ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 957/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 957/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 957/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 957 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 957/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της απόφασης 1672/2023 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1.Χ. Β. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Ελένη Ζαβού, η οποία διορίστηκε με την υπ' αρ. 874/2024 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. 2. Π. Κ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε και υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρεία με την επωνυμία "... Α. Ε", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αρ. 17/19.4.2024 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Σ. Τ., έλαβε αριθμό 17/2024 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 424/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 507 ΚΠΔ, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του δικαστηρίου ,κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων, και αυτοί της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της υπέρβασης εξουσίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠΔ). Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ` δ' και ε' του Κ.Ποιν.Δ.: "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους διαδίκους που έχουν δικαίωμα να ακουστούν σε σχέση με τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλουν οι αναιρετικοί λόγοι, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ή στην Ολομέλειά του. Στην κλήση αναφέρεται ρητά ότι αν ο αναιρεσείων δεν παραστεί στη συζήτηση ή στη μετ' αναβολή αυτής με συνήγορο, η αναίρεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Σε περίπτωση αναίρεσης του εισαγγελέα εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 340", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ.: "Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται νομίμως από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον έχει νομίμως κλητευθεί και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης ή μη εκπροσώπησής του θα δικαστεί ερήμην". Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, σε περίπτωση αναίρεσης του Εισαγγελέα, εφόσον ο κατηγορούμενος έχει κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίστηκε ,όμως, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με συνήγορο, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο υπεράσπισης, η συζήτηση της υπόθεσης προχωρεί κανονικά και δικάζεται σαν να ήταν και αυτός παρών (ΑΠ 751/2025, ΑΠ 1233/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται για συζήτηση η με αριθ. εκθ. κατ. 17/19-4-2024 αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αρ. 1672/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Κακ/των] Αθηνών ,με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση λόγω έλλειψης έγκλησης και δήλωσης συνέχισης της ποινικής διαδικασίας επί της ένδικης υπόθεσης με κατηγορούμενους τους 1] Β. Χ. του Σ., 2] Κ. Π. του Ι. και 3] Β. Χ. του Δ. για το αδίκημα της απάτης από κοινού με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των [120.000] ευρώ και υποστηρίζουσα την κατηγορία ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", μετά την έκδοση της με αρ. 333/2025 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αφενός μεν αναιρέθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1672/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου[Κακ/των] Αθηνών κατά τη διάταξή της που αφορά τον κατηγορούμενο Χ. Β. του Δ. και έπαυσε οριστικά η ποινική του δίωξη λόγω θανάτου, αφετέρου δε κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης λόγω μη νομότυπης κλήτευσης του κατηγορούμενου Π. Κ. του Ι.. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας του ενός μηνός από την καταχώρηση (19/3/2024) της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του εκδόσαντος αυτήν ως άνω δικαστηρίου, με δήλωση της άνω Εισαγγελέως στην Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 462 περ.β', 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1, 505 παρ.2α' ,507 και 508 του Κ.Ποιν. Δ.) και για τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' του Κ. Ποιν. Δ.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή ,και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των ανωτέρω αναιρετικών λόγων της, σαν να ήταν παρών και ο κατηγορούμενος Π. Κ. του Ι., κατά τα προεκτεθέντα, ενόψει ότι δεν παραστάθηκε μετά ή δια συνηγόρου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο έκθεμα, παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως τούτο προκύπτει από το από 17/3/2025 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Α. Ν. , για την παρούσα δικάσιμο.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ και την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 405 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης [πριν δηλ. από τη τροποποίησή της με το άρθρο 60 παρ.2 του ν.5090/1-5-2024], για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων αξιόποινων πράξεων, και της απάτης ,που προβλέπεται από το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ ,και ενδιαφέρει εν προκειμένω, απαιτείται έγκληση. Η έγκληση, αφενός αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, γιατί η παραμέληση υποβολής της εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης που διώκεται κατ' έγκληση και αφετέρου συνιστά δικονομικό θεσμό, γιατί αποτελεί δικονομική προϋπόθεση για την έγκυρη γένεση της ποινικής δίκης (Ολ. ΑΠ 1/2007, ΑΠ 101/2023). Κατά δε τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του νέου ΠΚ "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για την δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδο τους". Η ανωτέρω διάταξη που απαιτεί πλέον την υποβολή έγκλησης για αξιόποινη πράξη που πριν διωκόταν αυτεπαγγέλτως, συνιστά αναμφισβήτητα επιεικέστερο νόμο ,κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και εφαρμόζεται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις της διάταξης αυτής (ΑΠ 515/2024, ΑΠ 817/2022, ΑΠ 412/2020, ΑΠ 1885/2019, ΑΠ 1737/2019). Από τις παραπάνω διατάξεις, συνάγονται τα ακόλουθα: α) αν ο παθών από το έγκλημα είχε υποβάλει έγκληση, ακόμη και υπό το προγενέστερο καθεστώς της αυτεπάγγελτης δίωξης του συγκεκριμένου εγκλήματος, είναι αυτονόητο ότι δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η δήλωση αυτή περί επιθυμίας συνέχισης της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας, καθόσον η υποβολή της έγκλησης, δηλώνει και τη βούληση του παθόντος για την πρόοδο της διαδικασίας και υποκαθιστά την προβλεπόμενη από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ν. ΠΚ απλή άλλωστε δήλωση ,και επομένως πληροί τον σκοπό αυτής (ΑΠ 2010/2019), β) το αυτό ισχύει ακόμη και αν η καταγγελία του εγκλήματος από τον παθόντα είχε χαρακτηριστεί ως μήνυση, χωρίς να επιζητείται όπως η δήλωση βούλησης του εγκαλούντος για την τιμωρία του δράστη να είναι ρητή και πανηγυρική, αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 773/2020), και γ) το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να επεκτείνει την αναδρομική εφαρμογή τήρησης της τρίμηνης προθεσμίας της έγκλησης που ορίζεται στο άρθρο 114 παρ.1 ν. ΠΚ (117 παρ.1 πρ. ΠΚ), διότι κατ' αυτόν τον τρόπο απαιτεί ουσιαστικά συμμόρφωση του παθόντος σε μη ισχύον κατά το χρόνο υποβολής της μήνυσης - έγκλησης νομοθετικό πλαίσιο, δεδομένου ότι η δίωξη τότε ασκείτο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1067/2021). Περαιτέρω, σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης ,και επί του εγκλήματος της απάτης ,ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 του ΚΠoινΔ του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, που εφαρμόζεται εν προκειμένω κατ' άρθρο 589 παρ.3 ΚΠΔ ως εκ του χρόνου διενεργείας της αντίστοιχης διαδικαστικής πράξης, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του άρθρου 42, "η μήνυση γίνεται απευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον μηνυτή είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της μήνυσης.....". Κατά τη διάταξη της παρ. 4 εδ. α' του άρθρου 46 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ, "ο εγκαλών μαζί με την έγκληση οφείλει να υποβάλει και τα διαθέσιμα σε αυτόν αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν και αποδεικνύουν αυτή". Όμως, η μη υποβολή τους δεν δημιουργεί απαράδεκτο ή ακυρότητα, αφού τέτοια κύρωση δεν τάσσεται στην ανωτέρω διάταξη. Η επισύναψη των σχετικών εγγράφων στην κατατιθέμενη έγκληση είναι μεν αναγκαία για τη διακρίβωση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του προσώπου που καταθέτει την έγκληση, όμως, δεν έχει αναχθεί σε δικονομική προϋπόθεση της νομιμότητας αυτής (έγκλησης). Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του κωδικοποιημένου Ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός αναμορφώθηκε και τροποποιήθηκε με το Ν. 3604/2007 και ίσχυε κατά το χρόνο, κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέστηκε η επίδικη πράξη της κακουργηματικής απάτης (από 1-10-2013 έως 28-2-2014), ορίζεται ότι "Η ανώνυμος εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς". Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στη μεν παρ. 1 εδ. α' ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν` αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3 ότι "Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη....Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους....". Οι διατάξεις αυτές του Ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ , ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, εκπροσωπεί αυτό στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση, που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920 ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση τις διατάξεις αυτές. Οι εν λόγω διατάξεις (του άρθρου 22 παρ. 3) περιλαμβάνουν στο πεδίο εφαρμογής τους, τόσο τις πράξεις διαχείρισης, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας και, μεταξύ άλλων, επιτρέπουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, που κατ' αρχήν ενεργεί συλλογικά, να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις, προβλέπουν δε ότι για ορισμένα θέματα είναι δυνατό να αποφασιστεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή, κατά το άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, στο οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της προβλεπόμενης, από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του διοικητικού συμβουλίου, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν.2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης, που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 2 εδ. γ` του ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 1186/2019, ΑΠ 1489/2016). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν, όμως, οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά νόμο όροι. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου υποστηρίζει ότι η αναφερόμενη δικηγόρος που υπέβαλε την από 5/12/2014 έγκληση ,στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, σε βάρος των αναφερομένων σ' αυτήν κατηγορουμένων, για την ένδικη αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των [120.000] ευρώ ,για λογαριασμό της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", νυν υποστηρίζουσας την κατηγορία, στην οποία (έγκληση) προσαρτήθηκε και το από 17/11/2014 απόσπασμα του πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, ενήργησε ως υποκατάστατος (τρίτος) του Δ.Σ. της τελευταίας και ως όργανο αυτής, οπότε η ανωτέρω έγκληση υποβλήθηκε νομότυπα, και ότι το Δικαστήριο της ουσίας το οποίο ,με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης λόγω μη υποβολής νομότυπης έγκλησης και μη υποβολής δήλωσης περί συνέχισης της ποινικής διαδικασίας εκ μέρους της ως άνω εταιρείας για την ένδικη πράξη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας ,εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ'ΚΠΔ. Από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων η από 5-12-2014 μήνυση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", σε βάρος ,μεταξύ άλλων, και των κατηγορουμένων Χ. Β. του Σ. και Π. Κ. του Ι., ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και τα συνημμένα σ` αυτή έγγραφα και ειδικότερα: α) το από 3-10-2011 κωδικοποιημένο και καταχωρημένο στο ΓΕΜΗ καταστατικό της ως άνω εταιρείας, και β) το από 17/11/2014 απόσπασμα του βιβλίου πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας που φέρει την υπογραφή της διευθύνουσας συμβούλου Μ. Ο.-Γ., προκύπτει ότι στην υποβολή της προαναφερόμενης μήνυσης για λογαριασμό της εταιρείας "... Α.Ε.", με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων Χ. Β. του Σ. και Π. Κ. του Ι. για την ένδικη πράξη της απάτης από κοινού με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των [120.000] ευρώ, προέβη η δικηγόρος Αθηνών Α. Γ., με ΑΜ ΔΣΑ 32957, προς την οποία ,μεταξύ άλλων δικηγόρων, είχε παρασχεθεί ομόφωνα από το διοικητικό συμβούλιο της ως άνω εταιρείας η πληρεξουσιότητα για να την καταθέσει, για λογαριασμό της, για την ως άνω αξιόποινη πράξη κατά (και) των ανωτέρω κατηγορουμένων, ενεργούσα ως υποκατάστατο όργανο του διοικητικού συμβουλίου, με βάση τη σχετική πρόβλεψη που περιέχεται στα άρθρα 18 παρ.4α' του από 3/10/2011 καταστατικού της ως άνω εταιρίας, κατά την οποία "το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί με απόφασή του να αναθέτει την άσκηση όλων ή μερικών από τα δικαιώματα, εξουσίες και αρμοδιότητες που του παρέχει το παρόν καταστατικό, καθώς και την εκτέλεση των αποφάσεων αυτού, ......και σε τρίτους ,καθορίζοντας συγχρόνως με απόφασή του αυτή τα θέματα για τα οποία παραχωρούνται αυτές οι εξουσίες....".
Συνεπώς, κατά τον χρόνο υποβολής (8-12-2014) της ως άνω μήνυσης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, η ως άνω δικηγόρος ενήργησε ως υποκατάστατο όργανο του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας ,και όχι ως απλή πληρεξούσιος- εντολοδόχος ή ως μεταπληρεξούσιος. Ως εκ τούτου δε, για την υποβολή της δεν ήταν αναγκαία η παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως από το Δ.Σ. προς την ανωτέρω δικηγόρο και βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ.. Περαιτέρω, στο άρθρο 15 παρ.3 του ιδίου ως άνω καταστατικού υπάρχει η πρόβλεψη ότι "Αντίγραφα και αποσπάσματα από το βιβλίο των πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου, επικυρώνονται από τον, κατά τον χρόνο της έκδοσης του αντιγράφου ή του αποσπάσματος, Πρόεδρο ή Αντιπρόεδρο ή τον Διευθύνοντα Σύμβουλο", με βάση την οποία (πρόβλεψη) η τότε διευθύνουσα σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας, Μ. Ο.-Γ., επικύρωσε το ακριβές απόσπασμα από το βιβλίο πρακτικών του Δ.Σ. της συνεδρίασης της 17-11-2014. Δεδομένου δε ότι η δικηγόρος Α. Γ., που υπέβαλε την επίμαχη μήνυση ενήργησε ως υποκατάστατο όργανο του Δ.Σ. της ως άνω εταιρείας, δεν απαιτείτο ούτε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της προαναφερόμενης διευθύνουσας συμβούλου της εταιρείας που εξέδωσε το ανωτέρω απόσπασμα πρακτικών συνεδρίασης Δ.Σ. Με βάση τα ανωτέρω, η επίμαχη μήνυση-έγκληση της ως άνω εταιρείας κατά των κατηγορουμένων Χ. Β. του Σ. και Π. Κ. του Ι. για την ένδικη πράξη υποβλήθηκε νομότυπα και, επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας που δεν προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της ένδικης υπόθεσης, κατόπιν της έγκλησης αυτής, αλλά αντ' αυτού κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης λόγω μη υποβολής νομότυπης έγκλησης και δήλωσης περί συνέχισης της ποινικής διαδικασίας δήλωση άλλωστε την οποία αναπληρώνει η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής (ΑΠ 47/2021, ΑΠ 1067/2021, ΑΠ 346/2021) που έγινε εν προκειμένω στις 27/9/2017 κατά την ανακριτική διαδικασία από την δικηγόρο Α. Γ. για λογαριασμό της εταιρείας "... Α.Ε.", υπερέβη την εξουσία του. Κατ` ακολουθίαν τούτων, ο συναφής πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, είναι βάσιμος, και πρέπει κατά παραδοχήν αυτού, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο ,το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός απ' αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 και 522 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι η υποστηρίζουσα την κατηγορία ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." δεν εμφανίστηκε κατά την συζήτηση της υπόθεσης, καίτοι κλήθηκε νομότυπα για να παραστεί σ' αυτή, όπως τούτο προκύπτει από το από 18/3/2025 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Λ. Χ. προς τη νόμιμη εκπρόσωπό της Ι. Ι., που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας, η οποία θεωρείται ωσεί παρούσα (άρθρα 512 παρ.1 εδάφ. γ' και 515 παρ. 2 α' ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1672/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2025. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή