Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1007 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1007/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. J. V. H. του G. W., κατοίκου ... και 2. Ζ. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαύρο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. ΑΥΤ1754/2023 απόφασης του Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.08.2024 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 03.09.2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η διάταξη του άρθρου 545 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ., που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), ορίζει ότι: "Η καταδικαστική απόφαση και κάθε διάταξη του δικαστή ή του εισαγγελέα εκτελείται μόλις γίνει αμετάκλητη, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά σε ειδικές περιπτώσεις", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 562 του ίδιου ανωτέρω κώδικα: "Κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση του καταδικασθέντος σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από τον αρμόδιο κατ' άρθρο 549 εισαγγελέα, ο οποίος αποφαίνεται αμελλητί με αιτιολογημένη διάταξή του. Σε περίπτωση αμφιβολίας του εισαγγελέα ή αντίρρησης του καταδικασθέντος επιλαμβάνεται το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή.", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 563 του αυτού ως άνω Κ.Ποιν.Δ.: "Στις περιπτώσεις των άρθρων 561 και 562 ο καταδικασμένος κλητεύεται στο δικαστήριο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 551. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου επιτρέπεται στον εισαγγελέα και στον καταδικασμένο το ένδικο μέσο της αναίρεσης". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το πλημμελειοδικείο, το οποίο επιλαμβάνεται αντιρρήσεων του καταδικασθέντος, περιορίζεται στην εξέταση ζητημάτων σχετικών με την εκτελεστότητα καταδικαστικής απόφασης, είτε η απόφαση αυτή είναι αμετάκλητη είτε, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, είναι αμέσως εκτελεστή, πριν καταστεί αμετάκλητη, που προκύπτουν κατά την εκτέλεση, κατά κανόνα μετά το αμετάκλητο αυτής, ειδικότερα δε αναφορικά (ΑΠ 947/2023) : α) με την εκτελεστότητα της σχετικής απόφασης, όταν προβάλλεται ότι αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και δεν είναι αμέσως εκτελεστή, β) με το είδος της επιβληθείσας ποινής και γ) με τη διάρκεια της ποινής, στην περίπτωση που από τον καταδικασθέντα γίνεται επίκληση εσφαλμένου προσδιορισμού του χρόνου λήξης της ποινής (άρθρο 554 του Κ.Ποιν.Δ.) ή λόγου που παύει ή κωλύει τη συνέχιση της έκτισής της, όπως της απονομής χάριτος (άρθρο 564 περ. β' του Κ.Ποιν.Δ.), ή της παραγραφής της ποινής (άρθρο 565 περ. α' του Κ.Ποιν.Δ.) ή του χαρακτηρισμού της πράξης ως μη αξιόποινης με μεταγενέστερο νόμο (άρθρο 2 παρ. 2 του Π.Κ.) ή του χρόνου που πρέπει να αφαιρεθεί από την εκτιόμενη ποινή (άρθρο 82 του Π.Κ.), κατά της απόφασης δε που εκδίδεται επί των ανωτέρω αντιρρήσεων επιτρέπεται στον εισαγγελέα και τον καταδικασμένο το ένδικο μέσο της αναίρεσης (Α.Π. 264/2021). Περαιτέρω, για να είναι παραδεκτές οι ανωτέρω αντιρρήσεις του καταδικασθέντος και να εξετασθούν από το πλημμελειοδικείο του τόπου έκτισης της ποινής, πρέπει να διαρκεί ακόμη η εκτέλεση της απόφασης, δηλαδή, η ποινή που έχει επιβληθεί με την απόφαση κατά της οποίας στρέφονται οι αντιρρήσεις να μη έχει εκτιθεί εξ ολοκλήρου, καθόσον μετά την έκτιση της ποινής εξαντλείται η εκτελεστότητα της απόφασης και δεν υπάρχει στάδιο εκτέλεσης (Α.Π. 1549/2022, Α.Π. 13/2021).
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατά τη διαδικασία των άρθρων 417 και επ. του Κ.Ποιν.Δ. (αυτόφωρη διαδικασία), ως δικαστήριο του τόπου έκτισης της ποινής, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. ΑΥΤ1754/2023 απόφασή του απέρριψε την αίτηση των αναιρεσειόντων 1) J. V. H. του G. W. και 2)Μ. Ζ. του Α., κατοίκων ..., με την οποία αυτοί είχαν υποβάλλει αντιρρήσεις, κατ' άρθρο 562 του Κ.Ποιν.Δ., σχετικά με την απόρριψη, με Διάταξή της, από την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών της από 15-10-2022 αίτησής τους, με την οποία ζητούσαν να εμμείνει αυτή στην προηγηθείσα από 2-12-2020 αρχειοθέτηση της υποθέσεως που εκθέτουν, βάσει του ν. 4689/2020 (άρθρο 64), και να μειώσει την χρηματική ποινή των 8.000 ευρώ που επιβλήθηκε (μετ'αναίρεση) με την ΖΤ 1878/15-12-2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ποινή η οποία ισχυρίζονται ότι έπρεπε να παραγραφεί υφ' όρον, κατ' εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 64 του ν. 4689/2020. Η ως άνω κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, καθόσον ασκήθηκε από πρόσωπα που είχαν το σχετικό έννομο συμφέρον, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο, περιλαμβάνει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' αντιστοίχως του Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 64 του ν. 4689/2020: "1. Κύριες ποινές: α) φυλάκισης διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών ή β) χρηματικές ποινές ή γ) ποινές παροχής κοινωφελούς εργασίας, που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος νέα αξιόποινη πράξη από δόλο, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης, ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί σωρευτικά με ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών. 2. Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των προβλεπόμενων από το νόμο διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές. 3. Εξαιρούνται των ως άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 82Α, 235, 236, 237, 242, 259, 285, 358 και 390 του Π.Κ., καθώς και των νόμων 927/1979 (Α 139), 3304/2005 (Α 16), του άρθρου 11 του ν. 4443/2016 (Α 232) και της παρ. 6 του άρθρου πρώτου της από 25.02.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α 42), όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4682/2020 (Α 76)....". Με την ως άνω διάταξη, η οποία θεσπίσθηκε στα πλαίσια άσκησης αντεγκληματικής και σωφρονιστικής πολιτικής, με σκοπό την ελάφρυνση των Δικαστηρίων από την εκδίκαση πράξεων ήσσονος εγκληματικότητας και χωρίς έντονη κοινωνικοηθική απαξία, θεσμοθετήθηκε (ως θεσμός αυτοτελής και διαφοροποιημένος από τη γενική παραγραφή) ειδική, υπό όρον, παραγραφή του αξιοποίνου εγκλημάτων και ανεκτέλεστων ποινών, υπό τον όρον ότι ο υπαίτιος ή κατάδικος δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευσή του νόμου, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη και δεν θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε γι' αυτή, σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, η οποία (αξιόποινη πράξη) αναβιώνει και συνεχίζεται μόνο σε περίπτωση πλήρωσης του όρου αυτού. Η επέλευση της, υπό όρο, παραγραφής και εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης ή της υπό όρο μη εκτέλεσης της ποινής, η οποία είναι συμβατή με το Σύνταγμα και το 7° Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 11/2001), η ρητή θέσπιση υποχρεωτικής αρχειοθέτησης της σχετικής δικογραφίας ή της καταδικαστικής απόφασης και η πρόβλεψη για συνέχιση της ποινικής δίωξης, μόνο σε περίπτωση πλήρωσης του σχετικού όρου, υποδηλώνουν και ενέχουν ως αυτονόητη έννομη συνέπεια τον αποκλεισμό οποιοσδήποτε δικαστικής ενασχόλησης, με υπόθεση που αφορά αξιόποινη πράξη ή ποινή στερητική της ελευθερίας, που εμπίπτουν στην υπό όρους, παραγραφή και παύση της ποινικής δίωξης ή παραγραφή και μη εκτέλεση της ποινής ή ένδικο μέσο κατά απόφασης, που εκδόθηκε σε τέτοια υπόθεση (ως προς το παραδεκτό, τη νομιμότητα ή τη βασιμότητά του) για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η νομική κατάσταση της, υπό όρο, παύσης της ποινικής δίωξης ή της μη εκτέλεσης της ποινής, η οποία (νομική κατάσταση) αίρεται μόνο με τη σύννομη επανενεργοποίηση της ποινικής δίωξης ή της εκτελεστότητας της ποινής μετά την πλήρωση του όρου. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του ν. 4689/2020 μέχρι τη σύννομη επανενεργοποίηση της ποινικής δίωξης ή της αναβίωσης της εκτελεστότητας της ποινής που παραγράφηκε υπό όρο, κατά το οποίο (χρονικό διάστημα) η υπόθεση ήταν ή έπρεπε να ήταν αρχειοθετημένη, δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αυτής ή ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε επ' αυτής, προς συζήτηση ενώπιον οποιοσδήποτε Δικαστηρίου, η οποία (συζήτηση) εάν επιδιωχθεί από διάδικο ή από τον Εισαγγελέα, κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1143/2023, ΑΠ 273/2021).
Εξάλλου, η προβλεπόμενη από το άρθρο 563 εδ. β' του Κ.Ποιν.Δ. αναίρεση κατ' απόφασης, που εκδόθηκε από το τριμελές πλημμελειοδικείο του τόπου έκτισης της ποινής, επί αντιρρήσεων του καταδικασμένου σχετικά με την εκτελεστότητα καταδικαστικής σε βάρος του ποινικής απόφασης, είναι επιτρεπτή για όλους τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου ανωτέρω Κ.Ποιν.Δ., μεταξύ των οποίων α) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και β) της υπέρβασης εξουσίας.
Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Α.Π. 741/2022, Α.Π. 1308/2020). Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει, όταν το (ποινικό) δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του (θετική υπέρβαση εξουσίας) ή, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει [(αρνητική υπέρβαση εξουσίας) - [Α.Π. 1025/2022, Α.Π. 933/2020].
V. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες J. V. H. και Μ. Ζ. και καταδικάσθηκαν, σε δεύτερο βαθμό, με την υπ' αριθμ. ΖΤ 4779, 4983/2018, 2, 223,375, 505, 749, 828, 1301, 1661, 1732, 1157, 1815/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για παράβαση του άρθρου 44 παρ.2 του ν. 3959/2011, κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης στην αγορά της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ ΑΕ", μετά δε την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε' ΠΚ, τους επιβλήθηκε χρηματική ποινή σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, εις έκαστον, αντί της ποινής των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ η οποία τους είχε επιβληθεί πρωτοδίκως, με τη με αριθμό ΖΜ 4717/2018 απόφαση του Ζ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Οι καταδικασθέντες κατέβαλαν την παραπάνω χρηματική ποινή, που τους επιβλήθηκε (μαζί με τις προσαυξήσεις της) και συγκεκριμένα ο μεν πρώτος, εξ αυτών, κατέβαλε, με το υπ' αριθμ. ....2019 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ΙΓ' Αθηνών, συνολικά το ποσό των 86.261,76 ευρώ, ο δε δεύτερος, εξ αυτών, κατέβαλε το ίδιο ποσό με το υπ' αριθμ. ....2019 διπλότυπο είσπραξης της ίδιας Δ.Ο.Υ.. Κατόπιν άσκησης των με αριθ. πρωτ. 10967/16.10.2019 και 10952/16.10.2019, αντίστοιχα, αιτήσεων αναίρεσης των κατηγορουμένων, εκδόθηκε η με αριθμό 730/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η πιο πάνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τη διάταξή της περί απόρριψης του ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ και για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής και η υπόθεση παραπέμφθηκε, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, για νέα επιμέτρηση της ποινής. Στη συνέχεια, η υπόθεση, μεταβιβασθείσα στο Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, προσδιορίστηκε να συζητηθεί εκ νέου στη δικάσιμο της 2-12-2020, πλην όμως η Εισαγγελέας της έδρας απέσυρε την υπόθεση και αρχειοθέτησε τη δικογραφία με πράξη της που εκδόθηκε αυθημερόν, καθώς έκρινε ότι η επιβληθείσα χρηματική ποινή των 40.000 ευρώ είχε υποπέσει σε παραγραφή υφ' όρον, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 64 παρ. 1 ν. 4689/2020. Η υπόθεση, όμως, επανεισήχθη για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 15-12- 2021, κατόπιν ανάσυρσης της δικογραφίας από το αρχείο, με την από 8-6-2021 πράξη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, με την αιτιολογία ότι εκ παραδρομής είχε αρχειοθετηθεί, δεδομένου ότι η χρηματική ποινή που είχε επιβληθεί στους κατηγορουμένους είχε ήδη αποτιθεί στις 2-12-2020, ενώ η υπόθεση εισαγόταν, μετ' αναίρεση, μόνο για την επιμέτρηση της ποινής. Ακολούθως, κατά την ανωτέρω δικάσιμο της 15-12-2021 εκδόθηκε η με αριθμό ΖΤ 1878/2021 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία επέβαλε στους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες, σε δεύτερο βαθμό και μετά την αναγνώριση συνδρομής στο πρόσωπο τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του νέου ΠΚ, χρηματική ποινή οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ σε καθένα. Επίσης, το Δικαστήριο απέρριψε, κατά πλειοψηφία, τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων που διατυπώθηκε εγγράφως και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, με περιεχόμενο την "ουσιαστική επικύρωση της από 2.12.2020 εισαγγελικής πράξης, δυνάμει της οποίας η με στοιχεία Ω 15-191 υπόθεση, τέθηκε στο αρχείο, κατ' άρθρον 64 του ν. 4689/2020", διαλαμβάνοντας τη νομική παραδοχή ότι "...το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 524 ΚΠΔ, πράγματι θα πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση της υπό κρίση υπόθεσης, στα πλαίσια που διαγράφηκαν από την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, διότι σε κάθε περίπτωση, μετά την αναίρεση στις 14.5.2020 της με αριθμό ΖΤ 4779, 4983/2018, 2, 223, 375, 505, 749, 828, 1301, 1661, 1732, 1757, 1815/2019 εφετειακής απόφασης, κατά το μέρος που αφορά την ποινή, δεν ετίθετο, κατά το χρόνο δημοσίευσης του ανωτέρω νόμου (20.5.2020), θέμα "επιβληθείσας ποινής", εφόσον η εφετειακή απόφαση είχε ήδη αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό, ώστε να ανακύπτει ζήτημα παραγραφής της, κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ν. 4689/2020, κατά τη νέα, μετά την παραπομπή συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου..., χωρίς να τίθεται εν προκειμένω ζήτημα εφαρμογής της επιεικέστερης διάταξης του άρθρου 64 του ν. 4689/2020, η οποία ίσχυσε μετά το χρόνο τέλεσης της πράξης, για την οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι και πριν την αμετάκλητη εκδίκασή της, κατ' άρθρ. 2 ΠΚ, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής (της διάταξης) στην υπό κρίση περίπτωση...". Κατά της ως άνω και με αριθμό ΖΤ 1878/2021 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι νυν αναιρεσείοντες Μ. Ζ. και J. V. H. άσκησαν τις με αριθμ. πρωτ. 3318/12-4-2022 και 3322/12-4-2022 αιτήσεις αναιρέσεως, αντίστοιχα, επί των οποίων εξεδόθη η με αριθμ. 1143/2023 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις αναίρεσης, καθόσον δέχθηκε ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (ΖΤ 1878/2021), δεν παραβίασε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 2 ΠΚ και του άρθρου 64 παρ. 1 και 2 του ν. 4689/2020, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους, ούτε υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, με το να παραλείψει την παραγραφή της χρηματικής ποινής, υπό όρο. Ακολούθως, οι καταδικασθέντες και ήδη αναιρεσείοντες υπέβαλαν αίτηση στην Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών αιτούμενοι αφενός την αρχειοθέτηση της δικογραφίας με την τελικώς επιβληθείσα χρηματική ποινή των 8.000 ευρώ, ως και την επιστροφή στους ίδιους του υπόλοιπου χρηματικού ποσού εκ του ποσού των 40.000 ευρώ και η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με σχετική πράξη επί της αιτήσεως διέταξε την εκτέλεση της νέας προσδιορισθείσας χρηματικής ποινής των 8.000 ευρώ. Οι καταδικασθέντες και ήδη αναιρεσείοντες, θεωρώντας ότι η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών εξέδωσε την ως άνω Διάταξή της καθ' υπέρβαση των καθηκόντων της, υπέβαλαν στις 15-10-2022 νέα αίτηση ζητώντας η τελευταία να εμμείνει στην προηγηθείσα αρχειοθέτηση της 2-12-2020 και να μειώσει την χρηματική ποινή στο τελικώς επιβληθέν ποσό των 8.000 ευρώ, ποινή η οποία έπρεπε να παραγραφεί υφ' όρον, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 64 του ν. 4689/2020, πλην όμως η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών απέρριψε την αίτηση κρίνοντας ότι η αρχική χρηματική ποινή των 40.000 ευρώ είχε καταβληθεί πριν την ισχύ του ν. 4689/2020 και συνακόλουθα δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν οι διατάξεις αυτού περί υφ' όρον παραγραφής της χρηματικής ποινής. Κατά της ως άνω απορριπτικής κρίσης οι νυν αναιρεσείοντες προέβαλαν αντιρρήσεις, οι οποίες εισήχθησαν προς συζήτηση στη δικάσιμο της 2-5-2023 του Αυτόφωρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθμ. ΑΥΤ 1754/2023 προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αίτηση αντιρρήσεων των καταδικασθέντων και ήδη αναιρεσειόντων, ως μη νόμιμη, δεχόμενο, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, τα ακόλουθα: "...Η κρινόμενη αίτηση τυγχάνει πολλαπλός απορριπτέα, διότι, οι αντιλέγοντες, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στην πρώτη πρόταση του συλλογισμού, απαραδέκτως προβάλλουν αντιρρήσεις στην εκτελεστότητα της ανωτέρω απόφασης καθόσον αυτή αφορά χρηματική ποινή και μόνο και όχι ποινή στερητική της ελευθερίας ή παρεπόμενη. Σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν γίνει υποθετικά δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 562 ΚΠΔ έχει εφαρμογή και επί χρηματικών ποινών, η έκτισή τους συντελέσθηκε στις 23-10-2019, ήτοι πριν η ανωτέρω απόφαση καταστεί αμετάκλητη και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 64 του ν. 4689/27-5-2020 που απαιτεί την έκτιση της ποινής μέχρι και την 27-5-2020, απορριπτομένου έτσι του περί αντιθέτου, θεμελιωτικού της κρινόμενης αίτησης, ισχυρισμού των αντιλεγόντων. Σημειώνεται ότι, εφόσον η από 02-12-2020 αρχειοθέτηση της αποφάσεως έπαυσε να ισχύει μετά την προαναφερόμενη ανάσυρση του φακέλου της δικογραφίας, από το αρχείο, της επακολουθείσας εισαγωγής της προς εκδίκαση και της έκδοσης της, μετ' αναίρεσης, υπ' αριθμ. 1878/2021 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ήτοι σε χρόνο μετά την ψήφιση του ανωτέρω νόμου, έπεται ότι και πάλι δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 64 του ν. 4689/2020, απορριπτομένου έτσι του περί αντιθέτου ισχυρισμού των αντιλεγόντων.
Συνεπώς οι κρινόμενες αντιρρήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ...". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, ήτοι ότι δεν είναι επιτρεπτές οι αντιρρήσεις κατά εκτέλεσης χρηματικής ποινής και ότι σε κάθε περίπτωση η υπό κρίση χρηματική ποινή εκτελέστηκε στις 23-10-2019, πριν αυτή γίνει αμετάκλητη, δηλαδή πριν την ισχύ του άρθρου 64 του ν. 4820/27-5-2020 και ότι η ίδια διάταξη δεν ισχύει επειδή η ανάσυρση της από 2-12-2020 αρχειοθέτησης της χρηματικής ποινής της υποθέσεως αυτής έγινε μετά την ισχύ του παραπάνω ν. 4689/2020, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 64 του ν. 4689/2020, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και συνακόλουθα δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ούτε στην πλημμέλεια της (αρνητικής) υπέρβασης εξουσίας του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ'ΚΠΔ.
VII. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-9-2024 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1754/2-5-2023 απόφασης του Αυτόφωρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ, για καθέναν από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ