Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1004 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1004/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπη Βαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 58/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Με κατηγορούμενο τον Κ. Ι. Ρ. Ο. του Χ., κάτοικο Αλεξανδρούπολης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα και με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: Ι. Μ. Ε. του Μ. και 2. Χ. Σ. Ο. του Α., κατοίκους αμφοτέρους, Αλεξανδρούπολης, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 6/6 Φεβρουαρίου 2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Νίκης Κορίζη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 147/2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του 84 παρ. 2 ε' ΠΚ και συνακόλουθα περί ποινής, να παραπεμφθεί, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, καταδικαστικής ή αθωωτικής ή εκείνης που παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη (ΑΠ 275/2019), εκκλητής ή ανέκκλητης (ΑΠ 395/2024, ΑΠ 1241/2023) οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ (ΑΠ 50/2023, ΑΠ 1035/2022) μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507 ιδίου κώδικα. Κατά δε το άρθρο 507 η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον Εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του Δικαστηρίου και για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός από την καταχώρηση αυτή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς το σκοπό της διόρθωσης τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται, όπως παραπάνω εκτέθηκε, να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ.510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ΑΠ 395/2024, ΑΠ 275/2019, ΑΠ 385/2019, ΑΠ 122/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη με αριθ.6/2025 από 6-2-2025 αίτηση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου για αναίρεση της με αριθμό 58/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Κ. Ι. Ρ. Ο. του Χ., κάτοικο Αλεξανδρούπολης, τέρμα ....1 Π.Κ.), και ύστερα από αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ.2 ε' του ΠΚ, τον καταδίκασε σε κάθειρξη δεκαπέντε (15) ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Ειδικότερα ασκήθηκε νομότυπα με δήλωση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως στην αρμόδια Γραμματέα του Αρείου Πάγου και εμπρόθεσμα στις 6-2-2025, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ενός μηνός από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη η προσβαλλομένη απόφαση, στις 9-1-2025 με αριθ.1, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρ.462 παρ.1, 464, 507, 508 του Κ.Ποιν.Δ.). Η κρινομένη αίτηση είναι επί πλέον παραδεκτή (άρθρ.474 παρ.4 Κ.Π.Δ) αφού περιέχει σαφή και ορισμένο αναιρετικό λόγο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το κεφάλαιο αναγνώρισης στον κατηγορούμενο της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' του ΠΚ (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του λόγου της. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος παραστάθηκε προσηκόντως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εκπροσωπούμενος από τον συνήγορό του Θεοχάρη Δαλακούρα, Δικηγόρο Δ.Σ.Ροδόπης, ενώ η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται σαν να ήταν παρόντες και οι υποστηρίζοντες την κατηγορία 1)Μ. Ε. του Μ., 2)Χ. Σ. Ο. του Α., κάτοικοι Αλεξανδρούπολης οδός ..., οι οποίοι μολονότι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα αναιρετική δίκη (βλ. τα από 22-2-2025 αποδεικτικά που συνέταξε ο Αρχιφύλακας Δ. Κ., που υπηρετεί στο Α.Τ. Αλεξανδρούπολης, για την επίδοση της υπ'αριθ.147/2025 από 20-2-2025 κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στους εν λόγω υποστηρίζοντες την κατηγορία με θυροκόλληση στην άνω κατοικία τους παρουσία του μάρτυρα Δ. Σ., Υπαστυνόμου Α' που υπηρετεί στο Α.Τ. Αλεξανδρούπολης, και τα από 24-2-2025 αποδεικτικά, που συνέταξε ο Σ. Φ. επιμελητής δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, για την επίδοση της προμημονευθείσας κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στην αντίκλητό τους Ανθούλα ΑΝΑΣΟΓΛΟΥ, Δικηγόρο Θεσσαλονίκης, την οποία παρέλαβε η ίδια προσωπικά), δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρα 512 παρ. 1 εδ. β', 515 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.).
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά και να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1410/2024). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, που τείνει στην μείωση της επιβλητέας ποινής κατ' άρθρο 83 ΠΚ, είναι κατά την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ οι ελαφρυντικές περιστάσεις. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ., το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει δε η ελαφρυντική αυτή περίσταση πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσής του. Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ισχύοντος Π.Κ. προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτησή του. Η δυνατότητα της κατάφασης των προϋποθέσεων της εν λόγω περίστασης, ακόμα και κατά την κράτηση του καταδικασθέντος, επιβάλλεται από τον ειδικοπροληπτικό σκοπό της ποινής κατά της ελευθερίας. Η παραδοχή δε της συνδρομής της, αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου, συνέχεται δε με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτιωμένη συμπεριφορά του. Η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε ως βελτίωση της συμπεριφοράς του. Έτσι, εν όψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαίτιου μετά την τέλεση της πράξης, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, η οποία με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης απ' αυτόν των συνεπειών της πράξης του και του σταθερού εναρμονισμού του πλέον προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 835/2023, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 416/2022), ακόμα και κατά την κράτησή του (ΟλΑΠ 2/2022), διότι τότε μόνο η επιλογή του αυτή μαρτυρά την πραγματική του διάθεση και ενέχει σοβαρή στάση για την βελτιωμένη και χωρίς παραπτώματα διαβίωσή του (ΑΠ 174/2021, ΑΠ 28/2021), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 1596/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 290/2022, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 13/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης με αριθ.58/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε έχουν προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρ.141 παρ.3 Κ.Π.Δ.), προκύπτει ότι, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του ως άνω δικάσαντος Δικαστηρίου, έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, η συνήγορος του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος και προέβαλε προφορικά, μεταξύ άλλων, και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, επικαλούμενη προς υποστήριξή του τα εξής: "Ειδικότερα έχω λευκό ποινική μητρώο, αφού ουδέποτε έχω διαπράξει το παραμικρό αδίκημα. Μετά την άδικη πράξη, όχι απλά μετάνιωσα, αλλά ήμουν και παρέμεινα συντετριμμένος, προσπάθησα δε να μειώσω τις συνέπειές της, κάλεσα το ΕΚΑΒ, συνόδευσα τη σύζυγό μου στο Νοσοκομείο και έμεινα όλες τις μέρες μαζί της, όταν δε μου ζητήθηκε αίμα, έτρεξα και έφερα δεκατέσσερα άτομα και έδωσαν αίμα για την γυναίκα μου, όπως έδωσα και εγώ ο ίδιος. Επιπλέον μετά την τέλεση της πράξης συμπεριφέρθηκα καλά, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. 7446/2022 έγγραφο των φυλακών Νιγρίτας, επιδεικνύοντας άριστη συμπεριφορά". Το άνω Δικαστήριο δέχθηκε τον προβαλλόμενο ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά λέξει, τα εξής: "Τέλος όσον αφορά το ελαφρυντικό της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς (του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Π.Κ.), όπως αποδείχθηκε - λαμβανομένου υπόψη ότι το χρονικό διάστημα μετά την πράξη του ήταν προσωρινά κρατούμενος (από 10-10-2021 μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης την 8-10-2024) - πως η συμπεριφορά του ήταν θετική και επωφελής για σχετικά μεγάλο διάστημα και ότι τα περιστατικά που κατά τα ανωτέρω εκτέθηκαν δηλώνουν την αρμονική κοινωνική διαβίωσή του και, ακόμη, την μεταστροφή του χαρακτήρα του, καθόσον η συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της προσωρινής κράτησής του (περιορισμένης άλλωστε διάρκειας) ήταν η συνήθης των κρατουμένων". Με αυτά που δέχτηκε όμως το Δικαστήριο της ουσίας ως προς την αποδοχή του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου και αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.1 εδ.ε' του Π.Κ., στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν διέλαβε στο σκεπτικό του πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν θετική δραστηριότητα για μακρό χρόνο μετά την πράξη του, δηλωτική της μεταστροφής του χαρακτήρα του. Πιο συγκεκριμένα δεν διέλαβε στο σκεπτικό του περιστατικά θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη και μάλιστα για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση της συζύγου του, για την οποία καταδικάσθηκε, καταδεικνύοντα πραγματική επίγνωση από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερό εναρμονισμό του προς τις επιταγές της έννομής τάξης. Δηλαδή περιστατικά που να υποδηλώνουν ουσιαστική βελτίωση του χαρακτήρα του και πραγματική ηθική και ψυχική μεταστροφή του προς το σκοπό της ομαλής και αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης. Μόνο δε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της κράτησής του, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, μέσα στη φυλακή επέδειξε καλή συμπεριφορά δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί το εν λόγω ελαφρυντικό, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, αλλά απαιτείται η αναφορά περιστατικών για συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου που να συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτιωμένη συμπεριφορά του, τα οποία όμως δεν διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.ε' του Π.Κ., κατ'αποδοχή του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την περί αναγνώρισης στον κατηγορούμενο της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.ε' ΠΚ διάταξή της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 και 522 του ΚΠΔ), προκειμένου να κρίνει, για τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του ως άνω κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ΠΚ και, αναλόγως προς την επ' αυτής κρίση του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα σ' αυτόν ποινή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθ.58/2024 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης και δη ως προς την διάταξή της περί παραδοχής του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε' του Π.Κ. και χορήγησης σ'αυτόν του ελαφρυντικού αυτού καθώς και ως προς την σχετική περί ποινής διάταξη της απόφασης αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ