Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 949 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 949/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση Α) του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί αναιρέσεως της 1853Α/2022, 731/2023 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον A. T. του F., κάτοικο Αθηνών, ο οποίος δεν εμφανίστηκε και Β) του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Τ. του Ε., κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 62/18.7.2023 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Νταγκούλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 711/2024.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, η οποία α) αναφέρθηκε στην υπ' αρ. 62/2023 αίτηση αναιρέσεως της Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών Παναγιώτας Ζαφειριάδου και πρότεινε να γίνει δεκτή β) πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Γεώργιου Τεσσέρη και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 505 ΚΠοινΔ την αναίρεση μπορούν να ζητήσουν: α) ο κατηγορούμενος, β) ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών για τις αποφάσεις του τριμελούς πλημμελειοδικείου, των δικαστηρίων ανηλίκων, των μονομελών πλημμελειοδικείων της έδρας και περιφέρειάς του, και ο εισαγγελέας εφετών για τις αποφάσεις του εφετείου, του μικτού ορκωτού εφετείου και των μικτών ορκωτών δικαστηρίων της περιφέρειάς του. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 507, του ίδιου κώδικα, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι τριάντα (30) ημερών, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώρηση αυτή. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ισχύοντος Κ.Π.Δ. ορίζεται μεταξύ άλλων ότι, "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση...".
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι α) η με αριθ. 62/18.7.2023 και β) η με αριθ. 56/22.7.2024 αιτήσεις των 1) Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, 2) Γ. Τ. του Ε., κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής, οδός ... αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 731/2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 2.7.2024, με την οποία 1) ο Α. T. του F., κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών αναγνωρίζοντας την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως 2) ο δε Γ. Τ. κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της α) συμμορίας και β) της διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα τριών (13) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Οι αιτήσεις αυτές έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.2 και 3, 474, 504, 505 παρ.1 περ. β', 507 ΚΠοινΔ), είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 465 του Ν.ΠΚ "Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος." Επίσης στο άρθρο 82 παρ. 10 του προϊσχύσαντος ΠΚ ορίζεται ότι "Η μετατροπή κατά τις προηγούμενες παραγράφους αποκλείεται στις περιπτώσεις καταδίκης για κακούργημα εμπορίας ναρκωτικών. Διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ή ειδικών ποινικών νόμων, που αποκλείουν ή ρυθμίζουν με άλλο τρόπο τη μετατροπή των στερητικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματικές ή πρόστιμα ή καθορίζουν αλλιώς την έννοια της μετατροπής καταργούνται με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου." Περαιτέρω η έννοια της κακουργηματικής εμπορίας του άρθρου 82 παρ. 10 του προϊσχύσαντος ΠΚ καταλαμβάνει κάθε πράξη με την οποία συντελείται ή διευκολύνεται η κυκλοφορία των ναρκωτικών ουσιών, ενώ γενικά εμπορία αποτελεί κάθε πράξη διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (Ολ ΑΠ 34/1994) Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ,. Θ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης ιδρύει και η υπέρβαση εξουσίας, η .οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται υπό τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που. είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (ΑΠ 1592/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφαση και των πρακτικών αυτής το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Α. T. για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (άρθρο 20 ν. 4139/2013) τελεσθείσα στις 7.10.2016 και αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών. Στη συνέχεια προέβη στη μετατροπή της ως άνω στερητικής της ελευθερίας ποινής, καθορίζοντας το ποσό της μετατροπής προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας δεν επιτρέπεται μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή για τα αδικήματα - κακουργήματα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετατρέποντας την ποινή φυλάκισης σε χρηματική ποινή υπερέβη την εξουσία του.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών είναι βάσιμος.
Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα μετά άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν "έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ θεωρούνται 1) η (υπό στοιχ. α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα. 2) (η υπό στοιχ έ) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει η α) ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2 α' πρέπει η ζωή του μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης να χαρακτηρίζεται από το σεβασμό στα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά δε την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο να συμμορφώνεται με αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφαίνεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από το συγκεκριμένο δράστη. Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με την πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ για το σχηματισμό της δικαιϊκής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου να αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από το συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι ην τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επιπλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (Ολ. ΑΠ 2/2022) β) η ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2ε πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση, δηλαδή, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, διότι τότε μόνο η επιλογή του αυτή μαρτυρεί την πραγματική του διάθεση και ενέχει σοβαρή στάση για τη βελτιωμένη και χωρίς παραπτώματα διαβίωσή του για την οποία και πρέπει να επιβραβευθεί. Και τούτο διότι κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση νοείται ότι συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη εκείνου ο οποίος πράγματι μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις συνέπειες της αξιόποινης πράξης του με την αποχή του μετά ταύτα από οιασδήποτε φύσης επιλήψιμη ενέργεια και εγκληματική εκδήλωση (ΑΠ 850/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ο αναιρεσείων υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε διά του συνηγόρου του τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' ΠΚ.
Το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς με την ακόλουθη αιτιολογία: Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι όσον αφορά τους 1°, 3°, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9ο, 10ο, 12ο και 130 των κατηγορουμένων αποδείχθηκε ότι για αρκετό χρόνο μετά την πράξη επέδειξαν θετική, ατομική και κοινωνική συμπεριφορά θετική με κριτήριο την στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς αλλά ότι πρόκειται για άτομα που αποτίναξαν το παρελθόν και άλλαξαν τρόπο ζωής. Κατ'ακολουθίαν πρέπει να αναγνωριστεί στο πρόσωπο τους το αιτούμενο ελαφρυντικό του άρθρου 84 2α ΠΚ. Αντίθετα όσον αφορά τους 2° και 14ο των κατηγορουμένων δεν στοιχειοθετείται στο πρόσωπο τους η ίδια ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση καθόσον δεν αποδείχθηκαν τέτοιου είδους ίδια περιστατικά προς υποστήριξη τους και ειδικότερα ο δεύτερος από αυτούς συνέχισε μέχρι και σήμερα να αρνείται επιτακτικά την πράξη του και να μην κατανοεί ότι έβλαψε πληθώρα θυμάτων -ανθρώπων [βλ Απ 131/2012 αδημ.] υπό τις περιστάσεις που, όπως προεκτέθηκε έλαβαν χώρα. Περαιτέρω όσον αφορά τον ισχυρισμό για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 2α ΠΚ [οι 2ος, 5ος, 6ος, 7ος, 9ος, και] αποδείχθηκε ότι η ενασχόληση των κατηγορουμένων αυτών με. την κατ' αρχήν χρήση και στην συνέχεια την εμπορία με σκοπό το κέρδος ναρκωτικών ουσιών μαρτυρεί την ποιότητα του ήθους τους και την κοινωνική προδιάθεσή τους, όπως προαναφέρθηκε, όταν οι περιστάσεις έγιναν ευνοϊκές για αυτούς να αρχίσουν την εγκληματική τους δράση και να την εξακολουθήσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να μην είναι αρκετό το τυχόν λευκό ποινικό του μητρώο για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού".
Με τις παραδοχές αυτές, του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2α και ε' ΠΚ και επαρκώς αιτιολογημένα απέρριψε τους σχετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν έζησε σύννομο βίο διότι αρχικά έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και κατόπιν όταν πλέον οι περιστάσεις ήταν ευνοϊκές προχώρησε στη διακίνηση ήτοι στην εμπορία με σκοπό το κέρδος των ναρκωτικών ουσιών για μεγάλο χρονικό διάστημα ως και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά που έχει επιδείξει ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης υποδηλώνει ειλικρινή μεταμέλεια και πραγματική ψυχική και ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του καθόσον αυτός δεν έχει αποδεχθεί και συνακόλουθα δεν έχει συνειδητοποιήσει την απαξία της πράξης του με την οποία έβλαψε πληθώρα ανθρώπων.
Συνεπώς ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Γεωργίου Τέσσερη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η υπ' αριθ. 56/22.7.2024 αναίρεση του Γεωργίου Τέσσερη και να γίνει δεκτή η υπ' αριθ. 62/18.7.2023 αναίρεση της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Α. T. ως προς το σκέλος της μετατροπής της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατ' άρθρο 519 ΚΠοινΔ για νέα συζήτηση μόνο ως προς την ανωτέρω διάταξη της μετατροπής της ποινής στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών του άρθρου 111 παρ. 8 του ΚΠοινΔ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 75 του ν. 5090/2024) που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Ο αναιρεσείων Γ. Τ. πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος Α. T., που κλητεύθηκε νομότυπα να παραστεί στην παρούσα αναιρετική δίκη, τόσο ο ίδιος όσο και ο αντίκλητος αυτού δικηγόρος Φίλλιπος Φίλιας όπως προκύπτει από τα από 30.8.2024 και 14.8.2024 αποδεικτικά επίδοσης των Επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά Χ. Λ. και Φ. Β., αντίστοιχα, που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 13/12/2024 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε με την υπ'αριθμ. 1494/2024 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πλην όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με συνήγορο ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο αλλά δικάζεται κανονικά σαν να ήταν παρών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 512 παρ. 1 εδ. ε' και 340 παρ. 4 ΚΠΔ (ΑΠ 1233/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις α) υπ' αριθ. 62/18.7.2023 και β) 56/22.7.2024 αιτήσεις 1) της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και 2) του Γ. Τ. του Ε. αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 731/2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 56/22.7.2024 αίτηση του Γ. Τ. του Ε., κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής, οδός ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 731/2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα Γ. Τ. στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ. ΔΕΧΕΤΑΙ την υπ' αριθ. 62/18.7.2023 αναίρεση της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 731/2023 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τη διάταξη της μετατροπής της επιβληθείσας ποινής στον αναιρεσείοντα Α. T. του F..
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση μόνο ως προς την ανωτέρω διάταξη στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2025. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ