Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 978 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 978/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου-Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Ψ. του Γ., κατοίκου Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ρουσσόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 244/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Θ. Σ. του Ν. και 2. Π. Β. του Χ., κατοίκων αμφότερων Καλαμάτας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πολυχρόνη Καρσαμπά. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.12.2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 33/2025.
Αφού άκουσε Ι)Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν το αίτημα αναβολής, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα.
ΙΙ)Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη υπ' αρ. 4/30.12.2025 από 30.12.2025 αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, Δ. Ψ. του Γ. και της Ε., κατοίκου Καλαμάτας ... 2), για αναίρεση της υπ' αρ. 244/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτήν (αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη), για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως ασκήθηκε νομότυπα, αυτοπροσώπως από την ίδια την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη με δήλωση στον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Καλαμάτας Βασίλειο Σαμαρτζή (άρθρα 466 παρ. 1 και 2, 474 παρ. 1 του ΚΠΔ), και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ως άνω δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη ότι η ανωτέρω καταχώριση έγινε την 10.12.2024, με αριθμό 132. Επομένως, η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 473 παρ. 1,2,3 , 474 παρ. 1, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α,ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Σημειώνεται ότι οι υποστηρίζοντες την κατηγορία Θ. Σ. του Ν. και Π. Β. του Χ. εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
ΙΙ. Στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ. ορίζεται ότι: "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται: α) να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχή, ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, β) το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές και γ) να υπέβαλε τη μήνυση ή προέβη στην ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξαρτήτως του αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου - εγκαλουμένου. Για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν απαιτείται όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο δράστης γνώριζε την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη (Α.Π. 966/2022, Α.Π. 1705/2020). Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου Π.Κ., ισχύοντος από 1-7-2019, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο), ορίζεται ότι: "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή". Η νεότερη αυτή διάταξη του Π.Κ. είναι δυσμενέστερη σε σχέση με την προϊσχύσασα, αφενός μεν διότι η προηγούμενη διάταξη απαιτούσε και την επί σκοπώ πρόκλησης καταδίωξης τέλεση της πράξης, στοιχείο που δεν προβλέπεται στη νέα νομοτυπική μορφή της εν λόγω διάταξης, αφετέρου δε διότι η προγενέστερη διάταξη προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, ενώ η νεότερη προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή (ΑΠ 60/2023, ΑΠ 1582/2022, ΑΠ 1546/2022, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 966/2022, Α.Π. 77/2021, ΑΠ 105/2021).
Συνεπώς, στην κρινόμενη υπόθεση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, εφαρμοστέα τυγχάνει η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε μέχρι 30-6-2019, ως ισχύουσα κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση ψευδούς καταμήνυσης (6.7.2017), που αποδίδεται στην αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, Δ. Ψ. του Γ., σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο
ΙΙ νομική σκέψη, καθόσον οδηγεί για τους προαναφερθέντες λόγους στην ευμενέστερη μεταχείριση της τελευταίας (Α.Π. 1710/2022).
ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο (Α.Π. 413/2023), δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 177 του ΚΠΔ, όταν γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ενώ δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν, για μεν την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης ότι η καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, είτε με τον τύπο του άρθρου 42 του ΚΠΔ είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, έγινε ενώπιον αρμόδιας αρχής, αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, αφορά άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, είναι δε ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής, για την αξιόποινη δε πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ισχυρισμός ή διάδοση ψευδούς γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, πρόσφορου να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, εν γνώσει του ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές, ενώ για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ήδη ψευδούς κατάθεσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, απαιτείται ν' αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός των άλλων, ότι η κατάθεση έγινε ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής και τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε ο δράστης είναι ψευδή, δηλαδή αντικειμενικώς αναληθή. Ο δόλος του δράστη συνίσταται, καθόσον αφορά την ψευδή καταμήνυση, στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, καθώς και στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή, επιπλέον δε, μέχρι την 30-6-20219, υπό την ισχύ του παλαιού Π.Κ., και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει να καταμηνύσει ενώπιον αρχής ψευδή πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, και να καταθέσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχάς, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί των εγκλημάτων της ψευδούς κατάθεσης και της της ψευδούς καταμήνυσης, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η τέλεση της πράξης με τον "σκοπό" πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης, καθώς και ο σκοπός πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος. Τούτο δε διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται με σαφήνεια, ότι το περιεχόμενο της ψευδούς κατάθεσης, ή της ψευδούς καταμήνυσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψεύδος των κατατεθέντων θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (Α.Π. 150/2023, Α.Π. 1705/2019). Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την καταδικαστική απόφαση, δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. Α.Π. 1/2005, Α.Π. 393/2023, Α.Π. 999/2020).
IV. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. Α.Π. 3/2019, Α.Π. 544/2023, Α.Π. 1157/2022, Α.Π. 1308/2020).
V. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της υπ' αριθμ. 244/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό της οποίας ζητήθηκε η διόρθωση με την υπ' αρ. πρωτ. 1294/ 23/12/2024 αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορούμενης προς τον Πρόεδρο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, μόνο ως προς την αρίθμηση των σελίδων της προσβαλλομένης αποφάσεις και όσον αφορά τα αναφερόμενα στην τέταρτη σελίδα αυτής περί αναγραφής περί αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών ενώ επρόκειτο περί αυτοτελών ισχυρισμών , και η οποία ακολούθως απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 39/ 4.2.2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος (ανωμοτί καταθέσεις των παρισταμένων προς την υποστήριξη της κατηγορίας, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης) το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του , ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη ήταν ιδιοκτήτρια δεσποζόμενου ζώου (γάτου), το οποίο από ετών έπασχε από AIDS και νεφρική ανεπάρκεια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του κτηνιάτρου Δ. Τ. που το παρακολουθούσε αρχικά, το έτος 2015 διαγνώστηκε με αρχή χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας, ενώ, εν συνεχεία, ο κτηνίατρος Σ. Μ. που ανέλαβε το έτος 2017 την ιατρική παρακολούθησή του διέγνωσε χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και τον ιό της ανοσοανεπάρκειας. Περί το μήνα Μάιο του έτους 2017 ο ως άνω κτηνίατρος κατά την εξέταση του γάτου λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, με την τιμή της κρεατίνης να ανέρχεται σε 11,67 και της ουρίας σε 288 σύμφωνα με την από 11.05.2017 βιοχημική ανάλυση, ενημέρωσε την κατηγορουμένη ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι ιατρικώς για το ζώο, λόγω του ότι τα νεφρά του ήταν κατεστραμμένα, ότι εντός των επόμενων επτά ημερών θα πεθάνει, καθώς και ότι η μόνη πιθανότητα επιβίωσής του ήταν εάν πραγματοποιείτο μεταμόσχευση νεφρού ή τοποθετείτο τεχνητός νεφρός και υποβαλλόταν σε αιμοκάθαρση, ιατρικές πράξεις ωστόσο ιδιαίτερα περίπλοκες που δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθούν στην πόλη της Καλαμάτας, εκείνη δε τη χρονική περίοδο ήταν εφικτές μόνον στο εξωτερικό. Ακόμη την ενημέρωσε ότι το ζώο χρειαζόταν 24ωρη παρακολούθηση που δεν παρείχε ο ίδιος και την παρέπεμψε στο κτηνιατρείο των εγκαλούντων, που παρείχαν υπηρεσίες φύλαξης και παρακολούθησης, όχι όμως σε 24ωρη βάση, δεδομένου ότι τούτο ήταν εφικτό μόνον σε κλινικές της Αθήνας. Στις 12.05.2017 η κατηγορουμένη απευθύνθηκε στο κτηνιατρείο των εκκαλούντων που παρείχαν υπηρεσίες φύλαξης και παρακολούθησης, όχι όμως σε εικοσιτετράωρη βάση, δεδομένου ότι τούτο ήταν εφικτό μόνο σε κλινικές της Αθήνας. Στις 12.05.2017 η κατηγορουμένη απευθύνθηκε στο κτηνιατρείο των εγκαλούντων και ήδη παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, όπου προσκόμισε το ιατρικό ιστορικό του ζώου με διαγνωσμένη νεφρική ανεπάρκεια σταδίου 4 κατά IRIS (Τελικό στάδιο) και τον ιό της ανοσοανεπάρκειας. Κατόπιν ιατρικής εξέτασης του ζώου και λεπτομερούς ενημέρωσης της κατηγορουμένης εκ μέρους των εγκαλούντων για το ανίατο της κατάστασης σε τέτοια περιστατικά και για την υψηλή θνησιμότητα, η κατηγορουμένη ανέθεσε στους εγκαλούντες τη νοσηλεία του ζώου, με σκοπό την παράταση της ζωής του για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Σε εκτέλεση τούτων οι εγκαλούντες ανέλαβαν τη νοσηλεία και με τη συναίνεση της κατηγορουμένης τοποθέτησαν τον γάτο σε κλωβό νοσηλείας, αφού προηγουμένως τοποθέτησαν σε αυτόν φλεβοκαθετήρα, από τον οποίο του χορηγήθηκε ορός lactated Ringers, 50 ml/Kg ανά 24ωρο, και γαστροπροστατευτικά φάρμακα τύπου Η2 αναστολέως, επίσης δε του χορηγήθηκε από του στόματος διατροφικό υποστηρικτικό συμπλήρωμα για νεφροπαθείς γάτους. Αρχικά ο γάτος παρουσίασε βελτίωση, πλην όμως κατά την τέταρτη ημέρα της νοσηλείας του η κλινική του εικόνα επιδεινώθηκε με απώλεια της όρεξης και παρουσία κατάπτωσης. Η κατηγορούμενη, η οποία επισκεπτόταν καθημερινά το ζώο, ενημερώθηκε για τα ανωτέρω από τους εγκαλούντες, καθώς και περί του ότι είχε αποκλειστεί η περίπτωση ουρολοίμωξης ως αίτιο της κατάστασης, με συνέπεια το μη αναστρέψιμο της επιβαρυμένης κλινικής κατάστασης του ζώου, παρά δε ταύτα ζήτησε από τους τελευταίους να παρατείνουν όσο μπορούσαν τη ζωή του έστω και για μία ημέρα. Στις 17.05.2017 του χορηγήθηκε ενέσιμο σκεύασμα ανθρώπινης ερυθροποιητίνης άπαξ και προτάθηκε η ανεύρεση συμβατού αιμοδότη γάτου προκειμένου να διενεργηθεί αιμοδοσία για τη μερική αποκατάσταση του ιδιαιτέρως χαμηλού αιματοκρίτη, πλην όμως το ίδιο απόγευμα (17.05.2017) ο γάτος εμφάνισε περαιτέρω κατάπτωση και σιελόρροια με αποτέλεσμα να καταλήξει περί ώρα 17.15. Σύμφωνα με την από 22.05.2017 ιατρική γνωμάτευση των εκκαλούντων, που συντάχθηκε κατόπιν αιτήματος της κατηγορουμένης και χωρίς να προηγηθεί νεκροτομή, βασική αιτία θανάτου ήταν η πολυοργανική ανεπάρκεια και οι ιδιαίτερα υψηλές συγκεντρώσεις των BUN & Crea, οι οποίες εμφανίζουν μειωμένη ανταπόκριση στην οροθεραπεία λόγω καταστροφής του μεγαλύτερου μέρους των λειτουργικών νεφρώνων σε ζώα με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια. Παρά ταύτα η κατηγορουμένη δεν πείστηκε από την ανωτέρω διάγνωση των εγκαλούντων, θεωρώντας ότι αιτία θανάτου του ζώου ήταν η υπερενυδάτωση και οι εσφαλμένοι ιατρικοί χειρισμοί των εγκαλούντων, θεμελίωνε δε τον εν λόγω ισχυρισμό στο ότι στην από 22.05.2017 ιατρική γνωμάτευση των εγκαλούντων αναφέρεται ότι στο γάτο χορηγήθηκε ορός lactated Ringers, 50 ml/Kg ανά ώρα και όχι ανά 24ωρο. Πλην, όμως, όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία στο ζώο χορηγήθηκε ορός lactated Ringers, 50 ml/Kg ανά 24ωρο και όχι ανά ώρα, όπως εκ παραδρομής αναγράφηκε στην ως άνω ιατρική γνωμάτευση. Η παραδρομή αυτή κατά τη σύνταξη της γνωμάτευσης είναι προφανής, δεδομένου ότι με βάση το βάρος του ζώου (3,5 με 4 κιλά) δεν ήταν δυνατό να χορηγηθούν με ορό 50 ml ανά κιλό την ώρα, καθ' όσον η συνολική ποσότητα του χορηγηθέντος ορού ανά 24ωρο θα υπερέβαινε τα 4 λίτρα, που δεν ήταν δυνατό να ·χωρέσουν στο σώμα του ζώου, τούτο δε κατατέθηκε ρητώς, τόσο από τον δεύτερο εγκαλούντα που συνέταξε την εν λόγω γνωμάτευση, όσο και από την πρώτη εγκαλούσα που χορήγησε τον ορό και τον μάρτυρα Ν. Σ. - σύζυγό της πρώτης εγκαλούσας και κτηνίατρο στο επάγγελμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη, αμφισβητώντας τη διάγνωση των εγκαλούντων, απευθύνθηκε εγγράφως στο Τμήμα Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης προκειμένου να διενεργήσουν νεκροτομή στο γάτο και να διαγνώσουν την αιτία θανάτου του. Σύμφωνα με το από 14.06.2017 έγγραφο αποτελεσμάτων παθολογοανατομικής εξέτασης των καθηγητών Ι. Β. και Γ. Μ., που διενήργησαν τη νεκροτομή, η διάγνωση ήταν "Αμφοτερόπλευρη διάχυτη χρόνια νεφρίτιδα και σπειραματοσκλήρυνση, με συνέπεια τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (τελικού σταδίου νεφρική νόσος, μη αναστρέψιμη κατάσταση). Το ζώο κατέληξε εξαιτίας του οιδήματος που συνόδευε την οξεία εισροφηηκή πνευμονία. Στη βιβλιογραφία πιθανολογείται ότι η κεραυνοβόλος φύση του οιδήματος σχετίζεται με την ανοσοκαταστολή που αναπτύσσεται στην ουραιμία". Με βάση την ως άνω γνωμάτευση προκύπτει σαφώς ότι αιτία θανάτου ήταν η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που προκάλεσε οίδημα με οξεία εισροφητική πνευμονία. Ωστόσο, παρά την ως άνω παθολογοανατομική εξέταση, η οποία διενεργήθηκε κατόπιν νεκροτομής από τους προαναφερόμενους καθηγητές του Τμήματος Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης - Την αξιοπιστία και την επιστημονική επάρκεια των οποίων ουδέν λόγο είχε να αμφισβητήσει η κατηγορουμένη, παρά τη διάγνωση των προηγούμενων κτηνιάτρων που παρακολουθούσαν το ζώο, Δ. Τ. και Σ. Μ., περί χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας και υιού ανοσοανεπάρκειας εφ που καθιστούσαν ανίατη την κατάσταση της υγείας του και μη αναστρέψιμη την κατάληξη του ζώου, και παρά την ενημέρωσή της από τους εγκαλούντες καθ' όλο το διάστημα της νοσηλείας για την εξέλιξη της υγείας του και για την αιτία θανάτου του ζώου, οι κατηγορούμενοι στις 06/07/2017 υπέβαλε έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας (Α.Β.Μ. σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας: Γ 2017/78), με την οποία καταμήνυσε τους νυν εγκαλούντες, Π. Β. του Χ. και Θ. Σ. του Ν. για τα αδικήματα της κακοποίησης ζώου από κοινού και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού. Επί της εν λόγω εγκλήσεως, καθώς και της από 14.08.2017 συμπληρωματικής εγκλήσεως της κατηγορουμένης (ΑΒΜ Β 2017/80) σε βάρος της πρώτης εγκαλούσας για τα αδικήματα της εξύβρισης και της προσβολής μνήμης νεκρού, του Ι. Β. και της Γ. Μ. για τα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος από κοινού, της ψευδούς βεβαίωσης από κοινού, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού, της εξύβρισης από κοινού και της υπόθαλψης εγκληματία από κοινού, του Β. Ψ., του Θ. Λ., της Κ. Τ. και του Γ. Κ. για το αδίκημα της υπόθαλψης εγκληματία από κοινού, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ΕΓ318/175/41 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκαν οι εγκλήσεις (ως νόμω αβάσιμη η από 14.08.2017 συμπληρωματική έγκληση για το αδίκημα του άρθρου 365 ΠΚ και ως ουσιαστικά αβάσιμες αμφότερες οι εγκλήσεις για τα λοιπά αδικήματα), εν συνεχεία δε, κατόπιν άσκησης προσφυγής εκ μέρους της κατηγορουμένης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11/2018 διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η προσφυγή. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης από 06.07.2017 εγκλήσεως (Α.Β.Μ. Γ 2017/78), σε αυτήν, μεταξύ άλλων, η κατηγορουμένη ανέφερε ότι την 12-05-2017 παρέδωσε τον γάτο της, ο οποίος έπασχε από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, στο κτηνιατρείο των εγκαλούντων στην Καλαμάτα όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 17- 05-2017, οπότε και απεβίωσε εξαιτίας εσφαλμένων χειρισμών, ανικανότητας, παγερής αδιαφορίας των εγκαλούντων κτηνιάτρων, ο δεύτερος εκ των οποίων πιθανότατα και να υπέβαλε το ζώο σε ευθανασία, ώστε να αποκρύψει τις λανθασμένες ενέργειες και παραλείψεις τους και να εξοικονομήσουν αμφότεροι χρόνο. Επίσης, διατείνεται ότι η Π. Β. του Χ. ξεσπάει σε αρσενικά ανυπότακτα ζώα λόγω ερωτικής απογοήτευσης, επειδή την παράτησε ο σύζυγος της, ανήκει δε σε σκοτεινό δίκτυο που πειραματίζεται σε ζώα με ανίατες ασθένειες. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι ο Θ. Σ. του Ν. επέδειξε ψυχωσική αδιαφορία απέναντι στον γάτο της, εξαιτίας του αρρωστημένου οικογενειακού περιβάλλοντος, όπου ζει, δίχως να έχει διαφοροποιήσει την προσωπικότητά του από εκείνη της μητέρας του, αμφότεροι δε οι εγκαλούντες τυγχάνουν άκρως αδίστακτοι, επικίνδυνοι και ανίκανοι, βιοπορίζονται από την απάτη και την προστυχιά και λειτουργούν σαν συμμορία δίποδων ζωντόβολων και αμόρφωτων νταήδων. Τα ως άνω καταγγελθέντα διά της προαναφερόμενης εγκλήσεως τυγχάνουν, ωστόσο, ψευδή, ενώ η αλήθεια, εν προκειμένω, συνίσταται στο ότι οι χειρισμοί των εγκαλούντων αναφορικά με την νοσηλεία και ιατρική αντιμετώπιση του γάτου της κατηγορουμένης ήταν οι ενδεδειγμένοι, ενώ ο θάνατος του ζώου οφείλετο στην επιδείνωση της κατάστασής του, διότι έπασχε από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελευταίου σταδίου, καθώς και από τη νόσο της ανοσολογικής ανεπάρκειας της γάτας. Οι δε εγκαλούντες αντιμετώπισαν τον γάτο της κατηγορουμένης, ως όφειλαν, με ευαισθησία και επαγγελματισμό, δίχως να υποβάλουν το ζώο σε πειράματα ή ευθανασία. Περαιτέρω από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των ως άνω ψευδών που κατήγγειλε με την έγκλησή της. Ειδικότερα, οι παραπάνω ισχυρισμοί της επί ουδενός αποδεικτικού μέσου εδράζονται, αποτελούν δε αυθαίρετα συμπεράσματα της τελευταίας, η οποία γνώριζε ότι δεν υπήρχαν εν προκειμένω εσφαλμένοι ιατρικοί χειρισμοί εκ μέρους των εγκαλούντων, δεδομένου ότι είχε ενημερωθεί από τους προηγούμενους κτηνιάτρους που παρακολουθούσαν το ζώο περί της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας και του ιού ανοσοανεπάρκειας που καθιστούσαν ανίατη την κατάσταση της υγείας του, είχε ενημερωθεί πριν αναθέσει τη νοσηλεία στους εγκαλούντες από τον Κτηνίατρο Σ. Μ. ότι το ζώο είχε λίγες ημέρες μόνο ζωής , όπως ρητώς κατατέθηκε από τον τελευταίο ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, καθ' όλο το χρόνο νοσηλείας του ζώου ενημερωνόταν καθημερινά από τους εγκαλούντες για τη θεραπεία που ακολουθούσαν και την κατάσταση της υγείας του, και είχε λάβει γνώση των αποτελεσμάτων της παθολογοανατομικής εξέτασης, στην οποία αναφερόταν ως αιτία θανάτου η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που προκάλεσε οίδημα με οξεία ή σρο φυτική πνευμονία. Περαιτέρω, ουδέν πραγματικό περιστατικό αναφέρει στην έγκληση της προς θεμελίωση των ισχυρισμών της περί του ότι η πρώτη εγκαλούσα ανήκει σε σκοτεινό δίκτυο που πειραματίζεται σε ζώα με ανίατες ασθένειες και περί του ότι ξεσπάει σε αρσενικά ανυπότακτα ζώα λόγω ερωτικής απογοήτευσης, περί του ότι ο δεύτερος εγκαλών επέδειξε ψυχωσική αδιαφορία απέναντι στο γάτο της εξαιτίας του αρρωστημένου οικογενειακού περιβάλλοντος και περί του ότι αμφότεροι οι εγκαλούντες τυγχάνουν αδίστακτοι, επικίνδυνοι, ανίκανοι και βιοπορίζονται από την απάτη και την προστυχιά και λειτουργούν σαν συμμορία . Αντιθέτως, δεδομένου ότι καθ' όλο το χρόνο νοσηλείας του ζώου της επισκεπτόταν καθημερινά το κτηνιατρείο των εγκαλούντων, είχε αποκτήσει ιδία αντίληψη για τις επαρκείς επιστημονικές τους γνώσεις και την επαγγελματική τους εμπειρία, είχε ενημερωθεί λεπτομερώς για όλες τις ιατρικές ενέργειες που ελάμβαναν χώρα εκ μέρους τους και που ήταν οι ενδεδειγμένες για τη νοσηλεία του, είχε τηρηθεί πλήρως η ιατρική δεοντολογία με την ενημέρωσή της για το μη αναστρέψιμο της κατάστασης της υγείας του ζώου, ουδέν δε είχε να τους προσάψει ως προς το ήθος και την προσωπικότητά τους. Μοναδικός δε σκοπός της κατηγορουμένης με την κατάθεση των ψευδών ισχυρισμών της ένδικης έγκλησης ήταν να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων για τα αδικήματα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού και της κακοποίησης ζώου από κοινού, κινούμενη από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό τους συνεπεία του ότι το ζώο της κατέληξε κατά τη διάρκεια νοσηλείας του στο κτηνιατρείο τους. Ενδεικτικό δε της πρόθεσης αυτής της κατηγορουμένης είναι ότι δεν αρκέστηκε στην υποβολή μόνον της ένδικης εγκλήσεως, αλλά υπέβαλε και καταγγελία στον Πανελλήνιο Πειθαρχικό Κτηνιατρικό Σύλλογο σε βάρος της πρώτης εγκαλούσας, η οποία απορρίφθηκε με την από 13.06.2017 γνωμοδοτική έκθεση του ως άνω Πειθαρχικού Συλλόγου, με την αιτιολογία ότι η πρώτη εγκαλούσα ακολούθησε και εφάρμοσε σωστά το ιατρικό πρωτόκολλο για τη συγκεκριμένη ασθένεια. Τέλος, ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί μετατροπής της κατηγορίας της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή σε απρόσφορη απόπειρα ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή τυγχάνει απορριπτέος. Τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προαναφερόμενου από 06.07.2017 εγγράφου, αυτό φέρει τον τίτλο μήνυση, κατατέθηκε από την κατηγορουμένη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Καλαμάτας ως έγκληση, το περιεχόμενό του επιβεβαιώθηκε προφορικά από την κατηγορουμένη κατά την κατάθεσή του, έλαβε Α.Β.Μ. (Γ 2017/78) και ήταν πρόσφορο κατά τα προαναφερόμενα να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντωv. Με βάση τα προαναφερόμενα πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή σε βάρος των εγκαλούντων και ήδη παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, κατ' άρθρο 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση με το Ν. 4619/2019, ως ευμενέστερη για την κατηγορουμένη διάταξη κατ' άρθρο 2 ΠΚ (...), σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Ακολούθως το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, ένοχη για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή (άρθρα 1, 2, 14, 16, 17, 18 εδ.β', 26 παρ. 1, εδ. α' 27, 51, 53, 79, 94 παρ. 2νΠΚ και 229 παρ, 1πΠΚ), και επέβαλε σ αυτήν συνολική ποινή φυλάκισης 3 ετών (ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για κάθε παθόντα), την οποία μετέτρεψε προς 5 ευρώ ημερησίως , ενώ την κήρυξε αθώα για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που φερόταν ότι είχε τελέσει στις 06/07/2017 σε βάρος των εγκαλούντων Θ. Σ. του Ν. και Π. Β. του Χ. και έπαυσε υφ' όρον κατ' άρθρον 63 παρ. 1 του νομού 4689/ 2020 την σε βάρος της ποινική δίωξη για το αδίκημα της εξύβρισης κατά συρροή που φερόταν ότι είχε τελέσει στις 06/07/2017 σε βάρος των ανωτέρω εγκαλούντων με το ακόλουθο κατά πιστή αντιγραφή διατακτικό: "Στην Καλαμάτα, την 06η.07.2017, εν γνώσει της καταμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους για αυτή. Συγκεκριμένα, υπέβαλε έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας (Α.Β.Μ. σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας: Γ 2017/78), με την οποία καταμήνυσε τους νυν εγκαλούντες, Π. Β. του Χ. και Θ. Σ. του Ν., αναφέροντας ότι την 12-05-2017 παρέδωσε τον γάτο της, ο οποίος έπασχε από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, στο κτηνιατρείο των πρώτων στην Καλαμάτα, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 17-05-2017, οπότε και απεβίωσε εξαιτίας εσφαλμένων χειρισμών, ανικανότητας, παγερής αδιαφορίας των κτηνιάτρων, ο δεύτερος εκ των οποίων πιθανότατα και να υπέβαλε το ζώο σε ευθανασία, ώστε να αποκρύψει τις λανθασμένες ενέργειες και παραλείψεις τους και να εξοικονομήσουν αμφότεροι χρόνο. Επίσης, διατείνεται ότι η Π. Β. του Χ. ξεσπάει σε αρσενικά ανυπότακτα ζώα λόγω ερωτικής απογοήτευσης, επειδή δηλαδή την παράτησε ο σύζυγος της. Ανήκει δε σε σκοτεινό δίκτυο που πειραματίζεται σε ζώα με ανίατες ασθένειες. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι ο Θ. Σ. του Ν. επέδειξε ψυχωσική αδιαφορία απέναντι στον γάτο της, εξαιτίας του αρρωστημένου οικογενειακού περιβάλλοντος, όπου ζει, δίχως να έχει διαφοροποιήσει την προσωπικότητά του από εκείνη της μητέρας του. Αμφότεροι δε οι εγκαλούντες τυγχάνουν άκρως αδίστακτοι, επικίνδυνοι και ανίκανοι, βιοπορίζονται από την απάτη και την προστυχιά και λειτουργούν σαν συμμορία δίποδων ζωντόβολων και αμόρφωτων νταήδων. Τα ως άνω καταγγελθέντα διά της προαναφερόμενης εγκλήσεως τυγχάνουν, ωστόσο, ψευδή και η ίδια η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει της .αναληθείας αυτών, καθόσον η αλήθεια, εν προκειμένω, συνίσταται στο ότι οι χειρισμοί των εγκαλούντων αναφορικά με την νοσηλεία και ιατρική αντιμετώπιση του γάτου της κατηγορουμένης ήταν οι ενδεδειγμένοι, ενώ ο θάνατος του ζώου οφείλετο στην επιδείνωση της κατάστασής του, δεδομένου ότι έπασχε από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελευταίου σταδίου, καθώς και από τη νόσο της ανοσολογικής ανεπάρκειας της γάτας. Οι δε εγκαλούντες αντιμετώπισαν τον γάτο της κατηγορουμένης, ως όφειλαν, με ευαισθησία και επαγγελματισμό, δίχως να υποβάλουν το ζώο σε πειράματα ή ευθανασία. Η δε κατηγορουμένη προέβη στην πράξη της αυτή με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των νυν εγκαλούντων για τα αδικήματα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού και της κακοποίησης ζώου από κοινού". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω, αληθώς συρρεόντων μεταξύ τους, εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης (κατά συρροή) για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα και καταδικάστηκε στην προαναφερθείσα συνολική ποινή, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 229 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30.6.2019 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Διαλαμβάνονται δε, όλα τα στοιχεία που συγκροτούν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων και προς τούτο αναφέρονται ειδικότερα: α) Ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η πράξη της ψευδούς καταμήνυσης από την ήδη αναιρεσείουσα, με την υποβολή, δηλαδή, της από 6.7.2017 εγκλήσεώς της (ΑΒΜ: Γ 2017/78) ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας) κατά των δύο ήδη υποστηριζόντων την κατηγορία, ότι τέλεσαν σε βάρος της την αξιόποινη της κακοποίησης ζώου και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας , αναφέροντας ότι την 12 Μαΐου 2017 παρέδωσε το γάτο της, ο οποίος έπασχε από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, στο κτηνιατρείο των πρώτων στην Καλαμάτα, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 17 Μαΐου 2017, οπότε και απεβίωσε εξαιτίας εσφαλμένων χειρισμών, ανικανότητας, παγερής αδιαφορίας των κτηνιάτρων, ο δεύτερος εκ των οποίων , ο Θ. Σ., επέδειξε ψύχωση κι αδιαφορία απέναντι στο γάτο της, εξαιτίας του αρρωστημένου οικογενειακού περιβάλλοντος όπου ζει, δίχως να έχει διαφοροποιήσει την προσωπικότητά του από εκείνη από εκείνη της μητέρας του και ότι πιθανότατα και να υπέβαλε το ζώο σε ευθανασία, ώστε να αποκρύψει τις λανθασμένες ενέργειες και παραλείψεις τους και να εξοικονομήσουν αμφότεροι χρόνο. Επίσης, διατείνεται ότι η Π. Β. ξεσπάει σε αρσενικά ανυπότακτα ζώα λόγω ερωτικής απογοήτευσης, επειδή δηλαδή την παράτησε ο σύζυγός της, β) ότι το περιεχόμενο της έγκλησης της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, περί τελέσεως σε βάρος της από τους καταμηνυθέντες, ήδη υποστηρίζοντες την κατηγορία, των ως άνω αξιόποινων πράξεων, ήταν αντικειμενικώς ψευδές και η ίδια είχε γνώση, κατά το χρόνο της υποβολής της, ότι ήταν ψευδές, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, γνώριζε ότι οι εν λόγω καταμηνυθέντες ουδέποτε προέβησαν στην τέλεση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, καθόσον οι εγκαλούντες αντιμετώπισαν το γάτο της κατηγορούμενης ως όφειλαν, με ευαισθησία και επαγγελματισμό, δίχως να υποβάλλουν το ζώο σε πειράματα η ευθανασία, γ) ο σκοπός της αναιρεσείουσας να διωχθούν ποινικά οι δύο καταμηνυθέντες-υποστηρίζοντες την κατηγορία για τα ως άνω αδικήματα, καθώς γνώριζε και επιδίωκε την κίνηση της ποινικής διαδικασίας εναντίον τους, ως αναγκαία συνέπεια της εγκλήσεώς της , το περιεχόμενο της οποίας γνώριζε ότι ήταν αναληθές και ότι αφορούσε στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες, βέβαια, δεν διώχθηκαν οι τελευταίοι διότι η έγκλησή της απορρίφθηκε ως αβάσιμη με εισαγγελική διάταξη. Η ίδια δε γνώριζε και είχε ενημερωθεί από τους προηγούμενους κτηνιάτρους που παρακολουθούσαν το ζώο, περί της χρονιάς νεφρικής ανεπάρκειας και του ιού ανοσοανεπάρκειας που καθιστούσαν ανίατη την κατάσταση της υγείας του, και είχε ενημερωθεί πριν αναθέσει τη νοσηλεία στους εγκαλούντες από τον κτηνίατρο Σ. Μ. ότι το ζώο είχε λίγες ημέρες μόνο ζωής ενώ καθ' όλο το χρόνο της νοσηλείας του ζώου ενημερωνόταν καθημερινά από τους εγκαλούντες για τη θεραπεία που ακολουθούσαν και την κατάσταση της υγείας του και είχε λάβει γνώση των αποτελεσμάτων της παθολογοανατομικής εξέτασης, στην οποία αναφερόταν ως αιτία θανάτου η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που προκάλεσε οίδημα με οξεία εισροφητική πνευμονία. Επιπλέον, είχε ενημερωθεί λεπτομερώς για όλες τις ιατρικές ενέργειες που ελάμβαναν χώρα εκ μέρους τους και που ήταν οι ενδεδειγμένες και τη νοσηλεία του. Είχε τηρηθεί πλήρως ιατρική δεοντολογία με την ενημέρωση της για το μη αναστρέψιμο της κατάστασης της υγείας του ζώου, ουδέν δε είχε να τους προσάψει ως προς το ήθος και την προσωπικότητά τους. Παρά δε τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αιτιολογείται με την προσήκουσα επάρκεια ο απαιτούμενος άμεσος δόλος της, συνιστάμενος στη γνώση του ψευδούς περιεχομένου της έγκλησής της κατά το χρόνο της καταμήνυσης των ήδη υποστηριζόντων την κατηγορία, η οποία (γνώση της) θεμελιώνεται, όπως, σαφώς, συνάγεται από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης και την εντεύθεν διένεξη των διαδίκων, στην προσωπική της αντίληψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση της, χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων σχετικών με αυτήν περιστατικών. Οι λοιπές δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, σχετικές με την κατηγορία που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών της αναιρεσείουσας, που κατά την άποψη της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων που αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της και αμφισβήτηση των σε βάρος της ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, απαραδέκτως προβάλλονται. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος, τρίτος κατά το τρίτο σκέλος και έκτος προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έβδομος προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. VI. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 173/2025, ΑΠ 145/2025 ΑΠ 1415/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 982/2023, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022). Κατά τη διάταξη του άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΚΠΔ, αλλά και του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της E.E.". "2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση". Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 468 παρ.2 του ΚΠοινΔικ, "Σε κάθε περίπτωση το συμβούλιο ή το δικαστήριο που κρίνει το ένδικο μέσο, έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη του βουλεύματος ή της απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι λόγοι". Με τη διάταξη αυτή, τίθεται, ως κανόνας, ότι η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος εξαρτάται από την αντίστοιχη δήλωση του δικαιουμένου σε άσκηση ενδίκου μέσου. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα καθορίζεται από τους λόγους, που αναπτύσσονται στο εισαγωγικό του ενδίκου μέσου έγγραφο, δηλαδή, είτε στη δήλωση (έφεσης ή αναίρεσης, με έκθεση του οικείου Γραμματέα ή επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), είτε στο αυτοτελές δικόγραφο έφεσης και δεν μπορεί να συμπληρωθεί, από ειδικότερο υπόμνημα (ΟλΑΠ 644/1985, ΑΠ 1487/2019, ΑΠ 1943/2608, ΑΠ 1197/1998). Ως μεταβιβαστικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων, νοείται η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης, είτε ως προς τα καθ' ύλην αρμόδια όργανα, που θα επιληφθούν του ενδίκου μέσου, είτε ως προς την έκταση της μεταβίβασης του αντικειμένου της δίκης. Με δεδομένο, ότι η φύση των ενδίκων μέσων ενέχει, ως βασικό χαρακτηριστικό, την απόδοση μομφής στην προσβαλλομένη δικαιοδοτική κρίση, παρέπεται, ως λογική συνέπεια αυτής της φύσης του ενδίκου μέσου, η ανάγκη εκδίκασης αυτού, από όργανο, διαφορετικό και ιεραρχικά ανώτερο, από το όργανο, που εχώρησε στην αμφισβητούμενη δικαιοδοτική κρίση. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, υπό την ανωτέρω, δεύτερη όψη του, αφορά το "πόσο" μεταβιβάζεται, από τη δικαιοδοτική κρίση, που προσβάλλεται, με το ένδικο μέσο, στο ανώτερο ιεραρχικά όργανο, με τη διάταξη, δε, του άρθρου 468 παρ.2 του ΚΠοινΔικ, τίθεται, ως κανόνας, ότι η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος εξαρτάται από την αντίστοιχη δήλωση του δικαιουμένου σε άσκηση του ενδίκου μέσου. Δικαιολογητική βάση του περιορισμού αυτού, είναι η θέση, "μια και η δικαιοδοτική λειτουργία της Πολιτείας δεν έχει λόγο να δυσπιστεί στον ίδιο της τον εαυτό, εκείνο μόνο το μέρος της πρωτοβάθμιας απόφασης μεταβιβάζεται, προς κρίση στη διαδικασία του ενδίκου μέσου, το οποίο προσβάλλεται με το τελευταίο. Η μεταβίβαση της υπόθεσης στο ανώτερο ιεραρχικά Δικαστήριο είναι, είτε καθολική, είτε μερική. Καθολική είναι η μεταβίβαση, όταν, με το ένδικο μέσο προσβάλλεται η δικαιοδοτική κρίση (βούλευμα ή απόφαση), στο σύνολο του διατακτικού της και για το λόγο αυτό, στο ανώτερο Δικαστήριο, μεταβιβάζεται το σύνολο της υποθέσεως (ΑΠ 1/2019). Μερική θεωρείται η μεταβίβαση, όταν, με το ένδικο μέσο, προσβάλλεται μέρος μόνο, κάποιο ή κάποια κεφάλαια από το διατακτικό της δικαιοδοτικής κρίσης και άρα, το ανώτερο Δικαστήριο μπορεί να κρίνει μόνο για το προσβαλλόμενο μέρος. Το είδος της μεταβίβασης (καθολική ή μερική μεταβίβαση) μπορεί να συνάγεται, είτε, ρητά, με συγκεκριμένη αναφορά του μέρους της δικαιοδοτικής κρίσης, που προσβάλλεται, είτε μπορεί να συνάγεται, σιωπηρά, από τους προβαλλόμενους λόγους του ενδίκου μέσου (ΑΠ 171/2017). Σε περίπτωση, κατά την οποία δεν είναι σαφές, ποιο είναι το προσβαλλόμενο μέρος της απόφασης ή του βουλεύματος, που προσβάλλεται με τη δήλωση ή τους λόγους του ενδίκου μέσου, θα πρέπει να θεωρηθεί, ότι η μεταβίβαση είναι καθολική, με την έννοια της προσβολής του συνόλου του διατακτικού της δικαιοδοτικής κρίσης. Η μεταβίβαση είναι καθολική και όταν, από τη δήλωση ή από τους λόγους του ενδίκου μέσου, φαίνεται να προσβάλλεται μέρος μόνο του διατακτικού της απόφασης ή του βουλεύματος, πλην όμως, τα μέρη της δικαιοδοτικής κρίσης δεν μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ τους και είναι αλληλοεξαρτώμενα, σε τέτοιο βαθμό, που η προσβολή του ενός μέρους, αναγκαστικά, επιδρά και στα άλλα μέρη, αν το ένδικο μέσο γίνει αποδεκτό (ΑΠ 171/2017, ΑΠ 209/2008, ΑΠ 2165/2007, ΑΠ 1146/2000). Όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος παραπονείται, με την έφεσή του, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την κατηγορία, γενικά, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα είναι καθολικό και το Εφετείο οφείλει να κρίνει ολόκληρη την απόφαση (ΑΠ 705/2019, ΑΠ 171/2017). Επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως, κατά αποφάσεως, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για κατ' ουσία συζήτηση, στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στάση, με την έννοια, ότι το τελευταίο έχει την εξουσία να κρίνει, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύπτεται, με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αφού, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και αυτό επανεξετάζει την υπόθεση, τόσο ως προς τη νομική, όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση (ΑΠ 705/2019, ΑΠ 171/2017). Παράλληλα, με τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠοινΔικ, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο των ενδίκων μέσων, κατ' αποφάσεων, ορίζεται, ότι "Η έφεση έχει καθολικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, εκτός αν ο εκκαλών την περιορίσει σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή προβάλλει συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους λόγους". Σύμφωνα, δε, με την ισχύουσα, γενικώς, επί όλων των ενδίκων μέσων, διάταξη του άρθρου 474 παρ. 4 ΚΠοινΔικ, "Στην έκθεση ή το δικόγραφο πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Στην περίπτωση του ενδίκου μέσου της έφεσης, κατά καταδικαστικής απόφασης - του νόμου, μη προβλέποντος, όπως επί αναιρέσεως, ειδικούς λόγους - το διατυπούμενο παράπονο μπορεί να αφορά οποιοδήποτε ουσιαστικό ή νομικό σφάλμα και να έχει (χωρίς να είναι και απαραίτητο) τη μορφή γενικής αμφισβήτησης της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης.
VII. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα στην υπ' αριθμ. 146/ 2022 έκθεση εφέσεώς της κατά της υπ' αριθμ. 1162/ 2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας μετά την εκδίκαση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ των λόγων εφέσεως διαλαμβάνει και τους ακόλουθους: α) "για την ίδια φερόμενη ως πράξη (αυτό ισχύει για όλες τις θεωρούμενες ως πράξεις) δόθηκαν δύο ξεχωριστοί ποινική χαρακτηρισμοί, (ψευδής καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση) Και έτσι, αντικανονικά, καταδικάστηκα διπλά για τα ίδια περιστατικά. Έγινε διπλή αξιολόγηση και για τις δύο φερόμενες ως πράξεις....".β) "Οι πράξεις ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότα η οποία προκύπτει από την ΑΒΜ 17/78 μήνυσή μου .... Διαστρεβλώθηκαν όλα όσα έγραψα εκεί προκειμένου να παρουσιαστούν ως ποινικά κολάσιμες ενώ δεν ήταν ". γ) " Ο πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Καλαμάτας Κ. Μ. ήταν παρών στη δίκη για μεγάλο διάστημα (πάνω από μία ώρα) με σκοπό να επηρεάσει το δικαστήριο σε βάρος μου.. καθόταν και στα έδρανα των δικηγόρων για να γίνεται αντιληπτός...". Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες διαλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας δεν αποφάνθηκε επί των ανωτέρω αναφερομένων με στοιχεία α' και β' λόγων εφέσεως είναι αβάσιμοι αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάνθηκε κηρύσσοντας ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, κηρύσσοντας αυτήν αθώα για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή. Περαιτέρω ως προς την τρίτη αιτίασή της, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στην απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν υφίσταται αντίστοιχο κεφάλαιο, ούτως ώστε να δύναται να προσβληθεί με την έφεση, και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας να αποφανθεί επ' αυτού αφού δεν υπήρχε αντίστοιχο κεφάλαιο στην απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη προηγηθείσα νομική σκέψη. Κατά συνέπεια ουδεμία απόλυτη ακυρότητα επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ούτε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, οι δε αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες και απορριπτέες . Επομένως ο εκ του άρθρου 510 πάρ. 1 στοιχ, Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχείο δ', 2 και Θ' του ΚΠΔ δεύτερος προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
VIII. Από τις διατάξεις του άρθρου 138 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠΔ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο Εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακρόασης είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 εδ. β', δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 1423/2024, ΑΠ 923/2023, ΑΠ 143/2023).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτής προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε σε απόλυτη και σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο εκ του άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, με την αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 171 παρ. 1β' ΚΠΔ, διότι διότι ο εισαγγελέας δεν πρότεινε τίποτα επί του χαρακτηριζόμενου από την ίδια αυτοτελή ισχυρισμού της κατά την έναρξη της διαδικασίας, και το δικαστήριο δεν απάντησε .Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της υπ' αριθμ. 244/ 2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, των οποίων, είχε ζητηθεί η διόρθωσή τους με την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 1294/ 23.12.2024 αίτηση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης προς τον Πρόεδρος του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, η οποία στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 39/ 2025 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε, κατά τη συνεδρίαση του στις 04.10.2024, μετά την απαγγελία της αποφάσεώς του με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, ο συνήγορος υπερασπίσεώς της, ο οποίος την εκπροσωπούσε, ζήτησε και έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου και "προέβαλε αρνητικούς ισχυρισμούς στις κατηγορίες, καθώς και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί επιτρεπτής μεταβολής της κατηγορίας..." Σύμφωνα με την κατηγορούμενη ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός που γι' αυτήν είναι "αυτοτελής ισχυρισμός" αφορούσε το γεγονός, κατ' αυτήν, ότι δεν ανέφερε πουθενά ότι οι εγκαλούντες λειτουργούν σαν συμμορία δίποδων ζωντόβολων και αμόρφωτων νταήδων ούτε και ότι η πρώτη εγκαλούσα ανήκει σε σκοτεινό δίκτυο που πειραματίζεται σε ζώα με ανία τες ασθένειες. Το δε Δικαστήριο καθώς και ο Εισαγγελέας αρνήθηκαν να εξετάσουν τον ισχυρισμό της αυτόν. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε καταθέσει εγγράφως τέτοιο ισχυρισμό ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Η αιτίαση, επομένως, της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη διότι η διόρθωση των τυχόν λαθών ή η συμπλήρωση των ελλείψεων των πρακτικών γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 145 παρ. 2 του ΚΠΔ , διαδικασία που ακολούθησε αναιρεσείουσα, όπως προαναφέρθηκε, απορριπτομένης της αιτήσεως διορθώσεως με την προαναφερθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας . Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α'και Β' σε συνδ. με άρθρ. 171 παρ. 1 εδ. β ' και δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού , για απόλυτη και σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι IX. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171, 177, 178 και 362 ΚΠΔ, το δικάζον ποινικό Δικαστήριο, αναζητώντας την ουσιαστική αλήθεια για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορούμενου, προβαίνει στην ανάγνωση και ουσιαστική αξιολόγηση οποιουδήποτε χρήσιμου εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού, εφόσον δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητά του (ΑΠ 32/2021), ενόψει του ότι η τήρηση της διάταξης του άρθρου 362 ΚΠΔ, δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας της σχετικής ποινικής διαδικασίας, και συνεπώς ουδεμίας μορφής ακυρότητα επιφέρει η ανάγνωση και λήψη υπόψη εγγράφων, τα οποία υποβάλλονται από τους διαδίκους χωρίς αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους, καθώς και η ανάγνωση, έστω και με την εναντίωση του κατηγορούμενου, εγγράφων άλλης δίκης ή και απόφασης εκδοθείσας επί άλλης δίκης, η οποία δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, διότι δεν θίγονται τα δικαιώματα υπεράσπισης και ακρόασης του κατηγορούμενου και δεν παραβιάζεται το από το άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ δικαίωμα υπεράσπισης, αφού ο κατηγορούμενος έχει πάντοτε τη δυνατότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ίδιου ως άνω Κώδικα, να εκθέσει τις απόψεις του, να κάνει παρατηρήσεις και να προβαίνει σε δηλώνεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν (ΑΠ 606/2024, ΑΠ 1101/2022, ΑΠ 710/2016, ΑΠ 1560/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ.γ του νέου ΚΠΔ, στην κατ' έφεση δίκη, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και τον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Δηλαδή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα, θεωρείται ότι αναγνώσθηκαν και στην κατ' έφεση δίκη και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως (ΑΠ 1128/2024, ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 1207/2023, ΑΠ 1002/2023, ΑΠ 332/023, ΑΠ 215/2023) Χ. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, που περιέχονται στη δικογραφία προκύπτει ότι στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά το στάδιο της υποβολής ερωτήσεων προς τον τρίτο μάρτυρα κατηγορίας από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, ο τελευταίος προσκόμισε προς ανάγνωση ένα έγγραφο από το FACEBOOK. Η κατηγορούμενη, δια του συνηγόρου υπερασπίσεως της, αφού του δόθηκε λόγος από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου ζήτησε να μην αναγνωστεί το έγγραφο που αποτελεί ανάρτηση από τη σελίδα https://mobile.Facebook.com/bugnub/source με τον τίτλο "ψυχοπαθείς δολοφόνοι Καλαμάτας" της εκκαλουμένης, το οποίο προσκομίστηκε εκ νέου από τον συνήγορο των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας. Ακολούθως δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, στον συνήγορο τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας και εκ νέου δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο υπερασπίσεως της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας και ζήτησε την παραδοχή του αιτήματός του. Το Δικαστήριο της ουσίας με την υπ' αριθμόν 244- β/ 2024 παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα αυτό με την ακόλουθη κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία: " το ως άνω έγγραφο αφορά σε εκτύπωση ηλεκτρονικής ανάρτησης που έχει λάβει χώρα στο διαδίκτυο στο μέσο FACEBOOK και αναφέρεται ονομαστικά στους εγκαλούντες και στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων εκ μέρους των τελευταίων κατά την ενάσκηση του επαγγέλματος του κτηνιάτρου. ως εκ τούτου κρίνεται ότι ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και πρέπει να επιτραπεί η ανάγνωση του κατ άρθρον 362 ΚΠΔ , το δε γεγονός ότι δεν φέρει ημερομηνία και τα στοιχεία του συντάκτη του δεν συνιστά λόγο μη ανάγνωσης του, αλλά θα αξιολογηθεί ελεύθερα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη βαρύτητά του. επομένως πρέπει να επιτραπεί η ανάγνωση του ως άνω εγγράφου, που είχε αναγνωστεί και πρωτοδίκως και μνημονεύεται στην εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτομένου του περί αντιθέτου αιτήματος του πληρεξούσιου δικηγόρου της κατηγορουμένης". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες. Περαιτέρω το δικάσαν Δικαστήριο αναγιγνώσκοντας το προαναφερθέν έγγραφο δεν παραβίασε τα δικαιώματα υπεράσπισης της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας, καθόσον, αφενός μεν, το ανωτέρω έγγραφο είχε καταστεί αναγνωστέο κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όπου και εκεί το Δικαστήριο είχε αποφανθεί υπέρ της αναγνώσεως του, συμπεριλήφθηκε δε μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων της πρωτόδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας με αριθμό 1162/2022 (σελίδα 15) και, επομένως, συμπεριλαμβανόταν μεταξύ των εγγράφων που αναγιγνώσκονται στο ακροατήριο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αφετέρου δε, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη έχει τη δυνατότητα δια του συνηγόρου υπερασπίσεως της να εκθέσει τις απόψεις και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί του ως άνω εγγράφου κατ' άρθρο 358 του ΚΠΔ και, επομένως, ουδεμία ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο επήλθε. Επομένως ο εκ των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' σε συνδυασμό με 171 παρ.1 εδ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος τέταρτος αναιρετικός λόγος για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. ΧΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 § 1 εδ. α' του ισχύσαντος έως 30.6.2019 Ποινικού Κώδικα: "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση, ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 99 § 1 εδ. α' του ισχύσαντος από 1.7.2019 ΠΚ (ν. 4619/2019), ορίζει ότι "εάν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση, ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία, στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Τέλος, με την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α' του νυν ισχύοντος ΠΚ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 4855/12-11-2021, ορίζεται ότι "αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία (3) έτη με μία ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη". Τέλος με το άρθρο 19 του ν. 5090/2024 ,που ισχύει από 1-5-2024, το άρθρο 99 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής : "1. Το δικαστήριο μετά την επιβολή ποινής εφαρμόζει τα άρθρα 80 A ή 104 A, μετατρέποντας την ποινή σε χρηματική ή σε κοινωφελή εργασία, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους, οπότε διατάσσει την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής σύμφωνα με την παρ. 5 ή ολόκληρης της ποινής. Αν ωστόσο, κάποιος που δεν έχει στο παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα με μία (1) ή περισσότερες αποφάσεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του ενός (1) έτους, καταδικαστεί σε ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη, αν κρίνει αιτιολογημένα πως η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων....". Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του ν.4619/2019 πριν τις τροποποιήσεις της είναι ευμενέστερη τόσο της πρώτης όσο και των μετέπειτα τροποποιηθέντων, δεδομένου ότι με αυτή η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέεται από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 ΠΚ (ν. 4619/2019) ορίζεται ότι: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά τον ν. 4619/2019, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος". Το τελευταίο άρθρο 465 νέου ΠΚ, το οποίο συνιστά διάταξη ειδικότερη του άρθρου 2 § 1 ΠΚ (ν. 4619/2019), πρέπει να παραμερισθεί - καθόσον αφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα - ως αντικείμενο σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος που καθιερώνουν την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου και ειδικότερα: α) στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4 και 7 Συντάγματος (αρχές της ισότητας και της νομιμότητας, (ΟλΑΠ 1/2015), β) στη διάταξη του άρθρου 15 § 1 εδ. γ' του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, όπου ο όρος "ελαφρύτερη ποινή" δεν καταλαμβάνει μόνο το πλαίσιο της ποινής, αλλά ερμηνεύεται ευρέως, ώστε να εμπίπτει σ' αυτόν και ο τρόπος εκτίσεως αυτής και γ) στο άρθρο 7 § 1 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων Ανθρώπου, στο πλαίσιο ερμηνείας του οποίου γίνεται δεκτή η υποχρέωση της αναδρομικής εφαρμογής της ευμενέστερης ποινικής διάταξης . Επομένως, μετά την ισχύ των ν. 4619/2019 και 4855/2021 εφαρμοστέα τυγχάνουν σε κάθε περίπτωση τα άρθρα 99 § 1 εδ. α' και 101 παρ. 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 αυτού, που έχει αυξημένη τυπική ισχύ, καθώς πηγάζει από τα προαναφερθέντα άρθρα, 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΑΠ 1176/2024, ΑΠ 1128/2024, ΑΠ 1021/2024,). Ενώ η προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 Π.Κ. μπορεί να εφαρμοσθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 2 του νέου Π.Κ. μόνο όταν οι νέες διατάξεις είναι δυσμενέστερες από τις παλαιότερες. Σύμφωνα, εξ άλλου, και με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4619/2019, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, πλέον, χορηγείται κατ' αρχήν σε όλους όσους καταδικάζονται σε ποινή φυλάκισης ως τρία (3) έτη, ανεξαρτήτως υπάρξεως προηγουμένων καταδικών, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα, στην αιτιολογία, στοιχεία ότι η εκτέλεση ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων (ΑΠ 1176/2024, ΑΠ 883/2022, 724/2022, ΑΠ 656/2021, ΑΠ 588/2021, ΑΠ 354/2021). Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής, να αποφασίσει σχετικά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του. Άλλως, αν δεν αποφασίσει για την αναστολή ή μη της ποινής ή αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς να αποφασίσει προηγουμένως επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, από τη οποία ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` ΚΠοινΔ (ΑΠ 1176/2024, ΑΠ 1065/2022, ΑΠ 847/). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι μετά την κήρυξη ως ένοχης της κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείoυσας, και την επιβολή συνολικής ποινής φυλάκισης τριών ετών (ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για κάθε παθόντα), ο Εισαγγελέας πρότεινε την μετατροπή της συνολικής ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σε χρηματική, ενώ ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορουμένης αφέθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου . Το Δικαστήριο, ως όφειλε, ερεύνησε το ζήτημα της αναστολής ή μη της ποινής φυλακίσεως, κρίνοντας όμως ότι δεν πρέπει να ανασταλεί η ποινή αυτή, με την ακόλουθη, επί λέξει, αιτιολογία: " Από το αναγνωσθέν ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης προκύπτει ότι αυτή έχει καταδικαστεί για την πράξη της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης 30 μηνών, που έλαβε χώρα την 24.1.2015. Με βάση τα προαναφερόμενα δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αναστολής της επιβληθείσης σε βάρος της ποινής φυλακίσεως των 3 ετών κατ' άρθρο 99 παράγραφος 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ (άρθρο 465 του νέου ΠΚ), δεδομένου ότι έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους. Περαιτέρω, η επιβληθείσα πρωτοδίκως ποινή φυλάκισης (5 ετών) είχε μετατραπεί με την εκκαλούμενη απόφαση προς 5 ευρώ ημερησίως κατ' άρθρο 82 του προϊσχύσαντος ΠΚ (Άρθρο 465 του νέου ΠΚ), ήτοι στο κατώτατο προβλεπόμενο ποσό εκ της ανωτέρω διάταξης με βάση την προσωπική και οικονομική κατάσταση κατηγορουμένης, κατ' άρθρο δε 470 ΠΚΔ δεν μπορεί να καταστεί χειρότερη θέση της κατηγορουμένης κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως πρέπει να μετατραπεί η επιβληθείσα σε αυτήν ποινή φυλάκισης 3 ετών σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ ημερησίως". Έτσι, όμως, που έκρινε το δίκασαν Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 99§1 ΠΚ, καθόσον δεν εφάρμοσε την ευμενέστερη κατά το άρθρο 2§1 ΠΚ για την κατηγορουμένη διάταξη του άρθρου 99§1 νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), αλλά την αντίστοιχη του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα, (όπως ρητά αναφέρει και στο σκεπτικό της απόφασής του), μετατρέποντας αυτή κατ' άρθρο 82 παρ. 1 β' του προϊσχύσαντος Π.Κ. πρός πέντε (05,00) ευρώ ημερησίως. Επομένως, εσφαλμένα εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Περαιτέρω ,δε, έτσι όπως έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν αιτιολόγησε την μη χορήγηση της αναστολής της ποινής, την οποία όφειλε να αιτιολογήσει, καθώς πυρήνας της μη χορήγησης αναστολής είναι η αποδεικνυόμενη από συγκεκριμένα περιστατικά αναγκαιότητα έκτισης της ποινής προς αποτροπή εκδήλωσης νέας αξιόποινης συμπεριφοράς και υπέπεσε έτσι και στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και της υπέρβασης εξουσίας.
Συνεπώς κατά το μέρος αυτό, είναι αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' και Θ' ΚΠΔ λόγους, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις υπό στοιχεία
ΙΙΙ,
ΙV και VI, δεκτού γενομένου του πέμπτου λόγου αναίρεσης , ως προς την απόρριψη της αναστολής της ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη ως προς τη διάταξή της για τη μετατροπή της ποινής φυλάκισης, προκειμένου να διερευνηθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), προκειμένου το ζήτημα της αναστολής της ποινής να κριθεί υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 99 ΠΚ (Ν.4619/2019, ως ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις).και να απορριφθεί, κατά τα λοιπά,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 244/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας ως προς τη διάταξή της περί αναστολής ή μη της ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα Δ. Ψ. του Γ. και της Ε., κατοίκου Καλαμάτας ... 2).
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως .
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την από 30-12-2024 αίτηση της Δ. Ψ. του Γ., κατοίκου Καλαμάτας, για αναίρεση της 244/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ