Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 979 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 979/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στυλιανού Κωσταρέλλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Φ. του Ε., κατοίκου Α. Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ιωαννίδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1268/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.02.2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 14.02.2025, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1287/2025 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 243/25.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και επικουρικά, ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. H κρινόμενη από 11.2.2025 αίτηση του Α. Φ. του Ε., κατοίκου Αλίμου Αττικής , ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1268/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, που καταχωρήσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 29.1.2025 και με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, έχει ασκηθεί, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 14.2.2025, συνταχθείσας της υπ' αριθ. 1287/2025 έκθεσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 982/2023, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 § 1 εδ. α' του ισχύσαντος έως 30.6.2019 Ποινικού Κώδικα: "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση, ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 99 § 1 εδ. α' του ισχύσαντος από 1.7.2019 ΠΚ (ν. 4619/2019), ορίζει ότι "εάν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση, ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία, στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Με την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α' του νυν ισχύοντος ΠΚ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 4855/12-11-2021, ορίζεται ότι "αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία (3) έτη με μία ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη". Με το άρθρο 19 του ν. 5090/2024, που ισχύει από 1-5-2024, το άρθρο 99 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής : "1. Το δικαστήριο μετά την επιβολή ποινής εφαρμόζει τα άρθρα 80 A ή 104 A, μετατρέποντας την ποινή σε χρηματική ή σε κοινωφελή εργασία, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους, οπότε διατάσσει την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής σύμφωνα με την παρ. 5 ή ολόκληρης της ποινής. Αν ωστόσο, κάποιος που δεν έχει στο παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα με μία (1) ή περισσότερες αποφάσεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του ενός (1) έτους, καταδικαστεί σε ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη, αν κρίνει αιτιολογημένα πως η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων....". Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του ν.4619/2019 πριν τις τροποποιήσεις της είναι ευμενέστερη τόσο της πρώτης όσο και των μετέπειτα τροποποιηθέντων, δεδομένου ότι με αυτή η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέεται από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 3994/2011, "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νεών αξιοποίνων πράξεων". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 εδ. γ' του προϊσχύσαντος ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με την υποπαράγραφο ΙΓ.Ι εδ. 1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 "1...Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των τριών ή δύο αντίστοιχα και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο, εφόσον για την αναστολή συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ, είναι υποχρεωμένο, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής υπό όρους ή να μετατρέψει την ποινή σε χρηματική και μόνο αν δεν δεχθεί την αναστολή ή τη μετατροπή αυτή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή της ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, και τη υπέρβασης εξουσίας ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' (ΑΠ 1046/2024, ΑΠ 970/2024, ΑΠ 186/2024, ΑΠ 1602/2023, ΑΠ 1487/2023, ΑΠ 1224/2023, ΑΠ 64/2023) και θ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.
IV. Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 1268/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας σε ποινή φυλάκισης τριών ετών, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο την 1-11-2018. Όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το Δικαστήριο δέχθηκε σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αναστολής εκτέλεσης της ως άνω επιβληθείσας ποινής τα εξής: "κατά το άρθρο 99 παρ. 1 ΠΚ , όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 2 του νόμου 3904/ 2010, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα (1) έτος με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από 3 έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 του ποινικού κώδικα (νόμος 4619/2019), όπως ίσχυσε αρχικά προβλεπόταν ότι: " αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων" , ενώ με το άρθρο 1 παρ. 4 Ν. 4637/2019 προστέθηκε στην παρ. 1 και δεύτερο εδάφιο που προέβλεπε ότι "ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που χορηγεί την αναστολή, εάν ο καταδικασθείς είναι παρών, άλλως από την επίδοση της απόφασης". Περαιτέρω, το άρθρο 99 παρ.1 του νέου ποινικού κώδικα (Ν. 4619/ 2019) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9Ν. 4855/ 2021, προβλέπει πλέον ότι " αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από 3 έτη με μία ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία (3) έτη. Αν το δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην δικαιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εφαρμόζει το άρθρο 104Α ΠΚ, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, οπότε διατάσσει την εκτέλεση μέρους του ή ολόκληρης της ποινής. Το δικαστήριο μπορεί με ειδική αιτιολογία να χορηγήσει την αναστολή και εφόσον οι προηγούμενες καταδίκες δεν υπερβαίνουν συνολικά τα 5 έτη φυλάκισης, εκτός αν συντρέχει η εξαίρεση της απόλυτης αναγκαιότητας εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής, και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία την χορηγεί καθίσταται εκτελεστή", ενώ με την τροποποίηση του άρθρου 99 του ποινικού κώδικα (Ν. 5090/ 2024 και έναρξη ισχύος από την πρώτη Μαΐου 2024) προβλέπεται ότι "το δικαστήριο μετά την επιβολή ποινής εφαρμόζει τα άρθρα 80Α ή 104Α, μετατρέποντας την ποινή σε χρηματική ή σε κοινωφελή εργασία, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους, οπότε διατάσσει την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής σύμφωνα με την παρ. 5 ή ολόκληρης της ποινής. Αν ωστόσο, κάποιος που δεν έχει στο παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα με μία (1) ή περισσότερες αποφάσεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του ενός έτους, καταδικαστεί σε ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα έτος , το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από 3 έτη, αν κρίνει αιτιολογημένα πως η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής, και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία τη χορηγεί καθίσταται εκτελεστή" ενώ με το Ν. 5090/2024 όπως τροποποιήσε το ίδιο άρθρο προβλέπεται πλέον , μεταξύ άλλων ότι " το δικαστήριο μετά την επιβολή ποινής εφαρμόζει τα άρθρα 80Α ή 104Α, μετατρέποντας την ποινή σε χρηματική ή σε κοινωφελή εργασία, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους, οπότε διατάσσει την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής σύμφωνα με την παρ. 5 ή ολόκληρης της ποινής". Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα παραπάνω, δεν συντρέχουν οι ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις χορήγησης αναστολής εκτέλεσης της ποινής καθώς ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα βεβαιωμένες οφειλές στη φορολογική διοίκηση (τελωνείο) ύψους 40.841.089 Ευρώ, ούτε έχει προβεί σε ρύθμιση αυτών, σε συνδυασμό, δε, με τον τρόπο που δημιουργήθηκαν τα εν λόγω χρέη και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συνεχίζει να διατηρεί την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εισαγωγικής εταιρείας εμπορίας καπνικών και οινοπνευματωδών προϊόντων με την επωνυμία "....", ήτοι συνεχίζει να διατηρεί την ιδιότητα βάσει της οποίας δημιουργήθηκαν τα επίδικα χρέη, ως εκ τούτου, η εκτέλεση της ποινής θα τον αποτρέπει από την τέλεση νέων αδικημάτων. Εξάλλου, έχει ήδη καταδικαστεί αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 7/ 2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας σε ποινή φυλάκισης 2 ετών για μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο". Κατόπιν αυτού προχώρησε στην μη αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών που επιβλήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου χωρίς να διαλάβει κρίση περί της μετατροπής ή μη σε χρηματική της ποινής φυλάκισης.
V. Ως προς τη μη μετατροπή της ποινής σε χρηματική το εκδόν την προσβαλλομένη Δικαστήριο της ουσίας δεν περιέλαβε την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν αναφέρει κατά ποιο τρόπο η μη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, επιβάλλεται προκριμένου να αποτραπεί ο κατηγορούμενος από την τέλεση νέων πράξεων, υπερέβη δε αρνητικά την εξουσία του παραλείποντας να διαλάβει κρίση επί της μετατροπής ή μη της ποινής φυλάκισης των τριών ετών που επέβαλε χωρίς ανατολή στον κατηγορούμενο, όπως βάσιμα ισχυρίζεται με τον λόγο αναίρεσης ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων. VΙ.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' (εκτιμώμενος λόγος) και Θ' λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας κατά το μέρος που αφορά τη μη μετατροπή της ποινής σε χρηματική είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την μη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής φυλάκισης σε χρηματική και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519, 522 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο ισχύει τροποποιηθέν από το άρθρο 159 Ν. 4855/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 1268/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας ως προς το σκέλος της, της μετατροπής ή μη της στερητικής της ελευθερίας ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών σε χρηματική που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο Α. Φ. του Ε..
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ