Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 958 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 958/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ελένη Σπανάκη και Παύλο Κατσουράκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ 766/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Α. Σ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Μαρκόπουλο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18.09.2023, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 6623/2023 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 14-9-2023 (με αριθμ. πρωτ. 6623/18-9-2023) αίτηση αναίρεσης, του Δ. Τ. του Σ., κατά της υπ' αριθμ. ΖΤ 766/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε κατ' έφεση για το έγκλημα της υφαίρεσης - κλοπής με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α'ΠΚ και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων(4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ.3 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο την 1/8/2023 (άρθρο 473 παρ.2 και 3,4 ΚΠΔ και άρθρο 168 παρ.1 εδ.γ' και δ' του ίδιου Κώδικα). Επιπλέον, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους σε Α) απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171παρ. 3 ΚΠΔ) με τις ειδικότερες αιτιάσεις: 1.Παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής. 2.Την υποχρεωτική συμμετοχή του εισαγγελέως στη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρα 30 παρ.2 ΚΠΔ, 130 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ και 171 περ.1 υποπερ. β') 3.Παραβίαση της αρχής in dubio pro reo - άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, Β) έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης -εκ πλαγίου παράβαση-έλλειψη αιτιολογίας, με τις ειδικότερες αιτιάσεις και, συγκεκριμένα, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί μεταβολής της κατηγορίας σε κλοπή μικρής αξίας και εφαρμογή του άρθρου 63 ν.4689/2020. (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ) και Γ) υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (462 περ.β', 464, 466, 474 παρ.2Α,4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για την βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων της.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 του ν. ΚΠΔ., απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ιδίου κώδικα, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία, στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την παράστασή του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 66 του ν. ΚΠΔ. Απόλυτη ακυρότητα επίσης επέρχεται και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο διατύπωσης της παράστασης για υποστήριξη κατηγορίας, κατά το άρθρο 67 παρ.1 του ν. ΚΠΔ. Η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται από την μη προβολή αντιρρήσεων κατά της παράνομης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας, αν από την ίδια διαδικασία προκύπτει έλλειψη νομιμοποίησης, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και οδηγεί στην απόρριψη της παράστασης αυτής ως απαράδεκτης. Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του υποστηρίζοντος την κατηγορία δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παράστασης προς υποστήριξη κατηγορίας και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού αυτές οι ελλείψεις ή πλημμέλειες θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορούμενου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 973/2021).
ΙΙ. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου του νέου Κ.Π.Δ., το κριτήριο της ενεργητικής νομιμοποίησης για τη δήλωση παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας παρέμεινε το ίδιο με το προϊσχύσαν δίκαιο και απλώς αφαιρέθηκε η δυνατότητα από τον δικαιούχο του ουσιαστικού δικαιώματος χρηματικής αποζημίωσης, υλικής αποκατάστασης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης να εισάγει τις αστικές αξιώσεις του στην ποινική δίκη, όπου δικαιούται πλέον να παρίσταται μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας. Επομένως, υπό το καθεστώς του νέου ΚΠΔ που ισχύει από 1.7.2019, οι δηλώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής ισχύουν ως δηλώσεις για την υποστήριξη της κατηγορίας και για τα ζητήματα νομιμοποίησης του υποστηρίζοντος την κατηγορία ισχύουν αναλλοίωτα όσα γίνονταν δεκτά υπό το προϊσχύσαν δίκαιο για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος (πρβλ. 588 § 1 ΚΠΔ). Σύμφωνα δε με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 588 § 3 του νέου ΚΠΔ, οι αστικές αξιώσεις που έχουν εισαχθεί σε ποινικά δικαστήρια παραπέμπονται υποχρεωτικά ως ανεκκαθάριστες στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός αν έχουν επιδικαστεί, οπότε ως προς αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του καταργούμενου ΚΠΔ (ΑΠ 175/2022, ΑΠ 886/2020).
Εξάλλου, η κατά τον προϊσχύσαντα ΚΠΔ πολιτική αγωγή που ασκείτο ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δεν είχε μόνο αστικό, αλλά και ποινικό (δηλαδή, διφυή) χαρακτήρα, με άλλα λόγια μικτό, όπως αναφέρεται σε θεωρία και νομολογία (όπως που δέχτηκε και το ΕΔΔΑ με την απόφασή του στην υπόθεση ''Σιγάλας κατά Ελλάδος'' αρ.προσφυγής 19754/02). Με αυτήν (πολιτική αγωγή) δεν επιδιωκόταν, δηλαδή, μόνο η ικανοποίηση της αστικής αξίωσης του αμέσως ζημιωθέντος, αλλά και η υποστήριξη της κατηγορίας από τον πολιτικώς ενάγοντα για την εξυπηρέτηση του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (Ολ. Α.Π.1/1997). Επομένως, εκείνος που υφίστατο βλάβη από το έγκλημα, και ιδιαίτερα ο ίδιος ο παθών, επιζητούσε την συμμετοχή του στην ποινική δίκη όχι μόνο για να εξασφαλίσει την αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας του που μπορούσε να αποτιμηθεί σε χρήμα, αλλά και για να συμπράξει στην αντίδραση της πολιτείας κατά του εγκλήματος, που εκδηλώνεται με τη διαπίστωση της ενοχής και την δημόσια αποδοκιμασία μέσω της ποινής (ΑΠ 1177/2019). Ήδη, με την κύρωση του νέου, ισχύοντος από 1.7.2019, ΚΠΔ (ν.4620/2019, ΦΕΚ Α' 96/11.6.2019), παρά τον επαναπροσδιορισμό, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, της έννοιας και της θέσης του πολιτικώς ενάγοντος, αφού πλέον ο αδικηθείς έχει δικαίωμα για παράσταση μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, δεν μεταβάλλεται ο προεχόντως ποινικός χαρακτήρας της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο (ΑΠ 208/2021). Προς την κατεύθυνση αυτή και ενόψει της διαπίστωσης ότι η συνηθέστερη μορφή παράστασης πολιτικής αγωγής στα ποινικά δικαστήρια κατά τη διάρκεια ισχύος του (προγενέστερου) ΚΠΔ υπήρξε εκείνη της παράστασης για την επιδίκαση του συμβολικού ποσού των 44 ευρώ με την επιφύλαξη της διεκδίκησης του μεγαλύτερου ποσού στα πολιτικά δικαστήρια, η επιλογή της Επιτροπής για το σχέδιο του νέου ΚΠΔ αντανακλά (κατά την αιτιολογική του έκθεση) τον πρωτεύοντα σήμερα στην πρακτική ποινικό χαρακτήρα της παράστασης του αδικηθέντος. Ως κριτήριο για την επιλογή των δικαιούμενων παράστασης προσώπων επελέγη μεν το αστικό, το οποίο έχει υποστεί μια μακρά νομολογιακή επεξεργασία, με κυριότερη την αξίωση της "αμεσότητας" της ζημίας και τη σύνδεσή της με τον προστατευτικό σκοπό της παραβιασθείσας ποινικής διάταξης και, επομένως, καταλυτικά της αστικής αξίωσης γεγονότα, που έχουν ήδη επέλθει κατά το χρόνο της δήλωσης προς υποστήριξη της κατηγορίας (όπως λ.χ. η απόσβεση της αξίωσης ή η παραγραφή) αποκλείουν κατ' άρθρο 63 την ενεργητική νομιμοποίηση του παθόντος, αλλά αποσυνδέθηκε η δήλωση παραστάσεως για υποστήριξη της κατηγορίας από την πανηγυρική διατύπωση για το εάν η παράσταση γίνεται για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή προς αποζημίωση του παθόντος, αρκούντος του γεγονότος ότι υφίσταται σχετική ενεργός αξίωση για αυτές και, επομένως, δεν υφίσταται ζήτημα ακυρότητας από την έλλειψη της πιο πάνω πανηγυρικής διατύπωσης, είτε κατά τον χρόνο της σχετικής δηλώσεως στην προδικασία, είτε κατά τον χρόνο της συζητήσεως στο ακροατήριο, με βάση δε αυτό το κριτήριο θα πρέπει να ερευνάται και το νομότυπο της δηλώσεως για υποστήριξη της κατηγορίας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 63, 82 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. (νέου και παλαιού), σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 66 (πρώην 64), 67 (πρώην 68) παρ. 1 και 2, 83, 84, 87 του ιδίου Κώδικα και 914, 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και νυν υποστήριξης της κατηγορίας που γίνεται είτε στην προδικασία είτε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, πρέπει, εκείνος που προβαίνει σ' αυτή, να έχει υποστεί από την τέλεση της εγκληματικής πράξης ζημία, από την οποία διατηρεί αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Τέτοια αξίωση υφίσταται σε εκείνον που ζημιώθηκε άμεσα από την άδικη πράξη με την οποία προσβλήθηκαν έννομα αγαθά αυτού, ο οποίος, ως μόνος ενεργητικά νομιμοποιούμενος, μπορεί να προβεί σε δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας. Δηλαδή, απαιτείται και υπό το νέο ΚΠΔ, ο υποστηρίζων την κατηγορία, όπως προηγουμένως και ο πολιτικώς ενάγων, να αντλεί το δικαίωμα αποζημιώσεως ευθέως και αμέσως από "προσωπικό βίωμα" της εγκληματικής προσβολής και όχι από κάποια ενδιάμεση σχέση ή αντανακλαστικά και έμμεσα (ΑΠ 420/2021), ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 973/2021). Έτσι, για να προσδιορισθεί ποιος είναι ο αμέσως ζημιούμενος και αν έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικά σε παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, αναζητείται ποιο είναι το συμφέρον και το έννομο αγαθό που προστατεύει η συγκεκριμένη ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε από τον κατηγορούμενο, για την οποία δικάζεται (ΑΠ 25/2021). Με την αμεσότητα της ζημιάς που απαιτείται για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, εκφράζονται δύο διαφορετικοί περιορισμοί του δικαιώματος παράστασης πολιτικής αγωγής, οι οποίοι αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικές έννοιες αμεσότητας (ΑΠ 908/2023). Η μία υπονοεί την προσωπική σχέση του ζημιωθέντος με το δικαζόμενο έγκλημα (ΑΠ 248/2009), ενώ η δεύτερη υπονοεί την υπαγωγή της ζημιάς του παριστάμενου "πολιτικώς ενάγοντος" στο προστατευτικό εύρος του ποινικού νόμου που παραβιάστηκε.
Εξάλλου, με το άρθρο 65 νέου ΚΠΔ επιλύεται νομοθετικά το ζήτημα που είχε διχάσει τη νομολογία και τη θεωρία, σχετικά με την επίδραση που ασκούν στη νομιμοποίηση του "πολιτικώς ενάγοντος" μεταγενέστερα γεγονότα που καθιστούν ανενεργό την αστική αξίωση, υπέρ της άποψης ότι τα γεγονότα αυτά δεν ασκούν επιρροή στη νομιμοποίηση εκείνου που δηλώνει παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας.
Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, ήδη 171 παρ.3 νέου ΚΠΔ, δημιουργείται - σύμφωνα και με τα παραπάνω εκτιθέμενα - μόνο όταν ελλείπει η ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, όχι όμως και όταν συντρέχουν άλλες τυπικές πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, οι δε προϋφιστάμενοι της δήλωσης παράστασης "πολιτικής αγωγής" (ήδη παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας) λόγοι, που καταλύουν την αστική αξίωση, λαμβάνονται υπόψη μόνον εφόσον προβάλλεται σχετική αντίρρηση (ΟλΑΠ 1282/1992, ΑΠ 1288/2023, ΑΠ 928/2022, ΑΠ 753/2010, ΑΠ 813/2008). Κατά τούτο θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι α) η παραγραφή της αστικής αξίωσης, β) η έκδοση οριστικής απόφασης, που απορρίπτει πλήρως την αγωγή, που έχει ως αντικείμενο την εισαγόμενη στο ποινικό δικαστήριο αξίωση και γ) η ολοσχερής εξόφληση της αξίωσης αυτής κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης καταργούν το δικαίωμα υποστήριξης της κατηγορίας, εφόσον όμως προβληθεί αντίρρηση εκ μέρους του κατηγορουμένου, αν και σημειώνεται ότι, αποσύνδεση της ύπαρξης ενεργού αστικής αξίωσης από το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής έγινε αρχικά δεκτή με την υπ' αριθμ. 1/1997 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ενώ με τις υπ' αριθμ. 925/2009, 351/2014 και 1016/2014 αποφάσεις του Α.Π. είχε γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση παράστασης πολιτικής αγωγής προς υποστήριξη της κατηγορίας για τη νομιμότητα της παράστασης δεν ασκούσε επιρροή η ενδεχόμενη παραγραφή της σχετικής αξίωσης κατά το άρθρο 937 ΑΚ (σχετικά στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΚΠΔ). Σε κάθε, όμως, περίπτωση, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι τυπικές πλημμέλειες ως προς τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά την προδικασία, εφόσον εν τω μεταξύ, μετά τη θέση σε ισχύ του νέου ΚΠΔ, γίνεται στο ακροατήριο, ως συνέχιση αυτής, δήλωση παραστάσεως για υποστήριξη της κατηγορίας, θα πρέπει να αξιολογούνται υπό την οπτική του προέχοντος πλέον ποινικού χαρακτήρα αυτής ("πολιτικής αγωγής"-παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας) και όχι υπό την φορμαλιστική οπτική της υπό τον παλαιό ΚΠΔ δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της πρωτόδικης υπ' αρ. ΖΤ 766/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, προκύπτει ότι κατά την πρωτοβάθμια δίκη ο αναιρεσείων προέβαλε αντιρρήσεις κατά της παράστασης της εγκαλούσας προς υποστήριξη της κατηγορίας, ισχυριζόμενος ότι από την 16-12-2015 που φέρεται ότι τελέστηκε η άδικη πράξη, έως την 14-1-2022, οπότε δηλώθηκε από την εγκαλούσα παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών και ως εκ τούτου η αστική αξίωση της είχε ήδη παραγραφεί, καθώς και ότι η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής που είχε συμπεριληφθεί στην από 17-12-2015 έγκληση της ήταν απαράδεκτη, αφού δεν διευκρινιζόταν αν παρίστατο για υλική αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο υποβλήθηκε εκ νέου η αιτίαση αυτή, την απέρριψαν, κρίνοντας, ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι "Από τα άρθρα 63, 82-84 και 87 του νέου ΚΠΔ (ως ισχύει μετά την 1-7-2019), προκύπτει, ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως υποστηρίζων την κατηγορία, κατά την ποινική διαδικασία, εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. Η σχετική δήλωση παράστασης πρέπει, κατά το άρθρο 84 του Κ.Π.Δ., να περιέχει με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υπόθεσης, για την οποία παρίσταται κάποιος προς υποστήριξη της κατηγορίας και τους λόγους, στους οποίους στηρίζεται η αστική του αξίωση. Για το νομότυπο δε της παράστασης δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος πρόκλησης της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφόμενων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Το επιτρεπτό της παράστασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία, ενώ στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η υποστήριξη της κατηγορίας κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό ....... Επίσης κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 588 παρ. 3 ΚΠοινΔ, "1. ... 2. ... 3. Αστικές αξιώσεις που έχουν εισαχθεί σε ποινικά δικαστήρια παραπέμπονται υποχρεωτικά ως ανεκκαθάριστες στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός αν έχουν επιδικαστεί, οπότε ως προς αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του καταργούμενου κώδικα ποινικής δικονομίας".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 68 §§ 1, 2 ΚΠΔ, ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν.4620/2019. η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής έπρεπε να δηλωθεί πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Γινόταν δε δεκτό από τη νομολογία ότι σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις κατ' άρθρο 352 παρ.3 ΚΠολΔ, νομίμως δηλωνόταν για πρώτη φορά παράσταση πολιτικής αγωγής στη μετ' αναβολή δίκη μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εφόσον στη μετ αναβολή δίκη η υπόθεση συζητείται εκ νέου καθ' ολοκληρία και συνεπώς σύμφωνα με τη διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρου 68 εδάφ. τελευταίο του Κ.Ποιν.Δ. απαιτείτο η δήλωση για την παράσταση της πολιτικής αγωγής να γίνει πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στη μετ' αναβολή δικάσιμο ........... Ήδη σύμφωνα με το άρθρο 67 § 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν.4620/2019, η παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας στο ποινικό δικαστήριο επιτρέπεται χωρίς έγγραφη προδικασία, το αργότερο ώσπου να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο.
Συνεπώς, υπό το πρίσμα της νέας διατύπωσης του άρθρου 67 ΚΠΔ, δεν μπορεί να γίνει πλέον δεκτό ότι σε περίπτωση που έχει αναβληθεί η υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις, μπορεί να γίνει δήλωση παράστασης προς υποστήριξη κατηγορίας για πρώτη φορά στη μετ' αναβολή δικάσιμο ...... Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 65 του νέου ΚΠλΔ ορίζεται ότι "η μετά τη δήλωση παράστασης απόσβεση με οποιονδήποτε τρόπο της αστικής αξίωσης, δεν επιφέρει κατάργηση του δικαιώματος παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας".
Στην προκειμένη περίπτωση, η εγκαλούσα δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής σε βάρος του κατηγορουμένου το πρώτον με την από 17-12-2015 έγκληση που υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 18-12-2015. Η αποδεικτική διαδικασία ξεκίνησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 1-12-2021, οπότε αναβλήθηκε η υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ για τη δικάσιμο της 14-1-2022. Η εγκαλούσα δήλωσε στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας σε βάρος του κατηγορουμένου για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άδικη πράξη του, κατά τη δικάσιμο της 14-6-2021 οπότε αναβλήθηκε η υπόθεση κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου για τη δικάσιμο της 1-12-2021, κατά τη δικάσιμο της 1-12-2021, οπότε αναβλήθηκε η υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ για τη δικάσιμο της 14-1-2022 και κατά τη δικάσιμο της 14-1-2022 οπότε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέτρεψε με την υπ' αριθμ. ΗΜ131/2022 απόφασή του στην υποστηρίζουσα την κατηγορία-εγκαλούσα να παρασταθεί στη διαδικασία στο ακροατήριο εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Μαρκόπουλο. Τέλος, η εγκαλούσα επανέλαβε τη δήλωσή της αυτή και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την παρούσα δικάσιμο, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, καταθέτοντας το με αριθμό ... παράβολο δημοσίου και δηλώνοντας ότι διορίζει συνήγορό της τον δικηγόρο Αλέξιο Μαρκόπουλο. Ο κατηγορούμενος προβάλλει αντιρρήσεις κατά της παράστασης της εγκαλούσας προς υποστήριξη της κατηγορίας, ισχυριζόμενος ότι από την 16-12-2015 οπότε φέρεται ότι τελέστηκε η άδικη πράξη, έως την 14-1-2022, οπότε δηλώθηκε από την εγκαλούσα παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών και ως εκ τούτου η αστική αξίωσή της είχε ήδη παραγραφεί, καθώς και ότι η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής που είχε συμπεριληφθεί στην από 17-12-2015 έγκλησή της ήταν απαράδεκτη, αφού δεν διευκρινιζόταν αν παρίστατο για υλική αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου αποδεικνύονται αβάσιμοι, καθώς αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα δήλωσε, όπως προαναφέρθηκε, παράσταση πολιτικής αγωγής σε βάρος του κατηγορουμένου το πρώτον με την από 17-12-2015 έγκληση που υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 18-12-2015, ήτοι πριν τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ παραγραφής της αστικής της αξίωσης, αφού από την 16-12-2015, οπότε φέρεται ότι τελέστηκε σε βάρος της η άδικη πράξη, έως την 18-12-2015 δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Επομένως η μετά την ανωτέρω δήλωσή της παραγραφή της αστικής της αξίωσης, δεν επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 65 ΚΠΔ, κατάργηση του δικαιώματος παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας. Τα υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο ότι η δήλωση παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας που υπέβαλε η εγκαλούσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν επανάληψη της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής που είχε συμπεριληφθεί στην από 17-12-2015 έγκλησή της, διότι σε αυτήν δεν διευκρινιζόταν αν παρίστατο για υλική αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι ομοίως αβάσιμα και απορριπτέα. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της ανωτέρω έγκλησης, προκύπτει ότι τα περιγραφόμενα σε αυτήν γεγονότα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο θεμελιώνουν, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, αξίωση της εγκαλούσας τόσο για υλική αποζημίωση όσο και για χρηματική ικανοποίησή της λόγω ηθικής βλάβης, αφού αναφέρεται σε αυτήν ότι ο κατηγορούμενος εισέβαλε στην επί της οδού ..., στην Αγία Παρασκευή Αττικής, οικία της εγκαλούσας και αφαίρεσε από την κατοχή της λογοτεχνικά βιβλία αξίας 200 ευρώ με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα.
Συνεπώς η περιεχόμενη στην ανωτέρω έγκληση δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής (και ήδη υποστήριξης της κατηγορίας) περιείχε συνοπτική έκθεση της υπόθεσης και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αστική αξίωση της εγκαλούσας. Υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, γινόταν δεκτό από τη νομολογία ότι για το παραδεκτό της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής έπρεπε να διευκρινίζεται αν ο δηλών παρίσταται για υλική αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να προσδιορίζεται και το ποσό για το οποίο παρίστατο, διότι ο παθών μπορούσε να επιδιώξει και στα ποινικά δικαστήρια την ικανοποίηση απαιτήσεών του για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Ωστόσο, μετά την τροποποίηση του ΚΠΔ με το ν. 4620/2019, ο παθών μπορεί να δηλώσει παράσταση μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και οι αστικές αξιώσεις του δεν μπορούν πλέον να εισαχθούν στα ποινικά δικαστήρια, αλλά μόνο στα πολιτικά. Ως εκ τούτου το γεγονός ότι στην από 17-12- 2015 έγκληση της η εγκαλούσα δεν διευκρίνιζε αν παρίστατο ως πολιτικώς ενάγουσα για υλική αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν ασκεί πλέον καμία έννομη επιρροή. Η περιεχόμενη στην ανωτέρω έγκληση δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής (και ήδη παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας) της εγκαλούσας είναι νομότυπη και παραδεκτή, αφού περιέχει συνοπτική έκθεση της υπόθεσης που αφορά η παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας και τους λόγους στους οποίους στηρίζονται οι αστικές αξιώσεις της εγκαλούσας, αφού όπως προαναφέρθηκε, τα περιγραφόμενα στην έγκληση γεγονότα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο θεμελιώνουν, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, αξίωση της εγκαλούσας τόσο για υλική αποζημίωση όσο και για χρηματική ικανοποίησή της λόγω ηθικής βλάβης, ώστε να νομιμοποιείται αυτή ενεργητικά να υποστηρίξει την κατηγορία στο ποινικό δικαστήριο. Επομένως πρέπει να απορριφθούν οι αντιρρήσεις του κατηγορουμένου για τη δήλωση παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας που υπέβαλε η εγκαλούσα και το υποβληθέν από αυτόν αίτημα περί αποβολής της εγκαλούσας- παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας, από την ποινική διαδικασία." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με αιτιολογημένη επάρκεια, απέρριψε την ως άνω αιτίαση κρίνοντας ότι η εγκαλούσα δήλωσε, παράσταση πολιτικής αγωγής - με την καταβολή του σχετικού παράβολου - εντός της πενταετίας, ήτοι πριν τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ παραγραφής της αστικής της αξίωσης και, συγκεκριμένα, με την από 17-12-2015 έγκλησή της που υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 18-12-2015, αφού την 16-12-2015 φέρεται ότι τελέστηκε σε βάρος της η άδικη πράξη, και κατά συνέπεια η μετά την ανωτέρω δήλωση της παραγραφή της αστικής της αξίωσης, δεν επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 65 ΚΠΔ, κατάργηση του δικαιώματος παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας, ενώ από την περιγραφόμενη στην ως άνω έγκληση πράξη, θεμελιώνονται, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, ως ενεργητικά υφιστάμενες, αξιώσεις της εγκαλούσας τόσο για υλική αποζημίωση όσο και για χρηματική ικανοποίηση της λόγω ηθικής βλάβης. Ακόμη πρέπει να λεχθεί ότι, με το νέο ΚΠΔ - που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και η πρωτόδικη (24-2-2023 κα 14-1-2022, αντίστοιχα) - η παθούσα δήλωσε παράσταση μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, ενώ οι αστικές αξιώσεις της δεν μπορούν πλέον να εισαχθούν στα ποινικά δικαστήρια, στα οποία νομιμοποιείται αυτή ενεργητικά να υποστηρίξει μόνο την κατηγορία, η δε αντίθετη, φορμαλιστική, εκδοχή (ερχόμενη σε αντίθεση και προς το άρθρα 20 Σ και 6 παρ.1 ΕΣΔΑ) ότι η δήλωσή της για υποστήριξη της κατηγορίας κατά την προδικασία είχε πλημμέλειες, επειδή δεν διευκρινιζόταν εάν η ενεργός αστική αξίωσή της, για την οποία δήλωσε παράσταση "πολιτικής αγωγής", αφορούσε αποζημίωσή της ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είχε ως αποτέλεσμα να μη διακοπεί η παραγραφή της αξιώσεώς της, παρότι πλέον δεν απαιτείται (ως μη εκδικαζόμενη πολιτική αξίωση από τα ποινικά δικαστήρια) τέτοια πανηγυρική διατύπωση, θα της στερούσε το προέχον δικαίωμά της, υπό την ισχύ του νέου ΚΠΔ, για υποστήριξη της κατηγορίας (που εμπεριείχετο, λόγω του διφυούς χαρακτήρα της "πολιτικής αγωγής", ούτως ή άλλως, στην δήλωσή της κατά την προδικασία και αφορούσε ενεργό της αστική αξίωση, για την οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 65 ΚΠΔ, με τη δήλωση παραστάσεως στο ακροατήριο, που θεωρείται ως συνέχεια αυτής κατά την προδικασία, παραμένει ενεργός ως προς το δικαίωμα παραστάσεως για υποστήριξη της κατηγορίας). Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (υπό Α1, κατά τις διακρίσεις στην αρχή της αποφάσεως)πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 ΚΠΔ, "Καμιά απόφαση ή ποινική διαταγή ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμιά διάταξη ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας", κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ. 1 εδ. α, 2 του ίδιου Κώδικα, "Πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν τον λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας καθώς και οι παρόντες διάδικοι. Η παράβαση της προηγούμενης παραγράφου συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, "Όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δεν μπορεί να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο". Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, πρέπει να δίνεται ο λόγος στον εισαγγελέα της έδρας για να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας. Η πρόταση, όμως, του εισαγγελέα επί της κατηγορίας στο τέλος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν ζητά την ενοχή του κατηγορουμένου, εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρότασή του για απόρριψη των τυχόν αυτοτελών ισχυρισμών, λοιπών ισχυρισμών και αιτημάτων που έχει προβάλει ο κατηγορούμενος και, κατά συνέπεια, η παράλειψη του εισαγγελέα να προτείνει ειδικώς επ' αυτών καλύπτεται με τη συνολική του πρόταση επί της ενοχής και δεν δημιουργείται εκ του λόγου τούτου καμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τα άρθρα 170, 171 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ (ΑΠ 310/2022, ΑΠ 1383/2022, 780/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι μετά την υποβολή από τον αναιρεσείοντα, διά του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου του, ισχυρισμών, η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο, αναφέρθηκε στην εισαγωγή της υποθέσεως μετά από έφεση, την οποία ανέπτυξε, απήγγειλε με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία και δήλωσε ότι για την υποστήριξη της κατηγορίας έχει κλητεύσει τους μάρτυρες που αναγράφονται στο τέλος του κατηγορητηρίου, τα ονόματα των οποίων εκφώνησε η Πρόεδρος και βρέθηκαν παρόντες. Κατόπιν δε, με τη διεύθυνση της διαδικασίας από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου εξετάστηκαν οι μάρτυρες και έγινε η ανάγνωση των εγγράφων και στη συνέχεια, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα η οποία ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου. Η πρόταση αυτή της Εισαγγελέως επί της ενοχής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εμπεριέχει και πρόταση απόρριψης του προβληθέντος ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ανεξάρτητα από τη φύση του, ως αυτοτελούς ή μη, και ως εκ τούτου ουδεμία απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο δημιουργήθηκε και ο σχετικός λόγος (υπό Α2, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην αρχή της αποφάσεως) αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV. Με τους υπό Α3, Β και Γ (κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην αρχή της αποφάσεως), ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της αρχής in dubio pro reo - άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, Β), έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης -εκ πλαγίου παράβαση-έλλειψη αιτιολογίας, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί μεταβολής της κατηγορίας σε κλοπή μικρής αξίας και εφαρμογή του άρθρου 63 ν.4689/2020. (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ) και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ). H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 177 του Κ.Ποιν.Δ., όταν γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ενώ δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.
Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η, κατά τα ανωτέρω, παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. Α.Π. 1/2005, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1531/2022, Α.Π. 999/2020).
Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 457/2022, ΑΠ 1308/2020).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ, " Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ)την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.. Επίσης, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Με τις ως άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο, εν αμφιβολία, να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, εκτός από την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 37/2022).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠοινΔ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι (Ολομ. ΑΠ 3/2005, ΑΠ 154/2023). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε μετά τον ν. 4619/1-7-2019 και μέχρι την τροποποίησή του με το άρθρο 86 του ν. 4855/12-11-2021 , που εφαρμόζεται ως επιεικέστερος νόμος (άρθ. 2 Π.Κ.) "1. Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή η πράξη τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστάτευε και προστατεύει και υπό την ισχύ του νέου Π.Κ., (με τον οποίο άλλαξε προς το ευνοϊκότερο, μόνον η ποινική μεταχείριση) το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό τη νομική έννοια του αστικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού, κατά τον προορισμό του, ο σκοπός δε παράνομης ιδιοποιήσεως ταυτίζεται με τον σκοπό να έχει οριστικά το πράγμα ο υπαίτιος στην ιδιοκτησία του, δηλαδή να το οικειοποιηθεί, να το κατακρατήσει και να το διαθέτει ως κύριος. Η αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος (ΑΠ 113/2023, ΑΠ 31/2022). Έτσι, το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο. Πάντως πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο τρόπος περιέλευσης των κλαπέντων στην κατοχή του δράστη και πολύ περισσότερο αν αυτός υποστηρίζει πως ανήκουν στη δική του κυριότητα αρνούμενος εξ αρχής την κλοπή (ΑΠ 61/2023).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 378 του προηγούμενου ΠΚ : "Κλοπή ή υπεξαίρεση που έγινε: α) μεταξύ συγγενών και αγχιστέων σε ευθεία γραμμή, θετών γονέων και θετών τέκνων, συζύγων και μνηστευμένων, αδελφών καθώς και των συζύγων και των μνηστήρων τους, β) από σύζυγο στην περιουσία που άφησε ο σύζυγος του, γ) εναντίον επιτρόπου ή επιμελητή του υπαιτίου, καθώς επίσης και σε βάρος προσώπου με το οποίο ο υπαίτιος ή συμμέτοχος διατελεί σε σχέση εξάρτησης ή ζει στο ίδιο σπίτι, διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση"( ΑΠ 541/2009).Η διάταξη αυτή, που ρυθμίζει την κλοπή μεταξύ συγγενών (υφαίρεση), εισάγει προνομιούχο περίπτωση εγκλήματος λόγω των ιδιαιτέρων σχέσεων που συνδέουν δράστη και παθόντα, αναφερομένων περιοριστικά και απαιτείται να υπάρχουν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης σχέσεις, μεταξύ των οποίων είναι η συγγένεια εξ αίματος ή αγχιστείας ,ακριβώς δε λόγω αυτών των σχέσεων η υφαίρεση διώκεται κατ' έγκληση, τιμωρείται όμως όπως και η κυρία πράξη (της κλοπής) (ΑΠ 486/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. καταδικαστικής απόφασής του, το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων ειδικά αποδεικτικών μέσων [από την χωρίς όρκο κατάθεση της υποστηρίζουσας την κατηγορία και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ενσωματωμένα στην απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά και γενικά από τη συζήτηση της υποθέσεως], δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακολούθως περιγραφόμενα, κατά το μέρος που αφορούν την παρούσα δίκη, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά:"...προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος και η εγκαλούσα είχαν τελέσει στις 23-1-2010 νόμιμο γάμο , από τον οποίο έχουν αποκτήσει ένα ανήλικο θήλυ τέκνο, που γεννήθηκε στις 23-4-2013. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάστηκε οριστικά τον Μάρτιο του 2015, οπότε ο κατηγορούμενος αποχώρησε από την επί της οδού ..., στην Αγία Παρασκευή Αττικής, οικία ιδιοκτησίας του, που αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη και παραχώρησε τη χρήση αυτής στην εγκαλούσα, προκειμένου να διαμένει με το ανήλικο τέκνο τους. Με- την υπ' αριθμ. 8553/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του κατηγορουμένου με την ανήλικη θυγατέρα του και με την υπ' αριθμ. 2894/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) ανατέθηκε προσωρινά στην εγκαλούσα η επιμέλεια της ανωτέρω ανήλικης. Αποδείχθηκε ότι στις 16-12-2015 ο κατηγορούμενος είχε παραλάβει την ανήλικη θυγατέρα του προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του, ωστόσο ενώ έπρεπε να επιστρέφει την ανωτέρω ανήλικη ώρα 18.00, μετέβη στην επί της οδού ..., στην Αγία Παρασκευή Αττικής, οικία της εγκαλούσας περί ώρα 20.00, συνοδευόμενος από την ανιψιά του Α.- Μ. Τ., τον αδελφό του Χ. Τ. και δύο φιλικά του πρόσωπα, τον Σ. Σ. και τον Γ. Τ., έχοντας πρόθεση να εισέλθουν στην οικία και να παραλάβουν διάφορα κινητά πράγματα. Στην οικία της εγκαλούσας βρισκόταν μόνο η μητέρα της Α. Κ., η οποία είχε αναλάβει να παραλάβει το τέκνο για λογαριασμό της κόρης της, η οποία απούσιαζε. Όταν εκείνη άνοιξε την εσωτερική θύρα της οικίας, ο κατηγορούμενος την απώθησε και εισήλθε μαζί με τα άτομα που τον συνόδευαν στο εσωτερικό της οικίας. Ο κατηγορούμενος παρέλαβε τον προσωπικό του ρουχισμό και διάφορα αντικείμενα που του ανήκαν κατά κυριότητα και είχαν παραμείνει στην οικογενειακή στέγη μετά την αποχώρησή του από αυτήν, ωστόσο, εκμεταλλευόμενος την απουσία της εγκαλούσας, αφαίρεσε από την κατοχή της 11 λογοτεχνικά βιβλία που της ανήκαν κατά κυριότητα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα, τα βιβλία "Η αγάπη άργησε μια μέρα" της Λιλής Ζωγράφου, "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται", "Ο Φτωχούλης του Θεού" και "Ο Καπετάν Μιχάλης" του Νίκου Καζαντζάκη, "Οι πύλες της φωτιάς" του Στίβεν Πρέσσφιλντ, "Σαν γλυκό του κουταλιού", ένα βιβλίο του Μπάρι Στράους και τέσσερα βιβλία της Αγκάθα Κρίστι, η αξία των οποίων εκτιμάται ότι ανερχόταν σε 200 ευρώ. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Α. Κ. στο ακροατήριο, η οποία περιέγραψε λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο εισήλθε στην οικία της εγκαλούσας ο κατηγορούμενος, ότι παρέλαβε αντικείμενα από όλους τους χώρους της οικίας, συμπεριλαμβανομένης και της σοφίτας, τα οποία μετέφερε, με τη βοήθεια των ατόμων που τον συνόδευαν, μέσα σε κούτες και ότι μόλις επέστρεψε η εγκαλούσα στην οικία της διαπίστωσε ότι είχαν αφαιρεθεί τα λογοτεχνικά της βιβλία, σε συνδυασμό με την κατάθεση της εγκαλούσας στο ακροατήριο, η οποία προσδιόρισε επακριβώς τα λογοτεχνικά βιβλία που αφαίρεσε παράνομα από την κατοχή της ο κατηγορούμενος, αλλά και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ. Σ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος ανέφερε ότι μεταξύ των αντικειμένων που μετέφεραν με τον κατηγορούμενο υπήρχαν και βιβλία. Επομένως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι πρέπει να μεταβληθεί η κατηγορία σε κλοπή μικρής αξίας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 377 ΠΚ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν. 4619/2019, η οποία είναι εφαρμοστέα ως ευμενέστερη και συνακόλουθα να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη κατ' άρθρο 8 του ν. 4411/2016 ή κατ' άρθρο 63 του ν. 4689/2020, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι η αξία των λογοτεχνικών βιβλίων που αφαίρεσε ο κατηγορούμενος από την κατοχή της εγκαλούσας με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής τους, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 200 ευρώ και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί μικρή. Θα πρέπει όμως να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, υποχρεωτικά κατ' άρθρο 470 ΚΠΔ, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α' ΠΚ, η οποία είχε αναγνωρισθεί σε αυτόν με την πρωτόδικη, ΗΜ 131/2022 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών". Μετά ταύτα, το Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο - και ήδη αναιρεσείοντα - ένοχο με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ του ότι (όπως επί λέξει αναφέρεται στην απόφαση): " Στην Αθήνα, την 16/12/2015, αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, το αντικείμενο δε της εν λόγω κλοπής αποτελεί υφαίρεση καθόσον τελέστηκε μεταξύ συζύγων. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του εν διαστάσει συζύγου της εγκαλούσας Α. Σ., αφού εισέβαλε εντός της επί της οδού ..., στην Αγία Παρασκευή, οικίας της εγκαλούσας, αφαίρεσε από την κατοχή της λογοτεχνικά βιβλία , συνολικής αξίας 200 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Η κλοπή δε αυτή αποτελεί υφαίρεση, αφού τελέστηκε μεταξύ συζύγων". Οι προπαρατεθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του Δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής ούτε μετακύλιση στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του βάρους απόδειξης της αθωότητάς του και ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τεκμηρίου αθωότητας αυτού, αφού από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανέλεγκτα το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της άνω απόφασης, ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε η ενοχή του, ενώ από τις ανωτέρω παραδοχές της απόφασης αυτής ουδόλως προκύπτει, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού, κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo", παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από τον ίδιο. Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Τέλος, οι προβαλλόμενες με τον σχετικό αναιρετικό λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, υπό τον τίτλο "έλλειψη νομίμου αιτιολογίας", περί αντίθεσης των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και, ως εκ τούτου, απαραδέκτως προβάλλονται υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Εξάλλου, με τις ίδιες ως ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της κλοπής, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 16, 17, 18, 26§1α, 27§1, 51, 53, 79, 378α και 372§1α του ΠΚ. Ειδικότερα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, καθώς και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα και συγκεκριμένα: Παρατίθεται στην απόφαση ότι στις 16/12/2015 στην Αθήνα, εισέβαλε εντός της επί της οδού ..., στην Αγία Παρασκευή, οικία της εγκαλούσας, εν διαστάσει συζύγου του και αφαίρεσε από την κατοχή της 11 λογοτεχνικά βιβλία που της ανήκαν κατά κυριότητα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, τα οποία προσδιορίζονται ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η αξία των οποίων εκτιμάται ότι ανερχόταν σε 200 ευρώ. Ακόμη το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμά κυριαρχικά, κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης εκ του άρθρου 177 ΚΠΔ, όλα τα αποδεικτικά μέσα και την αξιοπιστία των μαρτύρων και των αναγνωσθεισών εγγράφων, η δε ειδική αναφορά ορισμένων αποδεικτικών μέσων στο αιτιολογικό, όπως ορισμένων μαρτυρικών καταθέσεων, δε σημαίνει μη λήψη υπόψη των λοιπών αποδεικτικών μέσων που εισφέρθηκαν στην ποινική διαδικασία του ακροατηρίου. Περαιτέρω μνημονεύονται ειδικώς και αξιολογούνται , όχι μόνο οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας α) Α. Κ. και β) Σ. Σ., αλλά και τα λοιπά αναγνωστέα έγγραφα , όπως και οι υπ' αριθμ. 8553/2015 και 2894/2016 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), κλπ έγγραφα και ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι συνεκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, οπότε η αιτίαση με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμη. 'Οσον δε αφορά στην ύπαρξη του δόλου, κατά τα λοιπά, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να υπάρχουν και ειδικότερες σκέψεις, διότι ο δόλος στην προκειμένη περίπτωση ενυπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις αναφερόμενες συνθήκες τέλεσης του και τις εν όλω παραδοχές της προσβαλλόμενης, αφού από το νόμο, εκτός του κατά τα άνω αιτιολογηθέντος σκοπού, δεν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υπόστασης. Κατά συνέπεια, ως προς το σχετικό σκέλος του, ο λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στους ως άνω λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις, γενικότερα αλλά και ειδικότερα για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ ΚΠΔ) - και δη ως προς ότι δεν προκύπτει η αφαίρεση των λογοτεχνικών βιβλίων, ο ειδικότερος προσδιορισμός αυτών από την εγκαλούσα στην προσβαλλόμενη απόφαση αν και δεν αναφέρονται στην πρωτόδικη, καθώς και η αξία αυτών σε 200 ευρώ - με παράθεση σκέψεων του αναιρεσείοντος για τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε, πραγματικά περιστατικά, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και επιχειρημάτων αυτού (αναιρεσείοντος) που συνιστούν αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, σχετικά με την έλλειψη στην απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί μεταβολής της κατηγορίας σε κλοπή μικρής αξίας και εφαρμογή του άρθρου 63 ν.4689/2020, σημειώνονται τα ακόλουθα: Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ιδίου κώδικα, λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονταν στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ακόμα δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους (ΑΠ 31/2022). Η αμφισβήτηση, όμως, από τον κατηγορούμενο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης που αποδίδεται σε βάρος του και η επίκληση από μέρους του ηπιότερου νομικού χαρακτηρισμού δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως αυτή εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της (ΑΠ 313/2023, ΑΠ 1/2022) και επομένως το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην απόφασή του, καθόσον στην κύρια αιτιολογία αυτής για την ενοχή εμπεριέχεται και η αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς (ΑΠ 313/2023, 1698/2022, 1669/2022, 1071/2022). Πέραν τούτου, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. ΖΤ 766/2023 απόφαση του με αιτιολογημένη επάρκεια απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό να μεταβληθεί η κατηγορία σε κλοπή μικρής αξίας, σύμφωνα με την ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 377 του νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), και συνακόλουθα να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη κατ' άρθρο κατ' άρθρο 63 του ν. 4689/2020, δεδομένου ότι η αξία των λογοτεχνικών βιβλίων που αφαίρεσε ο κατηγορούμενος , ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 200 ευρώ και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί μικρή. Επομένως οι προαναφερθέντες λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι και ως εκ τούτου, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η ως άνω κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. πρέπει να απορριφθεί η ως άνω κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ 766/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της απόφασης ορίζεται ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-9-2023 (με αριθμ. πρωτ. 6623/18-9-2023) αίτηση αναίρεσης, του Δ. Τ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ 766/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος αττό την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως, εν ενεργεία, Αρεοπαγίτης, ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ