Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 951 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 951/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Αγαθή Δερέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Γ. του Χ., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γρεβενών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο - Τόμα Κουτσουγιώργο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 233-234/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 7.10.2024 και υπ' αρ.96/2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπ'αριθμ. 96/2024 από 7-10-2024 αίτηση αναίρεσης, του Θ. Γ. του Χ., κατά της υπ' αριθμ. 233-234/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα, από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο συμφέρον πρόσωπο και δη ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο - καταδικασθέντα, με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών (κατ' άρθρο 466 παρ.1 και 474 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠοινΔ), εμπρόθεσμα εντός της προθεσμίας των είκοσι ημερών κατ' άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ βιβλίο καθαρογραφής στις 18-9-2024, περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδ. με άρθ. 171, παρ.1 δ' και παρ. 2 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Θ', ήτοι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, έλλειψη ακροάσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας. Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε το σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν υποβάλλει αίτημα κατά τη διάρκεια της δίκης όπως εξεταστούν οι προταθέντες από αυτόν κατά την έναρξη της επ' ακροατηρίω διαδικασίας, μάρτυρες υπεράσπισής του ( άρθρο 327 παρ. 2 του ΚΠΔ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υφίσταται : 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... 4) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και του Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε..
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 εδ. δ' της κυρωθείσας με το ν. 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α) και 14 παρ.3 εδ. ε' του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για την προστασία των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (Δ.Σ.Α.Π.Δ), ο κατηγορούμενος δικαιούται σε εξέταση μαρτύρων υπεράσπισης υπό τους αυτούς όρους όπως των μαρτύρων κατηγορίας. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αφορούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ` ακροατηρίου διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ Κ.Π.Δ, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1930/2017, ΑΠ 1728 /2016, ΑΠ 339/2013).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 326,333 παρ.2, 335 παρ.2 ΚΠΔ εφαρμοζόμενες και στην ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία ( αρθ.500 και 502 παρ.1 ΚΠΔ), η παράλειψη της εξετάσεως μάρτυρα υπερασπίσεως από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δεν συνιστά μόνη αυτή απόλυτη ακυρότητα κατ` άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο προς άσκηση τούτου, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως ή παρά το νόμο απορρίψεως αυτής υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Α` του ΚΠΔ. Ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αναίρεση με τον μοναδικό λόγο αυτής και κατά το πρώτο σκέλος του, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, για έλλειψη ακροάσεως για υπέρβαση εξουσίας και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ( άρθ. 510 παρ.1 στοιχ.Α σε συνδ. με 171 παρ. 1δ και 171 παρ. 2, Δ και Θ ΚΠΔ), διότι καίτοι ο συνήγορος του προ της έναρξης της αποδεικτικής διαδικασίας αιτήθηκε την εξέταση πέντε μαρτύρων υπεράσπισης, το δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει τους δύο εξ αυτών με την αιτιολογία ότι, χάριν της ισότητας, πρέπει να εξετασθούν τρεις μάρτυρες, ήτοι όσοι και οι μάρτυρες κατηγορίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, μετά την έναρξη της συζήτησης και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, (σελ.13 των πρακτικών),όπου δικαζόταν ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων σε δεύτερο βαθμό για την πράξη του βιασμού, ο συνήγορος αυτού, σε ερώτηση της Προέδρου του Δικαστηρίου αν είχε κλητεύσει μάρτυρες υπεράσπισης, απάντησε καταφατικά και αιτήθηκε την εξέταση 5 (πέντε) μαρτύρων υπεράσπισης. Η Πρόεδρος του Δικαστηρίου συνέστησε στον συνήγορο υπεράσπισης, να εξετάσει μόνο τους τρείς από τους προταθέντες μάρτυρες υπεράσπισης, όσοι ήταν αριθμητικά και οι μάρτυρες κατηγορίας. Στη συνέχεια ο συνήγορος του αναιρεσείοντος υπέβαλε αίτημα στον Εισαγγελέα της έδρας, όπως κατ'άρθρο 327 ΚΠΔ, εξεταστούν και οι άλλοι δύο προτεινόμενοι μάρτυρες υπεράσπισης. Επί του αιτήματος αυτού ο Εισαγγελέας πρότεινε (σελ. 13 των πρακτικών), κατά λέξη " την εξέταση μόνο τριών μαρτύρων υπεράσπισης λόγω της ισότητας των όπλων αφού τρείς είναι και οι μάρτυρες κατηγορίας". Στη συνέχεια η Πρόεδρος του Δικαστηρίου, ζήτησε από τον συνήγορο υπεράσπισης να προσκομίσει τα στοιχεία των τριών μαρτύρων υπεράσπισης που επιθυμεί. Ακολούθως, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως της έδρας, από τα ως άνω πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ούτε και ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι κατά της μη εξετάσεως των δύο προτεινόμενων μαρτύρων υπεράσπισης, εχώρησε προσφυγή εκ μέρους αυτού ή του συνηγόρου υπεράσπισης στο δικαστήριο, για την μη αποδοχή εξέτασης από την Προέδρου αυτού δυο μαρτύρων υπεράσπισης τους οποίους είχε προτείνει προς εξέταση και τούτο αρνήθηκε ν` αποφανθεί ή την απέρριψε. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' για απόλυτη ακυρότητα γιατί παραβιάσθηκε το υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ. δ` ΚΠΔ) να εξετάσει τους προταθέντες μάρτυρές του, καθώς και για έλλειψη ακροάσεως κατ'άρθρο 510 στοιχ. Α' ΚΠΔ (171 παρ. 2), είναι αβάσιμος και πρέπει ν` απορριφθεί.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα μετά άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαίο κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1409/2020,ΑΠ 49/2023,ΑΠ 124/2023). Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. (ΑΠ1302/2023,ΑΠ 124/2023). Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, θεωρούνται ιδίως, μεταξύ άλλων: η υπό στοιχ. ε' ΠΚ, "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του". Για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε`του ΠΚ, η συμπεριφορά του υπαιτίου πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ισχύοντος ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαίτιου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτηση του. Ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξης δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν εξακολουθεί να ζει όπως πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 851/2023, ΑΠ 1418/2022, ΑΠ 1087/2022, ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 874/2022). Με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, και κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του για αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθ. 84 παρ.2 περ., ε' ΠΚ. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι απορρίπτοντας το δικαστήριο το αίτημα για εξέταση των δυο ως άνω μαρτύρων, για τους οποίους ο συνήγορός του δήλωσε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι θα κατέθεταν για την μετέπειτα συμπεριφορά του και θα θεμελίωναν τον αυτοτελή ισχυρισμό του για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. (αρθ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 100), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος -κατηγορούμενου στον οποίο δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο, ζήτησε, την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορούμενου της ελαφρυντικής περίστασης του αρθ. 84 παρ.2 ε' του ΠΚ, επικαλούμενος κατά λέξη ότι " ο κατηγορούμενος δεν έχει απασχολήσει περαιτέρω τις Αρχές από την τέλεση του φερόμενου αδικήματος". Όπως όμως, προβλήθηκε ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός, για την απόρριψη του οποίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με τον λόγο της αναίρεσης και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, ήταν εντελώς αόριστος, άνευ αναφοράς συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωσή του, και συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Παρά ταύτα, τούτο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση τον ανωτέρω προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με επαρκή αιτιολογία, δεχόμενο για τον ανωτέρω εκ του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε' ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό ,κατά πιστή μεταφορά, ότι : "... Περαιτέρω ο κατά τα άνω προταθείς από τον συνήγορο υπεράσπισης του εκκαλούντος - κατηγορουμένου αυτοτελής ισχυρισμός του περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της προβλεπόμενης στο άρθρο 84 παρ. 2ε' του Π Κ, όπως ισχύει σήμερα, ελαφρυντικής περίστασης, πρέπει να απορριφθεί, κατ' αρχήν, ως αόριστος, καθόσον προβλήθηκε χωρίς την έκθεση των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών, που θα μπορούσαν να τον θεμελιώσουν κατά νόμο και κατά δεύτερο λόγο, ως ουσία αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι εν προκειμένω συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του κατ/νου δεν αρκεί μόνον η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και ειδικότερα, στην περίπτωση της διαβίωσης του κατηγορουμένου υπό συνθήκες ελευθερίας, όπως εκ προκειμένω, η ομαλή οικογενειακή ζωή του και η μη τέλεση άλλων αδικημάτων, αλλά είναι ανάγκη να επικαλεσθεί αυτός τη συνδρομή στο πρόσωπό του εξαιρετικά θετικής και διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς η οποία να συνέχεται με την εξαιρετική, οπωσδήποτε, βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα του,περιστατικά που δεν προτάθηκαν, αλλά ούτε και αποδείχθηκαν στην εκδικαζόμενη υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, που έως σήμερα διαβιώνει υπό καθεστώς ελευθερίας, δεν πληροί, σύμφωνα και με όσα ορίζονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τις προαναφερθείσες αναλυτικά, απαιτούμενες προϋποθέσεις, για την συγκρότηση και θεμελίωση της επικαλούμενης πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης και δεν μπορεί να θεμελιώσει τον αντίστοιχο αυτοτελή ισχυρισμό, μόνο το γεγονός ότι δεν έχει απασχολήσει περαιτέρω τις αρχές από την τέλεση του φερόμενου αδικήματος, αφού δεν γίνεται επίκληση στοιχείων, εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα, η δε στάση του δεν παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, που να καταδεικνύουν την συνδρομή στο πρόσωπό του, εξαιρετικά θετικής και διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς, συνδεόμενης και με σημαντική βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του στην προκειμένη περίπτωση. Αντίθετα ακόμη και σήμερα, μη συναισθανόμενος από μόνος του, το αποτέλεσμα της προπεριγραφείσας υπαίτιας συμπεριφοράς του, αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη του για αυτήν (πράξη), με σκοπό δε να αποφύγει τις συνέπειες αυτής, όχι μόνο αρνείται ότι την τέλεσε, αλλά επιπλέον αποδίδει αυτή στη μυθοπλασία του θύματος. Συνακόλουθα, ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν πληροί τις προαναφερθείσες αναλυτικά, απαιτούμενες προϋποθέσεις, για τη συγκρότηση και θεμελίωση της επικαλούμενης πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης και δεν μπορεί να θεμελιώσει τον αντίστοιχο αυτοτελή ισχυρισμό και πρέπει να απορριφθεί....". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη σαφή επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τον προαναφερόμενο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, καίτοι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον εν λόγω αορίστως υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, δεχόμενο την έλλειψη επίκλησης περιστατικών μετά την πράξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς. Συνακόλουθα, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης και κατά το σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόρριψης των προβληθέντος ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του ΚΠΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 96/2024 από 7-10-2024 αίτηση του Γ. Θ. του Χ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, για αναίρεση της με αριθμό 233-234/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ