ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1005/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1005/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1005/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1005 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 1005/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρία Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Α. Π. του Κ., κατοίκου Αθηνών, 2. Β. Π. του Γ., κατοίκου Αθηνών και 3. L. G. του E., κατοίκου Ν. Πεντέλης Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Βλάχου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2483/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις από 31 Ιανουαρίου 2025 και με αριθμούς Ε.Μ.: 146/2025, Ε.Μ.:148/2025 και Ε.Μ.:149/2025, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 139/2025.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 31-1-2025 αιτήσεις των 1)Α. Π. του Κ., κατοίκου Αθηνών, οδός ..., 2)Β. Π. του Γ., κατοίκου Αθηνών οδός ..., 3) L. G. του E., κατοίκου Ν.Πεντέλης Αττικής, οδός ... για αναίρεση της με αριθ. 2483/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης που προηγήθηκε και προσυμφωνηθείσας ποινής, ο πρώτος για τα αδικήματα α) της υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ από υπόχρεο κατ'εξακολούθηση και β) της συμμετοχής, διά παρενθέτου προσώπου, του υποχρέου σε ΔΠΚ προσώπου σε εταιρία που έχει την έδρα της στην αλλοδαπή, η δεύτερη (νυν σύζυγος) για τα αδικήματα α) της εκ προθέσεως εγκρίσεως, ως συζύγου υποχρέου, της υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ καθόσον αφορά την ατομική της περιουσία και β) της συμμετοχής της σε εταιρία με έδρα την αλλοδαπή, και η τρίτη (πρώην σύζυγος) για το αδίκημα της εκ προθέσεως εγκρίσεως, ως συζύγου υποχρέου, της υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ, καθόσον αφορά την ατομική της περιουσία, ασκήθηκαν νομότυπα, με την από 31-1-2025 δήλωση της Ιωάννας Βλάχου Δικηγόρου Αθηνών, ως παρασταθείσας συνηγόρου τους στο δικάσαν Δικαστήριο, στη Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, και εμπρόθεσμα στις 31-1-12025, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε η απόφαση καθαρογραμμένη, στις 13-1-2025 με αριθ.54, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 303 παρ.6 και 9, 462, 464, 466 παρ.2, 473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ.1, 505 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ). Οι κρινόμενες αιτήσεις περιέχουν επί πλέον σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ). Επομένως, οι κρινόμενες αιτήσεις είναι παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων τους.
Κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ν.3213/2003: "α. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους περιουσιακά στοιχεία στην ημεδαπή και την αλλοδαπή,...Ειδικώς η αρχική δήλωση περιλαμβάνει τα υφιστάμενα κατά το χρόνο κτήσης της ιδιότητας περιουσιακά στοιχεία, την αξία κτήσης τους, εφόσον είναι διαθέσιμη και τον τρόπο κτήσης τους. .....γ. Μετά την αρχική δήλωση, στην ετήσια δήλωση οι υπόχρεοι δηλώνουν τις μεταβολές που έχουν επέλθει επί της συνολικής περιουσιακής τους κατάστασης κατά το χρονικό διάστημα που αφορά η δήλωση. Ο υπόχρεος υποβάλλει, την αρχική ή την ετήσια, δήλωση με τα περιουσιακά στοιχεία του συζύγου του και στην περίπτωση διάστασης, ή του προσώπου με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης και εκάστου των ανήλικων τέκνων τους, ακόμα και αν αυτά ενηλικιώθηκαν εντός του χρονικού διαστήματος που αφορά η δήλωση. Η δήλωση υποβάλλεται από τον ίδιο και εγκρίνεται υποχρεωτικά από τον σύζυγό του ή το πρόσωπο με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης για τα δικά του στοιχεία και από αμφοτέρους για τα περιουσιακά στοιχεία των ανήλικων τέκνων τους. Τις ίδιες υποχρεώσεις προς έγκριση του αντίστοιχου περιεχομένου της δήλωσης του υπόχρεου που αφορά τους ίδιους και τα ανήλικα τέκνα τους, έχουν και οι εν διαστάσει σύζυγοι. Σε περίπτωση άρνησης ή αδυναμίας του συζύγου του υπόχρεου, του εν διαστάσει συζύγου ή του προσώπου με το οποίο ο υπόχρεος έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις του, η δήλωση υποβάλλεται χωρίς έγκριση, μόνον από τον υπόχρεο, ο οποίος οφείλει να αναφέρει συγχρόνως ως παρατήρηση, το γεγονός της άρνησης ή της αδυναμίας, καθώς και τον Α.Φ.Μ. του ετέρου προσώπου. Στις ανωτέρω περιπτώσεις το όργανο ελέγχου καλεί τον σύζυγο, τον εν διαστάσει σύζυγο ή το πρόσωπο με το οποίο ο υπόχρεος έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, προκειμένου να δηλώσει τα δικά του περιουσιακά στοιχεία και αυτά των ανήλικων τέκνων τους, ενώπιον του αρμοδίου για τον υπόχρεο οργάνου, κατά τις διατάξεις του παρόντος, τάσσοντας αποκλειστική προς τούτο προθεσμία ενενήντα (90) ημερών...". Κατά δε το άρθρο 6 παρ.2 του αυτού ως άνω ν.3213/2003 "Υπόχρεος που παραλείπει να υποβάλει δήλωση μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας της παρ.2 του άρθρου 1 ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση, τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ....". Τέλος, κατά το άρθρο 6Α παρ.1 του αυτού ως άνω ν.3213/2003 "Ο σύζυγος, ο εν διαστάσει σύζυγος ή το μέρος του συμφώνου συμβίωσης που παραλείπει να δηλώσει τα δικά του περιουσιακά στοιχεία ή των ανήλικων τέκνων τους μετά την πάροδο της προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών από την κλήση του οργάνου ελέγχου, κατά το οριζόμενα στην περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 2, ή δηλώσει αυτά ανακριβώς ή ελλιπώς, τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ....". Από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται σαφώς ότι ο σύζυγος, ο εν διαστάσει σύζυγος ή το μέρος του συμφώνου συμβίωσης του υποχρέου σε ΔΠΚ προσώπου τελεί το αδίκημα της ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ του άρθρου 6 παρ.2 του ν.3213/2003, όταν εν γνώσει του (εκ προθέσεως) εγκρίνει την υποβολή, εκ μέρους του υποχρέου συζύγου του ή του υποχρέου εν διαστάσει συζύγου του ή του υποχρέου συμβίου του, ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ, καθόσον αφορά τα ατομικά του (του εγκρίνοντος) περιουσιακά του στοιχεία ή τα στοιχεία των ανήλικων τέκνων τους, ενώ τελεί το διαφορετικό (αλλότριο) αδίκημα της ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ του άρθρου 6Α παρ.1, όταν υποβάλει ο ίδιος ο δράστης του αδικήματος, καθόσον αφορά τα ατομικά του περιουσιακά στοιχεία ή εκείνα των ανηλίκων τέκνων τους, ανακριβή ή ελλιπή αυτοτελή ΔΠΚ, εντός της ταχθείσης σε αυτόν, μετά από σχετική κλήση του, από το αρμόδιο όργανο προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών, ύστερα από την άρνησή του να εγκρίνει την υποβολή της ΔΠΚ εκ μέρους του υποχρέου συζύγου του ή του υποχρέου εν διαστάσει συζύγου του ή του υποχρέου συμβίου του. Τα δύο ως άνω αδικήματα τελούνται μεν από το ίδιο πρόσωπο, ήτοι τον σύζυγο ή τον εν διαστάσει σύζυγο του υποχρέου προσώπου ή το μέρος του συμφώνου συμβίωσης του υποχρέου προσώπου, πλην όμως, υπό διαφορετικές προϋποθέσεις, όπως προεκτίθεται, αφού το μεν πρώτο αδίκημα τελείται με την εκ μέρους του δράστη εκ προθέσεως έγκριση της υποβολής από τον υπόχρεο σύζυγο ή εν διαστάσει σύζυγο ή συμβίο του ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ, καθόσον αφορά τα ατομικά περιουσιακά στοιχεία του εγκρίνοντος και των ανηλίκων τέκνων τους, ενώ το δεύτερο αδίκημα τελείται με την αυτοτελή υποβολή, εκ μέρους του δράστη ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ, καθόσον αφορά τα ατομικά του περιουσιακά στοιχεία ή εκείνα των ανηλίκων τέκνων τους, εντός της από το αρμόδιο όργανο και μετά από σχετική κλήση του τελευταίου, ταχθείσης στον ίδιο προθεσμίας, ύστερα από την άρνησή του να εγκρίνει την υποβολή της ΔΠΚ εκ μέρους του υποχρέου συζύγου του ή του υποχρέου εν διαστάσει συζύγου του ή του υποχρέου συμβίου του. Δηλαδή το πρώτο αδίκημα προϋποθέτει και απαιτεί για τη στοιχειοθέτησή του, την έγκριση της εκ μέρους του δράστη του αδικήματος της υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ από τον υπόχρεο σύζυγό του ή εν διαστάσει σύζυγό του ή τον συμβίο του, ενώ το δεύτερο προϋποθέτει την εκ μέρους του δράστη άρνηση της έγκρισης της υποβολής ΔΠΚ από τον υπόχρεο σύζυγό του ή εν διαστάσει σύζυγό του ή τον συμβίο του και την αυτοτελή υποβολή από τον ίδιο τον δράστη ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ, καθόσον αφορά την ατομική του περιουσία ή εκείνη των ανηλίκων τέκνων τους. Περαιτέρω, στο άρθρο 8 του ν.3213/2003 που είχε διατηρηθεί αναλλοίωτο με το άρθρο 46 του ν.5026/2023 (το οποίο όριζε ότι από την έναρξη ισχύος του καταργείται ο ν.3213/2003 περί της δήλωσης και του ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, ιδιοκτητών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και άλλων κατηγοριών προσώπων, πλην α) του άρθρου 8, περί απαγόρευσης συμμετοχής σε εταιρεία με έδρα στην αλλοδαπή για πολιτικά πρόσωπα και σε εταιρείες με έδρα μη συνεργάσιμα φορολογικά κράτη και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς, και β) των άρθρων 9, 10, 11 και 12, κατά το μέρος που αφορούν στην εφαρμογή του άρθρου 8), οριζόταν ότι: "1. Στον Πρωθυπουργό, στους Αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Εθνικό ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και όσων λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση, στους Υπουργούς, στους αναπληρωτές υπουργούς και τους Υφυπουργούς, στους βουλευτές και τους ευρωβουλευτές και όσους διαχειρίζονται τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων ως ανωτέρω, στους Γενικούς και Ειδικούς Γραμματείς της Βουλής και της Γενικής Κυβέρνησης, στους περιφερειάρχες και στους Δημάρχους απαγορεύεται η συμμετοχή στη διοίκηση ή στο κεφάλαιο εταιρειών, που έχουν έδρα πραγματική ή καταστατική στην αλλοδαπή είτε αυτοπροσώπως, είτε με παρένθετα πρόσωπα. 2. Στους Συντονιστές των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, στους Προέδρους, Διοικητές, Υποδιοικητές και Γενικούς Διευθυντές πιστωτικών ιδρυμάτων, που ελέγχονται από το κράτος, καθώς επίσης στα πρόσωπα των περιπτώσεων θ' και ι' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου ως και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου απαγορεύεται να συμμετέχουν είτε οι ίδιοι, είτε με παρένθετα πρόσωπα, στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση εταιρειών, που έχουν πραγματική ή καταστατική έδρα σε κράτος μη συνεργάσιμο στο, φορολογικό τομέα ή σε κράτος, που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς κατά την έννοια του άρθρου 65 του Ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος) και των υπουργικών αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί βάσει των ως άνω διατάξεων και ισχύουν κάθε φορά. 3. Η κατά παράβαση της παραγράφου 1 άμεση ή δια παρένθετου προσώπου συμμετοχή σε εταιρεία, που έχει έδρα στην αλλοδαπή τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Η κατά παράβαση της παραγράφου 2 άμεση ή δια παρένθετου προσώπου συμμετοχή σε εταιρεία, που έχει έδρα σε: α) κράτος μη συνεργάσιμο στο φορολογικό τομέα κατά την έννοια υπουργικής απόφασης, που εκδίδεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 5 του άρθρου 65 του Ν. 4172/2013, ή β) κράτος, που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς, κατά την έννοια υπουργικής απόφασης, που εκδίδεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 6 και 7 του άρθρου 65 του Ν. 4172/2013, τιμωρείται με την ίδια ποινή. 4. Για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου παρένθετα πρόσωπα των ατόμων, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, είναι: α) οι σύζυγοι και οι εν διαστάσει σύζυγοί τους και τα πρόσωπα, με τα οποία έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, β) οι πρώτου βαθμού συγγενείς τους, γ) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί, για οποιαδήποτε αιτία, για λογαριασμό ή καθ' υπόδειξη ή κατ' εντολή άλλου προσώπου, που κατέχει μία εκ των ιδιοτήτων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. 5.α. Μέσα σε αποκλειστική προθεσμία εξήντα ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου οφείλουν να μεταβιβάσουν τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στην διάταξη, β. Η μεταβίβαση δεν επηρεάζει και δεν αίρει το αξιόποινο για τις ήδη συντελεσθείσες παραβάσεις των διατάξεων που αφορούν σε εταιρίες που έχουν πραγματική ή καταστατική έδρα σε κράτος μη συνεργάσιμο στο φορολογικό τομέα ή σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς κατά την έννοια του άρθρου 65 του Ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος) και των υπουργικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατ' επίκληση των ως άνω διατάξεων, όπως ισχύουν. 6. Η διάταξη του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται για τις άνω παραβάσεις. 7. Το άρθρο 178 του Ν. 4389/2016 καταργείται από τότε, που τέθηκε σε ισχύ". Ήδη, με το άρθρο 65 παρ.1 του ν.5197/2025 (ΦΕΚ Α' 76/16.05.2025), το ως άνω αδίκημα, τελούμενο διά παρενθέτου προσώπου, καταργήθηκε. Συγκεκριμένα, στο ως άνω άρθρο ορίζεται ότι: "...
Συνεπώς, η συμμετοχή σε εταιρία με έδρα την αλλοδαπή, του πρωθυπουργού, των υπουργών κλπ που ορίζονται στην παρ.1 του άρθρου 8 του ν.3213/2003 διά παρενθέτου προσώπου, όπως είναι η σύζυγός του, δεν στοιχειοθετεί το εν λόγω αδίκημα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 303 παρ.1, 2, 3, 4 και 6 του κυρωθέντος και ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Κ.Π.Δ. "1. Στις περιπτώσεις των αυτεπαγγέλτως διωκομένων εγκλημάτων, εξαιρουμένων των κακουργημάτων: α) που απειλούνται και με ποινή ισόβιας κάθειρξης και β) που προβλέπονται στο άρθρο 187Α ΠΚ και στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του ΠΚ, ο κατηγορούμενος δικαιούται μέχρι την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης ή της προανάκρισης να ζητήσει εγγράφως ο ίδιος ή διά του συνηγόρου του την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα κύρια ή παρεπόμενη ποινή. 2. Μετά την υποβολή του ανωτέρω αιτήματος η δικογραφία διαβιβάζεται επί μεν των πλημμελημάτων στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών επί δε των κακουργημάτων στον εισαγγελέα εφετών, οι οποίοι οφείλουν να κρίνουν αν η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, κατάλληλη προς διαπραγμάτευση. Προς τον σκοπό αυτό ο εισαγγελέας καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί ενώπιόν του μετά ή δια συνηγόρου και, αν το κρίνει αναγκαίο, τον παθόντα μετά ή δια συνηγόρου. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο ο εισαγγελέας του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Στα εγκλήματα της παρ. 1 του άρθρου 301 ο εισαγγελέας δικαιούται κατά την κρίση του να εξαρτήσει την έναρξη της διαπραγμάτευσης, από την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας ή από τη σοβαρή προσπάθεια του υπαιτίου να αποκαταστήσει τη ζημία. 3. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά. Η γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, καταστρέφεται με το οικείο υλικό και τυχόν αντίγραφά της δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της δίκης και σε καμία άλλη διαδικασία. 4. Αν ο κατηγορούμενος, αφού λάβει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας, συμφωνήσει με τον εισαγγελέα την επιβλητέα ποινή, συντάσσεται πρακτικό διαπραγμάτευσης, που υπογράφεται από τον εισαγγελέα και από τον κατηγορούμενο και τον παριστάμενο συνήγορό του. Το πρακτικό διαπραγμάτευσης περιέχει την ομολογία του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία κατηγορείται, την συμφωνηθείσα ποινή καθώς και τον τρόπο έκτισής της. Η προτεινόμενη ποινή καθορίζεται με βάση την απαξία, τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, τον βαθμό της υπαιτιότητας καθώς και την προσωπικότητα και τους οικονομικούς όρους του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε έτη φυλάκισης στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, τα επτά έτη στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη άνω των δέκα ετών, και τα δύο έτη στα πλημμελήματα, ούτε μπορεί να είναι κατώτερη των δύο ετών στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη. Για την αναστολή ή μετατροπή της προτεινόμενης ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 99, 100, 104Α και 105Α ΠΚ. Στο πρακτικό διαπραγμάτευσης ορίζεται υποχρεωτικά πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος του κατηγορουμένου, στον οποίο παρέχεται η εντολή να τον εκπροσωπήσει στο ακροατήριο....6. Μέσα σε πέντε ημέρες από τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, η υπόθεση εισάγεται με απευθείας κλήση στο Μονομελές Εφετείο επί κακουργημάτων και στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο επί πλημμελημάτων. Στον απόντα κατηγορούμενο ορίζεται υποχρεωτικά ως συνήγορος ο αναφερόμενος στο πρακτικό διαπραγμάτευσης και αν αυτός κωλύεται άλλος συνήγορος από τον πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Το δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης και των στοιχείων της δικογραφίας και επιβάλλει σε αυτόν, εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ ποινή, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την συμφωνηθείσα μεταξύ εισαγγελέα και κατηγορούμενου. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να δεσμεύεται από το πρακτικό διαπραγμάτευσης, τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β` και γ` και δικαιούται να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου. 7.Διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που έχει ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση που καταχωρείται στο ειδικό πρακτικό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 141 παρ.4. Στην περίπτωση αυτή η διαπραγμάτευση διεξάγεται μεταξύ του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα της έδρας. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, το δικαστήριο του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Η υποβολή του αιτήματος διαπραγμάτευσης δεν αποτελεί υποχρεωτικό λόγο αναβολής της δίκης, μπορεί όμως το δικαστήριο να διακόψει τη συζήτηση και να τάξει προθεσμία έως δεκαπέντε ημερών για τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης σύμφωνα με την παρ.4. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ.4 του άρθρου 302 (όπως το τέταρτο εδάφιο της παρ.7 αντικ.από το άρθρο 7 παρ.32 περ.β' του ν.4637/2019 και το τελευταίο εδάφιό της τροποπ.με το άρθρο 8 παρ.16 του ν.4637/2019).". Με τις παραπάνω διατάξεις εισάγεται και στην ελληνική έννομη τάξη ο θεσμός του "Plea Bargaining", ιδιαιτέρως διαδεδομένος σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κεντρικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του οποίου είναι η ανταλλαγή της ομολογίας με την επιβολή μειωμένης ποινής. Η εναλλακτική αυτή διαδικασία, η οποία πλέον κυριαρχεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και τείνει να υποκαταστήσει την κλασική ποινική δίκη, προσφέρει το σημαντικό όφελος της ταχείας εκδίκασης των ποινικών υποθέσεων. Η προκείμενη διαδικασία φέρει τα εξής χαρακτηριστικά : α) Η ποινική διαπραγμάτευση λαμβάνει χώρα μεταξύ του συνηγόρου του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα και το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης περιορίζεται στην επιβλητέα ποινή. Το σχετικό πλαίσιο ποινής διαμορφώνεται στην παρ.4 του άρθρου 303 σε χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα που προβλέπονται σε περίπτωση αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων, ώστε αυτό να λειτουργεί ως κίνητρο εφαρμογής της διαδικασίας αυτής. β) Η εφαρμογή του νέου αυτού θεσμού σε ευρύ κύκλο εγκλημάτων συνδέεται με τη διακριτική ευχέρεια του εισαγγελέα να αξιολογήσει αν τα χαρακτηριστικά ορισμένης εγκληματικής συμπεριφοράς (π.χ. είδος εγκλήματος, συνθήκες τέλεσης, προσωπικότητα υπαιτίου) είναι τέτοια, ώστε να παρακάμπτεται η τακτική ποινική διαδικασία και να ακολουθεί ως ανταμοιβή της ομολογίας η μειωμένη ποινή. γ) Με την ομολογία του κατηγορουμένου νόμιμα αποδεικνύεται η ενοχή του για το αδίκημα ή τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται και έτσι δεν παραβιάζεται ευθέως το τεκμήριο αθωότητας, οριζόμενο υπέρ του. δ) Θεσπίστηκε η δυνατότητα του δικαστηρίου να μειώσει περαιτέρω τη συμφωνηθείσα ποινή, κατά τρόπο ώστε η προσυμφωνηθείσα ποινή να είναι η ανωτέρα δυνατή, έτσι ώστε να διαφυλάσσεται και η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης να κατοχυρώνεται. ε) Προβλέφθηκε η δυνατότητα του δικαστηρίου, πριν καταγνώσει την προσυμφωνηθείσα ποινή, να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα ή άλλους λόγους που αποκλείουν την ποινική ευθύνη και στην περίπτωση αυτή να αθωώσει παρά το ''plea bargaining'' τον κατηγορούμενο ή να προσδώσει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου. (ΑΠ 634/2022). Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, κατά το άρθρο 511 του ΚΠΔ "Αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ.1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.Β'. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την εκκρεμοδικία και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της και μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τον έλεγχο των αναιρετικών λόγων, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, το Μονομελές Εφετείο (κακ/των) Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την ομολογία εκ μέρους των τριών κατηγορουμένων, (υποχρέου σε ΔΠΚ πρώτου κατηγορουμένου και νυν και πρώην συζύγων του, δεύτερης και τρίτης των κατηγορουμένων, αντίστοιχα), ενέκρινε κατ'άρθρο 303 ΚΠΔ το πρακτικό διαπραγμάτευσης που είχαν καταρτίσει οι ως άνω κατηγορούμενοι, μετά από σχετική αίτησή τους, με τον εισαγγελέα της έδρας του άνω Δικαστηρίου, στο οποίο είχαν παραπεμφθεί ο μεν πρώτος για τα ως άνω αδικήματα Α) της υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ από υπόχρεο κατ'εξακολούθηση και Β) της συμμετοχής, διά παρενθέτου προσώπου, του υποχρέου σε ΔΠΚ προσώπου σε εταιρία που έχει την έδρα της στην αλλοδαπή, η δε δεύτερη για τα αδικήματα Α) της εκ προθέσεως εγκρίσεως, ως συζύγου υποχρέου, της υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ καθόσον αφορά την ατομική της περιουσία και Β) της συμμετοχής της σε εταιρία με έδρα την αλλοδαπή και η τρίτη για το αδίκημα της εκ προθέσεως εγκρίσεως, ως συζύγου υποχρέου, της υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς ΔΠΚ, καθόσον αφορά την ατομική της περιουσία. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο κήρυξε την ενοχή των κατηγορουμένων ως προς τα άνω αδικήματα, μετά την ομολογία από τον καθένα τους των πραγματικών περιστατικών που τα στοιχειοθετούν, με το εξής επί λέξει σκεπτικό "Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα ανεξαιρέτως τα προαναφερόμενα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν προκύπτει ότι, κατ'άρθρο 303 παρ. 1, 4 και 7 του Κ.Π.Δ., λόγω του από 1-10-2024 πρακτικού ποινικής διαπραγμάτευσης, μεταξύ των κατηγορουμένων και του Εισαγγελέως του Δικαστηρίου τούτου, στο οποίο οι κατηγορούμενοι ομολογούν την ενοχή τους για τις σε βάρος τους αποδιδόμενες κατηγορίες: 1) της ανακριβούς και ελλιπούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) υποχρέου κατ' εξακολούθηση, 2) της ανακριβούς και ελλιπούς δήλωσης περιουσιακών στοιχείων συζύγου του υποχρέου κατ' εξακολούθηση, 3) της συμμετοχής υποχρέου προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 3213/2003 σε εταιρεία με έδρα την αλλοδαπή κατ' εξακολούθηση και 4) της συνέργειας σε συμμετοχή σε εταιρεία με έδρα την αλλοδαπή δια παρενθέτου προσώπου (συζύγου), πρέπει, επομένως, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των σε βάρος εκάστου αποδιδόμενων ένδικων κατηγοριών, όπως, ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια κήρυξε 1)τον απόντα εκπροσωπούμενο από συνήγορο κατηγορούμενο Α. Π. του Κ., δικηγόρο, που γεννήθηκε το 1965, κάτοικο Αθηνών, οδός ..., 2)την απούσα εκπροσωπούμενη από συνήγορο κατηγορούμενη Β. Π. του Γ. και της Ε., κάτοικο Αθηνών, που γεννήθηκε το 1977, οδός ... - Πλάκα, 3)την απούσα εκπροσωπούμενη από συνήγορο κατηγορούμενη L. G. του E. και της R., που γεννήθηκε στη Λιθουανία το 1972, κάτοικο Νέας Πεντέλης Αττικής, οδός ... ένοχους βάσει πρακτικού διαπραγμάτευσης, του ότι: Ι) Ο Α. Π. του Κ./νου ως υπαίτιος του ότι, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 17.7.2019 έως 29.10.2022, με περισσότερες από μία πράξεις, που απαρτίζονται από περισσότερες επί μέρους πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα, τα οποία συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά και τιμωρούνται στον νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματικές ποινές. Ειδικότερα: Α) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 20.7.2021 έως 25.2.2022, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, υπό την ιδιότητά του ως υπόχρεου σε δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης, καθώς και της συζύγου του, με πρόθεση υπέβαλε ανακριβή και ελλιπή δήλωση. Συγκεκριμένα: 1)Στον παραπάνω τόπο την 20.7.2021, υπό την ιδιότητά του ως βουλευτή, υπέβαλε αρχική δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης καθώς και της τότε συζύγου του. Λ. Γ. του Ε., με ημερομηνία αναφοράς την 17.7.2019. οπότε και ανέλαβε τα καθήκοντά του ως βουλευτής, στην οποία: α) στα δηλωθέντα εκ μέρους του ακίνητα, και ειδικότερα στο ακίνητο επί της οδού ..., στη Νέα Πεντέλη Αττικής, κυριότητας της τότε ως άνω συζύγου του, με πρόθεση παρέλειψε να καταχωρήσει ότι σε αυτό υπήρχε πισίνα επιφάνειας 28 τ.μ., όπως αναγράφεται στον τίτλο κτήσης αυτού, δηλαδή στο υπ'αριθ. 7176/12.7.2011 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ., β) στα δηλωθέντα εκ μέρους του ακίνητα, και ειδικότερα στο αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "Πράπα - Καμίνι" Σχίνου Πισσίων στο Λουτράκι Κορινθίας, που του ανήκει κατά ψιλή κυριότητα, με πρόθεση καταχώρισε ότι αυτό έχει έκταση 2.635 τ.μ., ενώ στην πραγματικότητα η έκτασή του είναι 4.029 τ.μ., όπως αναγράφεται στον τίτλο κτήσης αυτού, δηλαδή στο υπ' αριθ. 39590/19.9.2006 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Μ..
ΙΙ) Στον παραπάνω τόπο την 20.7.2021, υπό την ιδιότητά του ως βουλευτή, υπέβαλε ετήσια δήλωση έτους 2020 (χρήση 2019) της περιουσιακής του κατάστασης καθώς και της συζύγου του, Β. Π. του Γ., με ημερομηνία αναφοράς την 31.12.2019, στην οποία στα δηλωθέντα εκ μέρους του ακίνητα, και ειδικότερα στο αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "Πράπα - Καμίνι" Σχίνου Πισσίων στο Λουτράκι Κορινθίας, που του ανήκει κατά ψιλή κυριότητα, με πρόθεση καταχώρισε ότι αυτό έχει έκταση 2.635 τ.μ., ενώ στην πραγματικότητα η έκτασή του είναι 4.029 τ.μ., όπως αναγράφεται στον τίτλο Κτήσης αυτού, δηλαδή στο υπ'αρ. 39590/19.9.2006 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Μ..

ΙΙΙ)Στον παραπάνω τόπο την 25-2-2022, υπό την ιδιότητά του ως βουλευτή, υπέβαλε ετήσια δήλωση έτους 2021 (χρήση 2020) της περιουσιακής του κατάστασης καθώς και της συζύγου του, Β. Π. του Γ., με ημερομηνία αναφοράς την 31.12.2020, στην οποία: α) στα δηλωθέντα εκ μέρους του ακίνητα, και ειδικότερα στο αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "Πράπα - Καμίνι" Σχίνου Πισσίων στο Λουτράκι Κορινθίας, που του ανήκει κατά ψιλή κυριότητα, με πρόθεση καταχώρισε ότι αυτό έχει έκταση 2.635 τ.μ., ενώ στην πραγματικότητα η έκτασή του είναι 4.029 τ.μ., όπως αναγράφεται στον τίτλο κτήσης αυτού, δηλαδή στο υπ'αριθ. 39590/19.9.2006 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Μ., β) στα δηλωθέντα εκ μέρους του εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα της συζύγου του, Β. Π. του Γ., με πρόθεση καταχώρισε ότι αυτά ανέρχονται στο ποσό των 15.149,39 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ανέρχονταν στο ποσό των 37.694,84 ευρώ, όπως προκύπτει από την εικόνα αποδοχών αυτής για την αντίστοιχη χρονική περίοδο στο σύστημα ΤΑΧΙS, γ) στις δηλωθείσες εκ μέρους του δανειακές υποχρεώσεις καταχώρησε ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου προς την τράπεζα BANQUE CANTONALE DEGENEVE ανέρχεται στο ποσό των 1.251.593,50 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ανερχόταν στο ποσό των 1.274.100,66 ευρώ, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της ως άνω τράπεζας, δ) στις δηλωθείσες εκ μέρους του δανειακές υποχρεώσεις καταχώρισε ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου προς τη δικηγορική εταιρία Α. Π. Κ. Σ. ανέρχεται στο ποσό των 70.000 ευρώ, παραλείποντας να προσκομίσει σχετικό έγγραφο της ως άνω εταιρίας που να βεβαιώνει το γεγονός αυτό. Β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 17.7.2019 έως 29.10. 2022, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν βουλευτής, με πρόθεση συμμετείχε, είτε αυτοπροσώπως είτε με παρένθετο πρόσωπο, στη διοίκηση και το κεφάλαιο εταιριών που έχουν πραγματική ή καταστατική έδρα στην αλλοδαπή. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενώ είχε την ιδιότητα του βουλευτή, με πρόθεση συμμετείχε αυτοπροσώπως κατά ποσοστό 100% στο κεφάλαιο των εταιριών S. L., D. L. και H. L. που έχουν έδρα στην Κύπρο, καθώς και δια της συζύγου του, Β. Π. του Γ., ως παρενθέτου προσώπου, κατά ποσοστό 100% στο κεφάλαιο της εταιρίας S. L. που έχει έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
ΙΙ)Β. Π. του Γ. ως υπαίτια του ότι, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 17.7.2019 έως 29.10.2022, με περισσότερες από μία πράξεις, μία εκ των οποίων απαρτίζεται από περισσότερες επί μέρους πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα, τα οποία συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά και τιμωρούνται στον νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματικές ποινές. Ειδικότερα: Α) Στην Αθήνα την 25.2.2022, ενώ είχε την ιδιότητα του συζύγου υπόχρεου σε αρχική δήλωση περιουσιακής κατάστασης, με πρόθεση ενέκρινε την υποβολή εκ μέρους του τελευταίου ανακριβούς δήλωσης-Συγκεκριμένα. στον παραπάνω τόπο και χρόνο, με πρόθεση ενέκρινε την ετήσια δήλωση έτους 2021 (χρήση 2020) της περιουσιακής κατάστασης του Α. Π. του Κ., στην οποία είχε συμπεριλάβει και τη δική της, καθώς είναι σύζυγός του, με ημερομηνία αναφοράς την 31.12.2020, στην οποία στα δηλωθέντα εκ μέρους του εισοδήματα από τη δική της επιχειρηματική δραστηριότητα καταχώρισε ότι αυτά ανέρχονται στο ποσό των 15.149,39 ευρώ. ενώ στην πραγματικότητα ανέρχονταν στο ποσό των 37.694,84 ευρώ, όπως προκύπτει από την εικόνα αποδοχών της για την αντίστοιχη χρονική περίοδο στο σύστημα ΤΑΧΙS. Β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 17.7.2019 έως 29.10.2022 με πρόθεση παρέσχε σε άλλον συνδρομή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, και συγκεκριμένα παρέσχε συνδρομή στο συγκατηγορούμενό της Α. Π. του Κ., κατά την τέλεση από αυτόν του εγκλήματος της συμμετοχής δια παρένθετου προσώπου στη διοίκηση και το κεφάλαιο εταιρίας που έχει πραγματική ή καταστατική έδρα στην αλλοδαπή κατ'εξακολούθηση. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ο ως άνω συγκατηγορούμενός της, ενώ είχε την ιδιότητα του βουλευτή, με πρόθεση συμμετείχε μέσω της ίδιας ως παρένθετου προσώπου κατά ποσοστό 100% στο κεφάλαιο της εταιρίας S. L. που έχει έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η δική της συνέργεια συνίσταται στο ότι, γνωρίζοντας την πρόθεση του ως άνω συγκατηγορουμένου της να διαπράξει το ανωτέρω έγκλημα, συνέδραμε αυτόν εμφανιζόμενη η ίδια ως συμμετέχουσα κατά ποσοστό 100% στο κεφάλαιο της ως άνω εταιρίας, ενώ πραγματικός συμμετέχων ήταν ο συγκατηγορούμενός της.

ΙΙΙ)Η L. G. του E. ως υπαίτια του ότι, στην Αθήνα, την 20.7.2021, ενώ είχε την ιδιότητα του συζύγου υπόχρεου σε αρχική δήλωση περιουσιακής κατάστασης, με πρόθεση ενέκρινε την υποβολή εκ μέρους του τελευταίου ανακριβούς δήλωσης. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο με πρόθεση ενέκρινε την αρχική δήλωση της περιουσιακής κατάστασης του Α. Π. του Κ., στην οποία είχε συμπεριλάβει και τη δική της, καθώς ήταν τότε σύζυγός του, με ημερομηνία αναφοράς την 17.7.2019, οπότε και αυτός ανέλαβε τα καθήκοντά του ως βουλευτής, στην οποία στα δηλωθέντα εκ μέρους του ακίνητα, και ειδικότερα στο ακίνητο επί της οδού ..., στη Νέα Πεντέλη Αττικής, κυριότητάς της, παρέλειψε να καταχωρήσει ότι σε αυτό υπήρχε πισίνα επιφάνειας 28 τ.μ., όπως αναγράφεται στον τίτλο κτήσης αυτού, δηλαδή στο υπ' αριθ. 7176/12.7.2011 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών, Π. Κ..". Ακολούθως, τους επέβαλε τις συμφωνηθείσες ποινές, ήτοι στον πρώτο κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για την πρώτη πράξη και ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και ΧΠ 10.000 ευρώ για τη δεύτερη πράξη, στη δεύτερη κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών για την πρώτη πράξη και ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών και ΧΠ 10.000 ευρώ για τη δεύτερη πράξη και στην τρίτη κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών. Στη συνέχεια δε καθόρισε τη συνολική ποινή Α)του πρώτου κατηγορούμενου σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, που αποτελείται από την βαρύτερη των ποινών των δύο (2) ετών, που επιβλήθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο για την πρώτη πράξη, επαυξημένη κατά ένα (1) έτος από τη συντρέχουσα ποινή των δύο (2) ετών που τού επιβλήθηκε για την δεύτερη πράξη. Β) της δεύτερης κατηγορούμενης σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών, που αποτελείται από την βαρύτερη των ποινών των δέκα πέντε (15) μηνών, που επιβλήθηκε στην δεύτερη κατηγορούμενη για την πρώτη πράξη, επαυξημένη κατά πέντε (5) μήνες από τη συντρέχουσα ποινή των δέκα (10) μηνών που της επιβλήθηκε για την δεύτερη πράξη. Και μετέτρεψε τη στερητική της ελευθερίας ποινή που επιβλήθηκε στον κάθε κατηγορούμενο σε χρηματική και όρισε το ποσό της μετατροπής σε δέκα (10) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Με τον κοινό από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ .Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, δεύτερο για την δεύτερη κατηγορούμενη και μοναδικό λόγο αναίρεσης για την τρίτη κατηγορούμενη, οι εν λόγω κατηγορούμενες παραπονούνται ότι το Δικαστήριο κήρυξε την κάθε μία τους ένοχη για το αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 6Α παρ.1 του ν.3213/2003, ήτοι για αλλότριο αδίκημα από εκείνο, για το οποίο είχε παραπεμφθεί με το κλητήριο θέσπισμα και τα πραγματικά περιστατικά για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ομολόγησε και το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ.2 του ν.3213/2003. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εκάστη κατηγορουμένη παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και κηρύχθηκε ένοχη για το αδίκημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται στο άρθρο 6 παρ.2 του ν.3213/2003, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 46 του ν.5026/2023, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2, 3, 4, 39 και 41 του τελευταίου αυτού νόμου, τα πραγματικά περιστατικά για τη στοιχειοθέτηση του οποίου και ομολόγησε, ήτοι για την εκ προθέσεώς της έγκριση της υποβολής εκ μέρους του υποχρέου συζύγου της και πρώτου κατηγορουμένου, ανακριβούς ΔΠΚ, καθόσον αφορά την ατομική της περιουσία και όχι για το αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 6Α παρ.1 του ίδιου ως άνω νόμου, ήτοι για την εκ μέρους της αυτοτελή υποβολή ανακριβούς ΔΠΚ, μετά την άρνησή της να εγκρίνει την υποβολή της ΔΠΚ εκ μέρους του υποχρέου συζύγου της και πρώτου κατηγορουμένου, τα στοιχεία του οποίου (αδικήματος του άρθρου 6Α παρ.1 του ν.3213/2003) δεν περιλαμβάνονται ούτε στο κλητήριο θέσπισμα, ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε συνομολογήθηκαν από εκάστη των εν λόγω κατηγορουμένων. Και είναι αληθές ότι στις παρατεθείσες στην προσβαλλόμενη απόφαση διατάξεις που στηρίζουν την ενοχή εκάστης των ως άνω κατηγορουμένων, εκτός από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν.3213/2003, ως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 46 του ν.5026/2003, που προβλέπει και τιμωρεί το αδίκημα της εκ προθέσεως έγκρισης υποβολής ανακριβούς ΔΠΚ, εκ μέρους του υποχρέου συζύγου της, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη εκάστη των ως άνω κατηγορουμένων, αφού ομολόγησε, βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης, κατ'άρθρο 303 ΚΠΔ, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του, περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 6Α παρ.1 του ν.3213/2003, η οποία, όμως, τέθηκε εκ προφανούς παραδρομής και όχι για να θεμελιώσει νομικά την ενοχή εκάστης των εν λόγω κατηγορουμένων για το τελευταίο αυτό αδίκημα, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της υπόστασης του οποίου, άλλωστε, ουδόλως περιλαμβάνονται στην απόφαση, ούτε στο κλητήριο θέσπισμα, ούτε φυσικά ομολογήθηκαν από εκάστη των ως άνω κατηγορουμένων. Ως εκ τούτου, ο ως άνω κοινός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της δεύτερης και της τρίτης κατηγορουμένης είναι αβάσιμος και η εκ προφανούς παραδρομής παρατεθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 6Α παρ.1 του ν.3213/2003 πρέπει αυτεπαγγέλτως, κατ'άρθρο 518 ΚΠΔ, από το Δικαστήριο τούτο του Αρείου Πάγου, να απαλειφθεί από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία η παραπομπή της υπόθεσης στο εκδόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, το αδίκημα του άρθρου 8 του ν.3213/2003 που είχε διατηρηθεί με το άρθρο 46 του ν.5026/2023 και αφορούσε τη συμμετοχή των κατά την παρ.1 του ως άνω άρθρου 8 υποχρέων σε ΔΠΚ προσώπων (πρωθυπουργού, υπουργών, βουλευτών κλπ) διά παρενθέτων προσώπων, όπως είναι οι σύζυγοί τους, σε εταιρίες με έδρα την αλλοδαπή, καθώς και τη συμμετοχή των συζύγων των ως άνω υποχρέων σε ΔΠΚ προσώπων σε τέτοιες εταιρίες, για το οποίο, μετά την ομολογία των πραγματικών περιστατικών που το στοιχειοθετούσαν, ο πρώτος και η δεύτερη των ως άνω κατηγορουμένων, με το πρακτικό διαπραγμάτευσης κατ'άρθρο 303 ΚΠΔ, κηρύχθηκαν ένοχοι, ο μεν πρώτος ως υπόχρεος σε ΔΠΚ που συμμετείχε διά παρενθέτου προσώπου, ήτοι διά της δεύτερης συζύγου του σε εταιρία με έδρα την αλλοδαπή και η δεύτερη, ως σύζυγος υποχρέου σε ΔΠΚ προσώπου, για τη συμμετοχή της σε εταιρία με έδρα την αλλοδαπή, ήδη με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 5197/16-5-2025 (ΦΕΚ Α 76/16-5-2025), δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, καταργήθηκε και πλέον δεν στοιχειοθετείται τέτοιο αδίκημα για τις συζύγους των υποχρέων σε ΔΠΚ προσώπων, ούτε φυσικά για τα ίδια τα υπόχρεα σε ΔΠΚ πρόσωπα, διά παρενθέτων προσώπων, όπως είναι οι σύζυγοι, τα τέκνα ή οι γονείς τους. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 511 εδ.τελ. του ΚΠΔ, εφόσον οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές και εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες, ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη του μοναδικού λόγου αναίρεσης του πρώτου κατηγορουμένου και του πρώτου λόγου αναίρεσης της δεύτερης κατηγορουμένης, το Δικαστήριο τούτο του Αρείου Πάγου, πρέπει αυτεπαγγέλτως κατ'άρθρο 511 εδ.δ' του ΚΠΔ, να αναιρέσει κατά το κεφάλαιο τούτο την απόφαση, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι ο πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσειόντων για το υπό στοιχείο Β αδίκημα, μετά την ομολογία τους, με το πρακτικό διαπραγμάτευσης κατ'άρθρο 303 ΚΠΔ, να κρατήσει και να δικάσει κατά τούτο, την υπόθεση και να κηρύξει αθώους τον πρώτο αναιρεσείοντα και τη δεύτερη αναιρεσείουσα για την πιο πάνω πράξη, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει κατ'αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της, που αφορά την κήρυξη της ενοχής του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσειόντων για την πράξη της συμμετοχής της δεύτερης και του πρώτου, διά παρενθέτου προσώπου, σε εταιρία με έδρα την αλλοδαπή του άρθρου 8 του ν.3213/2003, λόγω της νέας ευμενέστερης ποινικής διάταξης, που ισχύει μετά την δημοσίευσή της και καταργεί το ως άνω αδίκημα και συνακόλουθα, ως προς το κεφάλαιό της, που αφορά τη συνολική ποινή, να κρατηθεί η υπόθεση κατά τούτο και να κηρυχθούν αθώοι για την εν λόγω πράξη ο πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσειόντων και να απαλειφθεί Α) από την επιβληθείσα στον πρώτο κατηγορούμενο συνολική ποινή των τριών (3) ετών εκείνη του ενός (1) έτους, που συγχωνεύθηκε από την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή των δύο (2) ετών, για το πιο πάνω αδίκημα, για το οποίο κηρύχθηκε αθώος ο ως άνω κατηγορούμενος, στη βασική ποινή των δύο (2) ετών για την πράξη της υποβολής ανακριβούς ΔΠΚ, έτσι ώστε να απομένει προς έκτιση, ως προς τον εν λόγω κατηγορούμενο, η ποινή των δύο (2) ετών και Β) από την επιβληθείσα στη δεύτερη κατηγορούμενη συνολική ποινή των είκοσι (20) μηνών, εκείνη των πέντε (5) μηνών, που συγχωνεύθηκε από την επιβληθείσα σε αυτήν ποινή των δέκα (10) μηνών, για το πιο πάνω αδίκημα, για το οποίο κηρύχθηκε αθώα η ως άνω κατηγορουμένη, στη βασική ποινή των δέκα πέντε (15) μηνών για την πράξη της εκ προθέσεως έγκρισης της υποβολής εκ μέρους του υποχρέου συζύγου ανακριβούς ΔΠΚ, έτσι ώστε να απομένει προς έκτιση, ως προς την εν λόγω κατηγορουμένη, η ποινή των δέκα πέντε (15) μηνών, χωρίς να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ελλείψει αντικειμένου προς έρευνα, ενώ κατά τα λοιπά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αναιρέσεις των Α. Π. του Κ. και Β. Π. του Γ.. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση της L. G. του E., και να επιβληθούν σε βάρος της, τα δικαστικά έξοδα, κατ' αρ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθ.2483/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μόνο ως προς το κεφάλαιο της κήρυξης της ενοχής των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων για την υπό στοιχείο Β' πράξη της συμμετοχής του υποχρέου σε ΔΠΚ πρώτου αναιρεσείοντος διά παρενθέτου προσώπου και της συμμετοχής της συζύγου του υποχρέου σε ΔΠΚ, σε εταιρία με έδρα την αλλοδαπή και συνακόλουθα, ως προς το κεφάλαιό της για τη συνολική ποινή.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, κατά το κεφάλαιο της κήρυξης της ενοχής των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων για την υπό στοιχείο Β' πράξη.

Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα Α. Π. του Κ., για το ότι: "Β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 17.7.2019 έως 29.10. 2022, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν βουλευτής, με πρόθεση συμμετείχε, είτε αυτοπροσώπως είτε με παρένθετο πρόσωπο, στη διοίκηση και το κεφάλαιο εταιριών που έχουν πραγματική ή καταστατική έδρα στην αλλοδαπή. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενώ είχε την ιδιότητα του βουλευτή, με πρόθεση συμμετείχε αυτοπροσώπως κατά ποσοστό 100% στο κεφάλαιο των εταιριών S. L., D. L. και H. L. που έχουν έδρα στην Κύπρο, καθώς και δια της συζύγου του, Β. Π. του Γ., ως παρενθέτου προσώπου, κατά ποσοστό 100% στο κεφάλαιο της εταιρίας S. L. που έχει έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο."
Κηρύσσει αθώα την αναιρεσείουσα Β. Π. του Γ. και της Ε., για το ότι: "Β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 17.7.2019 έως 29.10.2022 με πρόθεση παρέσχε σε άλλον συνδρομή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, και συγκεκριμένα παρέσχε συνδρομή στο συγκατηγορούμενό της Α. Π. του Κ., κατά την τέλεση από αυτόν του εγκλήματος της συμμετοχής δια παρένθετου προσώπου στη διοίκηση και το κεφάλαιο εταιρίας που έχει πραγματική ή καταστατική έδρα στην αλλοδαπή κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ο ως άνω συγκατηγορούμενός της, ενώ είχε την ιδιότητα του βουλευτή, με πρόθεση συμμετείχε μέσω της ίδιας ως παρένθετου προσώπου κατά ποσοστό 100% στο κεφάλαιο της εταιρίας S. L. που έχει έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η δική της συνέργεια συνίσταται στο ότι, γνωρίζοντας την πρόθεση του ως άνω συγκατηγορουμένου της να διαπράξει το ανωτέρω έγκλημα, συνέδραμε αυτόν εμφανιζόμενη η ίδια ως συμμετέχουσα κατά ποσοστό 100% στο κεφάλαιο της ως άνω εταιρίας, ενώ πραγματικός συμμετέχων ήταν ο συγκατηγορούμενός της".
Απαλείφει από την επιβληθείσα στον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα Α. Π. του Κ. συνολική ποινή των τριών (3) ετών, τη συγχωνευθείσα ποινή του ενός (1) έτους, για την άνω πράξη για την οποία κηρύχθηκε αθώος ο εν λόγω αναιρεσείων, έτσι ώστε απομένει προς έκτιση ως προς τον εν λόγω κατηγορούμενο, η ποινή των δύο (2) ετών.
Απαλείφει από την επιβληθείσα στην δεύτερη κατηγορουμένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα Β. Π. του Γ. συνολική ποινή των είκοσι (20) μηνών, τη συγχωνευθείσα ποινή των πέντε (5) μηνών, για το πιο πάνω αδίκημα, για το οποίο κηρύχθηκε αθώα η ως άνω κατηγορουμένη, έτσι ώστε να απομένει προς έκτιση, ως προς την εν λόγω κατηγορουμένη, η ποινή των δέκα πέντε (15) μηνών.
Απαλείφει από τις παρατεθείσες στην προσβαλλόμενη απόφαση διατάξεις που στηρίζουν την ενοχή των δεύτερης και τρίτης κατηγορουμένων τη διάταξη του άρθρου 6Α παρ. 1 του ν. 3213/2003.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις κρινόμενες αιτήσεις των κατηγορουμένων 1. Α. Π. του Κ., και 2. Β. Π. του Γ. για αναίρεση της με αριθμό 2483/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Απορρίπτει την από 31-1-2025 αίτηση της L. G. του E. για αναίρεση της ίδιας ως άνω απόφασης.
Επιβάλλει στην εν λόγω αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή