοκτητών που διέθεταν τα ακίνητά τους προς πώληση και των υποψηφίων αγοραστών τους οποίους προσέγγιζαν και με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών αλλά με την χρήση πλαστών εγγράφων πιστοποιητικών, μεταβίβαζαν ή υπόσχονταν την μεταβίβαση ακινήτων, εισπράττοντας είτε προκαταβολή είτε το σύνολο του τιμήματος για λογαριασμό δήθεν των αληθών ιδιοκτητών στους οποίους ουδέποτε απέδιδαν κάποιο από τα ποσά που εισέπρατταν, αποκομίζοντας οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος. Οι παραπάνω κατηγορούμενοι είχαν συστήσει δομημένη οργάνωση έχοντας συμφωνήσει μεταξύ τους στην από κοινού τέλεση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και κινούνταν βάσει σχεδίου το οποίο υλοποίησαν. Συγκεκριμένα η Α. Π. εμφανιζόταν ως μεσίτρια χωρίς να διαθέτει δικό της γραφείο, καθώς μέσω άλλων μεσιτών, αντλούσε πληροφορίες για προς πώληση ακίνητα που βρίσκονταν σε διάφορες περιοχές των Αθηνών με υψηλές αντικειμενικές αξίες. Κατόπιν ερχόταν σε επαφή με τους ιδιοκτήτες - πωλητές, παρουσιαζόμενη ως επαγγελματίας μεσίτρια διαβεβαιώνοντάς τους ότι θα εξασφαλίσει την καλύτερη και υψηλότερη τιμ1ή για το ακίνητο τους, επειδή έχει μακροχρόνια εμπειρία και μεγάλο κύκλο υποψήφιων αγοραστών και με τον τρόπο αυτό τους έπειθε να αναθέσουν στην ίδια την αγοραπωλησία του ακινήτου τους. Έτσι εξασφάλιζε τα απαραίτητα έγγραφα για την πραγματοποίηση της αγοραπωλησίας, όπως δελτία ταυτότητας των πωλητών, τίτλους ιδιοκτησίας, πιστοποιητικά των ακινήτων, προσωπικές πληροφορίες για τον ιδιοκτήτη και άλλα. Στην συνέχεια η Α. Π. αναζητούσε υποψήφιους αγοραστές στους οποίους παρουσίαζε το ακίνητο, διαπραγματευόταν μαζί τους το τίμημα της πώλησης και αναλάμβανε την διεκπεραίωση των αναγκαίων διατυπώσεων για την ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας. Η τελευταία, εξαπατούσε τα θύματά της μαζί με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους της, στα οποία παρουσίαζαν ως υποψήφιους πωλητές ιδιοκτήτες των επιδίκων ακινήτων, διάφορους συνεργούς τους, τους οποίους παρουσίαζαν ως αληθινούς ιδιοκτήτες, χρησιμοποιώντας πλαστές ταυτότητες που κατήρτιζαν οι κατηγορούμενοι με τα στοιχεία των πραγματικών ιδιοκτητών αλλάζοντας την φωτογραφία, όπως συνέβη στην υπόθεση Δ. όπου ο Α. Κ. εμφανίσθηκε ως Δ. και προέβησαν στην πώληση του ακινήτου του εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι ο αληθής Δ. ήταν έγκλειστος για οικονομικά εγκλήματα στο Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού και εκμεταλλευόμενοι επιπλέον την άγνοια της συζύγου του κατηγορουμένης Μ. Μ. η οποία όπως αποδείχθηκε καμία συμμετοχή δεν είχε στις παράνομες πράξεις τους αφού το μόνο που έκανε ήταν να εμπιστευθεί την Π. ως μεσίτρια η οποία είχε αναλάβει την πώληση του ακινήτου Δ. και να της παραδώσει όλα τα σχετικά έγγραφα. Τον Μάιο του 2015 η Π. και ο Μ. Σ. υποδυόμενη η πρώτη την μεσίτρια και ο δεύτερος τον βοηθό της ήρθαν σε επαφή με την Μ. Κ. ιδιοκτήτρια μονοκατοικίας στο Πανόραμα Βούλας την οποία διέθετε προς πώληση αντί 450.000 ευρώ. Αφού κέρδισαν την εμπιστοσύνη της της απέσπασαν μεταξύ άλλων εγγράφων και το δελτίο της αστυνομικής της ταυτότητας το οποίο στη συνέχεια πλαστογράφησαν αφού δημιούργησαν εξυπαρχής νέα ταυτότητα στην οποία τοποθέτησαν την φωτογραφία της ήδη αποβιωσάσης συγκατηγορουμένης τους Γ. Μ. η οποία με γνώση των ως άνω συγκατηγορουμένων της και με κοινό δόλο εμφανίσθηκε στην συμβολαιογράφο Γλυφάδας Σ. Π. και έκανε χρήση της ταυτότητας αυτής παρουσιαζόμενη ως Μ. Κ. και βάσει αυτής συνετάγη το υπ' αρ. ...-2015 πληρεξούσιο με το οποίο η Μ.Κ. καθιστούσε δήθεν την Α.Π. πληρεξούσια και αντίκλητο της και έθεσε σε αυτό την υπογραφή της χωρίς την συναίνεση και την έγκριση της τελευταίας. Επιπλέον η Γ.Μ. έθεσε την υπογραφή της κατ' απομίμηση της υπογραφής της Μ.Κ. και στα υπ' αρ. 5050/2015 και 5057/2015 προσύμφωνα πώλησης ακινήτου και στα υπ' αρ. 5051/2015 και 5058/2015 ειδικά πληρεξούσια τα οποία συνέταξε η κατηγορουμένη συμβολαιογράφος Σωτηρία Κ.. Πλην όμως από κανένα στοιχεία της δικογραφίας και της ακροαματικής διαδικασίας δεν προέκυψε ότι η κατηγορουμένη Κ. γνώριζε ότι η υπογράφουσα δεν ήταν η Μ.Κ. αλλά η Γ.Μ., καθόσον η ως άνω συμβολαιογράφος ήλεγξε την ταυτότητα που της επιδείχθηκε και η οποία ήταν πλαστή, γεγονός που δεν μπορούσε να γνωρίζει η συμβολαιογράφος Κ. και επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώα. Με την πλαστογραφία οι ως άνω κατηγορούμενοι αποκόμισαν χρηματικό όφελος όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας. Ο Β. Μ. γιός της Γ.Μ. απεδείχθη ότι συνόδευσε την μητέρα του στις παραπάνω παράνομες ενέργειές της, πλην όμως δεν απεδείχθη οποιαδήποτε συμμετοχή του σε αυτές ούτε η γνώση για το ότι η μητέρα του ενεργούσε παράνομες πράξεις, επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώος των κατηγοριών που του αποδίδονται. Αρχές του θέρους του 2015 οι κατηγορούμενοι Α.Π. και Μ.Σ. ανέλαβαν την πώληση διώροφης οικίας στο Ψυχικό Αττικής, (...), ιδιοκτησίας Μ. Γ. η οποία λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της, για την πραγματοποίηση της αγοραπωλησίας αυτής είχε παραχωρήσει συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στην ανεψιά της Π. Γ., την οποία πλησίασαν οι αμέσως ανωτέρω κατηγορούμενοι ισχυριζόμενοι ότι είχαν ήδη υποψήφιο αγοραστή και με αυτόν τον απατηλό ισχυρισμό, της απέσπασαν για την συνέχιση των διαπραγματεύσεων και την ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας το ως άνω πληρεξούσιο και έτσι γνωρίζοντας τα πλήρη στοιχεία της. κατήρτησαν νέα πλαστή ταυτότητα με τα στοιχεία της αληθινής πληρεξουσίου Π. Γ. και με την φωτογραφία της πλαστής Π. Γ. ήτοι της συγκατηγορουμένης τους Ε. Μ., η οποία με τα έγγραφα αυτά εμφανιζόταν σε όλες τις περαιτέρω διαπραγματεύσεις σχετικά με το ακίνητο αυτό ως Π. Γ. Οργανωμένοι με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι σκόπευαν να αποκομίσουν για τον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας το οποίο αλληλοσυμπληρώνεται με το σκεπτικό τούτο. Πράγματι με τον τρόπο αυτό και με την χρήση του πλαστού δελτίου ταυτότητας ήρθαν σε επαφή με τον υποψήφιο αγοραστή Α. Κ., στον οποίο η Μ. εμφανίσθηκε ως Π. Γ. και του απέσπασαν ως προκαταβολή το ποσό των 8.600 ευρώ και είχαν σκοπό να του αποσπάσουν επιπλέον 6.000 ευρώ για την ίδια αιτία και 1.000 ευρώ ως μεσιτική αμοιβή της Π., πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την προσπάθειά τους, διότι οι αστυνομικές αρχές που εν τω μεταξύ είχαν πληροφορηθεί την παράνομη δράση τους, έδωσαν στον Α.Κ. προσημειωμένα χαρτονομίσματα, και κατά την συνάντησή τους με τον τελευταίο, όταν παρέλαβαν οι κατηγορούμενες τα χαρτονομίσματα τις συνέλαβαν. Σε σωματικό δε έλεγχο βρήκαν πάνω στην Μ. το ποσό των 6.000 ευρώ σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα και πάνω στην Π. το ποσό των 1.000 ευρώ επίσης σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Για το ίδιο ακίνητο με την χρήση του ίδιου πλαστού εγγράφου οι κατηγορούμενοι, προ της σύλληψής τους, ήρθαν σε επαφή και με άλλο υποψήφιο αγοραστή τον Ν. Α., στον οποίο εμφανίσθηκε με την προαναφερόμενη-ιδιότητα η Ε. Μ. και από τον οποίο απέσπασαν ως προκαταβολή το ποσό των 10.000 ευρώ. 'Οπως ήδη προαναφέρθηκε, περί τα τέλη του 2013 η Α. Π. ήρθε σε επαφή με την Μ. Μ. προκειμένου να μεσιτεύσει για την αγοραπωλησία του ακινήτου του συζύγου της Ν. Δ. ο οποίος είχε κάνει ειδικό πληρεξούσιο για την πώληση αυτού στην ως άνω σύζυγο του, για τους λόγους που ήδη προαναφέρθηκαν. Το ακίνητο αυτό βρισκόταν στο Ψυχικό Αττικής (...). Οι κατηγορούμενοι Π. και Κ. μετερχόμενοι τις ίδιες ανωτέρω μεθόδους, με χρήση πλαστής ταυτότητας και εμφανιζόμενος ο Κ. ως Ν. Δ. κατάφεραν όντας οργανωμένοι με κοινή δράση, να εξασφαλίσουν όλα τα απαραίτητα για την αγοραπωλησία έγγραφα, ήτοι πιστοποιητικά περί μη οφειλής ΦΠΑ, ΕΝΦΙΑ κλπ, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, χρησιμοποιώντας δε και τρίτα πρόσωπα μη κατηγορουμένους να αλλάξουν τους κωδικούς ΤΑΧΙΣ και τους κλειδάριθμους της Μ. Μ. ώστε να εξασφαλίσουν ηλεκτρονική πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα και εν τέλει κατάφεραν με εξαπάτηση να πωλήσουν το ακίνητο αυτό στις 23-7-2014 δυνάμει του υπ'αρ. 7620/2014 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Μανούσου ΜΠΟΛΙΩΤΗ, στην εταιρία με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ, αντί τιμήματος 550.000 ευρώ, από τα οποία 63.000 ευρώ καταβλήθηκαν μετρητά στους κατηγορούμενους που εμφανίσθηκαν ως πωλητές πριν την υπογραφή του συμβολαίου και τα υπόλοιπα 487.000 ευρώ κατά την υπογραφή του συμβολαίου με πέντε επιταγές της τράπεζας ..., όπως τα στοιχεία αυτών αναφέρονται στο διατακτικό. Τις επιταγές αυτές στη συνέχεια οπισθογράφησε προς την Π. ο συγκατηγορούμενός της Α. Κ. ο οποίος εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης του ακινήτου Νικηφόρος Δ.. Οι επιταγές αυτές, πλην μίας, πιστώθηκαν στον προσωπικό λογαριασμό της Α. Π., στην τράπεζα Πειραιώς. Επιπλέον η άνω αγοράστρια εταιρία επιβαρύνθηκε και με τον φόρο μεταβίβασης ποσού 120,000 ευρώ. Το ίδιο ακίνητο οι Π. και Κ. επιχείρησαν να πωλήσουν κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας και στον Π. Κ., εμφανιζόμενοι με τον ίδιο τρόπο, ο οποίος κατέβαλε και προκαταβολή ποσού 10.000 στον Φώτιο Σαμαρά, δικηγόρο, τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι ως προκάλυψη ώστε οι ενέργειές τους να φαίνεται ότι έχουν νομιμότητα. Ο δικηγόρος Φώτιος Σαμαράς παρείχε στους κατηγορουμένους τις νομικές συμβουλές του σχετικά με την αγοραπωλησία ακινήτων και πραγματοποίησε κάποιες επαφές με υποψήφιους αγοραστές στο γραφείο του. Σε αυτόν εμφανίσθηκαν η μεν Π. ως μεσίτρια ο δε Κ. ως Δ. χρησιμοποιώντας την παραπάνω πλαστή ταυτότητα πλην όμως κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνει την γνώση του Φώτιου ΣΑΜΑΡΑ και την συμμετοχή αυτού στις παράνομες πράξεις των λοιπών συγκατηγορουμένων του για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώος των κατηγοριών. Η εταιρία W-REAL μετά την αγορά του ακινήτου κατέλαβε με φυσική εξουσία το ακίνητο και άλλαξε τις κλειδαριές καθόν χρόνον η Μ.Μ. που κατοικούσε εντός αυτού, απουσίαζε στην Μυτιλήνη, με αποτέλεσμα όταν η τελευταία επέστρεψε στην οικία της να την βρει κλειδωμένη, οπότε θορυβημένη κάλεσε την αστυνομία και επικοινώνησε αμέσως με την δικηγόρο της, γεγονός που ενισχύει έτι περαιτέρω την άποψη περί άγνοιάς της σχετικά με τις παράνομες πράξεις των λοιπών κατηγορουμένων και συνηγορεί υπέρ της αθωότητάς της, και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώα. Με τον ίδιο τρόπο και μετερχόμενοι οι κατηγορούμενοι τις ίδιες απατηλές μεθόδους εξαπάτησαν και επιχείρησαν να εξαπατήσουν και άλλα άτομα πλαστογραφώντας τα έγγραφα που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνεται με το σκεπτικό τούτο, κάνοντας χρήση των πλαστών εγγράφων οργανωμένοι και με σκοπό να αποκομίσουν οικονομικό όφελος από τις παράνομες πράξεις τους. Οι κατηγορούμενοι Π., Σ. και Κ., πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για σύσταση συμμορίας και όχι εγκληματικής οργάνωσης ως κηρύχθηκαν πρωτοδίκως, διότι, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας και κατ'εφαρμογή της ευμενέστερης για τους κατηγορουμένους διάταξης νόμου (άρθρ.2 παρ.1 ΠΚ) , δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 187 παρ.1 του νέου ΠΚ που απαιτεί ένταξη των κατηγορουμένων σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση, καθόσον δεν απεδείχθη ότι η δομημένη οργάνωση την οποία πράγματι δημιούργησαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι και στην οποία μετείχαν με σκοπό την διάπραξη των παραπάνω παρανόμων πράξεών τους, διέθετε αρχηγό πέραν της συμμετοχής του καθενός ως μέλους αυτής, ούτε απεδείχθη ανάληψη ρόλων από τα μέλη με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους, στοιχείο απαραίτητο, κατά τα προεκτεθέντα, για την θεμελίωση της έννοιας της επιχειρησιακά δομημένης οργάνωσης με πραγματοπανή χαρακτήρα. Αντιθέτως απεδείχθη ότι οι κατηγορούμενοι δράστες οργανώθηκαν μεταξύ τους κατόπιν συμφωνίας τους, για την από κοινού τέλεση των αξιόποινων πράξεων, για να διαπράξουν τις πράξεις αυτές, έχοντας η οργάνωση αυτή την δομή που προπεριγράφηκε και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, πέραν της απάτης και της πλαστογραφίας και κατ'άρθρο 187 παρ.5 ΠΚ., επειδή στην προκείμενη περίπτωση που η ένδικη πράξη της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση φέρεται ότι τελέστηκε σε χρόνο που ίσχυε ο προϊσχύσας ΠΚ και δικάζεται σε δεύτερο βαθμό σε χρόνο κατά τον οποίο ισχύει ο νέος ΠΚ, εφαρμοστέες ως ευμενέστερες, ως προς τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης είναι οι διατάξεις του νέου ΠΚ....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, ακολούθως, το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας :
Α) Έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος, για τις μερικότερες πράξεις της κατ' εξακολούθηση απάτης, που είχαν τελεστεί σε βάρος των Μ. Φ. και Ο. Τ., ελλείψει δηλώσεως των ανωτέρω για συνέχιση της δίκης (άρ. 464,405 παρ.1 ΠΚ), με το ακόλουθο διατακτικό (σελ. 667-671):
"Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του 2ου κατηγορουμένου Μ. Σ. ελλείψει δηλώσεως συνέχισης της ποινικής δίωξης ελλείψει δηλώσεως συνέχισης της ποινικής δίωξης κατ' άρθρο 464 του Π.Κ του ότι: 1) Στην Αθήνα και περί τον Μάιο του 2015, οι κατηγορούμενοι Α. Π., Μ. Σ. και Ε. Μ., ενεργώντας από κοινού, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, έβλαψαν τρίτους, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο οι κατηγορούμενοι Α. Π. και Μ. Σ. παρέστησαν ψευδώς στην Μ. Κ., ιδιοκτήτρια μιας μονοκατοικίας στην οδό ... στο Πανόραμα Βούλας την οποία διέθετε προς πώληση αντί του τιμήματος των 450.000 ευρώ, ότι τυγχάνουν η μεν πρώτη μεσίτρια, ο δε δεύτερος βοηθός της, με αποτέλεσμα αυτή να τους παραδώσει το φάκελο της πολεοδομίας, το συμβόλαιο αγοράς του οικοπέδου και αντίγραφο κτηματολογίου, προκειμένου αυτοί να ανεύρουν υποψήφιους αγοραστές, να χορηγήσει πληρεξούσιο στην Α. Π. προκειμένου να μπορεί να λαμβάνει από υποψήφιους αγοραστές χρηματικά ποσά για την εξόφληση των οφειλών στην Εφορία σε σχέση με το ακίνητο και να τους παραδώσει για σύντομο χρονικό διάστημα το ...-1973 δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας. Έχοντας στην κατοχή τους το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας της Μ. Κ., η Α. Π. και ο Μ. Σ. κατήρτισαν από κοινού εξ' αρχής νέα ταυτότητα με τα ίδια στοιχεία θέτοντας ως φωτογραφία τη φωτογραφία της κατηγορουμένης Γ. Μ. Στη συνέχεια, η Γ. Μ. χρησιμοποιώντας την ανωτέρω πλαστή ταυτότητα παρέστησε ψευδώς στη Συμβολαιογράφο Γλυφάδας Στρατηγούλα Πεχλιβανίδου ότι είναι η Μ. Κ. και συνέταξε το 14486/18-6-2015 πληρεξούσιο με το οποίο όριζε την Α. Π. ως δήθεν πληρεξούσια και αντίκλητο της για την πώληση του ακινήτου της. Οι Α. Π. και Μ. Σ. ήρθαν σε επαφή με τον Μ. Φ., ο οποίος λειτουργούσε ως πληρεξούσιος και δικηγόρος της συζύγου του Μ. Τ. και συμφώνησαν την αγοραπωλησία του ακινήτου έναντι τιμήματος 200.000 ευρώ. Ο Μ. Φ., κατόπιν επίδειξης του ...-2015 πληρεξουσίου από την Α. Π. κατέβαλε σ' αυτήν στις 16-6-2015 αρραβώνα 15.000 ευρώ, λαμβάνοντας σχετική βεβαίωση. Στη συνέχεια, για την κατοχύρωση της αγοράστριας, η Γ. Μ. μετέβη στο γραφείο της συγκατηγορούμενης της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ., με την οποία γνωριζόντουσαν, και χρησιμοποιώντας εκ νέου την ανωτέρω πλαστή ταυτότητα προέβη στην υπογραφή του ...-2015 προσυμφώνου πώλησης ακινήτου και καταβολής αρραβώνα 26.000 ευρώ και του ...-2015 ειδικού πληρεξουσίου περί ορισμού του Μ. Φ. ως πληρεξούσιου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της για την συναινετική εκ μέρους της εγγραφής υπέρ της συζύγου του προσημείωσης επί του μεταβιβαζόμενου ακινήτου μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ, καθώς και του ...-2015 προσυμφώνου πώλησης ακινήτου και καταβολής αρραβώνα ποσού 60,000 ευρώ και του 5058/31-7-2015 ειδικού πληρεξουσίου περί ορισμού του Μ. Φ. ως πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της για την συναινετική εκ μέρους της εγγραφής υπέρ της συζύγου του προσημείωσης επί του μεταβιβαζόμενου ακινήτου μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ. Από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις και την εμφάνιση της Γ. Μ. ως δήθεν ιδιοκτήτριας της εν λόγω μονοκατοικίας, σε πολλαπλές συναντήσεις στο δικηγορικό γραφείο του Μ. Φ., στις οποίες την συνόδευε πάντα ο Β. Μ., ο οποίος παρουσιαζόταν ως δήθεν σοφέρ - ταξιτζής αυτής, στην πραγματικότητα όμως ως υιός της, ο Μ. Φ. παραπλανήθηκε, με αποτέλεσμα να τους καταβάλει έως και τις 14-11-2015 το συνολικό ποσόν των 80.000 ευρώ, εκ των οποίων 86 χρυσές λίρες Αγγλίας 2) Στην Αθήνα στους κάτωθι χρόνους οι κατηγορούμενοι Α. Π., και Μ. Σ., μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, με σκοπό να προσπορισθούν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Το συνολικό δε περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν από την εν λόγω πράξη, με αντίστοιχη ζημία του παθόντος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 Ευρώ, ενώ τυγχάνουν πρόσωπα που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους, Πιο συγκεκριμένα: Στην Αθήνα αρχές Απριλίου του 2013, οι Ν. Μ. και Θ. Σ., ο οποίος συστήθηκε ως μεσίτης, ήρθαν σε επαφή με τον Κ. Β., προκειμένου να μεσολαβήσουν για την πώληση σ' αυτόν δύο ακινήτων στην περιοχή του Αμαρουσίου Αττικής, ιδιοκτησίας Ο. Τ. σε χαμηλό τίμημα και δη ενός ακινήτου εμβαδού 225 τ.μ. στη θέση Κοκκινιά επί της οδού ..., στο οποίο υπήρχε και μια οριζόντια ιδιοκτησία ισογείου έκτασης 55 τ.μ. και διαμέρισμα πρώτου ορόφου με δικαίωμα ανέγερσης περαιτέρω ορόφων επί του δώματος του α' ορόφου έκτασης 65 τ.μ., το οποίο θα πωλούνταν στην τιμή των 50.000 ευρώ και ένα ακόμα στη θέση Καλιφρονά έκτασης 135,62 τ.μ., το οποίο θα πωλούνταν στην τιμή των 10.000 ευρώ, παρέχοντας του μάλιστα κατά τη συνάντηση αυτή και αντίγραφα των τίτλων κτήσης των ακινήτων αυτών. Στη συνέχεια υποδείχθηκε από τους Ν. Μ. και Θ. Σ. να έρθουν οι Ι. και Κ. Β. σε επαφή με τον Μ. Σ., ο οποίος σε ραντεβού που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Απριλίου 2013 στο δικηγορικό γραφείο του Παύλου Καββάγια, πληρεξουσίου των Ι. και Κ. Β., εμφανίστηκε με την ιδιότητα του δικηγόρου και συνόδευε άτομο αγνώστων στοιχείων, την οποία συνέστησε ως την πωλήτρια των εν λόγω ακινήτων, επ' ονόματι Ο. Τ., ενώ στην πραγματικότητα η τελευταία βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση λόγω τροχαίου ατυχήματος, ήδη από 30-3-2013, στην εντατική μονάδα του Νοσοκομείου ΚΑΤ. Μάλιστα στη συνάντηση αυτή ο Μ. Σ. προκειμένου να πείσει τους Ι. και Κ. Β. για την δικαιοπρακτική ικανότητα της πωλήτριας, διότι φερόταν ως χρήστης ναρκωτικών ουσιών που είχε άμεση ανάγκη χρημάτων, υπέδειξε σ' αυτούς πιστοποιητικό από το αρμόδιο τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο προέκυπτε ότι η πωλήτρια με τα στοιχεία Ο. Τ. δεν είχε τεθεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης. Ακολούθως και κατόπιν επιμονής του Μ. Σ. και της Α. Π., συμφωνήθηκε να αναλάβει την εκπόνηση τοπογραφικών διαγραμμάτων των εν λόγω ακινήτων, ο Π. Κ. του Ι., συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός, με τον οποίο οι Ι. Β. και Κ. Β. μετά το πέρας ολίγων ημερών έδωσαν ραντεβού στο ακίνητο επί της οδού ..., προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες μετρήσεις που ήταν αναγκαίες για την σύνταξη των τοπογραφικών διαγραμμάτων. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο Π. Κ. όταν του ζητήθηκαν τα κλειδιά του ακινήτου από τους υποψήφιους αγοραστές, αρνήθηκε να τους τα δώσει, διαβεβαιώνοντας τους ότι "όλα είναι εντάξει", ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε είχε εισέλθει σ' αυτό, ούτε είχε τα κλειδιά του. Μάλιστα, την ίδια ημέρα καταβλήθηκε από τους υποψήφιους αγοραστές στον τελευταίο το ποσό των 500 ευρώ ως αμοιβή, συμφωνήθηκε δε το υπόλοιπο ποσό των 2.000 ευρώ να καταβληθεί κατά τη σύναψη του οριστικού συμβολαίου. Στις 8-9/5-2013, η Α. Π., οι Μ. Σ. και ο Π. Κ. συναντήθηκαν με τον Κ. Β. στο Μαρούσι, όπου η πρώτη τους συστήθηκε ως μεσίτρια, συνεργάτης του Μ. Σ. και του Θ. Σ., όπου συμφωνήθηκε για φορολογικούς λόγους να μην εμφανίζεται το ερειπωμένο κτίσμα του δεύτερου ακινήτου της Καλιφρονά στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, εργασία που ανέλαβε και πραγματοποίησε ο Π. Κ. Στη συνέχεια τις επόμενες ημέρες, ο Μ. Σ., έχοντας στα χέρια του εξουσιοδοτήσεις από τη φερόμενη και εμφανισθείσα ως πωλήτρια των εν λόγω ακινήτων και αφού εισέπραξε από τους μηνυτές το ποσό των 2.000 ευρώ, εξέδωσε σχετικές βεβαιώσεις Τέλους Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) από το Δήμο Αμαρουσίου. Ακολούθως, ο Π. Κ., κατόπιν συναπόφασης και με ενιαίο δόλο με τους συγκατηγορούμενους του, εν αγνοία του παλαιότερου συνεργάτη του πολιτικού μηχανικού, Χ. Κ. και χρησιμοποιώντας τη σφραγίδα του και θέτοντας εν αγνοία του και κατ' απομίμηση την υπογραφή του: α) την 9-5-2013 κατάρτισε και βεβαίωσε ψευδώς ότι στο ακίνητο επί της οδού ... στη θέση Καλιφρονά στο Μαρούσι, επιφανείας 135,62 τ. μ. δεν υφίσταται κτίσμα και παρέδωσε την σχετική βεβαίωση του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 4014/2011 στην κατηγορούμενη συμβολαιογράφο Καλλιρόη Κ.-Σ., η οποία προσαρτήθηκε στο ...-2013 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, β) την 8-5-2013 κατάρτισε βεβαίωση μηχανικού του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 4014/2011 για το ακίνητο στην οδό ... στο Μαρούσι, την οποία παρέδωσε στην ως άνω συγκατηγορούμενή του συμβολαιογράφο και προσαρτήθηκε στο ...-2013 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, ενώ κατάρτισε και τα από Μαΐου 2013 δύο τοπογραφικά διαγράμματα των ως άνω ακινήτων που παρέδωσε στην ως άνω συμβολαιογράφο και προσαρτήθηκαν στα ως άνω συμβόλαια. Τελικά, παρουσία της Α. Π. και των συγκατηγορουμένων της, Π. Κ. και Μ. Σ., υπογράφηκαν στις 14-5-2013 από τη φερόμενη ως Ο. Τ., στη συμβολαιογράφο Κ. Σ. - Κ. τα ... και ... αντίστοιχα συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων, με πραγματικό τίμημα αγόρας αυτό των 40.000 ευρώ συνολικά και όχι των 180.000 ευρώ, που αναγράφηκε στα ως άνω συμβόλαια, ενώ σε παρακείμενη καφετέρια της περιοχής ανέμεναν την υπογραφή τους ο Ν. Μ. και ένα ακόμα άγνωστο άτομο ως αντιπρόσωπος του Θ. Σ. Η ως άνω συμβολαιογράφος Κ. Σ. - Κ., δεν γνώριζε κατά την κατάρτιση των ως άνω δύο συμβολαίων αγοραπωλησίας ότι η εμφανισθείσα ενώπιων της ως Ο. Τ. δεν ήταν η πραγματική Ο. Τ. και βεβαίωσε κατά την κατάρτιση των συμβολαίων αυτών ότι εμφανίστηκε η πραγματική ιδιοκτήτρια των ακινήτων, η οποία επέδειξε μάλιστα την ταυτότητα της και υπέγραψε υπό την επωνυμία της. ενέργεια χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να είχαν υπογραφεί τα εν λόγω συμβόλαια και εισπραχθεί το αντίστοιχο τίμημα. Τέλος, το άγνωστο άτομο που υπέγραψε ως Ο. Τ., την από 14-5-2013 δήλωση ότι έλαβε τα αναγραφόμενα στα ως άνω συμβόλαια ποσά παρουσία του δικηγόρου της, Μ. Σ. Εξαιτίας, των άνω πράξεων τους η πραγματική ιδιοκτήτρια των εν λόγω ακινήτων, Ο. Τ. ζημιώθηκε τελικά κατά την αντικειμενική τουλάχιστον αξία των εν λόγω ακινήτων, όπως ειδικότερα αυτή προσδιορίστηκε στα επίδικα συμβόλαια αγοραπωλησίας, ήτοι κατά το συνολικό ποσό των (194.341,80 + 36.851,05= 281.192,85 ευρώ με αντίστοιχη δική τους παράνομη ωφέλεια.
Β.ΚΗΡΥΞΕ τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ΕΝΟΧΟ για τις αξιόποινες πράξεις της α) συμμορίας (187 παρ.3 νΠΚ), β) απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 120.000 ευρώ (386 παρ.3β-1 προϊσχύσαντος ΠΚ και 98 ΠΚ) και γ) πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση με σκοπούμενο όφελος άνω των 120.000 ευρώ (216 παρ.3, 98 ΠΚ) και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών), ανασταλείσα κατ' άρθρ. 100 παρ.1 παλαιού ΠΚ με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό (σελ 694-703): "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 2ο κατηγορούμενο Μ. Σ. ένοχο του ότι : Α) Σύσταση συμμορίας κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση. Στην Αθήνα σε άγνωστο χρόνο και έως τις 16-11-2015, οι κατηγορούμενοι Α. Π., Μ. Σ., Ε. Μ. και Α. Κ., καθώς εττίσης και έτερα, άγνωστου αριθμού και στοιχείων ταυτότητας πρόσωπα, οργανώθηκαν και συμμετείχαν σε συμμορία, αποτελούμενη από τρία (3) ή περισσότερα πρόσωπα και συμφώνησαν την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 216 και 386 Π.Κ., προς το σκοπό επιδίωξης οικονομικού οφέλους των μελών τους, σύμφωνα με τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στα πιο κάτω υπό στοιχεία της παρούσας απόφασης, αδικήματα της απάτης και της πλαστογραφίας. Στην Αθήνα σε άγνωστο χρόνο και έως στις 116-11-2015 οι κατηγορούμενοι Α. Π., Μ. Σ., Ε. Μ. και Α. Κ., καθώς επίσης και έτερα, άγνωστου αριθμού και στοιχείων ταυτότητας πρόσωπα, οργανώθηκαν και συμμετείχαν σε συμμορία, αποτελούμενη από τρία (3) ή περισσότερα πρόσωπα και συμφώνησαν την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 216 και 386 Π.Κ., προς το σκοπό επιδίωξης οικονομικού οφέλους των μελών τους, σύμφωνα με τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στα πιο κάτω υπό στοιχεία της παρούσας απόφασης, αδικήματα της απάτης και της πλαστογραφίας. Β) Απάτη. Στους κάτωθι αναφερόμενους τόπους και χρόνους, οι κάτωθι κατηγορούμενοι, μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, με σκοπό να προσπορισθούν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Πιο συγκεκριμένα :1) Στην Αθήνα και περί τον Μάιο του 2015, οι κατηγορούμενοι Α. Π., Μ. Σ. και Ε. Μ., ενεργώντας από κοινού, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, έβλαψαν τρίτους, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο οι κατηγορούμενοι Α. Π. και Μ. Σ. παρέστησαν ψευδώς στην Μ. Κ., ιδιοκτήτρια μιας μονοκατοικίας στην οδό ... στο Πανόραμα Βούλας την οποία διέθετε προς πώληση αντί του τιμήματος των 450.000 ευρώ, ότι τυγχάνουν μεν πρώτη μεσίτρια, ο δε δεύτερος βοηθός της, με αποτέλεσμα αυτή να τους παραδώσει το φάκελο της πολεοδομίας, το συμβόλαιο αγοράς του οικοπέδου και αντίγραφο κτηματολογίου, προκειμένου αυτοί να ανεύρουν υποψήφιους αγοραστές, να χορηγήσει πληρεξούσιο στην Α. Π. προκειμένου να μπορεί να λαμβάνει από υποψήφιους αγοραστές χρηματικά ποσά για την εξόφληση των οφειλών στην Εφορία σε σχέση με το ακίνητο και να τους παραδώσεις για σύντομο χρονικό διάστημα το ...-1973 δελτίο αστυνομικής τη ταυτότητας. Έχοντας στην κατοχή τους το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας της Μ. Κ. η Α. Π. και ο Μ. Σ. κατήρτισαν από κοινού εξ' αρχής νέα ταυτότητα με τα ίδια στοιχεία θέτοντας ως φωτογραφία τη φωτογραφία της κατηγορουμένης Γ. Μ.. Στη συνέχεια, η Γ. Μ. χρησιμοποιώντας την ανωτέρω πλαστή ταυτότητα παρέστησε ψευδώς στη Συμβολαιογράφο Γλυφάδας Στρατηγούλα Πεχλιβανίδου ότι είναι η Μ. Κ. και συνέταξε το ...-2015 πληρεξούσιο με το οποίο όριζε την Α. Π. ως δήθεν πληρεξούσια και αντίκλητο της για την πώληση του ακινήτου της. Οι Α. Π. και Μ. Σ. ήρθαν σε επαφή με τον Μ. Φ., ο οποίος λειτουργούσε ως πληρεξούσιος και δικηγόρος της συζύγου του Μ. Τ. και συμφώνησαν την αγοραπωλησία του ακινήτου έναντι τιμήματος 200 000 ευρώ Ο Μ. Φ. κατόπιν επίδειξης του ...-2015 πληρεξουσίου από την Α. Π. κατέβαλε σ'αυτόν στις 16-6-2015 αρραβώνα 15.000 ευρώ λαμβάνοντας σχετική βεβαίωση. Στη συνέχεια, για την κατοχύρωση της αγοράστριας, η Γ. Μ. μετέβη στο γραφείο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ., με την οποία γνωριζόντουσαν, και χρησιμοποιώντας εκ νέου την ανωτέρω πλαστή ταυτότητα προέβη στη. υπογραφή του ...-2015 προσυμφώνου πώλησης ακινήτου και καταβολής αρραβώνα 26.000 ευρώ και του ...-2015 ειδικού πληρεξουσίου περί ορισμού του Μ. Φ. ως πληρεξούσιου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της για την συναινετική εκ μέρους της εγγραφής υπέρ της συζύγου του προσημείωσης επί του μεταβιβαζόμενου ακινήτου μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ, καθώς και του ...-2015 προσυμφώνου πώλησης ακινήτου και καταβολής αρραβώνα ποσού 60.000 ευρώ και του 5058/31-7-2015 ειδικού πληρεξουσίου περί ορισμού του Μ. Φ. ως πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της για την συναινετική εκ μέρους της εγγραφής υπέρ της συζύγου του προσημείωσης επί του μεταβιβαζόμενου ακινήτου μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, δηλαδή από το Μάιο του 2015 έως και τη σύλληψη τους στις 16-11-2015. οι Α. Π. και Μ. Σ., προκειμένου να καθησυχάσουν την πραγματική ιδιοκτήτρια της μονοκατοικίας αυτής, Μ. Κ., για την επικείμενη εντός συντόμου χρόνου μεταβίβαση του ακινήτου της, της εμφάνισαν σε δύο τουλάχιστον διαδοχικές συναντήσεις τους ως υποψήφιο δήθεν αγοραστή τον Γ. Κ., με τα ψευδή στοιχεία Γ. Π. και αργότερα και έτερο υποψήφιο δήθεν αγοραστή με το όνομα "Κ.", ιδιοκτήτη της καφετέριας "ΕΜΙΙΤΟΝ", την πρόθεση αγοράς του οποίου επιβεβαίωσε η Ε. Μ. σε τηλεφωνική κλήση που είχε με την Μ. Κ. στην οποία παρουσιάσθηκε ψευδώς ως σύντροφος του τελευταίου, (προκειμένου να ενισχύσει την πλανημένη πεποίθηση της τελευταίας περί ύπαρξης πραγματικού ενδιαφέροντος αγοράς του ακινήτου της από αξιόπιστους αγοραστές. Με τις ανωτέρω ενέργειες (κατάρτιση και χρήση πλαστών εγγράφων και παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών) αποσκοπούσαν να προσπορίσουν στους εαυτούς τους, παράνομο περιουσιακό όφελος. 2) Στους κάτωθι αναφερόμενους τόπους και χρόνους οι κατηγορούμενοι Α. Π., Μ. Σ. και Ε. Μ., ενεργώντας από κοινού, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο όφελος που υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, έβλαψαν και αποπειράθηκαν να βλάψουν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και ειδικότερα : 2α) Στην Αθήνα στις αρχές καλοκαιριού του 2015, οι Α. Π. και Μ. Σ. έχοντας αναλάβει από το μεσίτη ακινήτων Γ. Μ. την πώληση διώροφης κατοικίας στην, οδό ... στο Ψυχικό ,ιδιοκτησίας της Μ. Γ., τη μεταβίβαση της οποίας είχε αναθέσει, με το ...-2014 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Καλαυρίας Σ. Τ., στην ανιψιά της Π. Γ., παρέστησαν ψευδώς στην τελευταία ότι έχουν ανεύρει υποψήφιο αγοραστή για το ακίνητο της Μ. Γ. έναντι του τιμήματος των 380.000 Ευρώ, με αποτέλεσμα αυτή να παραδώσει στο δικηγόρο Γεώργιο Σμπώκο που είχε στείλει ο Μ. Σ. το ανωτέρω πληρεξούσιο. Οι Α. Π. και Μ. Σ., έχοντας καταρτίσει από κοινού εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο και συγκεκριμένα το ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, που ήταν ο πραγματικός αριθμός δελτίου ταυτότητας και με τα αληθή στοιχεία της Π. Γ., τοποθετώντας όμως στη θέση της φωτογραφίας, αυτή του προσώπου της συγκατηγορούμενης τους Ε. Μ., ήρθαν σε επαφή από τον μεσίτη ακινήτων Δ. Δ., με υποψήφιο αγοραστή του ακινήτου αυτού, επ' ονόματι Α. Κ., με τον οποίο συμφώνησαν την αγορά του ακινήτου αυτού έναντι του ποσού των 60.000 ευρώ, χωρίς να ανακοινώσουν τη συμφωνία αυτή στην πληρεξούσια της ιδιοκτήτριας, Π. Γ. Αντιθέτως, εμφανίζοντας την συγκατηγορούμενη τους, Ε. Μ. ως Π. Γ., με την επίδειξη της καταρτισθείσας πλαστής ως άνω ταυτότητας και το ...-2014 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο που είχαν ήδη στα χέρια τους. απέσπασαν από τον Α. Κ., το συνολικό ποσό των 8.600 ευρώ και ειδικότερα στις 9-10-2015 το ποσό των 2.000 ευρώ, στις 20-10-2015 το ποσό των 2.000 ευρώ, στις 26-10-2015 το ποσό των 1.000 ευρώ, στις 4-11-2015 το ποσό των 580 ευρώ, καθώς και λίγες ημέρες αργότερα τα ποσά των 2.020 ευρώ και 1.000 ευρώ αντίστοιχα.
2β) Στις 16-11-2015, η Α. Π., Μ. Σ. και Ε. Μ., κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, επιχείρησαν να αποσπάσουν από τον Α. Κ., τα ποσά των 6.000ευρώ ως προκαταβολή που έλαβε στα χέρια της η Ε. Μ. και των 1.000 ευρώ ως μεσιτική αμοιβή της Α. Π., η πράξη τους όμως δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους θέληση, αλλά από λόγους ανεξάρτητους διότι συλληφθήκαν επ' αυτοφώρω από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές 2γ) Στην Αθήνα στις αρχές Ιανουαρίου του 2015, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο των συγκατηγορουμένων της, η Α. Π., ήρθε σε επαφή από τον μεσίτη ακινήτων Κ. Τ., με έτερο υποψήφιο αγοραστή του ακινήτου αυτού, επ' ονόματι Ν. Α., με τον οποίο συμφώνησε την αγορά του ακινήτου στην οδό ... στο Ψυχικό έναντι του ποσού των 280.000 ευρώ, χωρίς να ανακοινώσουν τη συμφωνία αυτή στην πληρεξούσια της ιδιοκτήτριας, Π. Γ. Αντιθέτως, παρουσιάζοντας την Ε. Μ. ως Π. Γ., με την επίδειξη της καταρτισθείσας πλαστής ως άνω ταυτότητας και το ...-2014 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο που είχαν ήδη στα χέρια τους, απέσπασαν το Μάρτιο του 2015 από τον Ν. Α. το συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ ως προκαταβολή, τα οποία και παρακράτησαν, παρά το γεγονός ότι ο υποψήφιος ως άνω αγοραστής τους κοινοποίησε ότι αποσύρει το ενδιαφέρον του για την αγορά του ακινήτου αυτού. Με τις ανωτέρω ενέργειες οι Α. Π., Μ. Σ. και Ε. Μ. αποσκοπούσαν να προσκομίσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της ιδιοκτήτριας του ακινήτου Μ. Γ. που κινδύνευσε να απωλέσει το ως άνω περιουσιακό στοιχείο εμπορικής αξίας πλέον των 30.000 ευρώ και επί ζημία των Α. Κ. και Ν. Α. 25.600 ευρώ (8.600+7.000+10.000). και επί ζημία αυτών 3) Στην Αθήνα στους κάτωθι χρόνους οι κατηγορούμενοι Α. Π., Μ. Σ. και Π. Κ. μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, με σκοπό να προσπορισθούν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Το συνολικό δε περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν από την εν λόγω πράξη, με αντίστοιχη ζημία του παθόντος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 Ευρώ. Πιο συγκεκριμένα: Στην Αθήνα αρχές Απριλίου του 2013, οι Ν. Μ. και Θ. Σ., ο οποίος συστήθηκε ως μεσίτης ήρθαν σε επαφή με τον Κ. Β., προκειμένου να μεσολαβήσουν για την πώληση σ' αυτόν δύο ακινήτων στην περιοχή του Αμαρουσίου Αττικής, ιδιοκτησίας Ο. Τ. σε χαμηλό τίμημα και δη ενός ακινήτου εμβαδού 225 γ.μ. στη θέση Κοκκινιά επί της οδού ..., στο οποίο υπήρχε και μια οριζόντια ιδιοκτησία ισογείου έκτασης 55 τ. μ. και διαμέρισμα πρώτου ορόφου με δικαίωμα ανέγερσης περαιτέρω ορόφων επί του δώματος του α' ορόφου έκτασης 65 τ.μ., το οποίο θα πωλούνταν στην τιμή των 50.000 ευρώ και ένα ακόμα στη θέση Καλιφρονά έκτασης 135,62 τ.μ., το οποίο θα πωλούνταν προς 10.000 ευρώ, παρέχοντας του μάλιστα κατά τη συνάντηση αυτή και αντίγραφα των τίτλων κτήσης των ακινήτων αυτών. Στη συνέχεια υποδείχθηκε από τους Ν. Μ. και Θ. Σ. να έρθουν οι Ι. και Κ. Β. σε επαφή με τον Μ. Σ.. ο οποίος σε ραντεβού που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Απριλίου 2013 στο δικηγορικό γραφείο του Παύλου Καββάγια, πληρεξουσίου των Ι. και Κ. Β., εμφανίστηκε με την ιδιότητα του δικηγόρου και συνόδευε άτομο αγνώστων στοιχείων, την οποία συνέστησε ως την πωλήτρια των εν λόγω ακινήτων, επ' ονόματι Ο. Τ., ενώ στην πραγματικότητα η τελευταία βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση λόγω τροχαίου ατυχήματος, ήδη από 30-3-2013, στην εντατική μονάδα του Νοσοκομείου ΚΑΤ. Μάλιστα στη συνάντηση αυτή ο Μ. Σ. προκειμένου να πείσει τους Ι. και Κ. Β. για την δικαιοπρακτική ικανότητα της πωλήτριας, διότι φερόταν ως χρήστης ναρκωτικών ουσιών που είχε άμεση ανάγκη χρημάτων, υπέδειξε σ' αυτούς πιστοποιητικό από το αρμόδιο τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο προέκυπτε ότι η πωλήτρια με τα στοιχεία Ο. Τ. δεν είχε τεθεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης. Ακολούθως και κατόπιν επιμονής του Μ. Σ. και της Α. Π., συμφωνήθηκε να αναλάβει την εκπόνηση τοπογραφικών διαγραμμάτων των εν λόγω ακινήτων, ο Π. Κ. του Ι., συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός, με τον οποίο οι Ι. Β. και Κ. Β. μετά το πέρας ολίγων ημερών έδωσαν ραντεβού στο ακίνητο επί της οδού ..., προκειμένου να προβεί απαραίτητες μετρήσεις που ήταν αναγκαίες για την σύνταξη των τοπογραφικών διαγραμμάτων Κατά τη συνάντηση αυτή, ο Π. Κ. όταν του ζητήθηκαν τα κλειδιά του ακινήτου από τους υποψήφιους αγοραστές, αρνήθηκε να τους τα δώσει, διαβεβαιώνοντας τους ότι όλα είναι εντάξει", ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε είχε εισέλθει σ' αυτό, ούτε είχε τα κλειδιά του. Μάλιστα, την ίδια ημέρα καταβλήθηκε από τους υποψήφιους αγοραστές στον τελευταίο το ποσό των 500 ευρώ ως αμοιβή, συμφωνήθηκε δε το υπόλοιπο ποσό των 2.000 ευρώ να καταβληθεί κατά τη σύναψη του οριστικού συμβολαίου. Στις 8-9/5-2013, η Α. Π., Μ. Σ. και ο Π. Κ. συναντήθηκαν με τον Κ. Β. στο Μαρούσι, όπου η πρώτη τους συστήθηκε ως μεσίτρια, συνεργάτης του Μ. Σ. και του Θ. Σ., όπου συμφωνήθηκε για φορολογικούς λόγους να μην εμφανίζεται το ερειπωμένο κτίσμα του δεύτερου ακινήτου της Καλιφρονά στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, εργασία που ανέλαβε και πραγματοποίησε ο Π. Κ. Στη συνέχεια τις επόμενες ημέρες, ο Μ. Σ., έχοντας στα χέρια του εξουσιοδοτήσεις από τη φερόμενη και εμφανισθείσα ως πωλήτρια των εν λόγω ακινήτων και αφού εισέπραξε από τους μηνυτές το ποσό των 2.000 ευρώ, εξέδωσε σχετικές βεβαιώσεις Τέλους Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) οπό το Δήμο Αμαρουσίου. Ακολούθως, ο Π. Κ., κατόπιν συναπόφασης και με ενιαίο δόλο με τους συγκατηγορούμενους του, εν αγνοία του παλαιότερου συνεργάτη του πολιτικού μηχανικού, Χ. Κ. και χρησιμοποιώντας τη σφραγίδα του και θέτοντας εν αγνοία του και κατ' απομίμηση την υπογραφή του: α) την 9-5-2013 κατάρτισε και βεβαίωσε ψευδώς ότι στο ακίνητο επί της οδού ... στη θέση Καλιφρονά στο Μαρούσι επιφανείας 135,62 τ.μ. δεν υφίσταται κτίσμα και παρέδωσε την σχετική βεβαίωση του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 4014/2011 στην κατηγορούμενη συμβολαιογράφο Κ.-Σ. η οποία προσαρτήθηκε στο ...-2013 συμβόλαιο αγοραπωλησίας β) την 8-5-2013 κατάρτισε βεβαίωση μηχανικού του άρθρου 23 παρ.4 του ν.4014/ 2011 για το ακίνητο στην οδό ... στο Μαρούσι την οποία παρέδωσε στην ως άνω συγκατηγορούμενή του συμβολαιογράφο και προσαρτήθηκε στο ...-2013 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, ενώ κατάρτισε και τα από Μάιου 2013 δύο τοπογραφικά διαγράμματα των ως άνω ακινήτων που παρέδωσε στην ως άνω συμβολαιογράφο και προσαρτήθηκαν στα ως άνω συμβόλαια. Τελικά, παρουσία της Α. Π. και των συγκατηγορουμένων της, Π. Κ. και Μ. Σ., υπογράφηκαν στις 14-5-2013 από τη φερόμενη ως Ο. Τ., στη συμβολαιογράφο Κ. Σ. - Κ. τα ... και ... αντίστοιχα συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων, με πραγματικό τίμημα αγοράς αυτό των 40.000 ευρώ συνολικά και όχι των 180.000 ευρώ, που αναγράφηκε στα ως άνω συμβόλαια, ενώ σε παρακείμενη καφετέρια της περιοχής ανέμεναν την υπογραφή τους ο Ν. Μ. και ένα ακόμα άγνωστο άτομο ως αντιπρόσωπος του Θ. Σ. Η ως άνω συμβολαιογράφος Κ. Σ. - Κ., δεν γνώριζε κατά την κατάρτιση των ως άνω δύο συμβολαίων αγοραπωλησίας ότι η εμφανισθείσα ενώπιων της ως Όλγα Τζόβα δεν ήταν η πραγματική Ο. Τ. και παρόλα αυτά βεβαίωσε ψευδώς κατά την κατάρτιση των συμβολαίων αυτών ότι εμφανίστηκε η πραγματική ιδιοκτήτρια των ακινήτων, η οποία επέδειξε μάλιστα την ταυτότητα της και υπέγραψε υπό την επωνυμία της, ενέργεια χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να είχαν υπογραφεί τα εν λόγω συμβόλαια και εισπραχθεί το αντίστοιχο τίμημα. Τέλος, το άγνωστο άτομο που υπέγραψε ως Ο. Τ., την από 14-5-2013 δήλωση ότι έλαβε τα αναγραφόμενα στα ως άνω συμβόλαια ποσά παρουσία του δικηγόρου της, Μ. Σ. Εξαιτίας, των άνω πράξεων τους οι Ι. και Κ. Β. ζημιώθηκαν τελικά κατά το ποσό των: 1) των 40.000 ευρώ που καταβλήθηκε τελικά στη" εμφανισθείσα ως πωλήτρια των εν λόγω ακινήτων, Ο. Τ., με την μεταβίβαση σ' αυτήν τεσσάρων τραπεζικών επιταγών της Εθνικής Τράπεζας ποσού 10.000 ευρώ η καθεμιά εις διαταγήν του δεύτερου μηνυτή και ειδικότερα των ..., ..., ... και ... επιταγών, οι οποίες εμφανίστηκαν στην πληρώτρια τράπεζα και εισπράχθηκαν όλες από την Α. Π., 2) των 30.000 ευρώ, που καταβλήθηκε ως μεσιτεία στους Ν. Μ. και Θ. Σ., με την παράδοση των από 30-6-2013, 31-7-2013, 31-8-2013, 30-9-2013, 31-10-2013 και 30-11-2013 γραμματίων προς είσπραξη, ποσού εκάστου 5.000 ευρώ, 3) των 1.931,39 ευρώ που αφορούσε σε συνολική αμοιβή της συμβολαιογράφου και δικαιώματα Ε.ΤΑΑ. (ΤΑΝ και Τ.Σ), για το ...-2013 συμβόλαιο, 4) Φ.Π.Α. αμοιβής 444,22 ευρώ για το αμέσως ανωτέρω συμβόλαιο, 5) 1.023,54 ευρώ που αφορούσε συνολική αμοιβή συμβολαιογράφου και δικαιώματα Ε.Τ.Α.Α. (ΤΑΝ και Τ.Σ.) για το ...-2013 συμβόλαιο, 6) Φ.Π.Α. αμοιβής 235,41 ευρώ για το αμέσως ανωτέρω συμβόλαιο, 7) 19.193,20 ευρώ ως φόρος μεταβίβασης ακινήτου, βάσει του αναγραφόμενου τιμήματος το ύψος του οποίου αντιστοιχούσε στην αντικειμενική του αξία, με τον δημοτικό του φόρο στη ΔΟΥ Αμαρουσίου σύμφωνα με τα Α/Α ...-2013 Α/Α ...-2013 διπλότυπο είσπραξης του Ταμείου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ (για τη μεταβίβαση του ακινήτου όπως αυτό περιγράφεται στο ...-2013 συμβόλαιο), 8) 8.553,65 ευρώ ως φόρος μεταβίβασης ακινήτου, βάσει του αναγραφομένου τιμήματος, το ύψος του οποίου αντιστοιχούσε στην αντικειμενική του αξία, με τον δημοτικό του φόρο στη δυο Αμαρουσίου σύμφωνα με το Α/Α ...-2013 διπλότυπο είσπραξης του Ταμείου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ (για τη μεταβίβαση του ακινήτου όπως αυτό περιγράφεται στο ...-2013 συμβόλαιο 9) 191.70 ευρώ ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του πρώτου μηνυτή για την σύνταξη και παράσταση κατά την υπογραφή του ...-2013 συμβολαίου, σύμφωνα με το Ν. 93590/2013 γραμμάτιο του Δ.Σ.Α. 10) Φ.Π.Α. 274,09 ευρώ επί αμέσως ανωτέρω αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του, 11) 654,25 ευρώ ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του πρώτου μηνυτή για την σύνταξη και παράσταση κατά την υπογραφή του ...-2013 συμβολαίου, σύμφωνα με το Ν. 93591/2013 γραμμάτιο του ΔΣΑ 12) Φ.Π.Α 150,48 ευρώ επί της αμέσως ανωτέρω αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του 14) 1.939,86 ευρώ ως έξοδα μεταγραφής των δύο συμβολαίων στο Υποθηκοφυλακείο Αμαρουσίου, 14) 206,80 ευρώ για δαπάνες εκδόσεως απογράφων των δύο συμβολαίων 14) 60, 00 ευρώ για δαπάνες επίδοσης του απογράφου του ...-2013 συμβολαίου 15) 500 ευρώ ως δαπάνες εκτέλεσης που καταβλήθηκαν στη Δικαστική Επιμελήτρια Ιφιγένεια Γκούλιου για την εκτέλεση του .../2013 συμβολαίου, 16) 250 ευρώ για έκδοση φορολογικής ενημερότητας, 17) 2.000 ευρώ για φόρο ΤΑΠ και 18) 2.500 για την αμοιβή πολιτικού μηχανικού, ήτοι κατά το συνολικό ποσό των 111.108,59 ευρώ. Γ) Πλαστογραφία. Στην Αθήνα και στους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, οι κάτωθι κατηγορούμενοι με πρόθεση κατήρτισαν πλαστά έγγραφα και ακολούθως έκαναν χρήση αυτών, για να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος,, με αντίστοιχη ζημία. Συγκεκριμένα: 1α) Στην Αθήνα σε άγνωστο χρόνο και πάντως μέχρι τα τέλη Μάιου του 2015, οι Α. Π. και Μ. Σ. με πρόθεση κατήρτισαν πλαστά έγγραφα και ακολούθως έκαναν χρήση αυτών για να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 30.000 ευρώ και ειδικότερα αφού παρέλαβαν το ...-1973 δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του ΙΒ Αστυνομικού Παραρτήματος Ασφαλείας Αθηνών της Μ. Κ. από την ίδια, από κοινού, κατήρτισαν εξ' υπαρχής νέα ταυτότητα με τα ίδια στοιχεία και θέτοντας ως φωτογραφία αυτής τη φωτογραφία προσώπου της συγκατηγορούμενης τους, Γ. Μ., με σκοπό να εμφανίζουν πλέον αυτή σε υποψήφιους αγοραστές ως δήθεν ιδιοκτήτρια της μονοκατοικίας επί της οδού ... στο Πανόραμα Βούλας. Με την κατάρτιση και χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, είχαν σκοπό να αποκτήσουν παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία του Μ. Φ., ο οποίος λειτουργούσε ως πληρεξούσιος και δικηγόρος της συζύγου του Μ. Τ., όπως και πράγματι πέτυχαν, συνολικού ποσού των 80.000 ευρώ, εκ των οποίων 86 χρυσές λίρες Αγγλίας. 1β) Στην Αθήνα στους κάτωθι χρόνους, η Γ. Μ. κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο με τους συγκατηγορούμενους της Α. Π., και Μ. Σ., έθεσε την υπογραφή της κατ' απομίμηση της υπογραφής της Μ. Κ., αληθούς κυρίας του ακινήτου επί της οδού ... στο Πανόραμα Βούλας, χωρίς εξουσιοδότηση, συναίνεση ή έγκριση προς τούτο και εν γνώσει της Σ. Κ., στα κάτωθι έγγραφα: α) στο ...-2015 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Γλυφάδας Σ. Π., με το οποίο όριζε ως δήθεν πληρεξούσια και αντίκλητο της για την πώληση του ακινήτου της την Α. Π. του Ε., β) το ...-2015 προσύμφωνο πώλησης ακινήτου και καταβολής αρραβώνα 26.000 ευρώ της συγκατηγορούμενης της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. - Κ. και, γ) το ...-2015 ειδικό πληρεξούσιο της ίδιας συμβολαιογράφου περί ορισμού του Μ. Φ. ως πληρεξούσιου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της για την συναινετική εκ μέρους της εγγραφής υπέρ της συζύγου του προσημείωσης επί του μεταβιβαζόμενου ακινήτου μέχρι του ποσού των 50,000 ευρώ, δ) το ...-2015 προσύμφωνο πώλησης ακινήτου και καταβολής αρραβώνα ποσού 60.000 ευρώ της συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Γ. Κ. - Κ. και ε) το 5058/31-7-2015 ειδικό πληρεξούσιο της ίδιας συμβολαιογράφου περί ορισμού του Μ. Φ. ως πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της για την συναινετική εκ μέρους της εγγραφής υπέρ της συζύγου του προσημείωσης επί του μεταβιβαζόμενου ακινήτου μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ, με σκοπό με τα έγγραφα αυτά να πείσει τον τελευταίο ότι επίκειται η ολοκλήρωση της μεταβίβασης & αυτόν του ακινήτου της πραγματικής ιδιοκτήτριας, Μ. Κ., Σκοπό δε είχαν να αποκτήσουν για τους εαυτούς τους, παράνομο περιουσιακό όφελος, σε βάρος της περιουσίας του Μ. Φ., ο οποίος λειτουργούσε ως πληρεξούσιος και δικηγόρος της συζύγου του, Μ. Τ., και επί ζημία αυτής, το δε συνολικό όφελος που αποκόμισαν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 80,000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της τελευταίας. 2α) Στην Αθήνα στις αρχές καλοκαιριού 2015, οι Α. Π. και Μ. Σ. αφού παρέλαβαν το ...-2014 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Καλαυρίας Σ. Τ., όπου αναγράφονταν τα στοιχεία ταυτότητας της Μ. Γ., κατήρτισαν εξ' υπαρχής νέα ταυτότητα με τα ίδια στοιχεία και θέτοντας ως φωτογραφία αυτής τη φωτογραφία προσώπου της συγκατηγορούμενης τους, Ε. Μ., με σκοπό να εμφανίζουν πλέον αυτή σε υποψήφιους αγοραστές ως δήθεν ιδιοκτήτρια της μονοκατοικίας επί της οδού ... στο Ψυχικό. Με τον ανωτέρω τρόπο, σκόπευαν να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της ιδιοκτήτριας του ακινήτου Μ. Γ. που κινδύνευσε να απωλέσει το ως άνω περιουσιακό στοιχείο εμπορικής αξίας πλέον των 30.000 Ευρώ, και επί ζημία των Α. Κ. και Ν. Α., 25.600 Ευρώ (8.600+7.000+10.000) ".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά την πράξη της συμμορίας, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων διέλαβε στην απόφασή την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της συμμορίας (187 παρ.3 ΠΚ) για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 187 παρ.3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση, ο δε περί του αντιθέτου 14ος λόγος της αναίρεσης , από το άρθρο 510 παρ.1Δ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και αντιφατικές αιτιολογίες επειδή "στο μεν σκεπτικό αναφέρεται ότι τρία άτομα οργανώθηκαν και συμμετείχαν στη συμμορία στο δε διατακτικό αναφέρονται τέσσερα άτομα και πολλά άλλα πρόσωπα", είναι αβάσιμος. Όσον αφορά τις λοιπές πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (απάτη από κοινού και κατ'εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και πλαστογραφία από κοινού και κατ'εξακολούθηση από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, θέση έχουν τα ακόλουθα: i) Ως προς τη μερικότερη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, που φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα, κατά τον μήνα Μάϊο του έτους 2015, σε βάρος του Μ. Φ. και έχει σχέση με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Κ., για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, το ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ και στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι ενώ στο σκεπτικό (σελ.594) δέχεται ότι δεν υπάρχει έγκληση και δήλωση συνέχισης της διαδικασίας (άρθ.464 ΠΚ) και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη και διατάσσει αντίστοιχα, με ρητή διάταξη του διατακτικού την οριστική παύση της ποινικής δίωξης για την παραπάνω πράξη (σελ. 667 και 671), με άλλη διάταξη του διατακτικού (σελ.696), αντιφατικά και χωρίς καμία αιτιολογία, κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο για την ίδια ως άνω πράξη. Επιπλέον, το Δικαστήριο, καταδικάζοντας τον κατηγορούμενο για την παραπάνω πράξη παρά την έλλειψη δήλωσης συνέχισης κατ'άρθρ. 464 ΠΚ, υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.Θ. του ΚΠΔ. Αντίστοιχες όμως, πλημμέλειες δεν συντρέχουν ως προς την έτερη μερικότερη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, που φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα κατά τις αρχές του μηνός Απριλίου του έτους 2013, και έχει σχέση με ακίνητο ιδιοκτησίας Ο. Τ., όπως αβασίμως επικαλείται ο αναιρεσείων, καθόσον η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (σελ.698-701) είναι διαφορετική από την πράξη για την οποία έπαυσε οριστικά, λόγω μη δηλώσεως της παθούσας Ο. Τ., η σε βάρος του ποινική δίωξη (σελ.668-671), αφού στη μεν πρώτη παραπλανηθέντες και παθόντες είναι οι Ι. Β. και Κ. Β., που υπέστησαν εξ αυτής ζημία ποσού 111.108,59 ευρώ, ενώ στη δεύτερη παραπλανηθείσα και παθούσα είναι η Ο. Τ., που υπέστη εξ αυτής ζημία ύψους 281.192,85 ευρώ. Κατόπιν τούτων, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' και Θ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 386 και 464 ΠΚ και για υπέρβαση εξουσίας πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσία βάσιμος, παρελκούσης μετά ταύτα ως αλυσιτελούς, της έρευνας του 2ου λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1Δ, του ΚΠΔ με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς καταδικαστική κρίση της, για την προαναφερθείσα μερικότερη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, που φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα, κατά τον μήνα Μάϊο του έτους 2015, και έχει σχέση με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Κ. ii) Επίσης, με τις προεκτεθείσες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης και κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, για τις οποίες καταδίκασε τον αναιρεσείοντα δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 παρ.1, 216 παρ.3 και 98 παρ.2 ΠΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για απάτη και πλαστογραφία κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, ενώ τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό ουδεμία παραδοχή υφίσταται για το ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων), με τις μερικότερες πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας απέβλεπε, στο συνολικό όφελος αυτών, γεγονός αναγκαίο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση της κακουργηματικής μορφής των ως άνω κατ'εξακολούθηση τελεσθέντων αδικημάτων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε ΚΠΔ έκτος, έβδομος, ενδέκατος και δωδέκατος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι βάσιμοι. iii) Περαιτέρω, και σε σχέση με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και λόγους αναίρεσης: α) ως προς τις μερικότερες πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση, που έχουν σχέση με το ακίνητο της Π. Γ. και το ακίνητο της Ο. Τ., για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία αδιστάκτως προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα χωρίς να εξαιρεθεί κάποιο από αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που περιέχονται στους 3ο, 4ο και 5ο λόγους της αναίρεσης είναι αβάσιμες, ενώ οι λοιπές, περιεχόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις που αναφέρονται στις αποδείξεις είναι απαράδεκτες διότι με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας β) ως προς την πράξη της πλαστογραφίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων: με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος. Αρκεί δε στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι οι δράστες της αξιόποινης πράξης ενήργησαν με κοινό δόλο, όπως εν προκειμένω αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους πράξεις καθενός από αυτούς και δεν δημιουργείται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή (ΟλΑΠ 50/1990, ΑΠ 1016/2023, ΑΠ 208/2022, ΑΠ 670/2021, ΑΠ 527/2020). Ούτε υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού εκ του ότι στο σκεπτικό αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι "αποκόμισαν χρηματικό όφελος" και στο διατακτικό ότι "είχαν σκοπό απόκτησης αυτού". Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, όπως και οι συναφείς 8ος και 9ος λόγοι αναίρεσης. γ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94, 216 και 386 του Π.Κ προκύπτει, ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας και της τετελεσμένης απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και ουδεμία απορροφά την άλλη, καθόσον κάθε μία στρέφεται κατά διαφόρου εννόμου αγαθού, είναι αυτοτελής, στοιχειοθετείται από διάφορα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία συστατικό της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση ούτε και αναγκαίο μέτρο διάπραξης αυτής (ΑΠ 787/2022, ΑΠ 990/2018, ΑΠ 1164/2013). Επομένως, το ανωτέρω Δικαστήριο που κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο και για τις δύο ως άνω πράξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και ο περί του αντιθέτου 13ος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1Ε με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 94, 216 και 386 ΠΚ είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την καταδίκη του αναιρεσείοντος για τις πράξεις α) της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση από την οποία η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 και β) της πλαστογραφίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των άρθρων 120.000 ευρώ, αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις που αφορούν τις επιβληθείσες ποινές για τις πράξεις αυτές καθώς και κατά τη διάταξη της για τη συνολική ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρ.519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ.421/2023 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ως προς τις καταδικαστικές διατάξεις της για τις πράξεις α) της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση από την οποία η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 και β) της πλαστογραφίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των άρθρων 120.000 ευρώ, και ως προς τις διατάξεις για την επιβολή ποινής για τις πράξεις αυτές, καθώς και κατά τη διάταξη της για τη συνολική ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 30-10-2023 αίτηση του Μ. Σ. του Ι. - Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της 421/2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ