Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 976 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 976/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κέλλυ- Άννα Ντόκα, για αναίρεση της υπ'αριθ. 667/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας (Β' Βαθμού). Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας (Β'Βαθμού), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αρ. Ε.Μ. 3/23.12.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, υπ' αριθ.ΕΜ.3/23-12-2024, αίτηση του Σ. Κ. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθ.667/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας (β'βαθμού), η οποία εκδόθηκε κατά παραπομπή από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος με την υπ'αριθ. 830/2024 απόφασή του αναίρεσε την υπ` αριθ.50/2024 τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, για τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ αναιρετικούς λόγους, ασκήθηκε νομότυπα (με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος ενώπιον του γραμματέα του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου) και εμπρόθεσμα (καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο, κατά το άρθρο 473 παρ.3 εδ.α' του ΚΠΔ, βιβλίο στις 2.12.2024), σύμφωνα με τα άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1 και 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ.1, 4, 504 παρ.1 και 505 παρ. 1 ΚΠΔ και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, ήτοι τη σχετική καθώς και την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, καθώς το Δικαστήριο αρνήθηκε να αποφανθεί σε αυτοτελή ισχυρισμό του (περί ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος)από τον οποίο παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισής του και υπέρβαση εξουσίας [άρθρο 510 παρ.1 στ.Α' (σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' και 2), Β' και Θ' του ΚΠΔ),εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 στ.Ε' του ΚΠΔ) και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προβληθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 175 του ως άνω Κώδικα. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης, με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωση του στη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής (ΑΠ 1122/2020, ΑΠ 1213/2018).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων, 320 και 321 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει με ποινή ακυρότητας, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το δικαίωμα αυτού από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ να πληροφορηθεί την κατηγορία που του αποδίδεται και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ο καθορισμός της πράξης είναι ακριβής, όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη σ' αυτό ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιόποινου της πράξης και την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά, αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία, είναι άκυρο, κατά το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 172, 174 παρ. 2 και 175 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί (176 παρ. 2 ΚΠΔ), αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 97/2017, ΑΠ 1027/2016). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 359/2020). Αν ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβάλλεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από κατηγορούμενο που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται γι' αυτό αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1122/2020, ΑΠ 1027/2016, ΑΠ 1296/2016). Απόλυτη δε ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να του απαντήσει, ή παρά το νόμο το απέρριψε (άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Α' και 171 παρ.2 του ΚΠΔ). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 ΚΠΔ, "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.". Έτσι, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. επιφέρει και η παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1α' και παρ.3α' της από 4/5/1950 Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης και της μη προσβολής των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, ήτοι της παροχής σ' αυτόν πληροφοριών για το είδος και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας και της παροχής σ' αυτόν του χρόνου και των αναγκαίων ευκολιών για προετοιμασία της υπεράσπισής του. Η παραβίαση της αρχής αυτής επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` λόγος αναίρεσης, σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ` ΚΠΔ (ΑΠ 28/2012).Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.Θ' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι υπέρβαση εξουσίας που στοιχειοθετεί τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το ποινικό δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ή υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, αλλά δεν συνέτρεχαν οι όροι άσκησής του (θετική υπέρβαση εξουσίας), καθώς και όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ είχε υποχρέωση να αποφασίσει [αρνητική υπέρβαση εξουσίας).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ.667/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας (Β'βαθμού) και των οικείων πρακτικών, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη, υπ' αριθ.663/2023 απόφαση και τα σχετικά πρακτικά του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, καθώς και από την υπ' αριθ. 47/3-3-2023 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβλήθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω εσφαλμένης αναγραφής της ποινικής διάταξης που προβλέπει την αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου και το πλαίσιο της ποινής γι'αυτή με συνέπεια να μην προκύπτει με σαφήνεια η ταυτότητα και η νομική φύση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση και στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 28 παρ.1 του Ν.1650/1986. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την προαναφερόμενη έφεση, με την οποία παραπονέθηκε για τα εξής επί λέξει αναφερόμενα: "διότι δεν εκτιμήθηκαν σωστά από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα από την αποδεικτική διαδικασία προκύψαντα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και έτσι τον κήρυξε ένοχο πράξεως την οποία δεν τέλεσε, η δε επιβληθείσα ποινή είναι υπερβολική και κακώς απορρίφθηκαν οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί μου".
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν επαναφέρθηκε με σαφή και ορισμένο λόγο έφεσης, αλλά απαραδέκτως, δια της συνηγόρου του, τον επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου πριν να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον ερεύνησε και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, παραδοχή: "Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 663/2023 απόφασή του, προέβαλε παραδεκτά την ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω εσφαλμένης αναγραφής της συγκεκριμένης ποινικής διάταξης που προβλέπει την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη και απειλεί τη σχετική κύρωση, εκθέτοντας ότι δεν προκύπτει, λόγω της πλημμελούς αναγραφής, η ταυτότητα και η νομική φύση του αδικήματος, που του αποδίδεται. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον προβληθέντα σχετικά ισχυρισμό και, ακολούθως, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη. Κατά της απόφασης αυτής, ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη έφεσή του, χωρίς, ωστόσο, να επαναφέρει τον προβληθέντα σχετικά ισχυρισμό με ειδικό λόγο έφεσης, εκθέτοντας μόνον ότι "...διότι δεν εκτιμήθηκαν σωστά από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα από την αποδεικτική διαδικασία προκύψαντα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και έτσι τον κήρυξε ένοχο πράξεως την οποία δεν τέλεσε, η δε επιβληθείσα ποινή είναι υπερβολική και κακώς απορρίφθηκαν οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί μου...". Με την ανωτέρω περικοπή, ωστόσο, ο προβληθείς και απορριφθείς πρωτοδίκως αυτοτελής ισχυρισμός του δεν επαναφέρθηκε στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σαφή και ορισμένο λόγο έφεσης, ..., έτσι ώστε απαραδέκτως προβάλλεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Το γεγονός, δε, ότι στο εφετήριο έγγραφο διατυπώνει ο εκκαλών παράπονο γενικά ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του δεν παρίσταται ικανό να θεραπεύσει το ανωτέρω ελάττωμα, δοθέντος ότι δεν προσδιορίζει, όπως θα έπρεπε, για την απόρριψη ποιού αυτοτελούς ισχυρισμού του, παραπονείται σχετικά. Συναφώς προς τα ανωτέρω, ενδεχόμενη σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν επαναφέρθηκε παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με ειδικό λόγο έφεσης, καλύφθηκε και απαραδέκτως προβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου..." Με τις προεκτεθείσες παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ορθά δεν ερεύνησε στην ουσία και απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού, η ενδεχόμενη σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, καλύφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με την μη επαναφορά του με σαφή και ορισμένο λόγο έφεσης. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' (σε συνδυασμό με 171 παρ.1 δ'και παρ.2), Β'(κατά τη νοηματική του εκτίμηση) και Θ' του ΚΠΔ, πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική και απόλυτη ακυρότητα, για το λόγο ότι το δικαστήριο δεν ερεύνησε στην ουσία τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά, παραβιάζοντας τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, τον απέρριψε παρά το νόμο ως απαραδέκτως προβληθέντα και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1,2 του Ν.1650/1986 (όπως ισχύει μετά το ν.4042/2012) "για την προστασία του περιβάλλοντος", "1. Όποιος ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το ν.3010/2003 και το ν. 4014/2011, ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότησή του, άδεια ή έγκριση, ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο ετών ή και χρηματική ποινή 1.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. 2. Όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότησή του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή και χρηματική ποινή 3.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή..."
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν.1650/1986, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των προληπτικών μέτρων, που είναι αναγκαία γι' αυτόν τον σκοπό και η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας από τις διάφορες μορφές υποβάθμισης του περιβάλλοντος, και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ιδίου ως άνω νόμου 1650/1986, ως "περιβάλλον" νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Ως "ρύπανση" νοείται η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Ως "υποβάθμιση" νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες... Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 2 και 28 του Ν.1650/1986 προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μεικτού εγκλήματος της ρυπάνσεως ή υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη "ρυπάνσεως" ή "υποβαθμίσεως" του περιβάλλοντος, κατά την έννοια που προσδίδουν στους όρους αυτούς οι διατάξεις του άρθρου 2. Επιπλέον, η περί ρυπάνσεως ή υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος γνωμάτευση διατυπούται από ειδικούς οι οποίοι ορίζονται και γνωματεύουν με βάση τις ειδικές κείμενες διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 28 του Ν.1650/1986 και δεν αφίεται στην αντίληψη του "μέσου κοινωνικού ανθρώπου"(ΑΠ 476/2022, 353/2022, ΑΠ 338/2021, ΑΠ 1406/2019).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Αναφορικά δε με τα προαναφερθέντα εγκλήματα, η πληρότητα της αιτιολογίας προϋποθέτει ότι πρέπει να γίνεται μνεία των διατάξεων του Ν. 1650/1986 ή των κανονιστικών υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του, προς τις οποίες αντιβαίνει η άσκηση επιχείρησης ή η προκαλέσασα ρύπανση πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου. Η παραδοχή της "ρύπανσης" και της "υποβάθμισης" του περιβάλλοντος πρέπει να αιτιολογείται στο πλαίσιο των αντίστοιχων ορισμών του άρθρου 2 παρ. 1 και 4 Ν.1650/1986, δηλαδή για την επάρκεια της αιτιολογίας, να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά και βάσει αυτών να αναπτύσσονται σκέψεις που τεκμηριώνουν αντίστοιχα, είτε την πιθανότητα να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του (ρύπανση), είτε την πιθανότητα αρνητικών επιπτώσεων στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και τις αισθητικές αξίες (υποβάθμιση). Παραλείψεις δε, εμφανιζόμενες ως "τυπικές" παραβάσεις, μπορεί να μην στοιχειοθετούν ρύπανση ή υποβάθμιση κατά την έννοια του Ν. 1650/1986, μπορεί, όμως, να συμβαίνει και το αντίθετο, όταν συνδέονται, δηλαδή τελούν σε αιτιακή σχέση, με τη δημιουργία απαγορευμένων ρύπων. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως είναι η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επέλευσης, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση των αδικημάτων του άρθρου 28 παρ. 1 και 2 του Ν.1650/1986, όπου τιμωρούνται και από αμέλεια τελούμενα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, απαιτείται, εκτός των άλλων, να αναφέρεται σ' αυτήν το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν δηλαδή, αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια (ΑΠ 476/2022 ΑΠ 353/2022, ΑΠ 338/2021).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ476/2022, ΑΠ338/2021,ΑΠ1406/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ.667/2024 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά: "Ο κατηγορούμενος, Σ. Κ. του Β. (αναιρεσείων), ασχολείται με την κτηνοτροφία και κατά το ερευνώμενο χρονικό διάστημα του μηνός Ιανουαρίου 2017 διατηρούσε, πλην άλλης, και κτηνοτροφική εγκατάσταση μεταξύ των Τοπικών Κοινοτήτων Πέτρινου και Αγίου Δημητρίου, του Δήμου Παλαμά, της Π.Ε. Καρδίτσας, όπου σταυλίζονταν περί τα εκατό (100) βοοειδή και ιπποειδή, σε πρόχειρο κατάλυμα και η οποία (εγκατάσταση) δεν ήταν αδειοδοτημένη. Στις 25 Ιανουαρίου 2017, διενεργήθηκε αυτοψία από τους Σ. Χ. και Σ. Α., Επόπτες Δημόσιας Υγείας, του Τμήματος Περιβαλλοντικής Υγιεινής & Υγειονομικού Ελέγχου, της Περιφερειακής Ενότητας Καρδίτσας, στα πλαίσια της οποίας διαπιστώθηκε η ύπαρξη, εντός της εγκατάστασης, υποστέγου, περί τα 200 τ.μ., με τσιμεντόλιθους και σκυρόδεμα, στο οποίο υπήρχαν περίπου 50 αγελάδες με τα παράγωγά τους και εκτός αυτού και γύρωθεν περί τα 30 ιπποειδή, ενώ εντός του προαύλιου χώρου, στο εμπρόσθιο τμήμα αυτού, υπήρχαν δύο (2) νεκρές αγελάδες και στο πίσω μέρος αυτού τρεις (3), το δάπεδο του υποστέγου και ο εξωτερικός του χώρος είχαν μεγάλο όγκο κοπριάς και εκτός των ορίων της εγκατάστασης υπήρχαν διασκορπισμένα τμήματα σκελετών ζώων. Η ύπαρξη, δε, των νεκρών ζώων εντός της εγκατάστασης, που λειτουργούσε υπό την ευθύνη και εποπτεία του κατηγορουμένου, καθώς και των λοιπών τμημάτων άλλων νεκρών ζώων εκτός του χώρου αυτής, τα οποία παρέλειψε να απομακρύνει ασφαλώς από τις εγκαταστάσεις του, είτε δια της ταφής τους είτε δια της καύσης τους, όπως κατατέθηκε με πειστικότητα στο ακροατήριο από το μάρτυρα Σ. Χ., αποτελούσε εστία για τη μετάδοση ζωονόσων ή επιζωοτών από την επαφή τους με τα αδέσποτα σαρκοβόρα ζώα της περιοχής, αφού με το τράβηγμα των σαρκών των ζώων από λοιπά σαρκοβόρα στη συνέχεια διασκορπίζονται στο περιβάλλον, με περαιτέρω συνέπεια τον πολλαπλασιασμό των μικροβίων, τα οποία στη συνέχεια διασκορπίζονται στο περιβάλλον, προκαλώντας ρύπανση του περιβάλλοντος με αυτονόητες συνέπειες τις αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των ζωντανών οργανισμών. Η παράλειψη αυτή του κατηγορουμένου να απομακρύνει ασφαλώς τα νεκρά ζώα προκάλεσε ρύπανση του περιβάλλοντος, με αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία και στην υγεία των λοιπών ζώντων οργανισμών, αφού οι επιπτώσεις αυτές είναι αυτονόητες συνέπειες της ρύπανσης του περιβάλλοντος, με τον κίνδυνο μετάδοσης σημαντικών ασθενειών, συμπεριλαμβανομένων βακτηριακών και ιογενών λοιμώξεων. Τούτο, δε, καθώς η μη σωστή τους διαχείριση οδηγεί σε εξάπλωση των παθογόνων μικροοργανισμών και σε άλλα ζώα και εκτροφές ζώων, σε επιφανειακά ύδατα ή ακόμα και σε ανθρώπους, θέτοντας σημαντικούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία, όπως τούτο κατατέθηκε με πειστικότητα στο ακροατήριο από τον ενεργούντα την αυτοψία, χωρίς να παροράται και η μόλυνση του εδάφους και των υδάτινων πόρων λόγω της παρατεταμένης παραμονής τους στο εξωτερικό περιβάλλον, με περαιτέρω συνέπειες αυτών την εξάπλωση ασθενειών, την υποβάθμιση των οικοσυστημάτων και την απειλή της άγριας ζωής. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο έλεγχος των αρμοδίων ενδεχομένως να έγινε σε άλλη εγκατάσταση ελέγχεται ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, καθώς αναιρείται αυτός με πειστικότητα από την κατάθεση του μάρτυρος Σ. Χ. Ούτε κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι στις 15.1.2017 είχαν πεθάνει λόγω ψύχους περί τα οκτώ (8) βοοειδή, έχοντας ο ίδιος αναγγείλει τη ζημία στο Τμήμα Εκτιμήσεων, του Οργανισμού Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων, σύμφωνα με το δημοσίως αναγνωσθέν με αριθμό πρωτ. 1661/6.6.2018 έγγραφό του, υπονοώντας προφανώς ότι ανέμενε την εκτίμηση της ζημίας από τις ανωτέρω Αρχές, καθώς, σύμφωνα με την κατάθεση του ιδίου μάρτυρος, τα ζώα που εντοπίστηκαν νεκρά και τα υπολείμματα αυτών εκτός της εγκατάστασης ήταν πολύ παλιά, έτσι ώστε το Δικαστήριο άγεται στην κρίση περί του ότι τούτα δεν αφορούσαν τα ζώα για τα οποία δηλώθηκε η ζημία στον αρμόδιο φορέα, η επιθεώρηση του οποίου γίνεται άλλωστε, σύμφωνα με την απολογία του κατηγορουμένου, εντός 3-4 ημερών. Η ως άνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, παραλείποντας να απομακρύνει τα νεκρά ζώα από την εγκατάστασή του και τον όγκο κοπριάς από τα ζώα εκτροφής του, η οποία στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή του αδικήματος του άρθρου 28 παρ.2 του ν. 1650/1986 (και όχι της παραγράφου 1), όπως αυτό (αδίκημα της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του ν. 1650/1986) αναλύεται στο προσβληθέν και μη ακυρωθέν πρωτόδικα κλητήριο θέσπισμα (σύμφωνα και με τα ειδικότερα αναφερόμενα στην οικεία θέση της παρούσας, όπου απορρίφθηκε ο σχετικός ισχυρισμός λόγω μη παραδεκτής προβολής του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με περαιτέρω συνέπεια τυχόν ακυρότητά του να καλυφθεί), δεν δύναται να αποδοθεί σε αμελή αυτού συμπεριφορά, καθώς, σύμφωνα με την απολογία του ιδίου, η μετάβασή του στην εγκατάσταση ήταν σχεδόν καθημερινή, έτσι ώστε εκτιμάται ότι η τοιαύτη κατάσταση τελούσε σε πλήρη γνώση αυτού, πλην, όμως, κώφευσε, παραλείποντας να προβεί στην απομάκρυνσή τους και αποδεχόμενος τις αρνητικές ως άνω επιπτώσεις και την προκληθείσα ρύπανση του περιβάλλοντος, μη απαιτουμένης της συνδρομής αμέσου ή υπερχειλούς δόλου του. Συνοψίζοντας τις ανωτέρω παραδοχές, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 28 παρ.2 του ν. 1650/1986, ήτοι της από πρόθεση ρύπανσης περιβάλλοντος, τελούμενης δια παραλείψεως".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείονταένοχο της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 28 παρ.2 του Ν.1650/1986 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στον Άγιο Δημήτριο Καρδίτσας [θέση "ΚΟΥΛΟΥΡΙΑ"] την 25/01/2017 και ώρα 09:30, όντας υπεύθυνος ως ιδιοκτήτης κατά τον έλεγχο επιχείρησης "ΠΟΙΜΝΙΟΣΤΑΣΙΟ", ενεργώντας με πρόθεση παρέβη το ν. 1650/1986 και, ειδικότερα, μολονότι λειτουργούσε κτηνοτροφική εγκατάσταση μεταξύ των Τοπικών Κοινοτήτων Πέτρινου και Αγίου Δημητρίου, του Δήμου Παλαμά, της Π.Ε. Καρδίτσας, όπου σταυλίζονταν περί τα εκατό (100) βοοειδή και ιπποειδή, σε πρόχειρο κατάλυμα, προκάλεσε ρύπανση περιβάλλοντος, με παράλειψή του, καθώς σε γενόμενο έλεγχο από Επόπτες Δημόσιας Υγείας, του Τμήματος Περιβαλλοντικής Υγιεινής & Υγειονομικού Ελέγχου, της Περιφερειακής Ενότητας Καρδίτσας, διαπιστώθηκε ότι παρέλειψε να απομακρύνει (α) ασφαλώς, με καύση ή ενταφιασμό, δύο [2] νεκρές αγελάδες, που υπήρχαν στο εμπρόσθιο τμήμα του και άλλες τρεις [3] στο οπίσθιο τμήμα αυτού, (β) από το δάπεδο του υπόστεγου της επιχείρησης και του πέριξ αυτού εξωτερικού χώρου μεγάλο όγκο κοπριάς και (γ) τα διασκορπισμένα τμήματα σκελετών ζώων, που υπήρχαν εκτός των ορίων της εγκατάστασης, προκαλώντας, με αυτόν τον τρόπο ρύπανση του περιβάλλοντος, με τη διασπορά και πολλαπλασιασμό των μικροβίων, που γεννώνται από νεκρούς οργανισμούς και τα περιττώματα των ζώων, τα οποία στη συνέχεια διασκορπίζονται στο περιβάλλον, με αυτονόητες συνέπειες τις αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των ζωντανών οργανισμών".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλο-συμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 28 παρ.2 του Ν.1650/1986, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, η αποδοθείσα δε σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία ήταν σαφής και πλήρης, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος. Ακόμη, το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διαλαμβάνονται ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης του αδικήματος της παράβασης του άρθρου 28 παρ.2 του Ν.1650/1986, αφού γίνεται επαρκής αναφορά: α) ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων διατηρούσε κτηνοτροφική εγκατάσταση "ποιμνιοστάσιο", όπου σταυλίζονταν περί τα εκατό (100) βοοειδή και ιπποειδή, σε πρόχειρο κατάλυμα, β) ότι σε γενόμενο έλεγχο από Επόπτες Δημόσιας Υγείας, του Τμήματος Περιβαλλοντικής Υγιεινής & Υγειονομικού Ελέγχου διαπιστώθηκε ότι παρέλειψε να απομακρύνει από το ως άνω ποιμνιοστάσιο δύο [2] νεκρές αγελάδες, που υπήρχαν στο εμπρόσθιο τμήμα του και άλλες τρεις [3] στο οπίσθιο τμήμα αυτού, μεγάλο όγκο κοπριάς και διασκορπισμένα τμήματα σκελετών ζώων, που υπήρχαν εκτός των ορίων της εγκατάστασης, γ) ότι η παράλειψή του αυτή προκάλεσε ρύπανση του περιβάλλοντος, με τη διασπορά και πολλαπλασιασμό των μικροβίων, που γεννώνται από νεκρούς οργανισμούς και τα περιττώματα των ζώων, τα οποία στη συνέχεια διασκορπίζονται στο περιβάλλον, με αυτονόητες συνέπειες τις αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των ζωντανών οργανισμών και δ) ότι η παράλειψή του αυτή δεν δύναται να αποδοθεί σε αμελή του συμπεριφορά, καθώς η μετάβασή του στην εγκατάσταση ήταν σχεδόν καθημερινή, έτσι ώστε η τοιαύτη κατάσταση τελούσε σε πλήρη γνώση αυτού, αποδεχόμενος τις αρνητικές ως άνω επιπτώσεις.
Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση από τη σωρευτική παραδοχή της περί ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος, αφού η ρύπανση οδηγεί σε υποβάθμιση του περιβάλλοντος και αποτελεί μία από τις μορφές της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, που είναι έννοια ευρύτερη. Από το σύνολο δε των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανέλεγκτα το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος. Οι λοιπές δε αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ), είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ. όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 115 του ν.5090/2024), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ.Ε.Μ.3/23-12-2024 αίτηση του Σ. Κ. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθ.667/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας (β'βαθμού).
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ