Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 966 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 966/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Φ. Β. του Σ., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Μανουσάκη και Ιωάννη Μανουσάκη, για αναίρεση της απόφασης 552,689/2023 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εισάγεται σύμφωνα με την υπ' αρ. 50/2025 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΝΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το δ.τ "ALPHA BANK", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μάλλιο. 2. Μ. Κ. του Λ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε. 3. Β. Ξ. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 4. Ε. Ι. του Ε., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αρ. πρωτ. 7976/2023 δήλωσή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε
Ι)Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενοι, σύμφωνα με την υπ' αρ. 50/2025 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, λόγοι αναίρεσης.
ΙΙ)Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ως άνω υποστηρίζουσας την κατηγορία ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας και τους πληρεξούσιους δικηγόρους της αναιρεσείουσας που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη με αριθμό 50/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί της με αρ. πρωτ. 7976/2023 δήλωσης της Φ. Β. του Σ., για την αναίρεση της με αριθμό 552 και 689/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχη για τις αξιόποινες πράξεις α) της απάτης κατ'εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από κοινού και κατά μόνας, η προκληθείσα ζημία της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και β) της απόπειρας εκβίασης τελεσθείσης από κοινού και κατ'επάγγελμα και αφού αναγνωρίστηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπό της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ'του ΠΚ, της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και 20 μηνών, η οποία μετετράπη προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως , κρίθηκε παραδεκτή η άνω δήλωση αναίρεσης, ακολούθως δε απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αυτής, όπως και οι από 27-2-2024 πρόσθετοι επ'αυτής λόγοι, περί έλλειψης ειδικής και εμπερισταμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Παράλληλα με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου απείχε να αποφανθεί επί του πρώτου και δεύτερου λόγου της ανωτέρω αιτήσεως αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχείο Θ' του ΚΠΔ πλημμέλεια, της υπέρβασης εξουσίας, μέχρι την υποβολή εισαγγελικής πρότασης επ' αυτών. Ήδη, η άνω αίτηση αναίρεσης, νόμιμα εισάγεται με την παραπάνω εισαγγελική πρόταση εκ νέου στο ίδιο Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τους προαναφερθέντες πρώτο και δεύτερο λόγους αυτής. Σημειώνεται ότι οι λόγοι αναίρεσης που εξετάζονται εν προκειμένου, δεν προσβάλλουν κεφάλαια για τα οποία πρέπει να ακουστούν οι παρασταθέντες, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την υποστήριξη της κατηγορίας , Μ. Κ. του Λ., Ξ. Β. του Α. και Ι. Ε. και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία, για το παραδεκτό της συζήτησης της ανωτέρω αιτήσεως, η κλήτευση αυτών(512 παρ.1 του ΚΠΔ). Από την διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης(ενότητα δόλου). Από την ανωτέρω διάταξη, που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, στην οποία (συρροή) το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Οι μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό τους ως πλημμελήματος ή κακουργήματος η δε παραγραφή των κατ'ιδίαν μερικότερων πράξεων επί του ανωτέρω εγκλήματος της παραγράφου 1 είναι αυτοτελής, έναντι των άλλων και παύει η δίωξη μόνο ως προς τις πράξεις που παραγράφηκαν. Στο κατ'εξακολούθηση έγκλημα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 ΠΚ, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δε αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Σκοπός της παρ.2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία αντιμετωπίζει το κατ'εξακολούθηση έγκλημα ως νέο είδος εγκλήματος, είναι το αυξημένο άδικο της εξακολουθητικής εγκληματικής συμπεριφοράς στα εγκλήματα περιουσιακής βλάβης ή οφέλους να αξιολογείται βάσει της συνολικής βλάβης που προκλήθηκε από τις μερικότερες πράξεις και όχι βάσει του αντικειμένου εκάστης εξ αυτών. Πρόκειται για ρύθμιση που αφορά τη βαρύτητα του αδίκου των πράξεων, ανεξαρτήτως του εάν προβλέπεται διακεκριμένη παραλλαγή του οικείου εγκλήματος επί τη βάσει ποσοτικού κριτηρίου.
Στην τελευταία βέβαια περίπτωση, εκτός από τη βαρύτερη ποινική μεταχείριση, ο χρόνος παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση και της τελευταίας μερικότερης πράξης(Ολ. ΑΠ 5/2002, ΑΠ 257/2025, ΑΠ 403/2022, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 557/2020,189/2018). Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` του Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ. ΑΠ. 1/2008, 3/2005). Η ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Θ` του Κ.Ποιν.Δ. ενδεικτικά αναφέρει μόνο μερικές περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας, όπως, όταν α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, και γ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (ΑΠ 784/2020).
Επομένως, υπέρβαση εξουσίας υφίσταται και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για αξιόποινη πράξη της οποίας το αξιόποινο είχε εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, καθώς και όταν επί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος μερικότερη πράξη αυτού, η οποία διατηρεί την αυτοτέλεια της, υπέπεσε σε παραγραφή και το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο και για αυτήν (ΑΠ 403/2022, ΑΠ 1568/2022, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 784/2020, ΑΠ 877/2015).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 405 παρ. 1 νέου Π.Κ. που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 και ισχύει από 1-7-2019, για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων εγκλημάτων και αυτού της απάτης, που προβλέπεται στο άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ και του οποίου η ποινική δίωξη υπό το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς ασκείτο αυτεπαγγέλτως ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση για τη διάπραξή του (άρθρα 27 και 36 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ), απαιτείται πλέον έγκληση, ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του ίδιου Κώδικα: "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα, ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδό τους" (ΑΠ 414/2023, ΑΠ 40/2022). Τέτοια έγκληση όμως ή δήλωση δεν απαιτείται όταν πρόκειται για την περίπτωση της διακεκριμένης μορφής απάτης της παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει από 1-7-2019, που θεμελιώνεται αν η αξιόποινη αυτή πράξη στρέφεται άμεσα κατά του ελληνικού Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή των ΟΤΑ και η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως δεν απαιτείτο και υπό το ισχύον κατά τον χρόνο τέλεσης του επιδίκου εγκλήματος της απάτης (2008,2009) όπου η πράξη της απάτης σε βάρος του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, τιμωρείτο με βάση το ν. 1608/1950, σε συνδυασμό με το άρθρο 386 παρ.1 και 3 του προισχύσαντος ΠΚ που προέβλεπε την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασής του με αρ. 552,689/2023, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν αναφορικά με την ανωτέρω αναιρεσείουσα και την καταδίκη της για το αδίκημα της απάτης κατ'εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από κοινού και κατά μόνας, η προκληθείσα ζημία της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, στο οποίο αναφέρονται οι ανωτέρω λόγοι που ερευνά το παρόν δικαστήριο, τα ακόλουθα: ".........οι κατηγορούμενοι Γ. Α., Φ. Β., Ν.Κ. και Μ. Μ.(καθώς και ο Π. Λ. και Θ. Δ. που δεν είναι κατηγορούμενοι στο παρόν Δικαστήριο), γνωρίζοντας ότι η εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" επέσπευδε αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαίτησής της κατά των Β. Α. και Α. Α. επί ακινήτου κυριότητας τους και συγκεκριμένα της Γ-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου ορόφου της επί της οδού ... στην Αθήνα πολυκατοικίας, ενεργώντας από κοινού κατάρτισαν κατά το έτος 2007 τα εξής εικονικά ιδιωτικά συμφωνητικά : α) το από 18.12.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι οφειλέτες Β. Α. και Α. Α. φέρονται ότι εκμίσθωσαν το ακίνητο αυτό στην εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΑΕ", με νόμιμο εκπρόσωπο τον Μ. Μ., για το χρονικό διάστημα από 8.12.2007 έως 17.2.2019, με μηνιαίο μίσθωμα 400 ευρώ για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, β) το από 19.3.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης, με το οποίο η μισθώτρια εταιρία "ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΑΕ" φέρεται ότι υπεκμίσθωσε το ακίνητο στην εταιρία "MARSHALL ΕΠΕ", με νόμιμο εκπρόσωπο τον Ν. Κ., για το χρονικό διάστημα από 19.3.2008 έως 18.3.2011, με μηνιαίο μίσθωμα 450 ευρώ, γ) το από 26.3.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης με το οποίο η υπεκμισθώτρια εταιρία "MARSHALL ΕΠΕ" φέρεται ότι υπεκμίσθωσε το ακίνητο στην εταιρία με την επωνυμία "D & S REALTY ΕΠΕ", με νόμιμο εκπρόσωπο τον Θ. Δ., για το χρονικό διάστημα από 26.3.2008 έως 25.3.2011, με μηνιαίο μίσθωμα 500 ευρώ. Τα ιδιωτικά αυτά συμφωνητικά μίσθωσης ήταν εικονικά, καθόσον, όπως επίσης αποδείχθηκε, οι ως άνω εταιρίες είχαν συσταθεί εικονικά και δεν ασκούσαν οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα, τα ως άνω δε γνώριζαν οι συγκατηγορούμενοι, οι οποίοι συνεργάζονταν στην ονομαζόμενη και περιγραφόμενη "διαχείριση ακινήτων", όπως αναφέρεται και παραπάνω στην περίπτωση του ακινήτου της οδού ... Στις 27.2.2008 το ως άνω ακίνητο εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, δυνάμει της με αριθμό ...-2008 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. - Π. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 7.3.2008, περιήλθε στους Δ. Μ. και Χ. Γ. κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα (ντοσιέ 15, έγγραφο 78). .......Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη Φ. Β. ενεργώντας ως πληρεξούσια δικηγόρος των προαναφερομένων εταιριών παραστάθηκε και εκπροσώπησε αυτές ως εναγόμενες κατά τη συζήτηση την 1.4.2009 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 14.7.2008 αγωγής των συγκυριών του ως άνω ακινήτου Χ. Γ. και Δ. Μ. εναντίον αυτών (εταιριών) και ενεργώντας από κοινού, μετά από συναπόφαση, με τους Ν. Κ. και Μ. Μ., νομίμους εκπροσώπους των εναγομένων εταιρειών MARSHALL ΕΠΕ και ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΑΕ, αντίστοιχα, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς ενώπιον του δικαστηρίου ότι ήταν έγκυρα τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά, προς ενίσχυση δε των ισχυρισμών αυτών επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τα εικονικά αυτά ιδιωτικά συμφωνητικά. Ωστόσο, το δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε ούτε πείστηκε από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ψευδή αποδεικτικά μέσα και με την 2301/2009 απόφασή του (Ντοσιέ 15, φάκελος 8), αφού έκρινε άκυρες ως εικονικές τις ως άνω συμβάσεις μίσθωσης και υπομίσθωσης, δέχθηκε την αγωγή των Χ. Γ. και Δ. Μ. και υποχρέωσε τις εναγόμενες εταιρίες να αποδώσουν τη χρήση του ακινήτου στους τελευταίους. Επίσης, ο Γ. Α. ενεργώντας ως πληρεξούσιος δικηγόρος παραστάθηκε στις 2.3.2010 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της έφεσης των εταιριών "ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΑΕ", ΜARSHALL ΕΠΕ" "D & S REALTY ΕΠΕ" κατά των Δ. Μ. και Χ. Γ. και της 2301/2009 ως άνω απόφασης, την οποία (έφεση) είχε υπογράψει η Φ. Β. και είχε καταθέσει ο Π. Λ., και ενεργώντας από κοινού, μετά από συναπόφαση, με τους Ν. Κ. και Μ. Μ., νομίμους εκπροσώπους των εκκαλουσών εταιριών, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς ενώπιον του δικαστηρίου ότι ήταν έγκυρα τα ιδιωτικά συμφωνητικά και προς ενίσχυση των ψευδών ισχυρισμών επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τα εικονικά αυτά ιδιωτικά συμφωνητικά (Ντ. 15 έγγραφο 64). Ωστόσο, το δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε ούτε πείστηκε από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ψευδή αποδεικτικά μέσα και με τη με αριθμό 1613/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απέρριψε την έφεση κατ' ουσία (Ντοσιέ 15). Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων οι κατηγορούμενοι είχαν σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 6.800 ευρώ, ίσο με τα μισθώματα που θα απέδιδε το ακίνητο στους κυρίους για το χρονικό διάστημα που θα το κατείχαν και θα το χρησιμοποιούσαν παράνομα οι κατηγορούμενοι, από 7.3.2008 έως την απόδοσή του σε εκτέλεση της ως άνω 2301/2009 απόφασης (Ντοσιέ 15 έγγραφο 54) την 10.9.2009 (17 μήνες X 400 ευρώ = 6.800 ευρώ), βλάπτοντας κατά το ποσό αυτό (6.800 ευρώ) την περιουσία των κυρίων του ακινήτου (Χ. Γ. και Δ. Μ.), όχι, όμως, και κατά το ποσό των 992 ευρώ που αφορά κοινόχρηστες δαπάνες και το ποσό των 240,13 ευρώ που αφορά δαπάνες προς ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ" δεδομένου ότι αυτές (δαπάνες) βάρυναν τους χρήστες του ακινήτου δηλαδή τους κατηγορουμένους. Πλην, όμως, οι κατηγορούμενοι δεν πέτυχαν τον επιδιωκόμενο σκοπό τους κατά τα προεκτεθέντα.
Επομένως, οι κατηγορούμενοι Γ. Α., Φ. Β. και Ν. Κ. πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης ενώπιον δικαστηρίου από κοινού, κατ' εξακολούθηση ο Ν. Κ. και μη ο Γ. Α. και η Φ. Β., με την οποία (αξιόποινη πράξη) απειλήθηκε περιουσιακή ζημία ποσού 6.800 ευρώ σε βάρος των αληθών κυρίων (Χ. Γ. και Δ. Μ.) του ως άνω ακινήτου............. Η κατηγορουμένη δικηγόρος Φ. Β. γνωρίζοντας ότι η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "PROBANK ΑΕ" είχε απαίτηση κατά του Γ. Μ. ποσού 18.610 ευρώ και είχε προβεί με τη με αριθμό ...- 2005 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης στην αναγκαστική κατάσχεση των με στοιχεία Β1 και Η2 (και της μη ενδιαφέρουσας στην συγκεκριμένη περίπτωση Η1) οριζοντίων ιδιοκτησιών του δεύτερου ορόφου και του ημιυπόγειου ορόφου της επί της οδού ... στο Χαλάνδρι κειμένης πολυκατοικίας, κυριότητας του ως άνω (Γ. Μ.), το έτος 2007 μερίμνησε για την κατάρτιση των εξής εικονικών ιδιωτικών συμφωνητικών : α) του από 15.1.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο Γ. Μ. φέρεται ότι εκμίσθωσε τα τρία ακίνητα αυτά στην εταιρία με την επωνυμία "W & S CONSTRUCTIONS ΕΠΕ", με διαχειριστή τον Π. Ο., για χρονικό διάστημα 20 ετών, από 15.1.2007 έως 14.1.2026, με μηνιαίο μίσθωμα 1.000 ευρώ (600 + 300 + 100) και για τα τρία ακίνητα και (600 + 100 =) 700 ευρώ για τις οικίες που ενδιαφέρουν στην παρούσα περίπτωση (Ντ. 21 φάκελος 14- υπόθεση Φ. 3), β) του από 6.9.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο Γ. Μ. φέρεται ότι ανέθεσε στην εταιρία "GLOBAL ΕΠΕ", εκπροσωπούμενη από τον Χ. Σ., επισκευές στα εν λόγω ακίνητα συνολικής δαπάνης 251.000 ευρώ, γ) του από 30.3.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο Γ. Μ. φέρεται ότι εκχώρησε στην εταιρία "GLOBAL ΕΠΕ" την απαίτησή του κατά της μισθώτριας εταιρίας "W & S CONSTRUCTIONS ΕΠΕ", από μισθώματα ύψους 228.000 ευρώ. Τα ως άνω ακίνητα εκπλειστηριάστηκαν στις 27.6.2007, δυνάμει δε της ....2007 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθαν στην κυριότητα του Π. Φ. (Ντ. 21 φάκελος 14-υπόθεση Φ. 5). Η Φ. Β. στις 25.9.2009 παραστάθηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρίας με την επωνυμία "W & S CONDTRUCTIONS ΕΠΕ" και εκπροσώπησε αυτή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 21.4.2009 ανακοπής της (εταιρίας) κατά του Π. Φ., με την οποία η ανακόπτουσα ζητούσε την ακύρωση της με αριθμό .../2009 διαταγής απόδοσης μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατασσόταν η απόδοση των ακινήτων στον κύριο αυτών Π. Φ. Η κατηγορουμένη, η οποία γνώριζε την εικονικότητα του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, όπως και η ίδια ανέφερε απολογούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου, με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε εκπροσωπώντας την ανακόπτουσα παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ενώπιον του δικαστηρίου ότι η τελευταία με το από 15.1.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε μισθώσει από τον Γ. Μ. τα ως άνω ακίνητα, ότι ο εκμισθωτής Γ. Μ. με το από 30.3.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε εκχωρήσει στην εταιρία "GLOBAL ΕΠΕ" την απαίτησή του κατά της μισθώτριας "W&S CONSTRUCTIONS ΕΠΕ" για την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων ύψους 228.000 ευρώ και ότι μετά την από 31.3.2008 έγγραφη συμφωνία και τον περιορισμό της απαίτησης στο ποσό των 143.404,30 ευρώ η "W&S CONSTRUCTIONS ΕΠΕ" κατέβαλε στην "GLOBAL ΕΠΕ" το ποσό αυτό και, επομένως, δεν όφειλε κανένα μίσθωμα. Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών της ανακόπτουσας, η κατηγορουμένη επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Δικαστήριο τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά. Ωστόσο, η αλήθεια, την οποία γνώριζε η κατηγορουμένη Φ. Β., ήταν ότι η μίσθωση και η εκχώρηση των μισθωμάτων ήταν εικονική και έγινε φαινομενικά με μοναδικό σκοπό να μην παραδοθούν τα ακίνητα στον νέο κύριο Π. Φ. και να μην καταβληθούν σ' αυτόν μισθώματα. Με τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις, που έγιναν με σκοπό να αποκομίσει (και) η κατηγορουμένη Φ. Β. παράνομο περιουσιακό όφελος, η τελευταία παραπλάνησε και έπεισε το Δικαστήριο για το ότι η μίσθωση των ακινήτων ήταν έγκυρη και έτσι πέτυχε να εκδοθεί η με αριθμό 91/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η με αριθμό .../2009 διαταγή απόδοσης της χρήσης του ακινήτου στον Π. Φ. και έτσι απεκόμισαν η εταιρία "W & S CONSTRUCTIONS ΕΠΕ" και η Φ. Β. παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού (12 μήνες X 700 ευρώ) 8.400 ευρώ ίσο, δηλαδή, με τα μισθώματα που θα απέδιδαν τα ακίνητα κατά το χρονικό διάστημα που τα κατείχαν και τα χρησιμοποιούσαν παράνομα και συγκεκριμένα από την έκδοση της 91/2010 απόφασης στις 19.4.2010 (Ντ. 48 No 137-158, σελ. 155) μέχρι την αποβολή της εταιρίας "W & S CONSTRUCTIONS ΕΠΕ" από τα ακίνητα στις 13.7.2011, με την 4710/13.7.2011 έκθεση βίαιης αποβολής και απόδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Π. (Ντ. 21 φάκελος 14), με αντίστοιχη ισόποση ζημία του Π. Φ., ο οποίος στερήθηκε τη χρήση του ακινήτου κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα. Σημειώνεται, ότι η αποβολή της εταιρίας έγινε σε εκτέλεση της με αριθμό 1074/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε μετά από αγωγή του Π. Φ. εναντίον (και) της εταιρίας και η οποία αναγνώρισε ως άκυρο λόγω εικονικότητας το από 15.1.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και υποχρέωσε την εταιρία να αποδώσει τα ακίνητα, καθώς επίσης ότι η έφεση που ασκήθηκε (και) από την εταιρία κατά της ως άνω απόφασης απορρίφθηκε με τη με αριθμό 4935/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Ντ. 48 - Ακίνητο Ηρ. Πολυτεχνείου, No 158 α-β, 158 ε). Επομένως, η Φ. Β. (σελ. 4097) πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για τετελεσμένη απάτη ενώπιον δικαστηρίου (για ποσό 8.400 ευρώ).........
Όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης, την οποία αποφάσισαν να τελέσουν και άρχισαν να εκτελούν οι παρακάτω κατηγορούμενοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :
Με επίσπευση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHABANK", που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ.-Ρ. και εκπλειστηριάστηκε στις 15-10-2008 το επί της οδού ... - Κηφισιά ακίνητο (διώροφο διαμέρισμα με αποκλειστική χρήση αποθήκης και συσταθείσα πραγματική δουλεία χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου) των οφειλετών Σ. χήρας Π. Τ. ή Τ., κατά ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου, και Κ. Τ. ή Τ. του Π., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, το οποίο κατακυρώθηκε για το ποσό των 466.670,00 ευρώ επ' ονόματι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ". Στις 30.10.2008 οι κατηγορούμενοι Γ. Α., Φ. Β. και Ε. Τ. (καθώς και ο Π. Λ., ο οποίος δεν είναι κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση), οι οποίοι τυγχάνουν δικηγόροι, ισχυριζόμενοι ότι είναι δανειστές της Σ. Τ. και του Π. Τ., κατά των οποίων έγινε η εκτέλεση, ανήγγειλαν στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, απαιτήσεις τους από οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές. Συγκεκριμένα, ο Γ. Α. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 120.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στη συμβολαιογράφο την από 29.10.2008 και με αριθμό κατάθεσης 198520/492/30.10.2008 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της Σ. Τ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 10.2.2009 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 120.000 ευρώ, το οποίο του όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής της μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου της και άσκηση τριών αγωγών αυτής (εναγομένης) κατά της ALPHABANK και τριών ανακοπών αυτής κατά της ALPHABANK και του διενεργηθέντος ως άνω πλειστηριασμού (βλ. ντοσιέ 16, φάκελος 9, No 75, 75 α, 107). Η αναγγελία επιδόθηκε στην επισπεύδουσα ALPHABANK, στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, και στη Σ. Τ., (βλ ντοσιέ 16, No 107, 108). Η Φ. Β. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 120.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στη συμβολαιογράφο την από 29.10.2008 και με αριθμό κατάθεσης 198486/489/30.10.2008 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της Σ. Τ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 20.1.2009 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 120.000 ευρώ, το οποίο της όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής της μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου της και άσκηση έξι αγωγών αυτής (εναγομένης) κατά της ALPHABANK (βλ. ντοσιέ 16, φάκελος 9, No 76, 75α,β). Η ως άνω αναγγελία επιδόθηκε τόσο στην επισπεύδουσα ALPHABANK, όσο και στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, και στη Σ. Τ., όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ....2008, ....2008, ....2008 και ....2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ν. Ν., αντίστοιχα (βλ. ντοσιέ 16, No 88-89 και ντοσιέ 17, No 93-95 και 96-102). Η Ε. Τ. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 100.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στη συμβολαιογράφο την από 29.10.2008 και με αριθμό κατάθεσης 198510/491/30.10.2008 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του Π. Τ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 3.2.2009 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο της όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής του μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου του και άσκηση δύο αγωγών αυτού (εναγομένου) κατά της ALPHABANK και τριών ανακοπών επίσης του εναγομένου κατά της ALPHABANK και του διενεργηθέντος ως άνω πλειστηριασμού (βλ. ντοσιέ 16, φάκελος 9, No 73 και 73 α). Η ως άνω αναγγελία επιδόθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ν. Ν. στο έγγραφο της αναγγελίας, και στον Κ. Τ., όπως προκύπτει από τη με αριθμό ....2008 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή (βλ. ντοσιέ 16, No 100, 101). Τέλος, ο Π. Λ. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 180.000 ευρώ, σε βάρος του Κ. Τ., προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο τα απαιτούμενα έγγραφα (βλ. ντ. Ντ.16 No 93). Με τις αναγγελίες απαιτήσεων και τις προς απόδειξη των απαιτήσεων αγωγές, που κατέθεσαν στην υπάλληλο του πλειστηριασμού οι κατηγορούμενοι δικηγόροι, παρέστησαν σ' αυτήν ότι υπήρχε προνομιακή απαίτησή τους από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς τους εντολείς τους, Σ. Τ. και Κ. Τ., ώστε να δικαιούνται αυτοί (δικηγόροι) να καταταγούν προνομιακά στον πίνακα, κατά τα άρθρα 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, ενώ η συμβολαιογράφος αγνοούσε, ότι ουδεμία απαίτηση είχαν εναντίον των ανωτέρω ιδιοκτητών, αφού οι απαιτήσεις τους ήταν εικονικές και είχαν "δημιουργηθεί" μετά από συμφωνία με τους ιδιοκτήτες - κατά των οποίων είχε γίνει η εκτέλεση, με σκοπό την κάρπωση του πλειστηριάσματος, το οποίο αυτοί γνώριζαν. Η εικονικότητα των απαιτήσεων των δικηγόρων επιβεβαιώνεται από το ότι α) άσκησαν τις αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών στα αρμόδια δικαστήρια την προηγουμένη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, β) όλες οι αγωγές έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, γ) οι αμοιβές που ζητούσαν με τις αγωγές τους οι δικηγόροι ήταν υπερβολικές και προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί και στην κάρπωση του οποίου αποσκοπούσαν, ενώ η συμφωνημένη προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε δήθεν να καταβληθούν οι αμοιβές από τους εντολείς-οφειλέτες δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες, δ) οι αγωγές προσδιορίζονταν σε διαφορετικές δικασίμους προς αποφυγή συσχετισμού και δυσμενούς δικαστικής κρίσης και ε) οι επιδόσεις των δικογράφων των αγωγών και των αναγγελιών έγιναν από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή, τον Ν. Ν., ο οποίος μάλιστα επέδωσε τόσο την αγωγή της Φ. Β. κατά της Σ. Τ., όσο και τις αναγγελίες της Φ. Β. και της Ε. Τ. στον Κ. Τ., ο οποίος, αφού ειδοποιήθηκε από τους ίδιους τους κατηγορουμένους, μετέβη για τον σκοπό αυτό στο γραφείο του (Ν. Ν.). Το γεγονός ότι οι ως άνω δικηγόροι - κατηγορούμενοι δεν είχαν στις 30.10.2008 απαίτηση κατά των Π. Τ. και Σ. Τ. επιβεβαίωσαν απολογούμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο Γ. Α. και η Φ. Β., η τελευταία μάλιστα ανέφερε ότι το ποσό για το οποίο αναγγέλθηκε ήταν υπερβολικό και ότι το ποσό που τυχόν εισέπραττε από την κατάταξή της στον πίνακα πλειστηριασμού θα παρέδιδε στη συνέχεια στον Σ. Γ. Με τις ως άνω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, μετά από συναπόφαση και κατά διαδοχική συναυτουργία, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως αληθινά στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, η οποία δεν γνώριζε την αλήθεια, με σκοπό να την παραπλανήσουν και να την πείσουν ότι είχαν πράγματι απαίτηση και υφίστατο προνόμιο υπέρ τους. Είχαν δε οι κατηγορούμενοι κοινό δόλο, που επιβεβαιώνεται από τις ασκηθείσες αγωγές και κατατεθείσες αναγγελίες, σύμφωνα με όσα περιγράφονται παραπάνω. Έτσι πέτυχαν να παραπλανήσουν την υπάλληλο του πλειστηριασμού, η οποία κατέταξε προνομιακά τις απαιτήσεις τους στον με αριθμό .../2009 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε (βλ. ντοσιέ 47), και ειδικότερα την Ε. Τ. για το ποσό των 60.439,85 ευρώ, την Φ. Β. για το ποσό των 120.000 ευρώ, τον Γ. Α. για το ποσό των 120.000 ευρώ (και τον Π. Λ. για το ποσό των 108.791,93 ευρώ), με τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης των απαιτήσεών τους. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι δεν πέτυχαν τον επιδιωκόμενο σκοπό τους να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 409.231,58 ευρώ, για το οποίο κατετάγησαν, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέληση των κατηγορουμένων, γιατί αφενός δεν πέτυχαν οι κατηγορούμενοι να προσκομίσουν στη συμβολαιογράφο τελεσίδικη απόφαση (οι αγωγές του Γ. Α. και της Φ. Β. κατά της Σ. Τ. απορρίφθηκαν με τις 131/2009 και 39/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, και της Ε. Τ. κατά του Κ. Τ. με τη 48/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των οποίων οι ενάγοντες δικηγόροι δεν άσκησαν έφεση -βλ. Ντ. 17, No 42, 43 και Ντ. 16 No 74), αφετέρου οι απαιτήσεις τους δεν ενέπιπταν στον οριζόμενο από τον νόμο (άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ) χρόνο, γεγονός το οποίο αποτελούσε νομικό εμπόδιο για να τελεσφορήσει η προνομιακή κατάταξη, πλην όμως δεν το γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και γι' αυτό προέβησαν με πρόθεση στις εν γνώσει τους ψευδείς αναγγελίες των απαιτήσεων.
Στον ίδιο πίνακα κατάταξης και μετά τους κατηγορουμένους δικηγόρους η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε τη Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς (που είχε αναγγελθεί για ποσά 2.807,39 ευρώ και 1.650,57 ευρώ), για το ποσό των 1.650,57 ευρώ προνομιακά και οριστικά, και την προσημειούχο τράπεζα ALPHABANK (που είχε αναγγελθεί για τα ποσά των 434.023,80 ευρώ, 150.000 ευρώ και 493.168,78 ευρώ) για το ποσό των 40.402,07 ευρώ προνομιακά με τον όρο της τελεσίδικης εκδίκασης της απαίτησής της. Κατά του πίνακα κατάταξης άσκησαν ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ALPHABANK και το Ελληνικό Δημόσιο, επί αυτών δε εκδόθηκε η με αριθμό 2575/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ. ντοσιέ 47), με την οποία, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι οι καθών οι ανακοπές δικηγόροι δεν απέδειξαν την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών τους, έγιναν δεκτές οι ανακοπές και, αφού μεταρρυθμίστηκε ο ....2009 πίνακας κατάταξης δανειστών, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Α. Σ. - Ρ., αποβλήθηκαν από αυτόν οι ως άνω δικηγόροι κατά τα ποσά που κατετάγησαν προνομιακά και τυχαία, και κατετάγησαν α) προνομιακά και τυχαία, με τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της, η ALPHABANK για το συνολικό ποσό των 406.424,19 ευρώ, και β) προνομιακά και οριστικά το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπούμενο δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς, για το ποσό 2.807,39 ευρώ. Επομένως, με τις πιο πάνω ενέργειες των κατηγορουμένων απειλήθηκε ζημία στην ALPHABANK ύψους 406.424,19 ευρώ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 2.807.39 ευρώ, ποσά κατά τα οποία δεν θα κατατάσσονταν, εάν είχαν καταταγεί οριστικά οι κατηγορούμενοι δικηγόροι............η Ε. Τ. ισχυρίζεται ότι η γενόμενη αναγγελία της αποτελούσε απρόσφορο μέσο διάπραξης απάτης, αφού η απαίτηση που ανήγγειλε αφορούσε παροχή δικηγορικών υπηρεσιών μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού του ακινήτου των Σ. και Κ. Τ. και όχι δύο ετών πριν την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (δηλαδή της 10.5.2006), όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ για την προνομιακή κατάταξη των δικηγορικών αμοιβών, αυτό δε αναγραφόταν στην από 29.10.2008 αγωγή της. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, οι κατηγορούμενοι με την εν γνώσει αναγγελία ψευδών απαιτήσεων προς την υπάλληλο του πλειστηριασμού έθεσαν οι ίδιοι σε λειτουργία τη διαδικασία για την προνομιακή κατάταξή τους και προέβησαν σε παράσταση των γεγονότων που, κατά την πεποίθηση ("εν νω του δράστη") και πρόθεσή τους, ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και κατευθύνονταν στην παραπλάνηση της συμβολαιογράφου και οδηγούσαν σε περιουσιακή διάθεση (ΑΠ 1846/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ττλην όμως δεν επήλθε η ζημία της τράπεζας, επειδή αφενός δεν πέτυχαν να προσκομίσουν στη συμβολαιογράφο τελεσίδικη απόφαση, αφετέρου οι απαιτήσεις τους δεν ενέπιπταν στον οριζόμενο από τον νόμο (άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ) χρόνο, ώστε να είναι προνομιακές, γεγονός το οποίο αυτοί (και η Ε. Τ.) δεν γνώριζαν, όπως άλλωστε παραδέχτηκαν, και το οποίο αποτελούσε νομικό εμπόδιο για να τελεσφορήσει η προνομιακή κατάταξη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο κρινόμενος ισχυρισμός της κατηγορουμένης. Με την ίδια δε αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ίδιος ισχυρισμός, ο οποίος προβάλλεται (και για όλες τις παρακάτω αναφερόμενες περιπτώσεις απόπειρας απάτης με αναγγελίες σε πλειστηριασμό) και από την κατηγορουμένη Φ. Β.. Μετά τα παραπάνω, συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης από κοινού και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι Γ. Α., Φ. Β. και Ε. Τ. για απόπειρα απάτης από κοινού, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας..............Με επίσπευση της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Δ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ "ALTEC", ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ-ΕΜΠΟΡΙΟ ΨΕΥΔΟΡΟΦΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΧΡΩΜΑΤΩΝ", εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Β. και εκπλειστηριάστηκε στις 24.9.2008 το επί της ..., στο Κρυονέρι Αττικής, ακίνητο της Β. Τ., το οποίο κατακυρώθηκε για το ποσό των 520.205 ευρώ επ' ονόματι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΡΚΕΤΕΥΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ Α.Ε.". Στις 9.10.2008 οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. (καθώς και ο Π. Λ., ο οποίος δεν είναι κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση), οι οποίοι τυγχάνουν δικηγόροι, ανήγγειλαν στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, απαιτήσεις τους ισχυριζόμενοι ότι είναι δανειστές της Β. Τ., κατά της οποίας έγινε η εκτέλεση, έχοντας απαίτηση από οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές. Συγκεκριμένα, ο Γ. Α. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 150.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο την από 9.10.2008 και με αριθμό κατάθεσης 9905/2008 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της Β. Τ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 2.12.2008 με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο του όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής της μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου της και άσκηση έξι αγωγών αποζημίωσης αυτής (εναγομένης) κατά της Τράπεζας Πειραιώς (βλ. ντοσιέ 51). Η Φ. Β. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 125.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο την από 9.10.2008 και με αριθμό κατάθεσης 9903/2008 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της Β. Τ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 20.11.2008 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 120.000 ευρώ, το οποίο της όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής της εναγομένης μελέτη της υπόθεσής της και την άσκηση πέντε αγωγών αποζημίωσης αυτής (εναγομένης) κατά της Τράπεζας Πειραιώς (βλ. ντοσιέ 51). Τέλος, ο Π. Λ. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 175.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο τα απαιτούμενα έγγραφα. Με τις αναγγελίες απαιτήσεων και τις προς απόδειξη των απαιτήσεων αγωγές, που κατέθεσαν στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, οι κατηγορούμενοι δικηγόροι παρέστησαν σ' αυτήν ότι υπήρχε προνομιακή απαίτησή τους από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς την εντολέα τους, Β. Τ., ώστε να δικαιούνται αυτοί να καταταγούν προνομιακά στον πίνακα, κατά τα άρθρα 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, ενώ η συμβολαιογράφος αγνοούσε, ότι ουδεμία απαίτηση είχαν εναντίον της ανωτέρω ιδιοκτήτριας, αφού οι απαιτήσεις τους ήταν εικονικές και είχαν "δημιουργηθεί" με σκοπό την κάρπωση του πλειστηριάσματος, το οποίο γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού, όπως αποδείχθηκε, ο Σ. Γ., με τον οποίο συνεργάζονταν, ενημερωνόταν από το δελτίο δικαστικών δημοσιεύσεων που εξέδιδε το Ταμείο Νομικών για τους πλειστηριασμούς ακινήτων, που επρόκειτο να γίνουν και παρακολουθούσε την εξέλιξη της διαδικασίας. Η εικονικότητα άλλωστε των απαιτήσεων των δικηγόρων ευχερώς συνάγεται από το ότι α) άσκησαν τις αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών στα αρμόδια δικαστήρια την προηγουμένη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, β) όλες οι αγωγές έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, γ) οι αμοιβές που ζητούσαν με τις αγωγές τους οι δικηγόροι ήταν υπερβολικές, όπως δέχτηκε απολογούμενη και η κατηγορουμένη Φ. Β., ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, ενώ η συμφωνημένη προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε δήθεν να καταβληθούν οι αμοιβές δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες, δ) οι αγωγές προσδιορίζονταν σε διαφορετικές δικασίμους προς αποφυγή συσχετισμού και δυσμενούς δικαστικής κρίσης και ε) οι επιδόσεις των δικογράφων των αγωγών και των αναγγελιών έγιναν από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή, τον Ν. Ν. Το ότι οι ως άνω δικηγόροι - κατηγορούμενοι δεν είχαν στις 9.10.2008 απαίτηση κατά της Β. Τ. καθώς επίσης ότι οι απαιτήσεις τους ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, κατέθεσαν και οι ίδιοι απολογούμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν, ωστόσο, ότι το ποσό που τυχόν εισέπρατταν από την κατάταξή τους στον πίνακα κατάταξης δανειστών του θα απέδιδαν στη συνέχεια στον Σ. Γ., ενώ οι ίδιοι θα ελάμβαναν μόνο τη μηνιαία αμοιβή τους.
Με τις ως άνω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως αληθινά στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, η οποία δεν γνώριζε την αλήθεια, και έτσι πέτυχαν να παραπλανήσουν αυτή και να την πείσουν ότι υφίστατο προνόμιο υπέρ τους, με αποτέλεσμα να τους κατατάξει προνομιακά στον με αριθμό .../2009 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε (βλ. ντοσιέ 51), και ειδικότερα την Φ. Β. για το ποσό των 113.420,18 ευρώ, τον Γ. Α. για το ποσό των 136.104,22 ευρώ (και τον Π. Λ. για το ποσό των 158.788,25 ευρώ), με τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης των απαιτήσεών τους. Αντίθετα, η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν κατέταξε στον ως άνω πίνακα (πλην άλλων αναγγελθέντων δανειστών και) το Ελληνικό Δημόσιο, που είχε αναγγελθεί δια των Προϊσταμένων των Δ.Ο.Υ. ΙΑ' Αθηνών και Αγίου Στεφάνου για το ποσό των 163.907 και 6.040,61 ευρώ, αντίστοιχα. Κατά του πίνακα κατάταξης άσκησε ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο με την από 18.2.2009 ανακοπή ζήτησε να μεταρρυθμιστεί ο ως άνω πίνακας κατάταξης με σκοπό να καταταγεί αυτό (Ελληνικό Δημόσιο, Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς), το οποίο δεν κατετάγη. Επί των ασκηθεισών ανακοπών εκδόθηκε η με αριθμό 3663/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ. ντοσιέ 51), με την οποία, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι η περιγραφή των απαιτήσεων των κατηγορουμένων δικηγόρων στο αναγγελτήριο ήταν αόριστη, καθόσον δεν αναφέρονταν σ' αυτό οι δικηγορικές και νομικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν για λογαριασμό της οφειλέτριας καθής η εκτέλεση, κατά κατηγορία υποθέσεων και ποιες από τις υπηρεσίες αυτές παρασχέθηκαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από τον πλειστηριασμό, καθώς και η αντιστοιχούσα αμοιβή τους κατά περίπτωση, έγινε δεκτή (μεταξύ άλλων) η ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου και, αφού μεταρρυθμίστηκε ο .../2009 πίνακας κατάταξης δανειστών, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Βασιλική Βλάχου, αποβλήθηκαν από αυτόν οι ως άνω δικηγόροι κατά τα ποσά που κατετάγησαν προνομιακά και τυχαία, και κατετάγη προνομιακά και οριστικά το Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό 136.104,21 ευρώ.
Μετά τα παραπάνω, δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέληση των κατηγορουμένων, το έγκλημα της απάτης, καθόσον δεν πέτυχαν τον επιδιωκόμενο σκοπό τους να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το συνολικό ποσό των 408.312,65 ευρώ, για το οποίο κατετάγησαν, αφού αφενός δεν πέτυχαν οι κατηγορούμενοι να προσκομίσουν στη συμβολαιογράφο τελεσίδικη απόφαση, αφετέρου η απαίτησή τους δεν ενέπιπτε στον οριζόμενο από τον νόμο (άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ) χρόνο, ώστε να καταστεί προνομιακή, γεγονός το οποίο αυτοί δεν γνώριζαν και το οποίο αποτελούσε νομικό εμπόδιο για να τελεσφορήσει η προνομιακή κατάταξη, όπως άλλωστε έγινε δεκτό με τη με αριθμό 3663/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ντοσιέ 47). Με τις παραπάνω ενέργειες, ωστόσο, των κατηγορουμένων απειλήθηκε ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 117.864,52 ευρώ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. για απόπειρα απάτης από κοινού, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας.
Με επίσπευση της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ MILLENIUM BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας Παπαζαφειροπούλου και εκπλειστηριάστηκε στις 22.7.2009 το ευρισκόμενο στον Πειραιά, επί της οδού ..., ακίνητο της Ε. Γ., το οποίο κατακυρώθηκε επ' ονόματι της επισπεύδουσας τραπεζικής εταιρίας αντί του ποσού των 95.000 ευρώ. Στις 4.9.2009 οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. (καθώς και οι Π. Λ. και Δ. Π., οι οποίοι δεν είναι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση), οι οποίοι τυγχάνουν δικηγόροι, ανήγγειλαν στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, απαιτήσεις τους ισχυριζόμενοι ότι είναι δανειστές της Ε. Γ., κατά της οποίας έγινε η εκτέλεση, έχοντας απαίτηση από οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές. Συγκεκριμένα, ο Γ. Α. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 20.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο την από 3.9.2009 και με αριθμό κατάθεσης 8165/2009 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά της Ε. Γ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 22.10.2010, επιδόθηκε στην εναγόμενη (όπως προκύπτει από την 8886β/4.9.2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ν. Ν.) και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο του όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής αυτής μελέτη της υπόθεσής της και την άσκηση αγωγών αποζημίωσης αυτής (εναγομένης) κατά της επισπεύδουσας τράπεζας λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς (βλ. ντοσιέ 2, φάκελος 4). Η Φ. Β. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 16.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο την από 2.9.2009 και με αριθμό κατάθεσης 8164/2009 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά της Ε. Γ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 20.10.2010, επιδόθηκε στην εναγομένη (όπως προκύπτει από την ....2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ν. Ν.) και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 16.000 ευρώ, το οποίο της όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής αυτής μελέτη της υπόθεσής της και την άσκηση αγωγών αποζημίωσης αυτής (εναγομένης) κατά της επισπεύδουσας τράπεζας λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς (βλ. ντοσιέ 2, φάκελος 4). Ο Π. Λ. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 25.000 ευρώ και ο Δ. Π. ανήγγειλε απαίτηση 24.000 ευρώ, προς απόδειξη δε των απαιτήσεων επικαλέστηκαν και κατέθεσαν στην ως άνω συμβολαιογράφο τα απαραίτητα έγγραφα. Στην υπάλληλο του πλειστηριασμού είχε, επίσης, αναγγείλει απαίτηση και το Ελληνικό Δημόσιο, μέσω της Α' Δ.Ο.Υ. Περιστεριού, ποσού 462,53 ευρώ. Με τις ως άνω αναγγελίες απαιτήσεων και τις προς απόδειξη των απαιτήσεων αγωγές, που κατέθεσαν στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, οι κατηγορούμενοι δικηγόροι, παρέστησαν σ' αυτήν ότι υπήρχε προνομιακή απαίτησή τους από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς την εντολέα τους, Ε. Γ., ώστε να δικαιούνται αυτοί να καταταγούν προνομιακά στον πίνακα, κατά τα άρθρα 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, ενώ η συμβολαιογράφος αγνοούσε, ότι ουδεμία απαίτηση είχαν εναντίον της ανωτέρω ιδιοκτήτριας, αφού οι απαιτήσεις τους ήταν εικονικές και είχαν "δημιουργηθεί" με σκοπό την κάρπωση του πλειστηριάσματος, το οποίο γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού, όπως αποδείχθηκε, ο Σ. Γ., με τον οποίο συνεργάζονταν, ενημερωνόταν από το δελτίο δικαστικών δημοσιεύσεων που εξέδιδε το Ταμείο Νομικών για τους πλειστηριασμούς ακινήτων, που επρόκειτο να γίνουν και παρακολουθούσε την εξέλιξη της διαδικασίας. Η εικονικότητα άλλωστε των απαιτήσεων των δικηγόρων ευχερώς συνάγεται από το ότι α) άσκησαν τις αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών στα αρμόδια δικαστήρια την προηγουμένη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, β) όλες οι αγωγές έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, γ) οι αμοιβές που ζητούσαν με τις αγωγές τους οι δικηγόροι ήταν υπερβολικές, όπως δέχτηκε απολογούμενη και η κατηγορουμένη Φ. Β., ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, ενώ η συμφωνημένη προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε δήθεν να καταβληθούν οι αμοιβές δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες, δ) οι αγωγές προσδιορίζονταν σε διαφορετικές δικασίμους προς αποφυγή συσχετισμού και δυσμενούς δικαστικής κρίσης και ε) οι επιδόσεις των δικογράφων των αγωγών και των αναγγελιών έγιναν από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή, τον Ν. Ν. Το ότι οι ως άνω δικηγόροι - κατηγορούμενοι δεν είχαν στις 4.9.2009 απαίτηση κατά της Ε. Γ. καθώς επίσης ότι οι απαιτήσεις τους ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, κατέθεσαν και οι ίδιοι απολογούμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυριζόμενοι, ωστόσο, ότι το ποσό που τυχόν εισέπρατταν από την κατάταξή τους στον πίνακα κατάταξης δανειστών του θα απέδιδαν στη συνέχεια στον Σ. Γ., ενώ οι ίδιοι θα ελάμβαναν μόνο τη μηνιαία αμοιβή τους. Με τις ως άνω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία, επιχείρησαν να παραπλανήσουν τη συμβολαιογράφο - υπάλληλο του πλειστηριασμού, ώστε να κατατάξει προνομιακά τις απαιτήσεις τους και έτσι να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το συνολικό ποσό των 85.000 ευρώ, για το οποίο αναγγέλθηκαν, βλάπτοντας (και) το αναγγελθέν Ελληνικό Δημόσιο, που είχε αναγγελθεί για ποσό 462,53 ευρώ, πλην όμως ο σκοπός τους δεν επιτεύχθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, γιατί η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν παραπλανήθηκε και διαπιστώνοντας την ανυπαρξία των απαιτήσεων των ως άνω δικηγόρων δεν κατέταξε τις απαιτήσεις τους στον με αριθμό 20431/2010 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε (βλ. ντοσιέ 12, φάκελο 5). Από την ανωτέρω δε αξιόποινη πράξη των κατηγορουμένων απειλήθηκε βλάβη σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 462,53 ευρώ, ποσό κατά το οποίο δεν θα κατατασσόταν αν κατατάσσονταν οι κατηγορούμενοι δικηγόροι. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. να κηρυχθούν ένοχοι για απόπειρα απάτης από κοινού.
Με επίσπευση της εταιρίας με την "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον του συμβολαιογράφου Στέφανου Βασιλάκη και εκπλειστηριάστηκε στις 29.10.2008 το ευρισκόμενο στον Πειραιά, στη συμβολή των οδών ... και ..., ακίνητο της Α. Κ., το οποίο κατακυρώθηκε επ' ονόματι της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." αντί του ποσού των 113.700 ευρώ. Στις 13.11.2008 οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. (καθώς και ο Π. Λ., ο οποίος δεν είναι κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση), οι οποίοι τυγχάνουν δικηγόροι, ανήγγειλαν στον ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, απαιτήσεις τους ισχυριζόμενοι ότι είναι δανειστές της Α. Κ., κατά της οποίας έγινε η εκτέλεση, έχοντας απαίτηση από οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές. Συγκεκριμένα, ο Γ. Α. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 30.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στον ως άνω συμβολαιογράφο την από 7.11.2008 και με αριθμό κατάθεσης 11401/2008 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά της Α. Κ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 20.1.2009 με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο του όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής της μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου της και άσκηση τριών αγωγών αποζημίωσης αυτής (εναγομένης) κατά της "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", (βλ. ντοσιέ 49, Νο78-132). Η Φ. Β. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 40.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στον ως άνω συμβολαιογράφο την από 12.11.2008 και με αριθμό κατάθεσης 11400/2008 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά της Α. Κ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 15.1.2009 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο της όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής της εναγομένης μελέτη της υπόθεσής της και την άσκηση δύο αγωγών αποζημίωσης αυτής (εναγομένης) κατά της "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δύο ανακοπών κατά του πλειστηριασμού (βλ. ντοσιέ 49 No 78-132). Τέλος, ο Π. Λ. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 40.000 ευρώ και κατέθεσε τα απαιτούμενα για την απόδειξή της έγγραφα. Με τις ως άνω αναγγελίες απαιτήσεων και τις προς απόδειξη των απαιτήσεων αγωγές, που κατέθεσαν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού οι κατηγορούμενοι δικηγόροι, παρέστησαν σ' αυτόν ότι υπήρχε προνομιακή απαίτησή τους από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς την εντολέα τους, Α. Κ., ώστε να δικαιούνται αυτοί να καταταγούν προνομιακά στον πίνακα, κατά τα άρθρα 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, ενώ ο συμβολαιογράφος αγνοούσε, ότι ουδεμία απαίτηση είχαν εναντίον της ανωτέρω ιδιοκτήτριας, αφού οι απαιτήσεις τους ήταν εικονικές και είχαν "δημιουργηθεί" με σκοπό την κάρπωση του πλειστηριάσματος, το οποίο γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού, όπως αποδείχθηκε, ο Σ. Γ., με τον οποίο συνεργάζονταν, ενημερωνόταν από το δελτίο δικαστικών δημοσιεύσεων που εξέδιδε το Ταμείο Νομικών για τους πλειστηριασμούς ακινήτων, που επρόκειτο να γίνουν και παρακολουθούσε την εξέλιξη της διαδικασίας. Η εικονικότητα άλλωστε των απαιτήσεων των δικηγόρων αποδεικνύεται από το ότι α) άσκησαν τις αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών στα αρμόδια δικαστήρια την προηγουμένη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, β) όλες οι αγωγές έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, γ) οι αμοιβές που ζητούσαν με τις αγωγές τους οι δικηγόροι ήταν υπερβολικές, όπως δέχτηκε απολογούμενη και η κατηγορουμένη Φ. Β., ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, ενώ η συμφωνημένη προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε δήθεν να καταβληθούν οι αμοιβές δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες, δ) οι αγωγές προσδιορίζονταν σε διαφορετικές δικασίμους προς αποφυγή συσχετισμού και δυσμενούς δικαστικής κρίσης και ε) οι επιδόσεις των δικογράφων των αγωγών και των αναγγελιών έγιναν από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή, τον Ν. Ν. Το ότι οι ως άνω δικηγόροι - κατηγορούμενοι δεν είχαν στις 13.11.2008 απαίτηση κατά της Α. Κ. καθώς επίσης ότι οι απαιτήσεις τους ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, κατέθεσαν και οι ίδιοι απολογούμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν δε ότι το ποσό που τυχόν εισέπρατταν από το πλειστηρίασμα θα απέδιδαν στη συνέχεια στον Σ. Γ., ενώ οι ίδιοι θα ελάμβαναν μόνο τη μηνιαία αμοιβή τους. Με τις ως άνω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, μετά από συναπόφαση, η οποία επιβεβαιώνεται από όσα ήδη αναφέρθηκαν για τις αναγγελίες εικονικών απαιτήσεων, και κατά διαδοχική συναυτουργία, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως αληθινά στον ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος δεν γνώριζε την αλήθεια, και έτσι πέτυχαν να παραπλανήσουν αυτόν και να τον πείσουν ότι υφίστατο προνόμιο υπέρ τους, με αποτέλεσμα να κατατάξει τις απαιτήσεις τους προνομιακά στον με αριθμό 14054/2013 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε (βλ. ντοσιέ 49 No 78-132), για το ποσό που καθένας αναγγέλθηκε, με τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης των απαιτήσεών τους. Επίσης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε στον ως άνω πίνακα (πλην άλλων αναγγελθέντων δανειστών και) το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο είχε αναγγείλει απαίτηση 27.474,45 ευρώ, για το ποσό των 332,23 ευρώ, και την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., η οποία είχε αναγγείλει απαίτηση 231.707,50 ευρώ, για το ποσό των 664,45 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι επί της από 7.11.2008 αγωγής του Γ. Α. εκδόθηκε η με αριθμό 2590/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία (κατόπιν περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό) αναγνώρισε ότι η εναγομένη Α. Κ. όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ. Επίσης επί της 12.11.2008 αγωγής της Φ. Β. εκδόθηκε η με αριθμό 3959/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Ωστόσο, για τις απαιτήσεις των ως άνω δικηγόρων δεν εκδόθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με συνέπεια να μην πληρωθεί ο τεθείς με τον πίνακα κατάταξης όρος για την οριστική κατάταξή τους και την είσπραξη των ποσών για τα οποία κατετάγησαν. Μετά τα παραπάνω, δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέληση των κατηγορουμένων, το έγκλημα της απάτης, καθόσον δεν πέτυχαν τον επιδιωκόμενο σκοπό τους να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το συνολικό ποσό των 110.000 ευρώ, για το οποίο κατετάγησαν, αφού αφενός δεν πέτυχαν οι κατηγορούμενοι να προσκομίσουν στον συμβολαιογράφο τελεσίδικη απόφαση, αφετέρου η απαίτησή τους δεν ενέπιπτε στον οριζόμενο από τον νόμο (άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ) χρόνο, ώστε να καταστεί προνομιακή, γεγονός το οποίο αυτοί δεν γνώριζαν και το οποίο αποτελούσε νομικό εμπόδιο για να τελεσφορήσει η προνομιακή κατάταξη. Ωστόσο, από τις παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων απειλήθηκε ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 27.142,22 ευρώ και της Εμπορικής Τράπεζας (ήδη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ) ύψους 82.857,78 ευρώ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. για απόπειρα απάτης από κοινού, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας..........
Με επίσπευση της εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Κάκκου-Ααγιανδρέου και εκπλειστηριάστηκε στις 22.4.2009 το ευρισκόμενο στην Αθήνα, επί της οδού ..., ακίνητο του Ν. Κ., το οποίο κατακυρώθηκε επ' ονόματι της επισπεύδουσας τραπεζικής εταιρίας αντί του ποσού των 95.000 ευρώ. Στις 6.5.2009 οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. (καθώς και ο Π. Λ., ο οποίος δεν είναι κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση), οι οποίοι τυγχάνουν δικηγόροι, ανήγγειλαν στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, απαιτήσεις τους ισχυριζόμενοι ότι είναι δανειστές του Ν. Κ., κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, έχοντας απαίτηση από παρασχεθείσες σ' αυτόν δικηγορικές υπηρεσίες, για τις οποίες δεν τους κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή και γι' αυτό άσκησαν κατ' αυτού, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις από 5.5.2009 και με αριθμό κατάθεσης 216/2009 και 215/2009, αντίστοιχα, αγωγές, τις οποίες όμως δεν κατέθεσαν στη συμβολαιογράφο. Με τις αγωγές αυτές, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι δικηγόροι ζητούσαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει στον πρώτο το ποσό των 40.000 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό των 20.000 ευρώ. Επίσης, ο Π. Λ. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 40.000 ευρώ, το Ελληνικό Δημόσιο απαίτηση ποσού 22.094,12 ευρώ και η επισπεύδουσα τράπεζα απαίτηση ποσού 62.500 ευρώ. Με τις ως άνω αναγγελίες απαιτήσεων και τις προς απόδειξη των απαιτήσεων αγωγές, οι κατηγορούμενοι δικηγόροι, παρέστησαν σ' αυτήν ότι υπήρχε προνομιακή απαίτησή τους από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς τον εντολέα τους, Ν. Κ., ώστε να δικαιούνται αυτοί να καταταγούν προνομιακά στον πίνακα, κατά τα άρθρα 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, ενώ η συμβολαιογράφος αγνοούσε, ότι ουδεμία απαίτηση είχαν εναντίον του ανωτέρω ιδιοκτήτη, αφού οι απαιτήσεις τους ήταν εικονικές και είχαν "δημιουργηθεί" με σκοπό την κάρπωση του πλειστηριάσματος, το οποίο γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού, όπως αποδείχθηκε, ο Σ. Γ., με τον οποίο συνεργάζονταν, ενημερωνόταν από το δελτίο δικαστικών δημοσιεύσεων που εξέδιδε το Ταμείο Νομικών για τους πλειστηριασμούς ακινήτων, που επρόκειτο να γίνουν και παρακολουθούσε την εξέλιξη της διαδικασίας. Η εικονικότητα άλλωστε των απαιτήσεων των δικηγόρων ευχερώς συνάγεται από το ότι α) άσκησαν τις αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών στα αρμόδια δικαστήρια την προηγουμένη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, β) όλες οι αγωγές έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, γ) οι αμοιβές που ζητούσαν με τις αγωγές τους οι δικηγόροι ήταν υπερβολικές, όπως δέχτηκε απολογούμενη και η κατηγορουμένη Φ. Β., ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, ενώ η συμφωνημένη προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε δήθεν να καταβληθούν οι αμοιβές δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες, δ) οι αγωγές προσδιορίζονταν σε διαφορετικές δικασίμους προς αποφυγή συσχετισμού και δυσμενούς δικαστικής κρίσης και ε) οι επιδόσεις των δικογράφων των αγωγών και των αναγγελιών έγιναν από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή, τον Ν. Ν. Το ότι οι ως άνω δικηγόροι - κατηγορούμενοι δεν είχαν στις 6.5.2009 απαίτηση κατά του Ν. Κ. καθώς επίσης ότι οι απαιτήσεις τους ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, κατέθεσαν και οι ίδιοι απολογούμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυριζόμενοι, ωστόσο, ότι το ποσό που τυχόν εισέπρατταν από την κατάταξή τους στον πίνακα κατάταξης δανειστών του θα απέδιδαν στη συνέχεια στον Σ. Γ., ενώ οι ίδιοι θα ελάμβαναν μόνο τη μηνιαία αμοιβή τους. Με τις ως άνω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού μετά από συναπόφαση, η οποία επιβεβαιώνεται από όσα ήδη αναφέρθηκαν για τις αναγγελίες εικονικών απαιτήσεων, και κατά διαδοχική συναυτουργία, επιχείρησαν να παραπλανήσουν τη συμβολαιογράφο - υπάλληλο του πλειστηριασμού, ώστε να κατατάξει προνομιακά τις απαιτήσεις τους και έτσι να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ, για το οποίο αναγγέλθηκαν, βλάπτοντας τους λοιπούς αναγγελθέντες δανειστές, πλην όμως ο σκοπός τους δεν επιτεύχθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, γιατί η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν παραπλανήθηκε και διαπιστώνοντας την ανυπαρξία των απαιτήσεων των ως άνω δικηγόρων δεν κατέταξε τις απαιτήσεις τους στον με αριθμό 60447/2009 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε (βλ. ντοσιέ 49). Από την ανωτέρω δε αξιόποινη πράξη των κατηγορουμένων απειλήθηκε βλάβη σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 22.094,12 ευρώ, ποσό κατά το οποίο κατετάγη, ενώ δεν θα κατατασσόταν αν κατατάσσονταν οι κατηγορούμενοι δικηγόροι. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. να κηρυχθούν ένοχοι για απόπειρα απάτης από κοινού.
Με επίσπευση της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Κάκκου-Λαγιανδρέου και εκπλειστηριάστηκε στις 30.7.2008 το ευρισκόμενο στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, επί της ..., ακίνητο των Κ. Μ. και Ε. Μ., το οποίο κατακυρώθηκε επ' ονόματι της επισπεύδουσας εταιρίας αντί του ποσού των 600.100 ευρώ. Στις 15.9.2008 οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. (καθώς και ο Π. Λ., ο οποίος δεν είναι κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση), οι οποίοι τυγχάνουν δικηγόροι, ανήγγειλαν στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, απαιτήσεις τους ισχυριζόμενοι ότι είναι δανειστές των ως άνω οφειλετών, κατά των οποίων έγινε η εκτέλεση, έχοντας απαίτηση από οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές. Συγκεκριμένα, ο Γ. Α. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 210.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο την από 15.9.2008 και με αριθμό κατάθεσης 168374/40/2008 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της Ε. Μ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 21.12.2008 με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 210.000 ευρώ, το οποίο του όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής της μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου της και την άσκηση έξι αγωγών αποζημίωσης αυτής (εναγομένης) και μίας ανακοπής κατά της επισπεύδουσας τράπεζας και του πλειστηριασμού (βλ. ντοσιέ 49, No Α-53, σελ. 92, 103 επ.). Επίσης, η Φ. Β. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 240.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο την από 15.9.2008 και με αριθμό κατάθεσης 168347/400/2008 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της Κ. Μ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 13.1.2009 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 240.000 ευρώ, το οποίο της όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής αυτού μελέτη της υπόθεσής του και την άσκηση επτά αγωγών αποζημίωσης αυτού (εναγομένου) κατά της επισπεύδουσας τράπεζας και μιας ανακοπής κατά του πλειστηριασμού (βλ. ντοσιέ βλ. ντοσιέ 49, No Α-53, σελ. 161, 169 επ). Επίσης, ο Π. Λ. ανήγγειλε απαιτήσεις ποσού 60.000 και 90.000 ευρώ, αντίστοιχα, προς απόδειξη των οποίων επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο τα απαιτούμενα έγγραφα. Στον ίδιο πλειστηριασμό είχε αναγγείλει απαιτήσεις της, πλην άλλων και, η Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά ποσού 552,406,96 ευρώ κατά του Κ. Μ. και ποσού 552.321,86 ευρώ κατά της Ε. Μ. Με τις ως άνω αναγγελίες απαιτήσεων και τις προς απόδειξη των απαιτήσεων αγωγές, που κατέθεσαν στην υπάλληλο του πλειστηριασμού οι κατηγορούμενοι δικηγόροι, παρέστησαν σ' αυτήν ότι υπήρχε προνομιακή απαίτησή τους από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς τους εντολείς τους, Ε. Μ. και Κ. Μ., ώστε να δικαιούνται αυτοί να καταταγούν προνομιακά στον πίνακα, κατά τα άρθρα 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ (Ντ 49, σελ. 1 επ.). Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, ενώ η συμβολαιογράφος αγνοούσε, ότι ουδεμία απαίτηση είχαν εναντίον των ανωτέρω ιδιοκτητών, αφού οι απαιτήσεις τους ήταν εικονικές και είχαν δημιουργηθεί και αναγγελθεί, μετά από συμφωνία με τους οφειλέτες, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω, με σκοπό την κάρπωση του πλειστηριάσματος, το οποίο γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθησαν και πιο πάνω. Η εικονικότητα άλλωστε των απαιτήσεων των δικηγόρων ευχερώς συνάγεται από το ότι α) άσκησαν τις αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών στα αρμόδια δικαστήρια την προηγουμένη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, β) όλες οι αγωγές έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, γ) οι αμοιβές που ζητούσαν με τις αγωγές τους οι δικηγόροι ήταν υπερβολικές, όπως δέχτηκε απολογούμενη και η κατηγορουμένη Φ. Β., ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, η δε συμφωνημένη προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε δήθεν να καταβληθούν οι αμοιβές δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες, δ) οι αγωγές προσδιορίζονταν σε διαφορετικές δικασίμους προς αποφυγή συσχετισμού και δυσμενούς δικαστικής κρίσης και ε) οι επιδόσεις των δικογράφων των αγωγών και των αναγγελιών έγιναν από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή, τον Ν. Ν. Το ότι οι ως άνω δικηγόροι -κατηγορούμενοι δεν είχαν στις 15.9.2008 απαίτηση Κ. Μ. και Ε. Μ. καθώς επίσης ότι οι απαιτήσεις τους ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, κατέθεσαν και οι ίδιοι απολογούμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Αμφότεροι, ωστόσο, ισχυρίστηκαν ότι το ποσό που τυχόν εισέπρατταν από την κατάταξή τους στον πίνακα κατάταξης δανειστών του θα απέδιδαν στη συνέχεια στον Σ. Γ., ενώ οι ίδιοι θα ελάμβαναν μόνο τη μηνιαία αμοιβή τους. Με τις ως άνω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού μετά από συναπόφαση, η οποία επιβεβαιώνεται από όσα ήδη αναφέρθηκαν για τις αναγγελίες εικονικών απαιτήσεων, και κατά διαδοχική συναυτουργία, επιχείρησαν να παραπλανήσουν τη συμβολαιογράφο - υπάλληλο του πλειστηριασμού, ώστε να κατατάξει προνομιακά τις απαιτήσεις τους και έτσι να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το συνολικό ποσό των 600.000 ευρώ, για το οποίο αναγγέλθηκαν, βλάπτοντας τους λοιπούς αναγγελθέντες δανειστές, πλην όμως δεν ο σκοπός τους δεν επιτεύχθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, γιατί η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν παραπλανήθηκε και διαπιστώνοντας την ανυπαρξία των απαιτήσεων των ως άνω δικηγόρων δεν κατέταξε τις απαιτήσεις τους στον με αριθμό 57758/2008 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε (βλ. ντοσιέ 49, No Α-53 σελ. 5). Από την ανωτέρω δε αξιόποινη πράξη των κατηγορουμένων απειλήθηκε βλάβη σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 196.644 ευρώ, κατά το οποίο κατετάγη ενώ δεν θα κατατασσόταν αν κατατάσσονταν οι κατηγορούμενοι δικηγόροι. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. να κηρυχθούν ένοχοι για απόπειρα απάτης από κοινού..............................Με επίσπευση του πιστωτικού συνεταιρισμού "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΥΝ.ΠΕ.", εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Μπάη- Πρωτονοταρίου και εκπλειστηριάστηκε στις 12.11.2008 το ακίνητο του οφειλέτη Ν. Ν., που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ..., το οποίο κατακυρώθηκε για το ποσό των 376.780,00 ευρώ επ' ονόματι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.". Στις 17.11.2008 ο Ν. Ν. συνοδευόμενος από τον πατέρα του, Ν. Ν., και τον δικηγόρο, Α. Π., μετέβησαν στο δικηγορικό γραφείο της Φ. Β., στον Πειραιά, όπου συναντήθηκαν με τον Σ. Γ. και την Ε. Σ., δικηγόρο, προκειμένου να συζητήσουν τη δυνατότητα διεκδίκησης αποζημίωσης του Ν. Ν. από την τράπεζα που επέσπευσε τον πλειστηριασμό καθώς και τη δυνατότητα ακύρωσης του πλειστηριασμού του ακινήτου του. Την ίδια ημέρα υπογράφηκαν δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, μεταξύ του Α. Π., που ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του Ν. Ν., και του Π. Λ. (βλ. τα ιδιωτικά συμφωνητικά στον φάκελο Α. Π.), με τα οποία ανατέθηκε στον τελευταίο και τους συνεργάτες του δικηγόρους η υπόθεση της ακύρωσης του πλειστηριασμού του ακινήτου του Ν. Ν. και της αποζημίωσης του τελευταίου για τη ζημία που υπέστη από τη διενέργεια του πλειστηριασμού και την καταχρηστική και παράνομη συμπεριφορά της επισπεύδουσας Παγκρήτριας Τράπεζας, συμφωνήθηκε δε η αμοιβή των εντολοδόχων δικηγόρων σε ποσοστό 30% επί του ποσού της αποζημίωσης, που τυχόν δικαιωνόταν και εισέπραττε ο Ν. Ν.. Επίσης, συμφωνήθηκε, ότι, λόγω της οικονομικής αδυναμίας του Ν. Ν., για την είσπραξη κάθε δικηγορικής αμοιβής καθώς και των εξόδων διεξαγωγής των δικών μέχρι την τελεσίδικη έκβαση των υποθέσεων να αναγγελθεί ο εντολοδόχος δικηγόρος στον πλειστηριασμό. Στις 26.11.2008 οι κατηγορούμενοι Γ. Α., Φ. Β. και Α. Π. (καθώς και ο Π. Λ., ο οποίος δεν είναι κατηγορούμενος στο παρόν Δικαστήριο), οι οποίοι τυγχάνουν δικηγόροι, ανήγγειλαν στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, απαιτήσεις τους ισχυριζόμενοι ότι είναι δανειστές του Ν. Ν., κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, έχοντας απαίτηση από οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές. Συγκεκριμένα, ο Γ. Α. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 100.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο την από 25.11.2008 και με αριθμό κατάθεσης 216607/559/26.11.2008, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του Ν. Ν., ασκηθείσα αγωγή του, η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 24.2.2009 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο του όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής του μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου του και άσκηση τεσσάρων αγωγών αυτού (εναγομένου) κατά της επισπεύδουσας τράπεζας (βλ. ντοσιέ 48 No 52-72, σελ. 96, 107 επ.). Επίσης, η Φ. Β. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 109.460 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο την από 25.11.2008 και με αριθμό κατάθεσης 216554/556/26.11.2008 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του Ν. Ν., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 17.2.2009 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 109.460 ευρώ, το οποίο της όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής αυτού μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου του και άσκηση τεσσάρων αγωγών αυτού (εναγομένου) κατά της επισπεύδουσας τράπεζας (βλ. ντοσιέ 48 No 52-72, σελ. 159, 165 επ.). Ο Α. Π. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 60.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο την από 25.11.2008 και με αριθμό κατάθεσης 216595/558/26.11.2008 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του Ν. Ν., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 10.3.2009 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 60.000 ευρώ, το οποίο του όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής του εναγομένου μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου του και άσκηση τριών ανακοπών του εναγομένου κατά του διενεργηθέντος ως άνω πλειστηριασμού (βλ. ντοσιέ 48, No 52-72, σελ. 74, 80). Επίσης, στην ίδια υπάλληλο του πλειστηριασμού ανήγγειλαν απαιτήσεις ο Π. Λ. ποσού 80.000 ευρώ, και η τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" ποσού 552.361,55 ευρώ, κατέθεσαν δε τα απαιτούμενα για την απόδειξη των απαιτήσεών τους έγγραφα. Με τις ως άνω αναγγελίες απαιτήσεων και τις προς απόδειξη των απαιτήσεων αγωγές, που κατέθεσαν στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, οι κατηγορούμενοι δικηγόροι, παρέστησαν σ' αυτήν ότι υπήρχε προνομιακή απαίτησή τους από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς τον εντολέα τους, Ν. Ν., ώστε να δικαιούνται αυτοί (δικηγόροι) να καταταγούν προνομιακά στον πίνακα, κατά τα άρθρα 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ. Ωστόσο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στα από 17.11.2008 ιδιωτικά συμφωνητικά, οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, ενώ η συμβολαιογράφος αγνοούσε, ότι δεν είχαν στις 26.11.2008 οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του Ν. Ν., αφού δεν είχαν εκδικαστεί οι ασκηθείσες αγωγές αποζημίωσης, οι δε αναγγελθείσες απαιτήσεις τους ήταν εικονικές και είχαν "δημιουργηθεί", με σκοπό την κάρπωση του πλειστηριάσματος. Η εικονικότητα άλλωστε των απαιτήσεων των δικηγόρων ευχερώς συνάγεται από το ότι α) άσκησαν τις αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών στα αρμόδια δικαστήρια την προηγουμένη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, β) όλες οι αγωγές έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, γ) οι αμοιβές που ζητούσαν με τις αγωγές τους οι δικηγόροι ήταν υπερβολικές, όπως δέχτηκε απολογούμενη και η κατηγορουμένη Φ. Β., ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, και στην κάρπωση του οποίου αποσκοπούσαν, ενώ η συμφωνημένη προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε δήθεν να καταβληθούν οι αμοιβές δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες, δ) οι αγωγές προσδιορίζονταν σε διαφορετικές δικασίμους προς αποφυγή συσχετισμού και δυσμενούς δικαστικής κρίσης και ε) οι επιδόσεις των δικογράφων των αγωγών και των αναγγελιών έγιναν από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή, τον Ν. Ν. (βλ. σχετικά στις με αριθμούς ....2008, ....2008, ....2008 πράξεις κατάθεσης της ως άνω συμβολαιογράφου σε Ντοσιέ 48 No 52-72 σελ. 71, 90, 153). Το γεγονός ότι οι ως άνω δικηγόροι - κατηγορούμενοι δεν είχαν στις 26.11.2008 απαίτηση κατά του Ν. Ν. κατέθεσαν και οι ίδιοι απολογούμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, από αυτούς δε η Φ. Β. και ο Γ. Α. ανέφεραν ότι το ποσό που τυχόν εισέπρατταν από την κατάταξή τους στον πίνακα πλειστηριασμού θα παρέδιδαν στη συνέχεια στον Σ. Γ. Με τις ως άνω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, μετά από συναπόφαση, η οποία επιβεβαιώνεται από όσα ήδη αναφέρθηκαν για τις αναγγελίες εικονικών απαιτήσεων, καθώς και από το ότι τις αγωγές όλων των δικηγόρων κατέθεσε ο Γ. Α. (βλ. Ντοσιέ 48 No 52-72, σελ. 89, 105, 172), και κατά διαδοχική συναυτουργία, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως αληθινά στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, η οποία δεν γνώριζε την αλήθεια, με σκοπό να την παραπλανήσουν, ώστε να τους κατατάξει προνομιακά και έτσι να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το συνολικό ποσό (349.460 ευρώ) για το οποίο αναγγέλθηκαν, με αντίστοιχη ισόποση περιουσιακή βλάβη της ως άνω αναγγελθείσας τράπεζας. Ενεργώντας, όπως παραπάνω περιγράφεται, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι είχαν αποφασίσει να τελέσουν το έγκλημα της απάτης, άρχισαν να εκτελούν την αξιόποινη πράξης της απάτης, η οποία (πράξη), ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, και ειδικότερα επειδή η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν παραπλανήθηκε, αλλά διαπιστώνοντας ότι οι απαιτήσεις των κατηγορουμένων δεν μπορούσαν να καταταγούν προνομιακά, καθόσον αφορούσαν αμοιβές που προέκυψαν μετά τον πλειστηριασμό και δεν εντάσσονταν στις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ, δεν κατέταξε τις απαιτήσεις τους στον με αριθμό .../2009 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε (βλ. ντοσιέ 48 No 52-72 σελ. 13, 37 επ.). Από την ανωτέρω δε αξιόποινη πράξη απειλήθηκε βλάβη σε βάρος της περιουσίας της αναγγελθείσας τράπεζας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" ύψους 349.460 ευρώ, ποσό για το οποίο κατετάγη η εν λόγω τράπεζα, ενώ δεν θα κατατασσόταν εάν είχαν καταταγεί προνομιακά οι κατηγορούμενοι........Μετά τα παραπάνω, πρέπει οι κατηγορούμενοι Γ. Α., Φ. Β. και Α. Π. να κηρυχθούν ένοχοι για απόπειρα απάτης από κοινού......... Με επίσπευση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHABANK", εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Βασιλικάκη και εκπλειστηριάστηκε την 1.4.2009 το ακίνητο της Β. Ο., το οποίο βρίσκεται στη συμβολή των οδών ..., στην Εκάλη Αττικής, και το οποίο κατακυρώθηκε για το ποσό των 1.700.001 ευρώ επ' ονόματι της ως άνω επισπεύδουσας τράπεζας. Στις 15.4.2009 οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. (καθώς και ο Π. Λ., που δεν είναι κατηγορούμενος στην παρούσα δίκη), οι οποίοι τυγχάνουν δικηγόροι, ανήγγειλαν στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, απαιτήσεις τους ισχυριζόμενοι ότι είναι δανειστές της Β. Ο., κατά της οποίας έγινε η εκτέλεση, έχοντας κατ' αυτής απαίτηση από οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές. Συγκεκριμένα, ο Γ. Α. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 590.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο τις από 15.4.2009 έξι αγωγές του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της Β. Ο. (ντ. 16, No 42, 28, 50, 52, 55, 57), οι οποίες προσδιορίστηκαν να εκδικαστούν στις δικασίμους 26.5.2009, 28.5.2009
και 2.6.2009 και επιδόθηκαν στην εναγομένη και με τις οποίες ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 590.000 ευρώ, το οποίο του όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής της μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου της και άσκηση αγωγών αυτής (εναγομένης) κατά της ALPHABANK και ανακοπών επίσης της εναγομένης κατά της ALPHABANK και του διενεργηθέντος ως άνω πλειστηριασμού (Ντ. 47). Η ως άνω αναγγελία επιδόθηκε τόσο στην επισπεύδουσα ALPHABANK, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ν. Ν. στο έγγραφο της αναγγελίας, όσο και στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, και στη Β. Ο., όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ....2009 και ....2009 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, αντίστοιχα(βλ. ντοσιέ 16, φάκελος 9, No 102-106, 109). Η Φ. Β. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 560.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο τις από 15.4.2009 έξι αγωγές της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της Β. Ο. (ντ. 16, No 26, 34, 35, 37, 38γ, 39β, 40), οι οποίες προσδιορίστηκαν να εκδικαστούν στις 26.5.2009, 28.5.2009 και 2.6.2009 και με τις οποίες ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 560.000 ευρώ, το οποίο της όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής της εναγομένης μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου της και άσκηση αγωγών και ανακοπών αυτής (εναγομένης) κατά της ALPHABANK (βλ. ντοσιέ 16). Η ως άνω αναγγελία επιδόθηκε τόσο στην επισπεύδουσα ALPHABANK, όσο και στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, και στη Β. Ο., όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ....2009, ....2009 και ....2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ν. Ν., αντίστοιχα (βλ. ντοσιέ 16, No 77-83, 84-87). Επίσης, ο Π. Λ. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 550.000 ευρώ, κατέθεσε δε τα απαιτούμενα για την απόδειξη της απαίτησής του έγγραφα (Ντ. 16, No 95σ-97β). Τέλος, στην ίδια υπάλληλο του πλειστηριασμού ανήγγειλε απαίτηση, πλην άλλων, και η "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", ποσού 4.458.463,99 ευρώ. Με τις ως άνω αναγγελίες απαιτήσεων και τις προς απόδειξη των απαιτήσεων αγωγές, που κατέθεσαν στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, οι κατηγορούμενοι δικηγόροι παρέστησαν σ' αυτήν ψευδώς και γνωρίζοντας την αναλήθεια, ότι υπήρχε προνομιακή απαίτησή τους από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς την εντολέα τους, Β. Ο., ώστε να δικαιούνται αυτοί (δικηγόροι) να καταταγούν προνομιακά στον πίνακα κατάταξης δανειστών, κατά τα άρθρα 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, ενώ η συμβολαιογράφος αγνοούσε, ότι ουδεμία απαίτηση είχαν εναντίον της ανωτέρω ιδιοκτήτριας, αφού οι απαιτήσεις τους ήταν εικονικές και είχαν "δημιουργηθεί" μετά από συμφωνία με την τελευταία - κατά της οποίας είχε γίνει η εκτέλεση, με σκοπό την κάρπωση του πλειστηριάσματος. Η εικονικότητα άλλωστε των απαιτήσεων των δικηγόρων ευχερώς συνάγεται από το ότι α) άσκησαν τις αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών στα αρμόδια δικαστήρια την προηγούμενη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων, β) όλες οι αγωγές έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, γ) οι αμοιβές που ζητούσαν με τις αγωγές τους οι ως άνω δικηγόροι, πέραν του ότι ήταν υπερβολικές, όπως δέχτηκε και η κατηγορουμένη Φ. Β. απολογούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα, που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, όπως επίσης δέχθηκε η κατηγορουμένη Φ. Β. απολογούμενη, ισχυριζόμενη ωστόσο, ότι το ποσό των 560.000 ευρώ δεν θα εισέπραττε η ίδια αλλά ο Σ. Γ., ενώ η συμφωνημένη προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε δήθεν να καταβληθούν οι αμοιβές δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες, δ) κάθε δικηγόρος κατέθεσε από έξι αγωγές σε βάρος της Β. Ο., οι οποίες προσδιορίστηκαν σε διαφορετικές δικασίμους προς αποφυγή συσχετισμού και δυσμενούς δικαστικής κρίσης και ε) οι επιδόσεις των δικογράφων των αγωγών και των αναγγελιών έγιναν από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή, τον Ν. Ν. Το ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι δεν είχαν στις 15.4.2009 απαίτηση κατά της Β. Ο. αποδεικνύεται και από το από 1.4.2009 εργολαβικό δίκης, που υπογράφηκε μεταξύ της τελευταίας και του Π. Λ., σύμφωνα με το οποίο αυτή έδωσε στους δικηγόρους - συνεργάτες του Σ. Γ., στους οποίους περιλαμβάνονται και η Φ. Β. και ο Γ. Α., εντολή για την άσκηση αγωγών και ανακοπών κατά της επισπεύδουσας Τράπεζας και του πλειστηριασμού του ακινήτου, συμφωνήθηκε δε ότι θα πληρωθούν οι δικηγόροι μετά το πέρας των δικών που θα ανοίγονταν και με ποσοστό 10% επί του ποσού το οποίο θα επιδικαζόταν τελεσίδικα στη Β. Ο., προϋποθέσεις που δεν πληρούνταν στις 15.4.2009, αφού δεν είχαν καν συζητηθεί οι ασκηθείσες αγωγές. Η πράξη, όμως, αυτή των κατηγορουμένων, με την οποία επιδίωκαν να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το συνολικό ποσό (1.700.000 ευρώ) για το οποίο αναγγέλθηκαν, με αντίστοιχη ισόποση περιουσιακή βλάβη των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών, δεν ολοκληρώθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, και συγκεκριμένα επειδή η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν παραπλανήθηκε και διαπιστώνοντας την ανυπαρξία των απαιτήσεών τους δεν κατέταξε τις απαιτήσεις τους στον με αριθμό 43.250/2009 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε (βλ. ντοσιέ 47). Από την ανωτέρω δε αξιόποινη πράξη απειλήθηκε βλάβη σε βάρος της περιουσίας της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ" ύψους 1.684.782,56 ευρώ, ποσό για το οποίο κατετάγη η εν λόγω τράπεζα, ενώ δεν θα είχε καταταγεί αν κατατάσσονταν οι κατηγορούμενοι δικηγόροι.
Μετά τα παραπάνω, η αξιόποινη πράξη που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι αποτελεί απόπειρα απάτης, αφού με την εν γνώσει αναγγελία ψευδών απαιτήσεων προς την υπάλληλο του πλειστηριασμού έθεσαν οι ίδιοι σε λειτουργία τη διαδικασία για την προνομιακή κατάταξή τους και προέβησαν σε παράσταση των γεγονότων που, κατά την πεποίθηση ("εν νω του δράστη") και πρόθεσή τους, ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και κατευθύνονταν στην παραπλάνηση της συμβολαιογράφου και οδηγούσαν σε περιουσιακή διάθεση (ΑΠ 1846/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), πλην όμως δεν επήλθε η ζημία της τράπεζας, καθόσον η συμβολαιογράφος δεν παραπλανήθηκε, ήταν δε η απόπειρα αυτή πρόσφορη να επιφέρει βλάβη στην αναγγελθείσα τράπεζα, αν η συμβολαιογράφος δεν αντιλαμβανόταν το ανύπαρκτο των απαιτήσεων και κατέτασσε τους κατηγορουμένους προνομιακά, απορριπτομένων όσων αντίθετα ισχυρίζεται η κατηγορουμένη Β. Ο.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί, ότι η Φ. Β. και ο Γ. Α. άσκησαν στις 7.9.2009 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανακοπή κατά του ως άνω πίνακα κατάταξης και της καταταγείσας τράπεζας (ντοσιέ 18 έγγραφα 7-8ε και 10-10 στ, αντίστοιχα) και, ισχυριζόμενοι ότι οι απαιτήσεις τους έπρεπε να καταταγούν προνομιακά, ζήτησαν να μεταρρυθμιστεί ο πίνακας κατάταξης δανειστών ώστε να αποβληθεί η καταταγείσα τράπεζα και να καταταγούν οι ίδιοι σε ολόκληρο το ποσό του πλειστηριάσματος, ενέργεια η οποία καταδεικνύει εντονότερα τον κοινό δόλο που είχαν οι κατηγορούμενοι στις 15.4.2009 για την τέλεση της πράξης της απόπειρας απάτης της συμβολαιογράφου με σκοπό τη ζημία της τράπεζας. Η δε άσκηση της ανακοπής με το πιο πάνω περιεχόμενο καταρρίπτει τον ισχυρισμό των ως άνω κατηγορουμένων (καθώς και της Β. Ο.), ότι με την αναγγελία τους απλώς ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους, χωρίς να ζητούν την προνομιακή κατάταξη αυτών, αίτημα, άλλωστε, που συναγόταν από το κείμενο των αναγγελιών τους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι Γ. Α. και Φ. Β. για απόπειρα απάτης από κοινού.................Με επίσπευση της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Πέρσας Παντουβάκη και εκπλειστηριάστηκε στις 17.4.2008 το ευρισκόμενο στη Νέα Ιωνία Αττικής στη συμβολή των οδών ... ακίνητο της οφειλέτριας Χ.- Μ. Α., το οποίο κατακυρώθηκε στο όνομα της Δ. Π. αντί του ποσού των 14.010 ευρώ. Στις 17.6.2008 η κατηγορουμένη Φ. Β., η οποία τυγχάνει δικηγόρος, ανήγγειλε στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, απαίτησή της ισχυριζόμενη ότι είναι δανείστρια της Χ.-Μ. Α., κατά της οποίας έγινε η εκτέλεση, έχοντας απαίτηση από οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές. Συγκεκριμένα, η Φ. Β. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 78.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο την από 19.5.2008 και με αριθμό κατάθεσης 101212/2008 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της Χ.-Μ. Α., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 7.10.2008 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 78.000 ευρώ, το οποίο της όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής της εναγομένης μελέτη της υπόθεσής της και την άσκηση δέκα αγωγών αποζημίωσης αυτής (εναγομένης) κατά των τραπεζών Ελληνική, Γενική, Εμπορική και Αγροτική και μιας ανακοπής κατά του πλειστηριασμού (βλ. ντοσιέ 49 No 139-151). Στην ίδια υπάλληλο του πλειστηριασμού είχε αναγγείλει απαιτήσεις, πλην άλλων, το Ελληνικό Δημόσιο δια της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ποσού 123.376,55 ευρώ, και δια της Δ.Ο.Υ. Νέας Ιωνίας, ποσού 19.248,26 ευρώ. Με την ως άνω αναγγελία απαίτησης και την προς απόδειξη αυτής αγωγή, που κατέθεσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, η κατηγορουμένη δικηγόρος παρέστησε σ' αυτήν ότι υπήρχε προνομιακή απαίτησή της από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς την εντολέα της, Χ.-Μ. Α., ώστε να δικαιούται αυτή να καταταγεί προνομιακά στον πίνακα, κατά τα άρθρα 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ. Ωστόσο, η κατηγορουμένη γνώριζε, ενώ η συμβολαιογράφος αγνοούσε, ότι ουδεμία απαίτηση είχε εναντίον της ανωτέρω ιδιοκτήτριας, αφού η απαίτησή της ήταν εικονική και είχε δημιουργηθεί από την κατηγορουμένη με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος με την κάρπωση του πλειστηριάσματος, το οποίο γνώριζε ότι είχε επιτευχθεί, όπως παραπάνω αποδείχθηκε. Το ότι η ως άνω δικηγόρος - κατηγορουμένη δεν είχε στις 17.6.2008 απαίτηση κατά της Χ.-Μ. Α. καθώς επίσης ότι γνώριζε το πλειστηρίασμα που είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσε, κατέθεσε και η ίδια απολογούμενη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη, ωστόσο, ότι το ποσό που τυχόν εισέπραττε από την κατάταξή της στον πίνακα κατάταξης δανειστών θα απέδιδε στη συνέχεια στον Σ. Γ., ενώ η ίδια θα λάμβανε μόνο τη μηνιαία αμοιβή της. Με την ως άνω πράξη της η κατηγορουμένη παρέστησε εν γνώσει της ψευδή γεγονότα ως αληθινά στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, η οποία δεν γνώριζε την αλήθεια, και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει αυτήν και να την πείσει ότι υφίστατο προνόμιο υπέρ της, με αποτέλεσμα να την κατατάξει προνομιακά στον με αριθμό 8083/2008 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε (βλ. ντοσιέ 48 No 139-151), για το ποσό των 8.984,49 ευρώ, με την αίρεση ότι όφειλε για να εισπράξει την απαίτησή της να προσκομίσει τελεσίδικη απόφαση, η οποία θα της επιδίκαζε την απαίτηση για την οποία αναγγέλθηκε και κατετάγη. Ωστόσο, για την απαίτηση της ως άνω δικηγόρου δεν εκδόθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με συνέπεια να μην πληρωθεί ο τεθείς με τον πίνακα κατάταξης όρος για την οριστική κατάταξή της και την είσπραξη του ποσού για το οποίο κατετάγη. Για τον λόγο της μη έκδοσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, δηλαδή από λόγο εξωτερικό και ανεξάρτητο από τη θέληση της κατηγορουμένης, δεν πέτυχε η κατηγορουμένη τον επιδιωκόμενο σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, κατά το ποσό της απαίτησης, για το οποίο αυτή κατετάγη. Από την ως άνω πράξη της κατηγορουμένης απειλήθηκε περιουσιακή ζημία του επίσης αναγγελθέντος στον πλειστηριασμό Ελληνικού Δημοσίου ύψους 8.984,49 ευρώ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η Φ. Β. για απόπειρα απάτης, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας.
Με επίσπευση της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Λ.Τ.Δ." εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Σ. και εκπλειστηριάστηκε στις 7.5.2008 το ευρισκόμενο στη Νέα Ιωνία Αττικής στη συμβολή των οδών ... ακίνητο της οφειλέτριας Χ.-Μ. Α., το οποίο κατακυρώθηκε στο όνομα του Σ. Τ. αντί του ποσού των 200.010 ευρώ. Στις 21.5.2008 η κατηγορουμένη Φ. Β., η οποία τυγχάνει δικηγόρος, ανήγγειλε στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, απαίτησή της ισχυριζόμενη ότι είναι δανείστρια της Χ.-Μ. Α., κατά της οποίας έγινε η εκτέλεση, έχοντας απαίτηση από οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές. Συγκεκριμένα, η Φ. Β. ανήγγειλε απαίτηση ποσού 78.000 ευρώ, προς απόδειξη της οποίας επικαλέστηκε και κατέθεσε στην ως άνω συμβολαιογράφο την από 19.5.2008 και με αριθμό κατάθεσης 101212/2008 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της Χ.-Μ. Α., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στη δικάσιμο της 7.10.2008 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 78.000 ευρώ, το οποίο της όφειλε ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατόπιν εντολής της εναγομένης μελέτη της υπόθεσής της και την άσκηση δέκα αγωγών αποζημίωσης αυτής (εναγομένης) κατά των τραπεζών Ελληνική, Γενική, Εμπορική και Αγροτική και μιας ανακοπής κατά του πλειστηριασμού (βλ. ντοσιέ 12 φάκελος 5). Στην ίδια υπάλληλο του πλειστηριασμού είχε αναγγείλει απαιτήσεις, πλην άλλων, το Ελληνικό Δημόσιο δια της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ποσού 122.779,79 ευρώ και δια της Δ.Ο.Υ. Νέας Ιωνίας ποσού 19.136,87 ευρώ. Με την ως άνω αναγγελία απαίτησης και την προς απόδειξη αυτής αγωγή, που κατέθεσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, η κατηγορουμένη δικηγόρος παρέστησε σ' αυτήν ότι υπήρχε προνομιακή απαίτησή της από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς την εντολέα της, Χ.-Μ. Α., ώστε να δικαιούται αυτή να καταταγεί προνομιακά στον πίνακα, κατά τα άρθρα 975 αρ. 3 και 977 ΚΠολΔ. Ωστόσο, η κατηγορουμένη γνώριζε, ενώ η συμβολαιογράφος αγνοούσε, ότι ουδεμία απαίτηση είχε εναντίον της ανωτέρω ιδιοκτήτριας, αφού η απαίτησή της ήταν εικονική και είχε δημιουργηθεί από την κατηγορουμένη με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος με την κάρπωση του πλειστηριάσματος, το οποίο γνώριζε ότι είχε επιτευχθεί, όπως παραπάνω αποδείχθηκε, με αντίστοιχη ζημία των επίσης αναγγελθέντων στον πλειστηριασμό δανειστών. Το ότι η ως άνω δικηγόρος - κατηγορουμένη δεν είχε στις 21.5.2008 απαίτηση κατά της Χ.-Μ. Α. καθώς επίσης ότι γνώριζε το πλειστηρίασμα που είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσε, κατέθεσε και η ίδια απολογούμενη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη, ωστόσο, ότι το ποσό που τυχόν εισέπραττε από την κατάταξή της στον πίνακα κατάταξης δανειστών θα απέδιδε στη συνέχεια στον Σ. Γ., ενώ η ίδια θα ελάμβανε μόνο τη μηνιαία αμοιβή της. Με την ως άνω πράξη της η κατηγορουμένη παρέστησε εν γνώσει της ψευδή γεγονότα ως αληθινά στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, η οποία δεν γνώριζε την αλήθεια. Η πράξη, όμως, αυτή της κατηγορουμένης, δεν ολοκληρώθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή της, και συγκεκριμένα επειδή η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν παραπλανήθηκε και διαπιστώνοντας ότι η απαίτηση της κατηγορουμένης δικηγόρου δεν προέκυψε μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού (5.11.2003) και συνεπώς δεν ήταν εξοπλισμένη με το προνόμιο του άρθρου 975 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, δεν κατέταξε την απαίτησή της στον με αριθμό 45668/2008 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε (βλ. ντοσιέ 46 No 46-50). Από την ανωτέρω δε αξιόποινη πράξη απειλήθηκε βλάβη σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 56.434,13 ευρώ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η Φ. Β. για απόπειρα απάτης........................" Στην συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχη την ως άνω αναιρεσείουσα Φ. Β. του Σ. και για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από κοινού και κατά μόνας, η προκληθείσα ζημία της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, που ενδιαφέρει εν προκειμένου και αφού αναγνωρίστηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπό της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 δ' του ΠΚ, της επιβλήθηκε για την πράξη αυτή ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: " ΚΗΡΥΣΣΕΙ την 6η κατηγορουμένη (Φ. Β.) ένοχη για τις ακόλουθες πράξεις:
Α) Κατά τους κατωτέρω τόπους και χρόνους, ενεργώντας τόσο κατά μόνας όσο και από κοινού με τους κατωτέρω, κατά περίπτωση, αναφερόμενους, με την έννοια ότι καθένα από αυτά τα πρόσωπα ήθελε και αποδεχόταν την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος. γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούσαν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος και ήθελε και αποδεχόταν να ενώσει τη δική της δράση με εκείνη του άλλου, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και δη αυτού της απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, με σκοπό να αποκομίσουν η ίδια και οι λοιποί παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει της παράσταση ως αληθινών των πιο κάτω αναφερομένων ψευδών γεγονότων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το κακούργημα της απάτης, ήτοι με σκοπό να αποκομίσει η ίδια και άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε να βλάψει την περιουσία νομικών προσώπων, αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, κατά περίπτωση, πλην όμως, οι πράξεις της δεν ολοκληρώθηκαν, όχι από δική της βούληση, αλλά για λόγους ανεξάρτητους από αυτήν, το δε συνολικό περιουσιακό όφελος και η συνολική ζημία των παρακάτω νομικών προσώπων (τραπεζικών εταιρών) καθώς και του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει το συνολικό ποσό 120.000 ευρώ. Ειδικότερα:
8. Ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία με τους δικηγόρους Π. Λ., Γ. Α. και Ε. Τ. άρχισε να εκτελεί την κατωτέρω αξιόποινη πράξη απάτης:
Ο καθένας από τους τέσσερις δικηγόρους (Π. Λεωτσάκος, Γ. Α., Ευθ. Τσεκούρα και Φ. Β.), με την από 30-10-2008 αναγγελία του στην υπάλληλο του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο Αθηνών Αγγελική Σακκά-Ρεβέλα, ενώπιον της αναπληρώτριας της οποίας εκπλειστηριάστηκε. στις 15-10-2008, κατόπιν επίσπευσης της τραπεζικής εταιρείας "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην ημεδαπή (οδ. ...), το ως άνω αναφερόμενο ακίνητο ιδιοκτησίας των Σ. και Κ. Τ., αντί ποσού 466.670 ευρώ, ανήγγειλε απαίτηση α) η Ε. Τ. 100.000 ευρώ, β) η Φ. Β. 120.000 ευρώ, γ) ο Γ. Α. 120.000 ευρώ και δ) ο Π. Λ. 180.000 ευρώ και επίσης, ζήτησε την προνομιακή κατάταξή της.
Στις 30-10-2008 ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Ν., μετά από παραγγελία καθενός από τους ανωτέρω αναφερόμενους τέσσερις κατηγορουμένους δικηγόρους, επέδωσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού την ανωτέρω αναγγελία του, ζητώντας (ο καθένας) την προνομιακή κατάταξη της αντίστοιχης απαίτησής του (βλ. τη σχετική επισημείωση επί των αναγγελιών του Ν. Ν.).
Προς απόδειξη, μάλιστα, της απαίτησής τους, επικαλέστηκαν και κατέθεσαν στην ως άνω συμβολαιογράφο: α) Η Ε. Τ., η οποία, ας σημειωθεί ότι είναι σύζυγος του Κ. Τ. την από 29-10-2008 και με αριθμό κατάθεσης 198510/491/30-1-2008 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία στρεφόταν εναντίον του Κ. Τ., β) η Φ. Β. την από 29- 10-2008 και με αριθμό κατάθεσης 198486/489/30-10-2008 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εναντίον της Σ. Τ.. η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στις 20-1-2009. Την αγωγή αυτή επέδωσε ο δικαστικός επιμελητής Ν. Ν. (βλ. την υπ' αριθ. ...-2008 έκθεση επίδοσης αυτού), γ) ο Γ. Α. την από 29-10-2008 και με αριθμό κατάθεσης 198520/492/30-10-2008 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εναντίον της Σ. Τ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στις 10-2-2009 και δ) ο Π. Λ. την από 29-10-2008 και με αριθμό κατάθεσης 198502/490/30-10-2008 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εναντίον του Κ. Τ., η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί στις 10-2-2009. Η αγωγή αυτή, φέρεται ότι επιδόθηκε για λογαριασμό του εναγομένου, στο επί της οδού ..., γραφείο της δικηγόρου Ανθής Σταύρου, η οποία αναφέρεται ως αντίκλητός του, από το δικαστικό επιμελητή Ν. Ν. (βλ. υπ' αριθ. 7314β/30-10-2008 έκθεση επίδοσης).
Με τις αγωγές αυτές, επικαλούμενος ο καθένας από τους δικηγόρους την παροχή, δήθεν, δικηγορικών υπηρεσιών προς τους ιδιοκτήτες των ακινήτων (μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου αυτού και του ύψους των οφειλών, άσκηση αγωγών κατά τραπεζών για επιδίκαση αποζημίωσης, άσκηση ανακοπών κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης κλπ), ζητούσαν την καταβολή των ως άνω ποσών αντιστοίχως.
Προς δε, στην ίδια υπάλληλο του πλειστηριασμού, είχαν αναγγείλει απαιτήσεις τους και: α) το Ελληνικό Δημόσιο, δια της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς, ποσού 2.807,39 και 1.650,57 ευρώ και β) η επισπεύδουσα τραπεζική εταιρεία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΕ". ποσού 434.023,80 ευρώ, 150.000 ευρώ και 493.168.78 ευρώ.
Με τις πράξεις τους αυτές, που έγιναν με κοινή συναπόφαση η Φ. Β. και οι ανωτέρω δικηγόροι, πέτυχαν να παραπλανήσουν την ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, σχετικά με την ύπαρξη πραγματικής προνομιακής απαίτησής τους, κατά τα άρθρα 975 αριθμός 3 και 977 ΚΠολΔ, από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών και την έπεισαν, να κατατάξει προνομιακά, στον υπ' αριθ. 17.423/2009 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε, σχεδόν εξ ολοκλήρου τις απαιτήσεις που είχαν αυτοί αναγγείλει, με τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης αυτών και συγκεκριμένα, κατέταξε την Ε. Τ. για ποσό 60.439,85 ευρώ, την Φ. Β. για ποσό 120.000 ευρώ, το Γ. Α. για ποσό 120.000 ευρώ και τον Π. Λ. για ποσό 108.791,93 ευρώ.
Το αληθές, όμως, το οποίο η Φ. Β. και οι ανωτέρω γνώριζαν, ενώ το αγνοούσε η συμβολαιογράφος - υπάλληλος του πλειστηριασμού ήταν ότι ουδεμία απαίτηση είχαν οι ανωτέρω δικηγόροι, ενόψει του ότι οι απαιτήσεις τους ήταν εικονικές, δεδομένου μάλιστα ότι: α) οι αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών ασκήθηκαν στα αρμόδια Δικαστήρια, την προηγούμενη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. β) οι επιδόσεις των δικογράφων των αγωγών και των αναγγελιών γινόταν πάντοτε από το δικαστικό επιμελητή Ν. Ν., γ) όλες οι αγωγές ήταν ταυτόσημες (λεκτικά) κατά περιεχόμενο, δ) οι αμοιβές που ζητούσαν, με τις αγωγές τους οι δικηγόροι, πέραν του ότι ήταν υπερβολικές, ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, η συμφωνημένη δε προθεσμία, κατά την οποία έπρεπε, δήθεν, να καταβληθούν οι συμφωνημένες αμοιβές, δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες και ε) οι αγωγές προσδιορίζονταν σε διαφορετικές δικασίμους, προς αποφυγή συσχετισμού και δυσμενούς δικαστικής κρίσης.
Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι δεν πέτυχαν τον επιδιωκόμενο σκοπό τους να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 409.231,58 ευρώ, για το οποίο κατετάγησαν με τον ως άνω όρο από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησής τους, και ειδικότερα επειδή δεν πέτυχαν να προσκομίσουν στη συμβολαιογράφο τελεσίδικη απόφαση, αλλά και επειδή οι απαιτήσεις τους δεν ενέπιπταν στον οριζόμενο από το άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ. χρόνο, γεγονός που αποτελούσε νομικό εμπόδιο για να τελεσφορήσει η προνομιακή κατάταξη, το οποίο όμως οι κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν και γι' αυτό προέβησαν στις εν γνώσει τους ψευδείς αναγγελίες απαιτήσεων. Με τις παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων δικηγόρων απειλήθηκε ζημία: α) στην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" ύψους 406.424,19 ευρώ και β) στο Ελληνικό Δημόσιο ύψους 2.807.39 ευρώ, από τους Γ. Α. και Φ. Β., μόνο δε κατά της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", ποσού 406.424,19 από την Ε. Τ.
9. Ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία με τους δικηγόρους Π. Λ. και Γ. Α., άρχισε να εκτελεί την πιο κάτω αξιόποινη πράξη της απάτης: Ο καθένας από τους τρεις δικηγόρους, με την από 9-10-2008 αναγγελία του στην υπάλληλο του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφο Αθηνών Βασιλική Βλάχου, ενώπιον της οποίας εκπλειστηριάστηκε ακίνητο της Β. Τ., που βρίσκεται στο Κρυονέρι Αττικής, επί της ..., αντί ποσού 520.205 ευρώ, ανήγγειλε απαίτησή του α)η Φ. Β. 125.000 ευρώ, β) ο Π. Λ. 175.000 ευρώ και γ) ο Γ. Α. 150.000 ευρώ και ζήτησε την προνομιακή κατάταξή της. Προς απόδειξη της απαίτησής τους, επικαλέστηκαν και κατέθεσαν στην υπάλληλο του πλειστηριασμού: α) η Φ. Β. την από 9-10-2008 αναγγελία της απαίτησής της, την από 9-10-2008 [αριθ. κατ. 9903/2008] αγωγή της κατά της Β. Τ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς [διαδικασία αμοιβών], με την οποία ζητούσε την καταβολή ποσού 125.000 ευρώ και την έκθεση επίδοσης της αγωγής β) ο Π. Λ. την από 9-10-2008 αναγγελία της απαίτησής του, την από 9-10-2008 [αριθ. κατ. 9904/2008] αγωγή κατά της Β. Τ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς [διαδικασία αμοιβών], με την οποία ζητούσε την καταβολή ποσού 175.000 ευρώ και την έκθεση επίδοσης της αγωγής και γ) ο Γ. Α., την από 9-10-2008 αναγγελία της απαίτησής του, την από 9-10-2008 [αριθ. κατ. 9905/2008] αγωγή του κατά της Β. Τ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς [διαδικασία αμοιβών], με την οποία ζητούσε την καταβολή ποσού 150.000 ευρώ και την έκθεση επίδοσης της αγωγής. Τις ανωτέρω εκθέσεις είχε συντάξει ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Ν. Με τις αγωγές αυτές, επικαλούμενος ο καθένας από τους ανωτέρω δικηγόρους την παροχή, δήθεν, δικηγορικών υπηρεσιών προς τη Β. Τ., ζητούσε την καταβολή των ως άνω ποσών, αντιστοίχως.
Στην ίδια υπάλληλο του πλειστηριασμού, πλην της επισπεύδουσας τραπεζικής εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που έχει την έδρα της στην ημεδαπή, η οποία, ως εκπρόσωπος της εταιρείας "ESTIA MORTGAGE FINANCE PLC", είχε απαίτηση ποσού 479.318,15 ευρώ, είχαν αναγγείλει απαιτήσεις τους και: α) το Ελληνικό Δημόσιο, δια της Δ.Ο.Υ. ΙΑ' Αθηνών, ποσού 163.907 ευρώ και δια της Δ.Ο.Υ. Αγίου Στεφάνου Αττικής, ποσού 6.040,61 ευρώ, β) το Α' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών, ποσού 54.719, 09 ευρώ, γ) επτά εργαζόμενοι, για ποσά 35.004,57 ευρώ, 51.644,47 ευρώ, 5.130 ευρώ, 4.892 ευρώ, 6.060 ευρώ, 3.900 και 5.517 ευρώ, από οφειλόμενους μισθούς.
Με τις πράξεις τους αυτές, οι ως άνω παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς και πέτυχαν να παραπλανήσουν και πείσουν την ως άνω Συμβολαιογράφο-υπάλληλο του πλειστηριασμού, ότι πράγματι υπήρχε προνομιακή απαίτηση των ως άνω δικηγόρων, κατά τα άρθρα 975 αριθμός 3 και 977 ΚΠολΔ. από παροχή προς την ιδιοκτήτρια του ακινήτου δικηγορικών υπηρεσιών και έτσι, αυτή κατέταξε προνομιακά, στον υπ' αριθ. .../2009 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε, το μεγαλύτερο μέρος της απαίτησης που είχαν αναγγείλει, με τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης αυτών και δη κατέταξε: α) την Φ. Β. για ποσό 113.420,18 ευρώ, β) τον Π. Λ. για ποσό 158.788,25 ευρώ και γ) το Γ. Α. για ποσό 136.104,22 ευρώ, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, αλλά αγνοούσε η Συμβολαιογράφος - υπάλληλος του πλειστηριασμού, είναι ότι ουδεμία απαίτηση είχαν οι δικηγόροι αυτοί εναντίον της ανωτέρω ιδιοκτήτριας ακινήτου, ενόψει του ότι οι απαιτήσεις αυτών (δικηγόρων) ήταν εικονικές και αναγέλθηκαν μετά από συμφωνία με τη Β. Τ., με βάση το σχεδίασμά της εγκληματικής οργάνωσης, δεδομένου μάλιστα ότι: α) οι αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών ασκήθηκαν στα αρμόδια Δικαστήρια την προηγούμενη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, β) οι επιδόσεις των δικογράφων των αγωγών και των αναγγελιών γινόταν πάντοτε από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή, γ) όλες οι αγωγές είναι ταυτόσημες (λεκτικά) και κατά περιεχόμενο, δ) οι αμοιβές που ζητούσαν, με τις αγωγές τους, οι ως άνω δικηγόροι, πέραν του ότι ήταν υπερβολικές, ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, η συμφωνημένη δε προθεσμία, κατά την οποία έπρεπε δήθεν να καταβληθούν οι συμφωνημένες αμοιβές δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες και ε) οι αγωγές προσδιορίζονταν σε διαφορετικές δικασίμους προς αποφυγή συσχετισμού και δυσμενούς δικαστικής κρίσης.
Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι δεν πέτυχαν τον επιδιωκόμενο σκοπό τους να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 408.312.65 ευρώ, για το οποίο κατετάγησαν με τον ως άνω όρο, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησής τους, και ειδικότερα επειδή δεν πέτυχαν να προσκομίσουν στη συμβολαιογράφο τελεσίδικη απόφαση, αλλά και επειδή οι απαιτήσεις τους δεν ενέπιπταν στον οριζόμενο από το άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, χρόνο, γεγονός που αποτελούσε νομικό εμπόδιο για να τελεσφορήσει η προνομιακή κατάταξη, το οποίο όμως οι κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν και γι' αυτό προέβησαν στις εν γνώσει τους ψευδείς αναγγελίες απαιτήσεων. Με τις παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων' απειλήθηκε ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο ύψους 117.864.52 ευρώ.
10. Ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία με τους Γ. Α. και Π. Λ. άρχισαν να εκτελούν την πιο κάτω αξιόποινη πράξη της απάτης:
Ο καθένας από τους τρεις δικηγόρους, με την από 13-11-2008 αναγγελία του στον υπάλληλο του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο Πειραιά Στέφανο Βασιλάκη ενώπιον του οποίου εκπλειστηριάστηκε η με στοιχεία Γ-1 οριζόντια ιδιοκτησία πολυκατοικίας της ως άνω οφειλέτριας (Α. Κ.), που βρίσκεται στον Πειραιά, στη συμβολή των οδών ... και ..., αντί ποσού 113.700 ευρώ, ανήγγειλε απαίτησή του και δη: α) ο Γ. Α. ποσού 30.000 ευρώ, γ) η Φ. Β. ποσού 40.000 ευρώ και γ) ο Π. Λ. ποσού 40.000 ευρώ και ζήτησε την προνομιακή κατάταξή της. Προς απόδειξη της απαίτησής τους, μάλιστα, επικαλέστηκαν και κατέθεσαν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού: α) ο Γ. Α. αντίγραφο της από 7-11-2008 [αριθ. κατ. 11401/2008] αγωγής κατά της Α. Κ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς [διαδικασία αμοιβών], με την οποία ζητούσε την καταβολή ποσού 30.000 ευρώ και τη σχετική υπ' αριθ. ...-2008 έκθεση επίδοσης, β) η Φ. Β. την από 12-11 -2008 [αριθ. κατ. 11400/2008] αγωγή κατά της Α. Κ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς [διαδικασία αμοιβών], με την οποία ζητούσε την καταβολή ποσού 40.000 ευρώ και γ) ο Π. Λ. την από 12-11-2008 [αριθ. κατ. 11403/2008] αγωγή του κατά της Α. Κ.. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς [διαδικασία αμοιβών], με την οποία ζητούσε την καταβολή ποσού 40.000 ευρώ και τη σχετική υπ' αριθ. ...-2008 έκθεση επίδοσης.
Με τις αγωγές αυτές (τις οποίες επέδωσε στην εναγόμενη ο δικαστικός επιμελητής Ν. Ν.), επικαλούμενος ο καθένας από τους δικηγόρους την παροχή, δήθεν, δικηγορικών υπηρεσιών προς την Α. Κ. [μελέτη της υπόθεσης του πλειστηριασμού του ακινήτου της και του ύψους των οφειλών της, άσκηση αγωγών κατά τραπεζών για επιδίκαση αποζημίωσης, άσκηση ανακοπών κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης], ζητούσαν την καταβολή από αυτήν των ως άνω ποσών αντιστοίχως. Οι αγωγές αυτές δικάστηκαν ερήμην της καθής και έγινε δεκτή κατ' ουσία η αγωγή του Γ. Α., με την υπ' αριθ. 2590/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ενώ αυτές της Φ. Β. και του Π. Λ. απορρίφθηκαν με τις υπ' αριθ. 3959/2009 και 1521/2009 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου.
Στον ίδιο υπάλληλο του πλειστηριασμού είχαν αναγγείλει απαιτήσεις τους κατά της ως άνω οφειλέτριας, πλην της επισπεύδουσας τραπεζικής εταιρείας "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που είχε την έδρα της στην ημεδαπή, η οποία είχε απαίτηση ποσού 10.079,10 ευρώ και: α) το Ελληνικό Δημόσιο, δια της Δ.Ο.Υ. ΚΓ' Αθηνών, ποσού 27.474,45 ευρώ και β) η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΑΑΔΟΣ ΑΕ", που είχε την έδρα της στην ημεδαπή, ποσού 231.707,50 ευρώ.
Με τις πράξεις αυτές, οι ως άνω παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς και πέτυχαν να παραπλανήσουν και πείσουν τον ως άνω Συμβολαιογράφο-υπάλληλο του πλειστηριασμού, ότι πράγματι υπήρχε προνομιακή απαίτησή τους, κατά τα άρθρα 975 αριθμός 3 και 977 ΚΠολΔ. από παροχή προς την ιδιοκτήτρια του ακινήτου δικηγορικών υπηρεσιών κι έτσι κατέταξε προνομιακά, στον υπ' αριθ. 14054/2013 πίνακα κατάταξης δανειστών που συνέταξε, ολόκληρες τις απαιτήσεις που είχαν αυτοί αναγγείλει, με τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης αυτών.
Το αληθές, όμως, η Φ. Β. και οι λοιποί γνώριζαν, ενώ το αγνοούσε ο συμβολαιογράφος - υπάλληλος του πλειστηριασμού, ήταν ότι ουδεμία απαίτηση είχαν οι δικηγόροι αυτοί εναντίον της ανωτέρω ιδιοκτήτριας. ενόψει του ότι οι εν λόγω απαιτήσεις ήταν εικονικές και μετά από συμπαιγνία με την ιδιοκτήτρια, δεδομένου μάλιστα ότι: α) οι αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών, ασκήθηκαν στο αρμόδια Δικαστήριο, την προηγούμενη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, είναι δε ταυτόσημες (λεκτικά) και κατά περιεχόμενο με άλλες αγωγές, που είχαν ασκηθεί, όπως ενδεικτικά, στις περιπτώσεις που αναφέρονται παρακάτω, β) οι αμοιβές που ζητούσαν, με τις αγωγές τους, πέραν του ότι ήταν υπερβολικές, ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, η συμφωνημένη δε προθεσμία, κατά την οποία έπρεπε, δήθεν, να καταβληθούν οι συμφωνημένες αμοιβές δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες.
Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι δεν πέτυχαν τον επιδιωκόμενο σκοπό τους να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 110.000 ευρώ, για το οποίο κατετάγησαν με τον ως άνω όρο, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησής τους, και ειδικότερα επειδή δεν πέτυχαν να προσκομίσουν στη συμβολαιογράφο τελεσίδικη απόφαση, αλλά και επειδή οι απαιτήσεις τους δεν ενέπιπταν στον οριζόμενο από το άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, χρόνο, γεγονός που αποτελούσε νομικό εμπόδιο για να τελεσφορήσει η προνομιακή κατάταξη, το οποίο όμως οι κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν και γι' αυτό προέβησαν στις εν γνώσει τους ψευδείς αναγγελίες απαιτήσεων. Με τις παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων απειλήθηκε ζημία: α) στην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" ύψους 82.857,78 ευρώ και β) στο Ελληνικό Δημόσιο ύψους 27.142,22 ευρώ.
11. Ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία με τους Γ. Α. και Π. Λ. και έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το έγκλημα της απάτης, άρχισαν να εκτελούν την αξιόποινη πράξη της απάτης, χωρίς, όμως, να επιτύχουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που επιδίωκαν, για λόγους ανεξαρτήτους της θέλησής τους και ειδικότερα:
Καθένας από τους ανωτέρω δικηγόρους, με την από 15-4-2009 αναγγελία του, προς τη Συμβολαιογράφο Αθηνών Ειρήνη Βασιλικάκη ενώπιον της οποίας εκπλειστηριάστηκε ακίνητο της οφειλέτιδας Β. Ο., που βρίσκεται στην Εκάλη Αττικής, στη συμβολή των οδών ..., με επίσπευση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και κατακυρώθηκε στην ίδια, αντί ποσού 1.700.001 ευρώ, οι οποίες [αναγγελίες] επιδόθηκαν από το δικαστικό επιμελητή Ν. Ν.. στις 16-4-2009, στην ως άνω Συμβολαιογράφο [βλ. τις υπ' αριθ. ...-2009 εκθέσεις επίδοσης], μετά από παραγγελία καθενός από τους τρεις δικηγόρους, αυτοί ανήγγειλαν απαιτήσεις τους ποσού α)η Φ. Β. 560.000 ευρώ, β) ο Γ. Α. 590.000 ευρώ και γ) ο Π. Λ. 550.000 ευρώ και ζήτησαν την προνομιακή κατάταξή της. Προς απόδειξη της απαίτησής τους, μάλιστα, επικαλέστηκαν και κατέθεσαν α) η Φ. Β. τις από 15-4-2009 έξι αγωγές με αριθμούς κατάθεσης 3871, 3872, 3874, 3878. 3876 και 3865/2009, οι οποίες επιδόθηκαν όλες από τον ίδιο πιο πάνω δικαστικό επιμελητή [βλ. τις ...-2009 εκθέσεις επίδοσης], β) ο Γ. Α. τις από 15-4-2009 και με αριθμό κατάθεσης .../2009 αγωγές [βλ. τις ...-2009 εκθέσεις επίδοσης] και γ) ο Π. Λ. τις από 15-4-2009 με αριθμούς κατάθεσης 3852, 3851, 3849, 3853 και 3850/2009 αγωγές που επιδόθηκαν [βλ. τις ...-2009 εκθέσεις επίδοσης]. Με καθεμία από τις αγωγές, καθένας από τους κατηγορούμενους δικηγόρους, επικαλούμενος την παροχή, δήθεν, δικηγορικών υπηρεσιών στην οφειλέτιδα [εντολή άσκησης αγωγών και ανακοπών κατά των δανειστριών τραπεζών και κατά της επισπεύδουσας την εκτέλεση, άσκηση των αγωγών αυτών, συμφωνία αμοιβής για κάθε αγωγή 30.000 ευρώ εσύ και ο Γ. Α. και 40.000 ευρώ ο Π. Λ.], ζητούσε να υποχρεωθεί να του καταβάλει ως αμοιβή τα ως άνω χρηματικά ποσά, ζητώντας την προνομιακή κατάταξη της αντίστοιχης απαίτησής του.
Στην ίδια υπάλληλο του πλειστηριασμού είχαν αναγγείλει απαιτήσεις τους, πλην της ως άνω επισπεύδουσας τραπεζικής εταιρείας (ποσού 4.458.463,99 ευρώ) και: α) η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ποσού 4.903.084,96 ευρώ, β) η εταιρεία "ΑΛΦΑ ΛΗΣΙΝΓΚ ΑΕ" ποσού 9.054.649,85 ευρώ, δ) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" ποσού 217.966,25 ευρώ και ε) η τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" ποσού 1.594.604,30 ευρώ.
Με τις πράξεις αυτές, οι ως άνω παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, ότι πράγματι υπήρχε προνομιακή απαίτησή τους, κατά τα άρθρα 975 αριθμός 3 και 977 ΚΠολΔ, από παροχή, δήθεν, προς την ιδιοκτήτρια του ακινήτου δικηγορικών υπηρεσιών, προκειμένου να την κατατάξει προνομιακά.
Το αληθές, όμως, το οποίο η Φ. Β. και οι λοιποί γνώριζαν, είναι ότι ουδεμία απαίτηση είχαν αυτοί εναντίον της ανωτέρω ιδιοκτήτριας, ενόψει του ότι οι εν λόγω απαιτήσεις ήταν εικονικές και μετά από συμφωνία με την ιδιοκτήτρια, δεδομένου μάλιστα ότι: α) οι αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών, ασκήθηκαν στο αρμόδια Δικαστήριο την προηγούμενη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, είναι δε ταυτόσημες (λεκτικά) και κατά περιεχόμενο με άλλες αγωγές, που ασκήθηκαν από τους ως άνω, δ) οι αμοιβές που ζητούσαν, με τις αγωγές τους οι ως άνω δικηγόροι, πέραν του ότι ήταν υπερβολικές, ήταν προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν, η συμφωνημένη δε προθεσμία, κατά την οποία έπρεπε δήθεν να καταβληθούν οι συμφωνημένες αμοιβές δεν υπερέβαινε τις δέκα ημέρες.
Με τις παραπάνω ενέργειές τους αποσκοπούσαν να παραπλανήσουν την ανωτέρω συμβολαιογράφο-υπάλληλο του πλειστηριασμού και να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το συνολικό ποσό (1.700.000 ευρώ οποίο αναγγέλθηκαν, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών. Η πράξη τους, όμως, αυτή, δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησής τους, γιατί η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν παραπλανήθηκε και διαπιστώνοντας την ανυπαρξία των απαιτήσεων των ως άνω δικηγόρων, δεν κατέταξε τις απαιτήσεις τους στον με αριθμό .../2009 κατάταξης που συνέταξε. Από την ανωτέρω αξιόποινη πράξη απειλήθηκε βλάβη σε βάρος της περιουσίας της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" ύψους 1.684.782,56 ευρώ 12. Ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία με τους Γ. Α. και Π. Λ. καθώς και με τον μη κατηγορούμενο δικηγόρο Δημήτριο Παρασκευόπουλο. και έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το έγκλημα της απάτης, άρχισαν να εκτελούν την αξιόποινη πράξη της απάτης, χωρίς όμως, να επιτύχουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που επιδίωκαν, για λόγους ανεξαρτήτους της θέλησής τους και ειδικότερα: Καθένας από τους τέσσερις δικηγόρους με την από 4-9-2009 αναγγελία του προς τη Συμβολαιογράφο Αθηνών Κωνσταντίνα Παπαζαφειροπούλου, ενώπιον της οποίας εκπλειστηριάστηκε, αντί του ποσού 95.000 ευρώ, ακίνητο της οφειλέτριας Ε. Γ., που βρίσκεται στην οδό ... στον Πειραιά, τις οποίες [αναγγελίες] επέδωσε ο δικαστικός επιμελητής Ν. Ν., ανήγγειλε απαίτησή του κατά της οφειλέτριας Ε. Γ., ποσού 20.000, 24.000, 25.000 και 16.000 ευρώ αντίστοιχα και ζήτησε την προνομιακή κατάταξή της. Προς απόδειξη της απαίτησής τους, μάλιστα, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στη Συμβολαιογράφο τις πιο κάτω αγωγές α) ο Γ. Α. την από 3-9-2009 και με αριθμό κατάθεσης 8165/4-9-2009, β)ο Δ. Π. την από 3-9-2009 και με αριθμό κατάθεσης 8166/4-9-2009, γ) ο Π. Λ. την από 4-9-2009 και με αριθμό κατάθεσης 8168/4-9-2009 και δ) η Φ. Β. την από 2-9-2009 και με αριθμό κατάθεσης 8164/4-9-2009, οι οποίες προσδιορίστηκαν για τις δικασίμους της 22-10, 27-10, 29-10 και 20-10-2009 και επιδόθηκαν όλες από τον ίδιο πιο πάνω δικαστικό επιμελητή. Με τις αγωγές αυτές, ταυτόσημες κατά περιεχόμενο, καθένας από τους δικηγόρους επικαλούμενος ότι η Ε. Γ. έδωσε, δήθεν, εντολή στον καθένα απ' αυτούς, να διεκδικήσει δικαστικά αποζημίωση, τόσο από την επισπεύδουσα την εκτέλεση δανείστρια τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ MILLENIOUM ΑΕ", όσο και από τρίτους, γιατί η αντισυμβατική επιδίωξη των απαιτήσεών τους, είχε ως αποτέλεσμα την επίσπευση πλειστηριασμού ακινήτου της και ότι αν και εκτέλεσαν αυτοί (οι δικηγόροι) την εντολή της, η Ε. Γ. αρνείτο να τους καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, που ανέρχεται στο ποσό 20.000, 24.000, 25.000 και 16.000 ευρώ, αντίστοιχα.
Στον ίδιο πλειστηριασμό είχαν αναγγείλει απαιτήσεις τους και: α) το Ελληνικό Δημόσιο δια της Α' Δ.Ο.Υ. Περιστεριού ποσού 462,53 ευρώ και β) η επισπεύδουσα τράπεζα ποσού 217.708,68 ευρώ.
Με τις πράξεις αυτές, η Φ. Β. και οι ως άνω δικηγόροι παρέστησαν, εν γνώσει τους, ψευδώς, στην ανωτέρω υπάλληλο του πλειστηριασμού, ότι είχαν, δήθεν, απαίτηση εναντίον της ως άνω οφειλέτριας. Το αληθές, όμως, το οποίο οι ίδιοι γνώριζαν, είναι ότι ουδεμία απαίτηση είχαν, αφού οι αναγγελθείσες απαιτήσεις τους ήταν εικονικές και μετά από συμφωνία με την ιδιοκτήτρια του ακινήτου, δεδομένου μάλιστα ότι: α) οι αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών ασκήθηκαν στο αρμόδιο Δικαστήριο, την προηγούμενη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την αναγγελία των απαιτήσεων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, β) οι αγωγές ήταν ταυτόσημες (λεκτικά) και κατά περιεχόμενο τόσο μεταξύ τους, όσο και με τις άλλες αγωγές που είχαν ασκηθεί από αυτούς, γ) οι αμοιβές που ζητούσαν, με τις αγωγές τους, πέραν του ότι ήταν υπερβολικές, ήταν και προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν. Σκόπευαν δε να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που συνίστατο στο συνολικό ποσό για το οποίο αναγγέλθηκαν (85.000 ευρώ), με περιουσιακή βλάβη των ως άνω αναγγελθέντων δανειστών, μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Δημόσιο. Η πράξη τους, όμως, αυτή δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από την θέλησή τους και συγκεκριμένα, γιατί η Συμβολαιογράφος υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν παραπλανήθηκε και διαπιστώνοντας την ανυπαρξία των απαιτήσεών τους, δεν κατέταξε αυτές στον υπ'αριθ. 20431/2010 πίνακα που συνέταξε. Με τις ως άνω ενέργειες απειλήθηκε περιουσιακή βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 462,53 ευρώ.
13. Ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία με τους Γ. Α., Α. Π. και Π. Λ., και έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το έγκλημα της απάτης, άρχισαν να εκτελούν την αξιόποινη πράξη της απάτης, χωρίς, όμως, να επιτύχουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που επιδίωκαν, για λόγους ανεξαρτήτους της θέλησής τους και ειδικότερα : Καθένας από τους τέσσερις δικηγόρους, μετά από συναπόφαση, με την από 26-11-2008 αναγγελία του, πρoς τη Συμβολαιογράφο Αθηνών Βασιλική Μπάη-Πρωτονοταρίου, ενώπιον της οποίας εκπλειστηριάστηκαν, στις 12-11-2008, με επίσπευση του πιστωτικού συνεταιρισμού "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΥΝ.Π.Ε.", που εδρεύει στην ημεδαπή, οριζόντιες ιδιοκτησίες του οφειλέτη Ν. Ν., που βρίσκονται στην Αθήνα, σε πολυκατοικία επί της οδού ..., και κατακυρώθηκαν στην τράπεζα "EFG EUROBANK ERGAS1AS ΑΕ", αντί συνολικού ποσού 376.780 ευρώ, ανήγγειλε απαίτησή του και δη η Φ. Β. ποσού 109.460 ευρώ, ο Π. Λ. 80.000 ευρώ, ο Γ. Α. 100.000 ευρώ και ο Α. Π. 60.000 ευρώ και ζήτησε την προνομιακή κατάταξή της. Οι αναγγελίες αυτές επιδόθηκαν από το δικαστικό επιμελητή Ν. Ν. στην ως άνω Συμβολαιογράφο [βλ. τις υπ' αριθ. ...-2008 εκθέσεις επίδοσης αυτού αντιστοίχως]. Προς απόδειξη της απαίτησής τους, επικαλέστηκαν και κατέθεσαν στην υπάλληλο του πλειστηριασμού: α) η Φ. Β. αντίγραφο: αα) της από 25-11-2008 [αριθ. κατ. 216554/556/26-11-2008] αγωγής, κατά του ως άνω οφειλέτη Ν. Ν., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [τμήμα αμοιβών δικηγόρων] και της υπ' αριθ. ...-2008 έκθεσης επίδοσης. Η αγωγή αυτή κατατέθηκε από το δικηγόρο Γ. Α., ββ) των από 14-11, 18-11, 21-11 και 24-11-2008 αγωγών του Ν. Ν., κατά του ως άνω πιστωτικού συνεταιρισμού, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των υπ' αριθ. ...-2008 εκθέσεων επίδοσης αυτών, β) ο Π. Λ. αντίγραφο αα) της από 25-11-2008 [αριθ. κατ. 216571/557/26-11-2008] αγωγής του κατά του ως άνω οφειλέτη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [τμήμα αμοιβών δικηγόρων] και της υπ' αριθ. ...-2008 έκθεσης επίδοσης. Η αγωγή αυτή κατατέθηκε από το δικηγόρο Γ. Α., ββ) των από 14-11, 17-11, 22-11 και 26-11-2008 αγωγών του Ν. Ν. κατά του ίδιου πιστωτικού συνεταιρισμού, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των υπ' αριθ. ...-2008 εκθέσεων επίδοσης αυτών, γ) ο Γ. Α. αντίγραφο αα) της από 25-11-2008 [αριθ. κατ. 216607/559/26-11-2008] αγωγής του κατά του ίδιου ως άνω οφειλέτη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [τμήμα αμοιβών δικηγόρων] και της υπ' αριθ. ...-2008 έκθεσης επίδοσης. Η αγωγή αυτή κατατέθηκε από τον ίδιο, ββ) των από 17-11, 18-11, 19-11 και 20-11-2008 αγωγών του Ν. Ν. κατά του ίδιου πιστωτικού συνεταιρισμού, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των υπ' αριθ. ...-2008 εκθέσεων επίδοσης και δ) ο Α. Π. αντίγραφο: αα) της από 25-11-2008 [αριθ. κατ. 216607/559/26-11-2008] αγωγής του κατά του ίδιου οφειλέτη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [τμήμα αμοιβών δικηγόρων]. Η αγωγή υπογράφεται από τον ίδιο, ενώ κατατέθηκε από το δικηγόρο Γ. Α. και ββ) της υπ' αριθ. ...-2008 έκθεσης επίδοσης. Στην αγωγή αυτή, προς θεμελίωση της απαίτησής του, επικαλείται τη, με εντολή του εναγομένου άσκηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών των από 24-11,25-11, 21-11-2008 ανακοπών ακύρωσης του ως άνω πλειστηριασμού.
Με καθεμία από τις αγωγές, καθένας από τους τέσσερις δικηγόρους, επικαλούμενος την παροχή, δήθεν, δικηγορικών υπηρεσιών στον οφειλέτη [εντολή και άσκηση των ως άνω αγωγών, συμφωνία αμοιβής για κάθε αγωγή κατά τα εκτιθέμενα], ζητούσε να υποχρεωθεί να του καταβάλει ως αμοιβή τα ως άνω χρηματικά ποσά.
Στην ίδια υπάλληλο του πλειστηριασμού, είχαν αναγγείλει απαιτήσεις τους και: α) το Ι.Κ.Α. [Γ' Ταμείο], ποσού 11.630 ευρώ, β) η τραπεζική εταιρεία "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", ποσού 552.361,55 ευρώ και γ) ο επισπεύδων πιστωτικός συνεταιρισμός, ποσού 1.236.770 ευρώ.
Με τις ενέργειες αυτές, οι ως άνω παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς, στην ανωτέρω υπάλληλο του πλειστηριασμού ότι πράγματι είχαν απαίτηση εναντίον του ως άνω οφειλέτη. Το αληθές, όμως, το οποίο γνώριζαν, ήταν ότι ουδεμία απαίτηση είχαν, αφού οι αναγγελθείσες απαιτήσεις τους ήταν εικονικές, δεδομένου μάλιστα ότι: α) οι αγωγές για την επιδίκαση των αμοιβών ασκήθηκαν στο αρμόδιο Δικαστήριο, την προηγούμενη ημέρα της λήξης της προθεσμίας, για την αναγγελία των απαιτήσεων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, β) οι αγωγές ήταν ταυτόσημες (λεκτικά) και κατά περιεχόμενο μεταξύ τους και με τις άλλες αγωγές, που ασκήθηκαν από τους ως άνω, γ) οι αμοιβές που ζητούσαν, πέραν του ότι ήταν υπερβολικές, ήταν και προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν. Σκόπευαν δε να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, που συνίστατο στο συνολικό ποσό για το οποίο αναγγέλθηκαν(349.640 ευρώ), με ισόποση περιουσιακή βλάβη των ως άνω αναγγελθέντων δανειστών, μεταξύ των οποίων και η τραπεζική εταιρία "EFG EUROBANK ERGASIAS AE".
Η πράξη τους όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από την θέλησή τους και συγκεκριμένα γιατί η συμβολαιογράφος υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν παραπλανήθηκε, αλλά διαπιστώνοντας ότι οι απαιτήσεις των κατηγορουμένων δεν μπορούσαν να καταταγούν προνομιακά, καθόσον αφορούσαν αμοιβές που προέκυψαν μετά τον πλειστηριασμό και δεν εντάσσονταν στις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 975 παρ.3 και 977 ΚΠολΔ, δεν κατέταξε αυτές στον υπ'αριθ. .../2009 πίνακα. Με τις ως άνω ενέργειες απειλήθηκε περιουσιακή βλάβη σε βάρος της "EFG EUROBANK ERGASIAS AE", ύψους 349.460 ευρώ, ποσό για το οποίο κατετάγη η εν λόγω τράπεζα, ενώ δεν θα είχε καταταγεί αν είχαν καταταγεί προνομιακά οι κατηγορούμενοι. 14. Ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία με τους Γ. Α. και Π. Λ., και έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το έγκλημα της απάτης, άρχισαν να εκτελούν την αξιόποινη πράξη της απάτης, χωρίς όμως, να επιτύχουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που επεδίωκαν, για λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους και ειδικότερα : ο καθένας από τους τρεις δικηγόρους, μετά από συναπόφαση, με την από 6-5-2009 αναγγελία του, προς Συμβολαιογράφο Αθηνών Αλεξάνδρα Κάκκου - Λιαγιανδρέου, ενώπιον της οποίας εκπλειστηριάστηκε, με επίσπευση της τράπεζας "MARFIN EΓΝΑΤΙΑ ΑΕ" , ακίνητο του οφειλέτη Ν. Κ., που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ..., αντί ποσού 95.000 ευρώ, ανήγγειλε απαίτηση ποσού ο μεν Π. Λ. 40.000 ευρώ, ο Γ. Α. 40.000 ευρώ και η Φ. Β. 20.000 ευρώ και ζήτησε την προνομιακή κατάταξή της. Οι αναγγελίες αυτές επιδόθηκαν από το Ν. Ν. στις 6-5-2009. Με τις αναγγελίες αυτές, καθένας από τους δικηγόρους εξέθετε ότι η απαίτησή του θεμελιώνεται, δήθεν, σε οφειλόμενη από το Ν. Κ. αμοιβή, από την παροχή, δήθεν προς αυτόν δικηγορικών υπηρεσιών, την οποία ο τελευταίος δεν κατέβαλε και γι'αυτό άσκησαν κατ'αυτού, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις από 5-5-2009(αριθ.κατ. 216/2009,217/2009 και 215/2009) αγωγές, τις οποίες όμως δεν κατέθεσαν. Με τις αγωγές, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι δικηγόροι (Π. Λ., Γ. Α. και Φ. Β.), επικαλούμενοι την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών στο Ν. Κ., ζητούσαν να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει σε καθένα από αυτούς τα ως άνω χρηματικά ποσά.
Στην ίδια υπάλληλο του πλειστηριασμού είχαν αναγγείλει απαιτήσεις τους το Ελληνικό Δημόσιο, δια της ΣΤ' ΔΌ.Υ. Αθηνών, ποσού 22.094,12 και η επισπεύδουσα την εκτέλεση τράπεζα, ποσού 62.500 ευρώ.
Με τις ενέργειες αυτές, οι κατηγορούμενοι δικηγόροι παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς, στην ανωτέρω υπάλληλο του πλειστηριασμού, ότι πράγματι είχατε απαίτηση εναντίον του ως άνω οφειλέτη. Το αληθές, όμως, το οποίο γνώριζαν, ήταν ότι ουδεμία απαίτηση είχαν, αφού οι αναγγελθείσες απαιτήσεις τους ήταν εικονικές, δεδομένου μάλιστα ότι: α) οι αγωγές ήταν ταυτόσημες (λεκτικά) και κατά περιεχόμενο μεταξύ τους, αλλά και με τις άλλες αγωγές, που ασκήθηκαν από αυτούς, β) οι αμοιβές που ζητούσαν, με την αγωγή τους οι δικηγόροι, πέραν του ότι ήταν υπερβολικές, ήταν και προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν.
Σκόπευαν δε να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, που συνίστατο στο ποσό (100.000 ευρώ) για το οποίο είχαν αναγγελθεί, με περιουσιακή βλάβη των ως άνω αναγγελθέντων δανειστών, ήτοι του Ελληνικού Δημοσίου και της ως άνω εδρεύουσας στην ημεδαπή τράπεζας.
Η πράξη τους, όμως, αυτή δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από την θέλησή τους και συγκεκριμένα γιατί η Συμβολαιογράφος υπάλληλος του πλειστηριασμού διαπίστωσε την ανυπαρξία των απαιτήσεων των ως άνω δικηγόρων και δεν τις κατέταξε στον υπ' αριθ. 60447/2009 πίνακα αυτής. Με τις ενέργειες αυτές απειλήθηκε περιουσιακή βλάβη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 22.094,12 ευρώ.
15. Ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία με τους Γ. Α. και Π. Λ., και έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το έγκλημα της απάτης, άρχισαν να εκτελούν την αξιόποινη πράξη της απάτης, χωρίς, όμως, να επιτύχουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που επιδίωκαν, για λόγους ανεξαρτήτους της θέλησής τους και ειδικότερα : Καθένας από τους ως άνω τρεις δικηγόρους, μετά από συναπόφαση. με την από 15-9-2008 αναγγελία του προς τη Συμβολαιογράφο Αθηνών Αλεξάνδρα Κάκκου-Λαγιανδρέου, ενώπιον της οποίας εκπλειστηριάστηκε, με επίσπευση της τραπεζικής εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ακίνητο των οφειλετών Κ. Μ. και Ε. Μ., που βρίσκεται στο Παλαιό Φάληρο, επί της ..., αντί ποσού 600.100 ευρώ, και κατακυρώθηκε στην ως άνω τράπεζα, ανήγγειλε απαιτήσεις και δη ο μεν Π. Λ. ποσού 60.000 και 90.000 ευρώ, ο Γ. Α. ποσού 210.000 ευρώ και η Φ. Β. ποσού 240.000 ευρώ και ζήτησε την προνομιακή κατάταξη της απαίτησης. Οι αναγγελίες αυτές επιδόθηκαν από το δικαστικό επιμελητή Ν. Ν. στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, στις 15-9-2008.
Προς απόδειξη της απαίτησής τους, επικαλέστηκαν και κατέθεσαν στην υπάλληλο του πλειστηριασμού α) ο Π. Λ. αντίγραφο: αα) της από 15- 9-2008 [αριθ. κατ. 168308/398/12-9-2008] αγωγής του κατά του ως άνω οφειλέτη Κ. Μ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [τμήμα αμοιβών δικηγόρων], με την οποία ζητούσε να του καταβάλει 60.000 ευρώ και της υπ' αριθ. ...-2008 έκθεσης επίδοσης ββ) των από 30-8-2008 δύο αγωγών [αριθ. κατ. 167103/8388/12-9-2008 και 167086/8386/12-9-2009] του ως άνω οφειλέτη κατά της επισπεύδουσας την εκτέλεση τράπεζας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γγ) της από 15-9-2008 [αριθ. κατ. 168363/401/12-9-2008] αγωγής του κατά της ως άνω οφειλέτριας Ε. Μ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [τμήμα αμοιβών δικηγόρων], με την οποία ζητούσε να του καταβάλει 90.000 ευρώ και της υπ’ αριθ. ...-2008 έκθεσης επίδοσης, δδ) τριών αγωγών με ημερομηνία 29-8, 5-9 και 9-9-2008 κατά της επισπεύδουσας τράπεζας, β) ο Γ. Α. αντίγραφο: αα) της από 15-9-2008 [αριθ. κατ. 168374/40/12-9-2008] αγωγής του κατά της ως άνω οφειλέτριας Ε. Μ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [τμήμα αμοιβών δικηγόρων], με την οποία ζητούσε να του καταβάλει 210.000 ευρώ, ββ) πέντε αγωγών κατά της επισπεύδουσας τράπεζας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και των αντίστοιχων εκθέσεων επίδοσής τους και γ) η Φ. Β. αντίγραφο: αα) της από 15-9-2008 [αριθ. κατ. 168347/400/12-9- 2008] αγωγής κατά του ως άνω οφειλέτη Κ. Μ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [τμήμα αμοιβών δικηγόρων], με την οποία ζητούσε να της καταβάλει 240.000 ευρώ και της υπ’ αριθ. ...-2008 έκθεσης επίδοσης ββ) μιας ανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών του ως άνω οφειλέτη, κατά της επισπεύδουσας τράπεζας, για ακύρωση του πλειστηριασμού και επτά αγωγών των ίδιων διαδίκων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης.
Με καθεμία από τις αγωγές, καθένας από τους δικηγόρους, επικαλούμενος την παροχή, δήθεν, δικηγορικών υπηρεσιών στους οφειλέτες [εντολή και άσκηση των ως άνω αγωγών, συμφωνία αμοιβής για κάθε αγωγή, κατά τα εκτιθέμενα], ζητούσε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, ως αμοιβή, τα ως άνω χρηματικά ποσά.
Στην ίδια υπάλληλο του πλειστηριασμού είχαν αναγγείλει απαιτήσεις τους και: α) το Ελληνικό Δημόσιο, δια της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, ποσού 552.406,96 ευρώ, κατά του Κ. Μ. και 552.321,86, κατά της Ε. Μ., β) το Γ' Ταμείο ΙΚΑ, ποσού 29.651,09 και 8.845,79 αντίστοιχα, γ) η επισπεύδουσα τράπεζα, ποσού 1.164.832,63 ευρώ και δ) η τράπεζα "ALPHA BANK ΑΕ", ποσού 1.187.1 17,57 ευρώ.
Με τις ενέργειες αυτές, η Φ. Β. και οι ως άνω παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στην ανωτέρω υπάλληλο του πλειστηριασμού, ότι πράγματι είχαν απαίτηση εναντίον των ως άνω οφειλετών. Το αληθές, όμως, το οποίο οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, ήταν ότι ουδεμία απαίτηση είχαν, αφού αυτές ήταν εικονικές και αναγγέλθηκαν μετά από συμφωνία με τους οφειλέτες, δεδομένου μάλιστα ότι: α) οι αγωγές ήταν ταυτόσημες (λεκτικά) και κατά περιεχόμενο μεταξύ τους και με τις άλλες αγωγές, που ασκήθηκαν από τους ως άνω. β) οι αμοιβές που ζητούσαν, με την αγωγή τους οι ως άνω δικηγόροι, πέραν του ότι ήταν υπερβολικές, ήταν και προσαρμοσμένες στο πλειστηρίασμα που γνώριζαν ότι είχε επιτευχθεί, αφού στην κάρπωση αυτού αποσκοπούσαν.
Σκόπευαν δε να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, που συνίστατο στο συνολικό ποσό (600.000 ευρώ) για το οποίο αναγγέλθηκαν, με περιουσιακή βλάβη των ως άνω αναγγελθέντων δανειστών, μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Δημόσιο.
Η πράξη τους, όμως, αυτή δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από την θέλησή τους και συγκεκριμένα γιατί η συμβολαιογράφος υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν παραπλανήθηκε και διαπιστώνοντας την ανυπαρξία των απαιτήσεων των δικηγόρων, δεν τις κατέταξε στον υπ' αριθ. 57758/2008 πίνακα αυτής. Με τις ως άνω ενέργειες απειλήθηκε περιουσιακή βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 196.644 ευρώ. 16. Γνωρίζοντας η Φ. Β., ότι ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Πέρσας Παντουβάκη, εκπλειστηριάστηκαν, στις 4-6-2008, δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες (αποθήκες) της ως άνω οφειλέτριας Χ.-Μ. Α., που βρίσκονται επί της οδ. ..., στη Νέα Ιωνία, με επίσπευση της τραπεζικής εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΑΑΔΟΣ ΑΕ" και ότι κατακυρώθηκαν στη Δ. χήρα Π. Π., αντί ποσού 14.010 ευρώ, και έχοντας αποφασίσει να τελέσει το έγκλημα της απάτης, άρχισε να εκτελεί την αξιόποινη πράξη της απάτης, χωρίς, όμως, να επιτύχει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επιδίωκε, για λόγους ανεξαρτήτους της θέλησής της και ειδικότερα : Με την από 17- 6-2008 αναγγελία της στην ως άνω συμβολαιογράφο, ανήγγειλε απαίτησή της κατά της οφειλέτριας, ποσού 78.000 ευρώ και ζήτησε την προνομιακή κατάταξή της. Προς απόδειξη μάλιστα της απαίτησής της, επικαλέστηκε και κατέθεσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού αντίγραφο της από 19-5-2008 αγωγής της κατά της οφειλέτριας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [διαδικασία αμοιβών δικηγόρων], με την οποία, επικαλούμενη την παροχή, δήθεν, προς αυτήν δικηγορικών υπηρεσιών [σύνταξη και κατάθεση 11 δικογράφων], ζητούσε να υποχρεωθεί να της καταβάλει 78.000 ευρώ.
Στην ίδια υπάλληλο του πλειστηριασμού είχαν αναγγείλει απαιτήσεις τους: α) το Ελληνικό Δημόσιο, δια της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ποσού 123.376,55 ευρώ και δια της Δ.Ο.Υ. Νέας Ιωνίας, ποσού 19.248,26 ευρώ, β) το Β Ταμείο Είσπραξης εσόδων 1ΚΑ Αθηνών, ποσού 955,36 ευρώ, γ) η "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", ποσού 232.969,98 ευρώ και δ) η "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα, ποσού 43.653,40 ευρώ.
Με τις ως άνω ενέργειες, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, η Φ. Β. παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, ότι είχε πράγματι την ανωτέρω αναφερόμενη απαίτηση κατά της οφειλέτριας, κυρίας του ακινήτου, ενώ η αλήθεια την οποία η κατηγορούμενη γνώριζε, ήταν ότι η εν λόγω απαίτηση ήταν ανύπαρκτη και εικονική.
Με την ενέργεια αυτή, πέτυχε να παραπλανήσει την υπάλληλο του πλειστηριασμού, ότι πράγματι υπήρχε απαίτησή της κατά της ως άνω οφειλέτριας, από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών και έτσι, η συμβολαιογράφος κατέταξε προνομιακά αυτήν, με τον υπ' αριθ. 8.083/5-12-2008 πίνακά της, για ποσό 8.984,49 ευρώ, ήτοι για όλο το πλειστηρίασμα με την αίρεση ότι όφειλε για να εισπράξει την απαίτησή της να προσκομίσει τελεσίδικη απόφαση, η οποία θα της επιδίκαζε την απαίτηση για την οποία αναγγέλθηκε και κατετάγη. Ωστόσο, η πράξη της κατηγορουμένης δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από την θέλησή τους, γιατί η κατηγορουμένη δεν προσκόμισε τελεσίδικη απόφαση και έτσι δεν εισέπραξε την αναγγελθείσα απαίτηση. Από την ως άνω πράξη απειλήθηκε περιουσιακή ζημία κατά του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 8.984,49 ευρώ).
17. Η Φ. Β., με την από 21-5-2008 αναγγελία της στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Βαρβάρα Σγούρα, ενώπιον της οποίας εκπλειστηριάστηκαν δύο ενιαίες οριζόντιες ιδιοκτησίες της ανωτέρω οφειλέτριας, που βρίσκονται στη συμβολή των οδών ... στη Νέα Ιωνία, αντί ποσού 200.010 ευρώ, με επίσπευση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Λ.Τ.Δ.", προς ικανοποίηση απαίτησής της, ποσού 126.109,15 ευρώ, αυτή ανήγγειλε απαίτησή της κατά της ως άνω οφειλέτριας ποσού 78.000 ευρώ. Την αναγγελία την επέδωσε στην ως άνω συμβολαιογράφο και την οφειλέτρια, με παραγγελία της ο δικαστικός επιμελητής Χ. Α. [βλ. τις υπ' αριθ. ...-2008 εκθέσεις επίδοσης αυτού]. Προς απόδειξη της απαίτησής της η Φ. Β. επικαλέστηκε και κατέθεσε την από 19-5-2008 [αριθ. κατ. 101212/235/20-5-2008] αγωγή της κατά της οφειλέτριας Χ.-Μ. Α. Με την αγωγή αυτή, επικαλούμενη την παροχή, δήθεν, δικηγορικών υπηρεσιών στην ως άνω οφειλέτρια [μελέτη της υπόθεσης οφειλών της που είχαν ως κατάληξη τον πλειστηριασμό-σύνταξη και κατάθεση δικογράφων αίτησης διόρθωσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και δέκα αγωγών κατά το χρονικό διάστημα από 2-5 έως 16-5-2008] και συμφωνία καταβολής αμοιβής 7.000 ευρώ για κάθε δικόγραφο και συνολικά, μαζί με άλλα έξοδά της, 78.000 ευρώ, ζητούσε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ως άνω ποσό.
Στον ίδιο πλειστηριασμό είχαν αναγγείλει απαιτήσεις τους: α) το Ελληνικό Δημόσιο, δια του Προϊσταμένου της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ποσού 122.779,79 ευρώ και δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Νέας Ιωνίας, ποσού 19.136,87 ευρώ, β) το Β' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ, ποσού 949,87 ευρώ, γ) η ΕΘΝΙΚΗ Τράπεζα Ελλάδος ποσών, 48.070,43. 48.070,43, 14.673,51 και 38.151,14 ευρώ, δ) η ΑΓΡΟΤΙΚΗ Τράπεζα Ελλάδος, ποσών 50.000 ευρώ και 130.558.91 ευρώ, ε) η ΕΓΝΑΤΙΑ Τράπεζα ΑΕ, ποσού 6.850.59 ευρώ, στ) ο δικηγόρος Ηλίας Κατσαβός, ποσού 72.287,10 και ζ) ο δικηγόρος Ν. Κελαϊδής, ποσού 6.000 ευρώ.
Με τις ενέργειες αυτές, η κατηγορούμενη παρέστησε, εν γνώσει της, ψευδώς στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, ότι πράγματι υπήρχε προνομιακή απαίτησή της, κατά τα άρθρα 975 αριθμός 3 και 977 ΚΠολΔ, από παροχή προς την ιδιοκτήτρια του ακινήτου δικηγορικών υπηρεσιών, προκειμένου να την κατατάξει προνομιακά. Το αληθές, όμως, το οποίο η ανωτέρω κατηγορούμενη γνώριζε, ήταν ότι ουδεμία απαίτηση είχε αυτή εναντίον της ανωτέρω ιδιοκτήτριας, ενόψει του ότι η εν λόγω απαίτηση ήταν εικονική, ενώ αποσκοπούσε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το ως άνω ποσό, με περιουσιακή ζημία των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών.
Η πράξη της, όμως, αυτή δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από την θέλησή της, γιατί η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν παραπλανήθηκε, διαπίστωσε την ανυπαρξία της απαίτησής της και δεν την κατέταξε.
Από την ως άνω πράξη απειλήθηκε περιουσιακή ζημία κατά του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 56.434,13 ευρώ.
18. Ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία με τους Π. Λ. και Π. Ο., διαχειριστή της εταιρείας "W & S CONSTRUCTIONS ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΠΕ", διέπραξαν την πιο κάτω πράξη απάτης ενώπιον Δικαστηρίου:
Στις 25-9-2009. κατά τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 21-4-2009 [αριθμός κατάθεσης 65299/122/2009] ανακοπής της εταιρείας "W & S CONSTRUCTIONS ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΠΕ", κατά του Π. Φ., που υπέγραψε η δικηγόρος Φ. Β. και κατέθεσε ο Π. Λ. [αριθμός κατάθεσης 65299/122/2009] την επέδωσε δε ο δικαστικός επιμελητής Ν. Ν. [...-2009 έκθεση επίδοσης αυτού], με την οποία η ως άνω εταιρία ζητούσε την ακύρωση της υπ' αριθ. .../2009 Διαταγής Απόδοσης μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτή (η Φ. Β.) εμφανίστηκε και εκπροσώπησε την ανακόπτουσα. Παρέστησε δε ψευδώς με την ανακοπή και τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ότι α)η ανακόπτουσα εταιρεία, με το από 15-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε, δήθεν, μισθώσει από το Γ. Μ., τις με στοιχεία Β-1 Η-1 και Η-2 οριζόντιες ιδιοκτησίες πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού ... στο Χαλάνδρι, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει "αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες της επιχείρησης της μισθώτριας, για χρονικό διάστημα είκοσι ετών (15-1-2007 έως 14-1-2026) και μηνιαίο μίσθωμα [600. 300, 100] 1.000 ευρώ συνολικά, για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, β) ο εκμισθωτής Γ. Μ., με το από 30-3-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκχώρησε στην εταιρεία "GLOBAL UNIT ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΠΕ" την απαίτησή του για την καταβολή των μισθωμάτων από το Μάρτιο 2007 και κάλεσε την ανακόπτουσα να καταβάλει στην εταιρεία το ποσό των 228.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα μισθώματα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης και γ) μετά την από 31-3-2008 έγγραφη συμφωνία της με την εταιρεία "GLOBAL UNIT ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΠΕ" της κατέβαλε, για την ως άνω αιτία, ποσό 143.404,30 ευρώ και επομένως δεν οφείλει κανένα μίσθωμα.
Προς απόδειξη των ψευδών αυτών ισχυρισμών, πέραν της ένορκης κατάθεσης ως μάρτυρα του Γ. Μ., η Φ. Β. επικαλέστηκε με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω ψευδή αποδεικτικά μέσα: α) το από 15-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, κατατεθειμένο και θεωρημένο από τη Δ.Ο.Υ. Χαλανδρίου, β) το από 30-3-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης της απαίτησης για την είσπραξη των μισθωμάτων και γ) το από 31-3-2008 συμφωνητικό καταβολής, μετά από περιορισμό της απαίτησης, 143.404,30 ευρώ, όλων των μισθωμάτων, μέχρι την κατά την 14-1-2026 λήξη της μίσθωσης.
Η αλήθεια, όμως, την οποία η Φ. Β. και οι ως άνω γνώριζαν, ενώ το Δικαστήριο αγνοούσε, ήταν ότι η μίσθωση και εκχώρηση των μισθωμάτων ήταν εικονική και οι δηλώσεις όλων των συμβληθέντων στα μισθωτήρια δεν έγιναν στα σοβαρά. αλλά φαινομενικά και δεν αποσκοπούσαν πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της σύμβασης μίσθωσης που κατάρτισαν, αλλά είχαν μοναδικό σκοπό να μην παραδοθεί το ακίνητο στον υπερθεματιστή και νέο κύριο αυτού Π. Φ. και να μην του καταβληθεί μίσθωμα Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις, που έγιναν με σκοπό να αποκομίσουν οι ως άνω παράνομο περιουσιακό όφελος, διατηρώντας την κατοχή του ακινήτου, παραπλάνησαν και έπεισαν το ως άνω Δικαστήριο, για την αλήθεια των ισχυρισμών τους, ότι δηλαδή η μίσθωση των ακινήτων ήταν, δήθεν, έγκυρη, με αποτέλεσμα να εκδώσει την υπ' αριθ. 91/2010 οριστική απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η υπ' αριθ. .../2009 Διαταγή Απόδοσης της χρήσης του ως άνω ακινήτου, στον κύριο αυτού Π. Φ.
Έτσι, οι ανωτέρω αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο τουλάχιστον με το μίσθωμα που αναφερόταν στο ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσης του ακινήτου, για το χρονικό διάστημα που το κατείχαν και το χρησιμοποιούσαν παράνομα, ήτοι από την έκδοση της υπ' αριθ. 91/2010 οριστικής απόφασης, μέχρι την αποβολή τους από το ακίνητο [13-7-2011] και συγκεκριμένα περιουσιακό όφελος [ 12, περίπου, μήνες επί 700 ευρώ] 8.400 ευρώ, με αντίστοιχη ισόποση ζημία του νέου κυρίου του ακινήτου Π. Φ., ο οποίος αποστερήθηκε την χρήση αυτού και των εξ αυτής ωφελημάτων.
19. Ενεργώντας από κοινού και κατά διαδοχική συναυτουργία με τους συγκατηγορουμένους της Μ. Μ., Ν. Κ. και Θ. Δ., τέλεσαν την παρακάτω πράξη:
Κατά τη συζήτηση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την 1η- 4-2009, της από 14-7-2008 [αριθ. κατ. 4633/2008] αγωγής των εναγόντων Χ. Γ. και Δ. Μ. κατά των εταιρειών με την επωνυμία: αα) "ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΑΕ", με νόμιμο εκπρόσωπο τον ως άνω Μ. Μ. (ή Δ.). ββ) "MARSHALL ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΠΕ", με νόμιμο εκπρόσωπο τον ως άνω Ν. Κ. και γγ) "D & S REALTY ΕΠΕ", με νόμιμο εκπρόσωπο τον Θ. Δ. (ή Α.), με την οποία οι ως άνω ενάγοντες, με την ιδιότητα των νέων συγκυριών αυτού, ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρείες να τους αποδώσουν την χρήση του αναφερόμενου μίσθιου διαμερίσματος, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ..., η Φ. Β. εμφανίστηκε και εκπροσώπησε τις εναγόμενες εταιρείες, παρέστησε δε εν γνώσει της ψευδώς, ότι ήταν, δήθεν, έγκυροι και αληθείς όλοι οι όροι των παρακάτω ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης και υπομίσθωσης του ως άνω ακινήτου και ειδικότερα: 1) του από 18-12-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, με το οποίο οι Β. Α. και Α. Α. φέρονται ότι το εκμίσθωσαν στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΑΕ", με νόμιμο εκπρόσωπο το Μ. Μ., ότι η διάρκεια της μίσθωσης ήταν για το χρονικό διάστημα από 18-12-2007 έως 17-2-2019, ότι θα χρησιμοποιηθεί "αποκλειστικά και μόνο για τη διενέργεια εμπορικών πράξεων", ότι το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 400 ευρώ για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης και συνολικά σε 57.600 ευρώ, από το οποίο, κατά τη συμφωνία, ποσό 4.800 ευρώ καταβλήθηκε με την υπογραφή του μισθωτηρίου, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 52.800 ευρώ θα καταβαλλόταν σε 11 ετήσιες δόσεις των 4.800 ευρώ και ότι Θα επιτρέπεται η υπομίσθωση, 2) του από 19-3-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής υπομίσθωσης, με το οποίο η ως άνω μισθώτρια εταιρεία υπεκμίσθωσε το ίδιο ακίνητο στην εταιρεία με την επωνυμία "MARSHALL ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΠΕ", με νόμιμο εκπρόσωπο τον Ν. Κ., ότι η διάρκεια της υπομίσθωσης ήταν για το χρονικό διάστημα από 19-3- 2008 έως 18-3-2011, ότι θα χρησιμοποιηθεί "αποκλειστικά και μόνο για τη διενέργεια εμπορικών πράξεων", ότι το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 450 ευρώ και ότι θα επιτρέπεται η υπομίσθωση, 3) του από 26-3-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής υπομίσθωσης, με το οποίο η ως άνω υπεκμισθώτρια εταιρεία υπεκμίσθωσε περαιτέρω το ίδιο ακίνητο στην εταιρεία με την επωνυμία "D & S REALTY ΕΓΙΕ", με νόμιμο εκπρόσωπο τον Θ. Δ., ότι η διάρκεια της υπομίσθωσης ήταν για το χρονικό διάστημα από 26-3-2008 έως 25-3-2011. ότι θα χρησιμοποιηθεί "αποκλειστικά και μόνο για τη διενέργεια εμπορικών πράξεων", ότι το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 500 ευρώ και ότι θα επιτρέπεται η υπομίσθωση. Προς υποστήριξη, μάλιστα, των ως άνω ισχυρισμών της, επικαλέστηκε με τις προτάσεις και προσκόμισε τα πιο κάτω ψευδή αποδεικτικά μέσα: 1) τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, με τις επ' αυτών πράξεις κατάθεσης 5668/24-12- 2007, 1525/24-3-2008 της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών και 1106/16-3-2008 της Δ.Ο.Υ. Δ Πειραιά και 2) την από 9-5-2008 εξώδικη δήλωση της τρίτης από της ως άνω εταιρείες προς τους Χ. Γ. και Δ. Μ., προς τους οποίους δήλωνε ότι κατείχε, δήθεν, νόμιμα το ακίνητο, ως υπομισθώτρια. δυνάμει έγκυρης σύμβασης υπομίσθωσης. Την ως άνω εξώδικη δήλωση επέδωσε ο δικαστικός επιμελητής Χ. Α.
Η αλήθεια, όμως, την οποία η Φ. Β. και οι συγκατηγορούμενοί της γνώριζαν, ήταν ότι η μίσθωση και οι υπομισθώσεις ήταν εικονικές και οι δηλώσεις όλων των συμβληθέντων στα μισθωτήρια δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά φαινομενικά και δεν αποσκοπούσαν πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της σύμβασης μίσθωσης που κατάρτισαν, αλλά είχαν μοναδικό σκοπό να μην παραδοθεί το ακίνητο στους υπερθεματιστές και νέους κυρίους αυτού.
Με την πράξη αυτή οι κατηγορούμενοι επιδίωξαν να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 6.800 ευρώ, από την χρήση αυτού, δηλαδή, ίσο, τουλάχιστον, με το μίσθωμα που αναφερόταν στο πρώτο από τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά εκμίσθωσης του ακινήτου, για το χρονικό διάστημα από 7-3-2008 έως 10-9-2009 που το κατείχαν [(17 μήνες X 400 ευρώ), προξενώντας αντίστοιχη ζημία στους νέους ιδιοκτήτες του ακινήτου.
Η πράξη τους, όμως, αυτή δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από την θέλησή τους και συγκεκριμένα, διότι το ως άνω Δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε και δεν πείστηκε απ' τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ψευδή αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η Φ. Β., για λογαριασμό και των συγκατηγορουμένων της και με την υπ' αριθ. 2301/2001 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή των Χ. Γ. και Δ. Μ. και υποχρέωσε τις εταιρείες, που προαναφέρονται, να τους αποδώσουν την χρήση του ακινήτου".
Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, όπως οι παραδοχές αυτές διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, οι ανωτέρω περιγραφόμενες μερικότερες πράξεις της απάτης, τελέστηκαν από το ίδιο άτομο, εν προκειμένου την αναιρεσείουσα από κοινού και κατά μόνας, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, απέχουν χρονικά μεταξύ τους και περιλαμβάνει η κάθε μία μερικότερη πράξη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος της απάτης, τετελεσμένης ή σε απόπειρα. Περαιτέρω από τις ίδιες παραδοχές προκύπτει ότι η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα Φ. Β., με τις προπεριγραφείσες μερικότερες πράξεις του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος της απάτης για το οποίο καταδικάστηκε απέβλεπε εξ αρχής στο συνολικό αποτέλεσμα των εν λόγω πράξεων. Πλέον συγκεκριμένα από τις παραδοχές: ότι η κατηγορούμενη αναιρεσείουσα, όπως και οι εκάστοτε συναυτουργοί της σε κάθε μία από τις παραπάνω περιγραφόμενες πράξεις του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος της απάτης, συνεργαζόταν με τον Γ., στην επονομαζόμενη διαχείριση ακινήτων, ότι ο τελευταίος ενημερωνόταν από το δελτίο δικαστικών δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών για τους πλειστηριασμούς που επρόκειτο να γίνουν και παρακολουθώντας την σχετική διαδικασία γνώριζε το επιτευχθέν πλειστηρίασμα, ότι στο πλαίσιο αυτό η αναιρεσείουσα και οι συναυτουργοί της ελάμβαναν γνώση του εκάστοτε πλειστηριάσματος και προέβαιναν, στην υπάλληλο του πλειστηριασμού στις ανωτέρω σε κάθε μερικότερη πράξη, αναφερόμενες εικονικές αναγγελίες για καταβολή δικηγορικής αμοιβής για προσφερθείσες δήθεν υπηρεσίες στους ιδιοκτήτες των ακινήτων που εκπλειστηριάζονταν, με σκοπό την κάρπωση του πλειστηριάσματος, ενώ στις αναφερόμενες παραπάνω μερικότερες πράξεις απάτης στο δικαστήριο, προέβαιναν και προσκόμιζαν στις σχετικές δίκες εικονικά αποδεικτικά στοιχεία, όπως συμφωνητικά μίσθωσης του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, προκειμένου να καθυστερήσουν την παράδοση του εν λόγω ακινήτου στον υπερθεματιστή, ότι η ίδια η αναιρεσείουσα συνομολόγησε οτι το ποσό που αυτή θα εισέπραττε από το εκάστοτε πλειστηρίασμα θα το παρέδιδε στον Γ. και αυτή θα ελάμβανε την μηνιαία αμοιβή της, αναμφισβήτητα προκύπτει ο απαιτούμενος ενιαίος δόλος αυτής για το σύνολο των μερικότερων πράξεων του εν προκειμένου εγκλήματος στο οποίο εξ αρχής απέβλεπε. Συνακόλουθα αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή στην ένδικη περίπτωση των προϋποθέσεων του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος της παρ.2 του άρθρου 98 του Π.Κ, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται, λόγω του συνολικού ποσού των μερικοτέρων πράξεων που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, η κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της απάτης, η παραγραφή του οποίου αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξης, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη που αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσης. Δεδομένου δε ότι ο χρόνος αυτός είναι η 25-9-2009, από τότε και μέχρι την συζήτηση της υποθέσεως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (10-4-2023), δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας(ενόψει και της αναστολής) αλλά ούτε της δεκαπενταετίας, το δικαστήριο της ουσίας, ορθώς και χωρίς να υποπέσει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως. Συνακόλουθα, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια, της υπέρβασης εξουσίας με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του, καταδικάζοντας την ανωτέρω αναιρεσείουσα για τις 1)υπ'αρ. Α.9 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 09.10.2008 και απειληθείσα ζημία ύψους 117.864,52 ευρώ, 2) υπ'αρ. Α.10 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 13.11.2008 και απειληθείσα ζημία ύψους 110.000 ευρώ, 3) υπ'αρ. Α.12 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 04.09.2009 και απειληθείσα ζημία ύψους 462,53 ευρώ, 4) υπ'αρ. Α.14 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 06.5.2009 και απειληθείσα ζημία ύψους 22.094,12 ευρώ, 5) υπ'αρ. Α.16 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 17.06.2008 και απειληθείσα ζημία ύψους 8.984,49 ευρώ, 6) υπ'αρ. Α.17 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 21.5.2008 και απειληθείσα ζημία ύψους 56.434,13 ευρώ, 7) υπ'αρ. Α.18 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 25.9.2009 και απειληθείσα ζημία ύψους 8.400 ευρώ και 8) υπ'αρ. Α.19 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 01.04.2009 και απειληθείσα ζημία ύψους 6.800 ευρώ, χωρίς να συντρέχουν εν προκειμένου οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 98 παρ.2 του Π.Κ., με συνέπεια η κάθε μερικότερη ανωτέρω πράξη να διατηρεί την αυτοτέλεια της και λόγω της απειληθείσας σε κάθε μία εξ αυτών ποσού ζημίας, να φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα, ως εκ του χρόνου δε τελέσεώς της να έχει υποπέσει σε παραγραφή, με συνακόλουθη συνέπεια να έπρεπε να παύσει γι'αυτές οριστικά η ποινική τους δίωξη, λόγω παραγραφής, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο της κρινομένης αιτήσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια και πάλι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Θ' του ΚΠΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του, καταδικάζοντας την ανωτέρω αναιρεσείουσα για τις 1)υπ'αρ. Α.8 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 30.10.2008 και απειληθείσα ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 2.807,39 ευρώ, 2) υπ'αρ. Α.9 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 09.10.2008 και απειληθείσα ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους ύψους 117.864,52 ευρώ, 3) υπ'αρ. Α.10 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 13.11.2008 και απειληθείσα ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 27.142,22 ευρώ, 4) υπ'αρ. Α.12 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 04.09.2009 και απειληθείσα ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 462,53 ευρώ,5) υπ'αρ. Α.14 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 06.05.2009 και απειληθείσα ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 22.094,12 ευρώ,6) υπ'αρ. Α.16 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 17.06.2008 και απειληθείσα ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 8.984,49 ευρώ και 7) υπ'αρ. Α.17 μερικότερη πράξη φερόμενης απόπειρας απάτης, με χρόνο τέλεσης 21.5.2008 και απειληθείσα ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 56.434,13 ευρώ, ενώ για τις ανωτέρω πράξεις, μη υπαρχούσης της απαιτούμενης πλέον για την δίωξή τους έγκλησης, ή της προβλεπόμενης στην διάταξη του άρθρου 464 του Π.Κ. δήλωσης ότι το παθόν Ελληνικό Δημόσιο επιθυμεί την συνέχιση της ποινικής διαδικασίας, έπρεπε να κηρυχτεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη τους. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού: τέτοια έγκληση ή δήλωση του άρθρου 464 του ΠΚ, δεν απαιτείται όταν πρόκειται για την περίπτωση της διακεκριμένης μορφής απάτης της παρ.2 του άρθρου 386 του ΠΚ, όπως ισχύει από 1-7-2019, που θεμελιώνεται αν η αξιόποινη αυτή πράξη στρέφεται άμεσα κατά του ελληνικού Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή των ΟΤΑ και η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, όπως δεν απαιτείτο και υπό το ισχύον κατά τον χρόνο τέλεσης του επιδίκου εγκλήματος της απάτης (2008,2009) όπου η πράξη της απάτης σε βάρος του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, τιμωρείτο με βάση το ν. 1608/1950, σε συνδυασμό με το άρθρο 386 παρ.1 και 3 του προισχύσαντος ΠΚ που προέβλεπε την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος και η σχετική ποινική δίωξη χωρούσε αυτεπάγγελτα. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως για έρευνα, αφού οι λοιποί λόγοι αυτής, όπως και οι από 27-2-2024 πρόσθετοι επ'αυτής λόγοι, απορρίφθηκαν με την με αριθμό 50/2025 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας(αρθρο 578 ΚΠΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αρ. πρωτ. 7976/2023 δήλωση, της Φ. Β. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 552 και 689/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην ως άνω αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ