ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1020/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1020/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1020/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1020 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1020/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παρασκευή Τσούμαρη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 171/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ-Εισηγήτρια και Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παγώνας Ζάκκα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διονά, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1844/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο). Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Θ. Α. του Τ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 2. Κ. Ζ. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 3. Π. Τ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 4. Β. Κ. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 5. Σ. Π. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 6. Χ. Κ. του Θ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 7. Α. Μ. του Δ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 8. Κ. Λ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. 9. Χ. Κ. του Α., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε. 10. Ε. Κ. του Σ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε. 11. Κ. Κ. ή Κ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. 8489/2024 αίτηση αναιρέσεως και τους από 30.4.2025 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθ.πρωτ. ...-2024 αίτηση των Θ. Κ. του Γ. και Δ. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ.1844/2024 απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης των άρθρων 1 και 2 του Ν.Δ.3424/1955 από κοινού και κατά μόνας κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ'αυτούς ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 1.400 ευρώ (στον 1ο αναιρεσείοντα) και ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 1.400 ευρώ (στον 2ο αναιρεσείοντα) και διέταξε την έκτιση της ποινής φυλάκισής τους, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση των αναιρεσειόντων που επιδόθηκε την 2-12-2024 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και εμπρόθεσμα (δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 14-3-2025 - άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α' του ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την υπέρβαση εξουσίας [άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' και Θ' του ΚΠΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Σημειώνεται επίσης ότι, για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκε στους παρασταθέντες για την υποστήριξη της κατηγορίας νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 155 παρ. 2 και 166 του ΚΠΔ, όπως τούτο προκύπτει από τα με ημερομηνία 28-3-2025 έξι (6) αποδεικτικά επίδοσης του Αρχ/κα του ΑΤ Δέλτα (Σίνδου) - Θεσσαλονίκης, Α. Τ., για τους Θ. Α., Β. Κ., Σ. Π., Χ. Κ., Α. Μ. και Κ. Κ., καθώς και από τα από 10-4-2025 τέσσερα (4) αποδεικτικά επίδοσης του Αρχ/κα του ΑΤ Πλατέος - Ημαθίας Β. Π., για τους Κ. Ζ., Κ. Λ., Χ. Κ. και Ε. Κ. και από το από 29-3-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/κα του ΑΤ Αλεξάνδρειας -Ημαθίας Σ. Γ., για τον Π. Τ., η υπ' αριθ.... από 27-3-2025 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να εμφανισθούν για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (16-5-2025), όπου συζητήθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθ.πρωτ....-2024 αίτηση των αναιρεσειόντων, πλην όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν. Με την ανωτέρω αίτηση πρέπει να συνεκδικαστούν και οι ασκηθέντες νομότυπα και εμπρόθεσμα, με ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτης ακυρότητας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβασης εξουσίας [άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Α', Ε' και Θ' του ΚΠΔ], που κατατέθηκαν στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 30-4-2025 (άρθρο 509 του ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 1 του ΝΔ 3424/1955 "περί ευθύνης των αγοραστών γεωργικών προϊόντων", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1409/1983, "αγοραστής γεωργικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 Ν. 992/1979, για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς ή συνεταιρισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμών...". Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου ΝΔ 3424/1955, εάν ο αγοραστής γεωργικών προϊόντων είναι εταιρεία ευθύνεται ο με οποιοδήποτε τίτλο εκπρόσωπος αυτής, ως και ο δια λογαριασμό της εταιρείας συμβληθείς αντιπρόσωπος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 992/1979 γεωργικά προϊόντα νοούνται τα προϊόντα εδάφους, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της δασοπονίας, της θηραματοπονίας και των παντός είδους εκτροφών, ως και τα προερχόμενα εκ του πρώτου σταδίου επεξεργασίας ή μεταποιήσεως αυτών. Κατά το άρθρο 340 του ΑΚ ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, εκτός αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ορισμένη δήλη ημέρα οπότε ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερους με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής (άρθρο 341 παρ. 1 του ΑΚ) (ΑΠ 1293/2017, ΑΠ 791/2015). Ούτε, όμως, από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 3424/1955 "περί ευθύνης των αγοραστών γεωργικών προϊόντων", ως ισχύει κατά τ` ανωτέρω, ούτε από κάποια άλλη, προκύπτει ότι, αν ο αγοραστής αγροτικών προϊόντων που κατέστη υπερήμερος, πτωχεύσει, ή παύσει τις πληρωμές του, ως έμπορος, το γεγονός τούτο επιδρά στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του και ειδικότερα αίρει τον άδικο χαρακτήρα ή εξαλείφει το αξιόποινο της ποινικώς αξιόλογης αδικοπραξίας της υπερημερίας καταβολής τιμήματος αγροτικών προϊόντων, ούτε και αίρει την προς καταλογισμό ικανότητα του δράστη (ΑΠ 1293/2017).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Από την ανωτέρω διάταξη, που έχει θεσπιστεί προς τον σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, στην οποία (συρροή) το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Οι μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ` εξακολούθηση έγκλημα, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και η παραγραφή των κατ` ιδίαν μερικότερων πράξεων, επί του ανωτέρω εγκλήματος της παραγράφου 1, είναι αυτοτελής έναντι των άλλων και παύει η δίωξη μόνο ως προς τις πράξεις που παραγράφηκαν (ΑΠ 590/2024). Κατά δε τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β' , 368 εδ. β' και 511 του ν. ΚΠΔ (Ν.4620/2019, όπως το τελευταίο άρθρο τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 παρ.8 του Ν.4637/2019), προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 7/2005, ΑΠ 843/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε` του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 129/2024).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η, κατά τα άνω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.ΑΠ 2/2005). Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του (ΑΠ 533/2020, ΑΠ 252/2017). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 132/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 25/2020). Ωστόσο, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 482/2023).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ. 1δ' και 2 του ΚΠΔ, "Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε. 2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση." Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...". Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, λόγω παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που αφορούν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, στις περιπτώσεις που υπάρχει από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο, καθώς και στις περιπτώσεις που παρέχεται από το νόμο στον κατηγορούμενο η ευχέρεια να ζητήσει, αν το θελήσει την άσκηση δικαιώματος που παρέχεται ρητά σ' αυτόν, οπότε, για να προκληθεί, στην περίπτωση αυτή απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για έλλειψη ακρόασης, κατ' άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, πρέπει να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση (ΑΠ 1241/2022, ΑΠ 1810/2019, 508/2019, 1750/2018). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι υπέρβαση εξουσίας που στοιχειοθετεί τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το ποινικό δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ή υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, αλλά δεν συνέτρεχαν οι όροι άσκησής του (θετική υπέρβαση εξουσίας), καθώς και όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ είχε υποχρέωση να αποφασίσει (αρνητική υπέρβαση εξουσίας).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθ.1844/2024 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά) ότι, αναφορικά με την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες αξιόποινη πράξη, για την οποία αυτοί καταδικάσθηκαν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης και στους παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενους χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού, επιπλέον δε, μετά τις 22-6-2017 κατά μόνας ο δεύτερος εξ αυτών, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσαν αδίκημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και με χρηματική ποινή και ειδικότερα αυτό της υπερημερίας καταβολής τιμήματος από την αγοραπωλησία αγροτικών προϊόντων και συγκεκριμένα: Α) Ενεργώντας με πρόθεση, με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, από κοινού οι δυο τους, με την ιδιότητά τους, μέχρι τις 22-6-2017, ως συνδιαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων της εδρεύουσας στη Χαλάστρα εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που δραστηριοποιείται στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων και δη στην εμπορία ρυζιού, αν και με προφορικά συναφθείσες συμβάσεις πώλησης, αγόρασαν με πίστωση του τιμήματος τις παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενες ποσότητες ρυζιού από έκαστο των εγκαλούντων, οι οποίοι τυγχάνουν αγρότες ορυζοπαραγωγοί, προκειμένου να τις μεταπωλήσουν με σκοπό το κέρδος, εντούτοις, παρά τις οχλήσεις των εγκαλούντων, δεν κατέβαλαν το συμφωνηθέν τίμημα κατά τη δήλη ημέρα καταβολής του και πιο συγκεκριμένα μέχρι το τέλος του μηνός Μαΐου του 2017, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα, στον 1ο, 3ο, 4ο, 5η, 6η, 7ο, 8ο, 14ο, 15η, 16ο, 17ο, 18η, 19ο, 20ο, 21η και 22ο των εγκαλούντων. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της συμφωνίας τους: α) Ο πρώτος εγκαλών, Θ. Α. του Τ., κατά το χρονικό διάστημα από 20-09-2016 μέχρι 17-11-2016 παρέδωσε 46.015 κιλά ρύζι, έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 και ...-2016 δελτία αποστολής). Επιπλέον παρέδωσε 22.616 κιλά ρύζι, έμφλοιο μεγάλο (βλ. τα με αρ. ...-2016 και ...-2016 δελτία αποστολής). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 το κιλό για το έμφλοιο μεσαίο και 0,27 το κιλό για το έμφλοιο μεγάλο ρύζι.
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 17.149,92 Ευρώ (+2.229,48 Ευρώ για ΦΠΑ 13%) = 19.379,40 Ευρώ (βλ. το με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι μέσω της εταιρίας τους κατέβαλαν σε αυτόν ένα μέρος μόνο του οφειλόμενου ποσού και συγκεκριμένα 7.000 Ευρώ και 1.500 Ευρώ στις 19-12-2016, 1.000 Ευρώ στις 03-12-2016, 1.000 Ευρώ 27-01-2017, 2.000 Ευρώ στις 07-02-2017 και 1.500 Ευρώ στις 03-04-2017. Το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα των 12.379,40 Ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι το τέλος Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. β) Ο τρίτος εγκαλών, Κ. Ζ. του Χ., κατά το χρονικό διάστημα από 29-09-2016 μέχρι 04-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία ποσότητες ρυζιού και συγκεκριμένα 190.064 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ και 65.005 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 Ευρώ το κιλό.

Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 74.939,26 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μαϊου του 2017. Οι κατηγορούμενοι μετά από συνεχείς οχλήσεις του κατέβαλαν μόνο μέρος του οφειλόμενου ποσού και συγκεκριμένα 7.000 Ευρώ στις 07-03-2017, 1.900 ευρώ στις 05-09-2017 και 4500 ευρώ στις 15-09-2017. Το υπόλοιπο ποσό των 61.539,26 ευρώ δεν καταβλήθηκε. γ) Ο τέταρτος εγκαλών, Β. Ζ. του Γ., κατά το χρονικό διάστημα από 31-10-2016 μέχρι 04-11-2016 παρέδωσε στην εταιρία 75.552 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό. Το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 22.197,17 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μάϊου του 2017. Οι κατηγορούμενοι, μετά από συνεχείς οχλήσεις, κατέβαλαν σε αυτόν ποσό 1.000 ευρώ στις 14-07-2017, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 21.197,17 ευρώ δεν καταβλήθηκε. δ) Η πέμπτη εγκαλούσα, Α. Π. του Δ., κατά το χρονικό -διάστημα από 02-10-2016 μέχρι 0411-2016, παρέδωσε στην εταιρία 65.112 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ και 21.779 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 22.591,16 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ) (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μάϊου του 2017. Οι κατηγορούμενοι μέσω της εταιρίας τους, μετά από συνεχείς οχλήσεις, της κατέβαλαν μέρος μόνο του οφειλόμενου ποσού και συγκεκριμένα 10.000 ευρώ στις 04-052017, ενώ το υπόλοιπα ποσό των 12.591,16 ευρώ δεν καταβλήθηκε. ε) Η έκτη εγκαλούσα, Α. Τ. του Γ., κατά το χρονικό διάστημα από 29-10-2016 μέχρι 04-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία ποσότητες ρυζιού. Συγκεκριμένα, παρέδωσε 124.124 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 32.272,24 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ) (βλ. το με αρ. ...-2016 τιμολόγιο και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μάϊου του 2017. Οι κατηγορούμενοι μέσω της εταιρίας τους, μετά από συνεχείς οχλήσεις, της κατέβαλαν μέρος μόνο του οφειλόμενου ποσού και συγκεκριμένα 10.000 ευρώ, δηλαδή 5.000 ευρώ στις 12-05-2017 και 5.000 στις 19-05-2017, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 22.272,24 ευρώ δεν καταβλήθηκε. στ) Ο έβδομος Π. Τ. του Ι., κατά το χρονικό διάστημα από 04-10-2016 μέχρι 31-10-2016, παρέδωσε στην εταιρία 10.911 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. το με αρ. ...-2016 δελτίο αποστολής), καθώς και 92.763 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 δελτία αποστολής). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 28.116,39 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) (βλ. τα με αρ. ...-2016 και ...-2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2016 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ζ) Ο όγδοος εγκαλών, Ι. Τ. του Κ., κατά το χρονικό διάστημα από 03-10-2016 μέχρι 31-12-2016 στην εταιρία 40.385 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. τα με αρ....-2016 και ...-2016 δελτία αποστολής), καθώς και 4.004 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. το με αρ....2016 δελτίο αποστολής). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό και συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε. 12.038,29 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) (βλ. τα με αρ. ...-2016 και ...-2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. η) Ο δέκατος τέταρτος εγκαλών, Δ. Γ. του Χ., κατά το χρονικό διάστημα από 01-10-2016 μέχρι 22-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία ποσότητες ρυζιού. Συγκεκριμένα, παρέδωσε 18.779 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ, με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 τιμολόγια/δελτία αποστολής και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Επιπλέον, παρέδωσε 9.765 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ. ...-2016 και ...-2016 τιμολόγια/δελτία αποστολής και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο).

Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 7.423,39 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13% μόνο για το συμπληρωματικό τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. θ) Η δέκατη Πέμπτη εγκαλούσα, Χ. Κ. του Α., κατά το χρονικό διάστημα από 07-10-2016 μέχρι 09-10-2016 στην εταιρία 81.060 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ, με συμφωνηθείσα τιμή 0,25 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 τιμολόγια/ δελτία αποστολής και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο).

Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 20.791 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13% μόνο για το συμπληρωματικό τιμολόγιο, καθόσον το 2017 έγινε αγρότισσα "κανονικού καθεστώτος", ενώ το 2016 ήταν "ειδικού καθεστώτος"). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ι) Ο δέκατος έκτος εγκαλών, Κ. Λ. του Ι., κατά το χρονικό διάστημα από 29-12-2016 μέχρι 06-02-2017, παρέδωσε στην εταιρία 60.780 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ, με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ. ...-2016 και ...-2017 τιμολόγια). Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 16.483,53 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%). Το ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ια) Ο δέκατος έβδομος εγκαλών, Σ. Σ. του Γ., στις 18-01-2017 παρέδωσε στην εταιρία 11.471 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ και 18.575 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. το με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό. Στο ως άνω τιμολόγιο η αναγραφείσα τιμή είναι μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20 ευρώ το κιλό), ενώ αργότερα συμφωνήθηκε να εκδοθεί συμπληρωματικό τιμολόγιο, το οποίο δεν εκδόθηκε (προκειμένου να μην επιβαρυνθεί με πρόσθετο ΦΠΑ). Τελικά, η οφειλή ανήλθε στο ποσό των 7.992,47 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό [(η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,20 ευρώ το κιλό=) 6.790,39 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) + το ποσό των 1.201,84 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,04 ευρώ)]. Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ιβ) Η δέκατη όγδοη εγκαλούσα, Α. Λ. του Α., κατά το χρονικό διάστημα από 01-11-2016 μέχρι 03-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία 42.099 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. το με αρ. ...-2016 τιμολόγιο) και 20.369 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 τιμολόγια). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό. Στα ως άνω τιμολόγια η αναγραφείσα τιμή είναι μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20 ευρώ το κιλό), καθώς συμφωνήθηκε να εκδοθεί αργότερα συμπληρωματικό τιμολόγιο, το οποίο δεν εκδόθηκε. Τελικά, η οφειλή ανέρχονταν στο ποσό των 16.616,47 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,20 ευρώ το κιλό=) 14.117,75 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) + το ποσό των 2.498,72 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,04 ευρώ). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ιγ) Ο δέκατος ένατος εγκαλών, Γ. Σ. του Ι., την 01-12-2016 παρέδωσε στην εταιρία 25.000 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. το με αρ. 13/01-12-2016 τιμολόγιο) με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό ενώ η αναγραφείσα τιμή ήταν μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20 ευρώ το κιλό), ενώ συμφωνήθηκε να εκδοθεί αργότερα συμπληρωματικό τιμολόγιο, το οποίο δεν εκδόθηκε. Τελικά, η οφειλή ανέρχονταν στο ποσό των 6.000 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,20 ευρώ το κιλό=) 5.000 ευρώ + το ποσό των 1.000 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,04 ευρώ). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ιδ) Ο εικοστός εγκαλών, Β. Α. του Π., την 01-11-2016 παρέδωσε στην εταιρία 30.000 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016 και ...-2016 τιμολόγια). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό, ενώ η αναγραφείσα στο τιμολόγιο τιμή ήταν μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20 ευρώ το κιλό). Τελικά, η οφειλή ανέρχονταν στο ποσό των 7.987 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό (η παραδοθείσα ποσότητα X 0,20 ευρώ το κιλό=) 6.787 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) +το ποσό των 1.200 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,04 ευρώ). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2017 αλλά δεν καταβλήθηκε. ιε) Η εικοστή πρώτη εγκαλούσα, Ε. Κ. του Σ., το χρονικό διάστημα από 02-11-2016 έως 03-11-2016 παρέδωσε στην εταιρία 55.000 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 και ...-2016 τιμολόγια/αποστολής) με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό. Στα ως άνω τιμολόγια η αναγραφείσα τιμή είναι μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20 ευρώ το κιλό) ενώ συμφωνήθηκε να εκδοθεί αργότερα συμπληρωματικό τιμολόγιο, το οποίο δεν εκδόθηκε. Τελικά, η οφειλή ανέρχονταν στο ποσό των 13.200 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,20 ευρώ το κιλό=) 11.000 ευρώ + το ποσό των 2.200 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα X 0,04 ευρώ). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ιστ) Ο εικοστός δεύτερος εγκαλών, Κ. Κ. του Σ., το χρονικό διάστημα από 13-10-2016 έως 08-11-2016 παρέδωσε στην εταιρία ποσότητες ρυζιού. Συγκεκριμένα, παρέδωσε 65.334 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 και ...-2016 δελτία αποστολής και το με αρ....-2016 τιμολόγιο). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό, ωστόσο στο με αρ. ...-2016 τιμολόγιο η αναγραφείσα τιμή είναι μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20). Τελικά, η οφειλή ανέρχονταν στο ποσό των 17.378,84 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,20 ευρώ το κιλό=) 14.765,48 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) + το ποσό των 2.613,36 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,04 ευρώ). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. Οι κατηγορούμενοι δηλ. καθυστέρησαν υπαίτια και δεν κατέβαλαν στους εγκαλούντες κατά τις συμφωνηθείσες (δήλες) ημέρες καταβολής - αλλά ούτε και μέχρι την επ' ακροατηρίω συζήτηση της υποθέσεως στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας - τα παραπάνω αναφερόμενα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στο τίμημα των συμβάσεων πώλησης αγροτικών προϊόντων, με αποτέλεσμα να καταστούν υπερήμεροι αγοραστές κατά την έννοια των αρθ. 1 και 2 του ν.δ. 3424/1955. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Δ. Κ. του Γ., στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης, στους παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενους χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε αδίκημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και με χρηματική ποινή και ειδικότερα αυτό της υπερημερίας καταβολής τιμήματος από την αγοραπωλησία αγροτικών προϊόντων. Συγκεκριμένα, ενεργώντας με πρόθεση, με την ιδιότητά του ως μόνου, μετά τις 22-6-2017, διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στη Χαλάστρα εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που δραστηριοποιείται στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων και συγκεκριμένα στην εμπορία ρυζιού, αν και, με προφορικά συναφθείσες συμβάσεις πώλησης, η ως άνω εταιρία αγόρασε τις παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενες ποσότητες ρυζιού από τους εγκαλούντες, οι οποίοι τυγχάνουν αγρότες-ορυζοπαραγωγοί, προκειμένου να τις μεταπωλήσει με σκοπό το κέρδος, με πίστωση του τιμήματος εντούτοις, παρά τις οχλήσεις των εγκαλούντων, δεν κατέβαλε το τίμημα κατά τη δήλη ημέρα καταβολής του, και πιο συγκεκριμένα μέχρι τα τέλη Ιουνίου του 2017 στους 10ο, 11ο, 13ο και 27η των εγκαλούντων, μέχρι τα τέλη Αυγούστου του 2017 στους 23ο και 24η των εγκαλούντων, μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2017 στους 25ο και 26ο των εγκαλούντων, μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του 2017 στους 9ο και 12ο των εγκαλούντων και μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2018 στη 2η εγκαλούσα. Ειδικότερα α) Η δεύτερη εγκαλούσα, Α. Π. του Θ., κατά το χρονικό διάστημα από 30-09-2016 μέχρι 31-10-2016, παρέδωσε στην εταιρία 56.921 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 το κιλό.
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 13.661 ευρώ (+1.775,93 ευρώ για ΦΠΑ 13%=) 15.436,97 ευρώ (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2017, ...-2017 τιμολόγια). Στο ποσό αυτό προστίθεται υπολειπόμενη οφειλή από παραδοθείσες την προηγούμενη καλλιεργητική χρονικά ποσότητες ρυζιού, ύψους 3.657,13 ευρώ. Προς εξόφληση του οφειλόμενου τιμήματος των 19.094,10 ευρώ, εκδόθηκε σε διαταγή της ως άνω εγκαλούσας ισόποση επιταγή της Τράπεζας EUROBANK ERGASIAS Α.Ε., με ημερομηνία έκδοσης τη δήλη ημέρα καταβολής, ήτοι την 30-01-2018, η οποία, αν και εμφανίστηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 07-02-2018, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης υπολοίπου, όπως αυτό βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής την ίδια ημέρα. β) Ο ένατος εγκαλών, Β. Κ. του Α., κατά το χρονικό διάστημα από 01-09-2016 μέχρι 2806-2017, παρέδωσε στην εταιρία 7.952 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ με συμφωνηθείσα τιμή 0,30 ευρώ το κιλό, ήτοι αξίας (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) 2.695,72 ευρώ (βλ. το με αρ. ...-2016 τιμολόγιο), 43.940 κιλά ρύζι έμφλοιο μεγάλο με συμφωνηθείσα τιμή 0,28 ευρώ το κιλό, ήτοι αξίας (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) 13.902,61 ευρώ (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016 τιμολόγια καθώς και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο), 31.180 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,28 ευρώ το κιλό, ήτοι αξίας (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) 9.865,35 ευρώ (βλ. το με αρ. ...-2017 τιμολόγιο), και 7.549 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ με συμφωνηθείσα τιμή 0,30 ευρώ το κιλό, ήτοι αξίας (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) 2.559,11 ευρώ (βλ. το με αρ. ...-2017 τιμολόγιο).

Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 29.022,79 ευρώ, το οποίο δεν καταβλήθηκε κατά τη δήλη ημέρα καταβολής του και συγκεκριμένα, έως τα τέλη Οκτωβρίου του 2017 και γ) Ως προς τους δέκατο και ενδέκατο των εγκαλούντων: Ο δέκατος εγκαλών Σ. Π. του Χ., κατά το χρονικό διάστημα από 04-10-2016 μέχρι 05-1 1-2016, παρέδωσε στην εταιρία 67.814 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,23 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 δελτία αποστολής/τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 δελτίο αποστολής/τιμολόγιο). Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 17.624,84 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%). Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί οφειλή καταβλητέα σε αυτόν για παραδοθείσες ποσότητες ρυζιού συγγενών του, των οποίων καλλιεργούσε ο ίδιος αγρούς, ύψους 8.719,99 ευρώ (ήτοι 2.869,71 ευρώ της Χ. Μ., 1.522,60 ευρώ της Π. Α. και 4.327,68 ευρώ της Π. Λ.).
Συνεπώς, η προς αυτόν οφειλή ανερχόταν στο ύψος των 26.433,83 ευρώ. Ο ενδέκατος εγκαλών, Χ. Π. του Σ., πατέρας του δέκατου εγκαλούντος, κατά το χρονικό διάστημα από 07-10-2016 μέχρι 07-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία 91.092 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,23 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 δελτία αποστολής/τιμολόγια και το συμπληρωματικό ...-2017 δελτίο αποστολής/τιμολόγιο).

Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν στο ύψος των 23.674,77 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%). Τα παραπάνω ποσά που αντιστοιχούσαν στο τίμημα πώλησης ρυζιού προς τους ως άνω εγκαλούντες συμφωνήθηκε να καταβληθούν μέχρι τα μέσα/τέλη Ιουνίου του 2017. Προς εξόφληση του συνολικού τιμήματος ύψους [26.344,83 ευρώ (προς τον δέκατο εγκαλούντα) + 23.674,77 ευρώ (προς τον ενδέκατο εγκαλούντα) =50.019,96 ευρώ, εκδόθηκαν τρεις τραπεζικές επιταγές και συγκεκριμένα, α) σε διαταγή του δέκατου εγκαλούντος η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Eurobank Ergasias Α.Ε., ονομαστικής αξίας 23.019,65 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 15-06-2017, η οποία πληρώθηκε, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...-2017 απόδειξη πληρωμής, β) σε διαταγή του δέκατου εγκαλούντος η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Eurobank Ergasias Α.Ε. ονομαστικής αξίας 10.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-06-2017, η οποία, αν και εμφανίστηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 30-06-2017, εντούτοις δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης υπολοίπου, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής στις 04-07-2017 και γ) σε διαταγή του ενδέκατου εγκαλούντος η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Eurobank Ergasias Α.Ε., ονομαστικής αξίας 17.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-06-2017, η οποία, αν και εμφανίστηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 30-06-2017, εντούτοις δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης υπολοίπου, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής στις 04-07-2017. Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα προ τους δέκατο και ενδέκατο των εγκαλούντων ανέρχεται στο ποσό των (50.019,96 - 23.019,65=) 26.999,95 ευρώ. δ) Ο δωδέκατος εγκαλών, Χ. Κ. του Θ., κατά το χρονικό διάστημα από 04-10-2016 μέχρι -11-2016, παρέδωσε στην εταιρία 122.911 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 δελτία αποστολής/τιμολόγια). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,28 ευρώ το κιλό.

Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 34.415,08 ευρώ. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί ΦΠΑ 2.025,11 ευρώ. Σημειωτέον ότι στα ως άνω δελτία αποστολής/τιμολόγια η αναγραφείσα τιμή είναι μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή 0,10 ευρώ το κιλό και 0,20 ευρώ το κιλό) και συμφωνήθηκε να εκδοθούν αργότερα συμπληρωματικά τιμολόγια (προκειμένου να μην επιβαρυνθεί ο εγκαλών με πρόσθετο ΦΠΑ), τα οποία δεν εκδόθηκαν. Τελικά, η οφειλή ανήλθε στο ποσό των (34.415,08+2.025,11=) 36.440,19 ευρώ. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του 2017. Ωστόσο, έναντι του ποσού αυτού καταβλήθηκε μόνο το ποσό των 14.830 (συγκεκριμένα 11.000 ευρώ το Φεβρουάριο του 2017, 1,500 ευρώ τον Αύγουστο του 2017 και 2.330 ευρώ στις 30-09-2017), ενώ δεν καταβλήθηκε το ποσό των (36.440,19-14.830=) 21.610,19 ευρώ. ε) Ο δέκατος τρίτος εγκαλών, Α. Μ. του Δ., κατά το χρονικό διάστημα από 02-10-2016 μέχρι 20-2-2017 παρέδωσε στην εταιρία τις ακόλουθες ποσότητες ρυζιού έναντι του ακόλουθου τιμήματος για κάθε ποσότητα: α) παρέδωσε στην εταιρία 114.238 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο), έναντι τιμήματος ύψους 30.387,29 ευρώ, β) στις 02-02-2017 παρέδωσε στην εταιρία 104.203 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,20 ευρώ το κιλό, έναντι τιμήματος ύψους 23.549,87 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) (βλ. το με αρ. ...-2017 τιμολόγιο), γ) στις 08-02-2017 παρέδωσε στην εταιρία 23.276 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό, έναντι τιμήματος ύψους 6.191,41 ευρώ (βλ. το με αρ. ...-2017 τιμολόγιο και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο) και δ) στις 20-02-2017 παρέδωσε στην εταιρία 12.560 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό, έναντι τιμήματος 3.014,40 ευρώ (βλ. το με αρ....-2017).
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν στο ποσό των (30.387,29 + 23.549,87 + 6.191,41 + 3.014,40=) 63.142,97 ευρώ. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τις 30-06-2017. Προς εξόφληση μέρους του ως άνω τιμήματος εκδόθηκε σε διαταγή του εγκαλούντος η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Eurobank Ergasias Α.Ε.., ονομαστικής αξίας 40.000 ευρώ, με ημερομηνία πληρωμής την 30.06.2017, η οποία, αν και εμφανίστηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 06-07-2017, εντούτοις δεν πληρώθηκε, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα της την ίδια ημέρα. Ομοίως και το υπόλοιπο ποσό ύψους (63.142,97-40.000=) 23.142,97 ευρώ δεν καταβλήθηκε. στ) Ο εικοστός τρίτος εγκαλών, Γ. Π. του Α., κατά το χρονικό διάστημα από 25-09-2019 έως τις 14-12-2016, παρέδωσε στην εταιρία 83.771 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 και ...-2016 τιμολόγια, καθώς και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο) με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό. Επιπλέον, παρέδωσε 3.460 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. το με αρ. ...-2016 τιμολόγιο, καθώς και στο συμπληρωματικό αυτού με αρ. ...-2017 τιμολόγιο), με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, η συνολική οφειλή ανερχόταν στο ποσό των 25.628,44 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ 13%). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι την 31-08-2017. Προς εξόφληση του ως άνω τιμήματος εκδόθηκε σε διαταγή του εγκαλούντος η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Eurobank Ergasias Α.Ε., ονομαστικής αξίας 25.000 ευρώ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-08-2017, η οποία, αν και εμφανίστηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή εντούτοις δεν πληρώθηκε και συνεπώς το οφειλόμενο ποσό δεν καταβλήθηκε. ζ) Η εικοστή τέταρτη εγκαλούσα, Α. Σ. του Σ., κατά το χρονικό διάστημα από τις 25-09-2016 έως τις 07-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία 72.608 κιλά ρύζι μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 και ...-2016 τιμολόγια, καθώς και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο) η δε συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,26 ευρώ το κιλό. Επιπλέον, παρέδωσε 7.120 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. το με αρ. ...-2016 τιμολόγιο, καθώς και το συμπληρωματικό αυτού με αρ....-2017 τιμολόγιο), με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, η συνολική οφειλή ανερχόταν στο ποσό των 23.876,07 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ 13%), όπως προκύπτει από τα ως άνω τιμολόγια. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να της καταβληθεί μέχρι την 31-08-2017. Έναντι του ποσού αυτού καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των 19.500 ευρώ και πιο συγκεκριμένα το ποσό των 3.000 ευρώ στις 18-01-2017, το ποσό των 5.000 ευρώ στις 29-03-2017, το ποσό των 2.000 ευρώ στις 18-05-2017 και το ποσό των 2.000 ευρώ στις 31-05-2017 (τα οποία καταβλήθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον 23ο εγκαλούντα, που είναι αδελφός του συζύγου της εγκαλούσας) και περαιτέρω, το ποσό των 500 ευρώ στις 14-02-2017, το ποσό των 5.000 ευρώ στις 03-04-2017 και το ποσό των 2.000 ευρώ στις 16-05-2017 (τα οποία καταβλήθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο την ίδια την εγκαλούσα). Το υπόλοιπο ποσό των 4.367,07 ευρώ, δεν καταβλήθηκε. η) Ο εικοστός πέμπτος εγκαλών, Γ. Ζ. του Σ., στις 29-06-2017 παρέδωσε στην εταιρία 104.736 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. το με αρ. ...-2017 δελτίο αποστολής/τιμολόγιο). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,27 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, η οφειλή ανέρχονταν (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) το ποσό των 31.954,95 ευρώ. Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. θ) Ο εικοστός έκτος εγκαλών, Γ. Ζ. του Ν., στις 29-06-2017 παρέδωσε στην εταιρία 149.278 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. το με αρ. ...-2017 δελτίο αποστολής/τιμολόγιο) με συμφωνηθείσα τιμή 0,25 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, η οφειλή ανέρχονταν (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) στο ποσό των 42.171 ευρώ. Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ι) Η εικοστή έβδομη εγκαλούσα, Ε. Φ. του Τ., κατά το χρονικό διάστημα από τις 15-10-2016 έως τις 31-10-2016 παρέδωσε στην εταιρία ποσότητες ρυζιού και συγκεκριμένα, παρέδωσε 55.353 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 δελτία αποστολής-τιμολόγια, καθώς και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο) με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό.

Συνεπώς, η οφειλή ανερχόταν στο ποσό των 15.011,73 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ 13%), όπως εξάλλου προκύπτει από τα ως άνω τιμολόγια. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να της καταβληθεί μέχρι την 30-06-2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος καθυστέρησε υπαίτια και δεν κατέβαλε στους εγκαλούντες τα παραπάνω αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούσαν στο τίμημα των συμβάσεων πώλησης αγροτικών προϊόντων που συνήφθησαν με αυτούς, κατά τις συμφωνηθείσες (δήλες) ημέρες καταβολής αυτών, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερος." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους της αξιόποινης πράξης της παράβασης των άρθρων 1 και 2 του Ν.Δ.3424/1955 από κοινού και κατά μόνας κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτούς ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 1.400 ευρώ (στον 1ο αναιρεσείοντα) και ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 1.400 ευρώ (στον 2ο αναιρεσείοντα) και διέταξε την έκτιση της ποινής φυλάκισής τους, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω κατηγορούμενους ένοχους του ότι: Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης και στους παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενους χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού, επιπλέον δε, μετά τις 22-6-2017 κατά μόνας ο δεύτερος εξ αυτών, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσαν αδίκημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και με χρηματική ποινή και ειδικότερα αυτό της υπερημερίας καταβολής τιμήματος από την αγοραπωλησία αγροτικών προϊόντων και συγκεκριμένα: Α) Ενεργώντας με πρόθεση, με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, από κοινού οι δυο τους, με την ιδιότητά τους, μέχρι τις 22-6-2017, ως συνδιαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων της εδρεύουσας στη Χαλάστρα εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που δραστηριοποιείται στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων και δη στην εμπορία ρυζιού, αν και με προφορικά συναφθείσες συμβάσεις πώλησης, αγόρασαν με πίστωση του τιμήματος τις παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενες ποσότητες ρυζιού από έκαστο των εγκαλούντων, οι οποίοι τυγχάνουν αγρότες ορυζοπαραγωγοί, προκειμένου να τις μεταπωλήσουν με σκοπό το κέρδος, εντούτοις, παρά τις οχλήσεις των εγκαλούντων, δεν κατέβαλαν το συμφωνηθέν τίμημα κατά τη δήλη ημέρα καταβολής του και πιο συγκεκριμένα μέχρι το τέλος του μηνός Μαΐου του 2017, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα, στον 1ο, 3ο, 4ο, 5η, 6η, 7ο, 8ο, 14ο, 15η, 16ο, 17ο, 18η, 19ο, 20ο, 21η και 22ο των εγκαλούντων. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της συμφωνίας τους: α) Ο πρώτος εγκαλών, Θ. Α. του Τ., κατά το χρονικό διάστημα από 20-09-2016 μέχρι 17-11-2016 παρέδωσε 46.015 κιλά ρύζι, έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...2016, ...-2016 και ...-2016 δελτία αποστολής). Επιπλέον παρέδωσε 22.616 κιλά ρύζι, έμφλοιο μεγάλο (βλ. τα με αρ....-2016 και ...-2016 δελτία αποστολής). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 το κιλό για το έμφλοιο μεσαίο και 0,27 το κιλό για το έμφλοιο μεγάλο ρύζι.
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 17.149,92 Ευρώ (+2.229,48 Ευρώ για ΦΠΑ 13%) = 19.379,40 Ευρώ (βλ. το με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι μέσω της εταιρίας τους κατέβαλαν σε αυτόν ένα μέρος μόνο του οφειλόμενου ποσού και συγκεκριμένα 7.000 Ευρώ και 1.500 Ευρώ στις 19-12-2016, 1.000 Ευρώ στις 03-12-2016, 1.000 Ευρώ 27-01-2017, 2.000 Ευρώ στις 07-02-2017 και 1.500 Ευρώ στις 03-04-2017. Το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα των 12.379,40 Ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι το τέλος Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. β) Ο τρίτος εγκαλών, Κ. Ζ. του Χ., κατά το χρονικό διάστημα από 29-09-2016 μέχρι 04-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία ποσότητες ρυζιού και συγκεκριμένα 190.064 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ και 65.005 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 Ευρώ το κιλό.

Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 74.939,26 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μαϊου του 2017. Οι κατηγορούμενοι μετά από συνεχείς οχλήσεις του κατέβαλαν μόνο μέρος του οφειλόμενου ποσού και συγκεκριμένα 7.000 Ευρώ στις 07-03-2017, 1.900 ευρώ στις 05-09-2017 και 4500 ευρώ στις 15-09-2017. Το υπόλοιπο ποσό των 61.539,26 ευρώ δεν καταβλήθηκε. γ) Ο τέταρτος εγκαλών, Β. Ζ. του Γ., κατά το χρονικό διάστημα από 31-10-2016 μέχρι 04-11-2016 παρέδωσε στην εταιρία 75.552 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό. Το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 22.197,17 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μάϊου του 2017. Οι κατηγορούμενοι, μετά από συνεχείς οχλήσεις, κατέβαλαν σε αυτόν ποσό 1.000 ευρώ στις 14-07-2017, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 21.197,17 ευρώ δεν καταβλήθηκε. δ) Η πέμπτη εγκαλούσα, Α. Π. του Δ., κατά το χρονικό -διάστημα από 02-10-2016 μέχρι 04-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία 65.112 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ και 21.779 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό.

Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 22.591,16 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ) (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μάϊου του 2017. Οι κατηγορούμενοι μέσω της εταιρίας τους, μετά από συνεχείς οχλήσεις, της κατέβαλαν μέρος μόνο του οφειλόμενου ποσού και συγκεκριμένα 10.000 ευρώ στις 04-05-2017, ενώ το υπόλοιπα ποσό των 12.591,16 ευρώ δεν καταβλήθηκε. ε) Η έκτη εγκαλούσα, Α. Τ. του Γ., κατά το χρονικό διάστημα από 29-10-2016 μέχρι 04-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία ποσότητες ρυζιού. Συγκεκριμένα, παρέδωσε 124.124 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 32.272,24 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ) (βλ. το με αρ. ...-2016 τιμολόγιο και το συμπληρωματικό με αρ....-2017 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μάϊου του 2017. Οι κατηγορούμενοι μέσω της εταιρίας τους, μετά από συνεχείς οχλήσεις, της κατέβαλαν μέρος μόνο του οφειλόμενου ποσού και συγκεκριμένα 10.000 ευρώ, δηλαδή 5.000 ευρώ στις 12-05-2017 και 5.000 στις 19-05-2017, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 22.272,24 ευρώ δεν καταβλήθηκε. στ) Ο έβδομος Π. Τ. του Ι., κατά το χρονικό διάστημα από 04-10-2016 μέχρι 31-10-2016, παρέδωσε στην εταιρία 10.911 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. το με αρ....-2016 δελτίο αποστολής), καθώς και 92.763 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ....-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 δελτία αποστολής). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 28.116,39 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) (βλ. τα με αρ. ...-2016 και ...-2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2016 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ζ) Ο όγδοος εγκαλών, Ι. Τ. του Κ., κατά το χρονικό διάστημα από 03-10-2016 μέχρι 31-12-2016 στην εταιρία 40.385 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. τα με αρ. ...-2016 και ...-2016 δελτία αποστολής), καθώς και 4.004 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. το με αρ. ...-2016 δελτίο αποστολής). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό και συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε. 12.038,29 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) (βλ. τα με αρ,...-2016 και ...2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ....-2017 τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στα τέλη Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. η) Ο δέκατος τέταρτος εγκαλών, Δ. Γ. του Χ., κατά το χρονικό διάστημα από 01-10-2016 μέχρι 22-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία ποσότητες ρυζιού. Συγκεκριμένα, παρέδωσε 18.779 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ, με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ....-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 τιμολόγια/δελτία αποστολής και το συμπληρωματικό με αρ....-2017 τιμολόγιο). Επιπλέον, παρέδωσε 9.765 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ....-2016 και ...-2016 τιμολόγια/δελτία αποστολής και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο).
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 7.423,39 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13% μόνο για το συμπληρωματικό τιμολόγιο). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. θ) Η δέκατη Πέμπτη εγκαλούσα, Χ. Κ. του Α., κατά το χρονικό διάστημα από 07-10-2016 μέχρι 09-10-2016 στην εταιρία 81.060 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ, με συμφωνηθείσα τιμή 0,25 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 τιμολόγια/ δελτία αποστολής και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο).
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 20.791 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13% μόνο για το συμπληρωματικό τιμολόγιο, καθόσον το 2017 έγινε αγρότισσα "κανονικού καθεστώτος", ενώ το 2016 ήταν "ειδικού καθεστώτος"). Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ι) Ο δέκατος έκτος εγκαλών, Κ. Λ. του Ι., κατά το χρονικό διάστημα από 29-12-2016 μέχρι 06-02-2017, παρέδωσε στην εταιρία 60.780 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ, με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ. ...-2016 και ...-2017 τιμολόγια). Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 16.483,53 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%). Το ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ια) Ο δέκατος έβδομος εγκαλών, Σ. Σ. του Γ., στις 18-01-2017 παρέδωσε στην εταιρία 11.471 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ και 18.575 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. το με αρ....-2017 τιμολόγιο). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό. Στο ως άνω τιμολόγιο η αναγραφείσα τιμή είναι μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20 ευρώ το κιλό), ενώ αργότερα συμφωνήθηκε να εκδοθεί συμπληρωματικό τιμολόγιο, το οποίο δεν εκδόθηκε (προκειμένου να μην επιβαρυνθεί με πρόσθετο ΦΠΑ). Τελικά, η οφειλή ανήλθε στο ποσό των 7.992,47 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό [(η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,20 ευρώ το κιλό=) 6.790,39 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) + το ποσό των 1.201,84 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,04 ευρώ)]. Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μάϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ιβ) Η δέκατη όγδοη εγκαλούσα, Α. Λ. του Α., κατά το χρονικό διάστημα από 01-11-2016 μέχρι 03-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία 42.099 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. το με αρ....-2016 τιμολόγιο) και 20.369 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ....-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 τιμολόγια). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό. Στα ως άνω τιμολόγια η αναγραφείσα τιμή είναι μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20 ευρώ το κιλό), καθώς συμφωνήθηκε να εκδοθεί αργότερα συμπληρωματικό τιμολόγιο, το οποίο δεν εκδόθηκε. Τελικά, η οφειλή ανέρχονταν στο ποσό των 16.616,47 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,20 ευρώ το κιλό=) 14.117,75 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) + το ποσό των 2.498,72 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,04 ευρώ). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ιγ) Ο δέκατος ένατος εγκαλών, Γ. Σ. του Ι., την 01-12-2016 παρέδωσε στην εταιρία 25.000 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. το με αρ. 13/01-12-2016 τιμολόγιο) με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό ενώ η αναγραφείσα τιμή ήταν μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20 ευρώ το κιλό), ενώ συμφωνήθηκε να εκδοθεί αργότερα συμπληρωματικό τιμολόγιο, το οποίο δεν εκδόθηκε. Τελικά, η οφειλή ανέρχονταν στο ποσό των 6.000 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,20 ευρώ το κιλό=) 5.000 ευρώ + το ποσό των 1.000 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,04 ευρώ). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ιδ) Ο εικοστός εγκαλών, Β. Α. του Π., την 01-11-2016 παρέδωσε στην εταιρία 30.000 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ....-2016 και ...-2016 τιμολόγια). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό, ενώ η αναγραφείσα στο τιμολόγιο τιμή ήταν μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20 ευρώ το κιλό). Τελικά, η οφειλή ανέρχονταν στο ποσό των 7.987 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό (η παραδοθείσα ποσότητα X 0,20 ευρώ το κιλό=) 6.787 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) +το ποσό των 1.200 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,04 ευρώ). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2017 αλλά δεν καταβλήθηκε. ιε) Η εικοστή πρώτη εγκαλούσα, Ε. Κ. του Σ., το χρονικό διάστημα από 02-11-2016 έως 03-11-2016 παρέδωσε στην εταιρία 55.000 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 και ...-2016 τιμολόγια/αποστολής) με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό. Στα ως άνω τιμολόγια η αναγραφείσα τιμή είναι μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20 ευρώ το κιλό) ενώ συμφωνήθηκε να εκδοθεί αργότερα συμπληρωματικό τιμολόγιο, το οποίο δεν εκδόθηκε. Τελικά, η οφειλή ανέρχονταν στο ποσό των 13.200 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,20 ευρώ το κιλό=) 11.000 ευρώ + το ποσό των 2.200 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα X 0,04 ευρώ). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαϊου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ιστ) Ο εικοστός δεύτερος εγκαλών, Κ. Κ. του Σ., το χρονικό διάστημα από 13-10-2016 έως 08-11-2016 παρέδωσε στην εταιρία ποσότητες ρυζιού. Συγκεκριμένα, παρέδωσε 65.334 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ....-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 και ...-2016 δελτία αποστολής και το με αρ....-2016 τιμολόγιο). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,24 ευρώ το κιλό, ωστόσο στο με αρ....-2016 τιμολόγιο η αναγραφείσα τιμή είναι μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή αναφέρεται 0,20). Τελικά, η οφειλή ανέρχονταν στο ποσό των 17.378,84 ευρώ, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο στο ως άνω τιμολόγιο ποσό (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,20 ευρώ το κιλό=) 14.765,48 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) + το ποσό των 2.613,36 ευρώ (η παραδοθείσα ποσότητα Χ 0,04 ευρώ). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. Οι κατηγορούμενοι δηλ. καθυστέρησαν υπαίτια και δεν κατέβαλαν στους εγκαλούντες κατά τις συμφωνηθείσες (δήλες) ημέρες καταβολής - αλλά ούτε και μέχρι την επ' ακροατηρίω συζήτηση της υποθέσεως στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας - τα παραπάνω αναφερόμενα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στο τίμημα των συμβάσεων πώλησης αγροτικών προϊόντων, με αποτέλεσμα να καταστούν υπερήμεροι αγοραστές κατά την έννοια των αρθ. 1 και 2 του ν.δ. 3424/1955. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Δ. Κ. του Γ., στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης, στους παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενους χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε αδίκημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και με χρηματική ποινή και ειδικότερα αυτό της υπερημερίας καταβολής τιμήματος από την αγοραπωλησία αγροτικών προϊόντων. Συγκεκριμένα, ενεργώντας με πρόθεση, με την ιδιότητά του ως μόνου, μετά τις 22-6-2017, διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στη Χαλάστρα εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που δραστηριοποιείται στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων και συγκεκριμένα στην εμπορία ρυζιού, αν και, με προφορικά συναφθείσες συμβάσεις πώλησης, η ως άνω εταιρία αγόρασε τις παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενες ποσότητες ρυζιού από τους εγκαλούντες, οι οποίοι τυγχάνουν αγρότες-ορυζοπαραγωγοί, προκειμένου να τις μεταπωλήσει με σκοπό το κέρδος, με πίστωση του τιμήματος εντούτοις, παρά τις οχλήσεις των εγκαλούντων, δεν κατέβαλε το τίμημα κατά τη δήλη ημέρα καταβολής του, και πιο συγκεκριμένα μέχρι τα τέλη Ιουνίου του 2017 στους 10ο, 11ο, 13ο και 27η των εγκαλούντων, μέχρι τα τέλη Αυγούστου του 2017 στους 23ο και 24η των εγκαλούντων, μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2017 στους 25ο και 26ο των εγκαλούντων, μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του 2017 στους 9ο και 12ο των εγκαλούντων και μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2018 στη 2η εγκαλούσα. Ειδικότερα α) Η δεύτερη εγκαλούσα, Α. Π. του Θ., κατά το χρονικό διάστημα από 30-09-2016 μέχρι 31-10-2016, παρέδωσε στην εταιρία 56.921 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 το κιλό.
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 13.661 ευρώ (+1.775,93 ευρώ για ΦΠΑ 13%=) 15.436,97 ευρώ (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...-2017, ...-2017 τιμολόγια). Στο ποσό αυτό προστίθεται υπολειπόμενη οφειλή από παραδοθείσες την προηγούμενη καλλιεργητική χρονικά ποσότητες ρυζιού, ύψους 3.657,13 ευρώ. Προς εξόφληση του οφειλόμενου τιμήματος των 19.094,10 ευρώ, εκδόθηκε σε διαταγή της ως άνω εγκαλούσας ισόποση επιταγή της Τράπεζας EUROBANK ERGASIAS Α.Ε., με ημερομηνία έκδοσης τη δήλη ημέρα καταβολής, ήτοι την 30-01-2018, η οποία, αν και εμφανίστηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 07-02-2018, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης υπολοίπου, όπως αυτό βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής την ίδια ημέρα. β) Ο ένατος εγκαλών, Β. Κ. του Α., κατά το χρονικό διάστημα από 01-09-2016 μέχρι 28-06-2017, παρέδωσε στην εταιρία 7.952 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ με συμφωνηθείσα τιμή 0,30 ευρώ το κιλό, ήτοι αξίας (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) 2.695,72 ευρώ (βλ. το με αρ. ...-2016 τιμολόγιο), 43.940 κιλά ρύζι έμφλοιο μεγάλο με συμφωνηθείσα τιμή 0,28 ευρώ το κιλό, ήτοι αξίας (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) 13.902,61 ευρώ (βλ. τα με αρ. 12/0111-2016, ...-2016, ...-2016 τιμολόγια καθώς και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο), 31.180 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο με συμφωνηθείσα τιμή 0,28 ευρώ το κιλό, ήτοι αξίας (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) 9.865,35 ευρώ (βλ. το με αρ. ...-2017 τιμολόγιο), και 7.549 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ με συμφωνηθείσα τιμή 0,30 ευρώ το κιλό, ήτοι αξίας (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) 2.559,11 ευρώ (βλ. το με αρ. ...-2017 τιμολόγιο).

Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 29.022,79 ευρώ, το οποίο δεν καταβλήθηκε κατά τη δήλη ημέρα καταβολής του και συγκεκριμένα, έως τα τέλη Οκτωβρίου του 2017 και γ) Ως προς τους δέκατο και ενδέκατο των εγκαλούντων: Ο δέκατος εγκαλών Σ. Π. του Χ., κατά το χρονικό διάστημα από 04-10-2016 μέχρι 05-1 1-2016, παρέδωσε στην εταιρία 67.814 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,23 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ....-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 δελτία αποστολής/τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ....-2017 δελτίο αποστολής/τιμολόγιο). Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 17.624,84 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%). Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί οφειλή καταβλητέα σε αυτόν για παραδοθείσες ποσότητες ρυζιού συγγενών του, των οποίων καλλιεργούσε ο ίδιος αγρούς, ύψους 8.719,99 ευρώ (ήτοι 2.869,71 ευρώ της Χ. Μ., 1.522,60 ευρώ της Π. Α. και 4.327,68 ευρώ της Π. Λ.).
Συνεπώς, η προς αυτόν οφειλή ανερχόταν στο ύψος των 26.433,83 ευρώ. Ο ενδέκατος εγκαλών, Χ. Π. του Σ., πατέρας του δέκατου εγκαλούντος, κατά το χρονικό διάστημα από 07-10-2016 μέχρι 07-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία 91.092 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,23 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ....-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 δελτία αποστολής/τιμολόγια και το συμπληρωματικό ...-2017 δελτίο αποστολής/τιμολόγιο).
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν στο ύψος των 23.674,77 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%). Τα παραπάνω ποσά που αντιστοιχούσαν στο τίμημα πώλησης ρυζιού προς τους ως άνω εγκαλούντες συμφωνήθηκε να καταβληθούν μέχρι τα μέσα/τέλη Ιουνίου του 2017. Προς εξόφληση του συνολικού τιμήματος ύψους [26.344,83 ευρώ (προς τον δέκατο εγκαλούντα) + 23.674,77 ευρώ (προς τον ενδέκατο εγκαλούντα) =50.019,96 ευρώ, εκδόθηκαν τρεις τραπεζικές επιταγές και συγκεκριμένα, α) σε διαταγή του δέκατου εγκαλούντος η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Eurobank Ergasias Α.Ε., ονομαστικής αξίας 23.019,65 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 15-06-2017, η οποία πληρώθηκε, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...-2017 απόδειξη πληρωμής, β) σε διαταγή του δέκατου εγκαλούντος η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Eurobank Ergasias Α.Ε. ονομαστικής αξίας 10.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-06-2017, η οποία, αν και εμφανίστηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 30-06-2017, εντούτοις δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης υπολοίπου, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής στις 04-07-2017 και γ) σε διαταγή του ενδέκατου εγκαλούντος η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Eurobank Ergasias Α.Ε., ονομαστικής αξίας 17.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-06-2017, η οποία, αν και εμφανίστηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 30-06-2017, εντούτοις δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης υπολοίπου, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής στις 04-07-2017. Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα προ τους δέκατο και ενδέκατο των εγκαλούντων ανέρχεται στο ποσό των (50.019,96 - 23.019,65=) 26.999,95 ευρώ. δ) Ο δωδέκατος εγκαλών, Χ. Κ. του Θ., κατά το χρονικό διάστημα από 04-10-2016 μέχρι -11-2016, παρέδωσε στην εταιρία 122.911 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ....-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 δελτία αποστολής/τιμολόγια). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,28 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν σε 34.415,08 ευρώ. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί ΦΠΑ 2.025,11 ευρώ. Σημειωτέον ότι στα ως άνω δελτία αποστολής/τιμολόγια η αναγραφείσα τιμή είναι μικρότερη της συμφωνηθείσας (δηλαδή 0,10 ευρώ το κιλό και 0,20 ευρώ το κιλό) και συμφωνήθηκε να εκδοθούν αργότερα συμπληρωματικά τιμολόγια (προκειμένου να μην επιβαρυνθεί ο εγκαλών με πρόσθετο ΦΠΑ), τα οποία δεν εκδόθηκαν. Τελικά, η οφειλή ανήλθε στο ποσό των (34.415,08+2.025,11=) 36.440,19 ευρώ. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του 2017. Ωστόσο, έναντι του ποσού αυτού καταβλήθηκε μόνο το ποσό των 14.830 (συγκεκριμένα 11.000 ευρώ το Φεβρουάριο του 2017, 1,500 ευρώ τον Αύγουστο του 2017 και 2.330 ευρώ στις 30-09-2017), ενώ δεν καταβλήθηκε το ποσό των (36.440,19-14.830=) 21.610,19 ευρώ. ε) Ο δέκατος τρίτος εγκαλών, Α. Μ. του Δ., κατά το χρονικό διάστημα από 02-10-2016 μέχρι 20-2-2017 παρέδωσε στην εταιρία τις ακόλουθες ποσότητες ρυζιού έναντι του ακόλουθου τιμήματος για κάθε ποσότητα: α) παρέδωσε στην εταιρία 114.238 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό (βλ. τα με αρ....-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 τιμολόγια και το συμπληρωματικό με αρ. ...-2017 τιμολόγιο), έναντι τιμήματος ύψους 30.387,29 ευρώ, β) στις 02-02-2017 παρέδωσε στην εταιρία 104.203 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,20 ευρώ το κιλό, έναντι τιμήματος ύψους 23.549,87 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) (βλ. το με αρ....-2017 τιμολόγιο), γ) στις 08-02-2017 παρέδωσε στην εταιρία 23.276 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό, έναντι τιμήματος ύψους 6.191,41 ευρώ (βλ. το με αρ....-2017 τιμολόγιο και το συμπληρωματικό με αρ....-2017 τιμολόγιο) και δ) στις 20-02-2017 παρέδωσε στην εταιρία 12.560 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο, με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό, έναντι τιμήματος 3.014,40 ευρώ (βλ. το με αρ....-2017).
Συνεπώς, το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν στο ποσό των (30.387,29 + 23.549,87 + 6.191,41 + 3.014,40=) 63.142,97 ευρώ. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τις 30-06-2017. Προς εξόφληση μέρους του ως άνω τιμήματος εκδόθηκε σε διαταγή του εγκαλούντος η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Eurobank Ergasias Α.Ε.., ονομαστικής αξίας 40.000 ευρώ, με ημερομηνία πληρωμής την 30.06.2017, η οποία, αν και εμφανίστηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 06-07-2017, εντούτοις δεν πληρώθηκε, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα της την ίδια ημέρα. Ομοίως και το υπόλοιπο ποσό ύψους (63.142,97-40.000=) 23.142,97 ευρώ δεν καταβλήθηκε. στ) Ο εικοστός τρίτος εγκαλών, Γ. Π. του Α., κατά το χρονικό διάστημα από 25-09-2019 έως τις 14-12-2016, παρέδωσε στην εταιρία 83.771 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 και ...-2016 τιμολόγια, καθώς και το συμπληρωματικό με αρ....-2017 τιμολόγιο) με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό. Επιπλέον, παρέδωσε 3.460 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. το με αρ....-2016 τιμολόγιο, καθώς και στο συμπληρωματικό αυτού με αρ. ...-2017 τιμολόγιο), με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, η συνολική οφειλή ανερχόταν στο ποσό των 25.628,44 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ 13%). Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι την 31-08-2017. Προς εξόφληση του ως άνω τιμήματος εκδόθηκε σε διαταγή του εγκαλούντος η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Eurobank Ergasias Α.Ε., ονομαστικής αξίας 25.000 ευρώ, με ημερομηνία πληρωμής την 31-08-2017, η οποία, αν και εμφανίστηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή εντούτοις δεν πληρώθηκε και συνεπώς το οφειλόμενο ποσό δεν καταβλήθηκε. ζ) Η εικοστή τέταρτη εγκαλούσα, Α. Σ. του Σ., κατά το χρονικό διάστημα από τις 25-09-2016 έως τις 07-11-2016, παρέδωσε στην εταιρία 72.608 κιλά ρύζι μεσαίο (βλ. τα με αρ. ...-2016, ...-2016, ...2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016 και ...-2016 τιμολόγια, καθώς και το συμπληρωματικό με αρ....-2017 τιμολόγιο) η δε συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,26 ευρώ το κιλό. Επιπλέον, παρέδωσε 7.120 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. το με αρ. ...-2016 τιμολόγιο, καθώς και το συμπληρωματικό αυτού με αρ....-2017 τιμολόγιο), με συμφωνηθείσα τιμή 0,26 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, η συνολική οφειλή ανερχόταν στο ποσό των 23.876,07 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ 13%), όπως προκύπτει από τα ως άνω τιμολόγια. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να της καταβληθεί μέχρι την 31-08-2017. Έναντι του ποσού αυτού καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των 19.500 ευρώ και πιο συγκεκριμένα το ποσό των 3.000 ευρώ στις 18-01-2017, το ποσό των 5.000 ευρώ στις 29-032017, το ποσό των 2.000 ευρώ στις 18-05-2017 και το ποσό των 2.000 ευρώ στις 31-05-2017 (τα οποία καταβλήθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον 23ο εγκαλούντα, που είναι αδελφός του συζύγου της εγκαλούσας) και περαιτέρω, το ποσό των 500 ευρώ στις 14-02-2017, το ποσό των 5.000 ευρώ στις 03-04-2017 και το ποσό των 2.000 ευρώ στις 16-05-2017 (τα οποία καταβλήθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο την ίδια την εγκαλούσα). Το υπόλοιπο ποσό των 4.367,07 ευρώ, δεν καταβλήθηκε. η) Ο εικοστός πέμπτος εγκαλών, Γ. Ζ. του Σ., στις 29-06-2017 παρέδωσε στην εταιρία 104.736 κιλά ρύζι έμφλοιο μακρύ (βλ. το με αρ. ...-2017 δελτίο αποστολής/τιμολόγιο). Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 0,27 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, η οφειλή ανέρχονταν (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) το ποσό των 31.954,95 ευρώ. Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. θ) Ο εικοστός έκτος εγκαλών, Γ. Ζ. του Ν., στις 29-06-2017 παρέδωσε στην εταιρία 149.278 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. το με αρ. ...-2017 δελτίο αποστολής/τιμολόγιο) με συμφωνηθείσα τιμή 0,25 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, η οφειλή ανέρχονταν (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 13%) στο ποσό των 42.171 ευρώ. Το οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. ι) Η εικοστή έβδομη εγκαλούσα, Ε. Φ. του Τ., κατά το χρονικό διάστημα από τις 15-10-2016 έως τις 31-10-2016 παρέδωσε στην εταιρία ποσότητες ρυζιού και συγκεκριμένα, παρέδωσε 55.353 κιλά ρύζι έμφλοιο μεσαίο (βλ. τα με αρ....-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...2016 δελτία αποστολής-τιμολόγια, καθώς και το συμπληρωματικό με αρ....-2017 τιμολόγιο) με συμφωνηθείσα τιμή 0,24 ευρώ το κιλό.
Συνεπώς, η οφειλή ανερχόταν στο ποσό των 15.011,73 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ 13%), όπως εξάλλου προκύπτει από τα ως άνω τιμολόγια. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να της καταβληθεί μέχρι την 30-06-2017, αλλά δεν καταβλήθηκε. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος καθυστέρησε υπαίτια και δεν κατέβαλε στους εγκαλούντες τα παραπάνω αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούσαν στο τίμημα των συμβάσεων πώλησης αγροτικών προϊόντων που συνήφθησαν με αυτούς, κατά τις συμφωνηθείσες (δήλες) ημέρες καταβολής αυτών, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερος." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλο-συμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπερημερίας αγοραστή αγροτικών προϊόντων από κοινού και κατά μόνας κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ως προς την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Ακόμη, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διαλαμβάνονται ο τρόπος, τόπος, χρόνος και οι λοιπές περιστάσεις τέλεσης του αδικήματος αυτού, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το ανωτέρω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που προεκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία κατά νόμο η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Περαιτέρω, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, οι δε αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί παραγραφής μερικοτέρων πράξεων του ανωτέρω κατ'εξακολούθηση εγκλήματος και ειδικότερα αυτών με χρόνο τέλεσης από 20-9-2016 έως 17-11-2016 είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Τούτο δε διότι, χρόνος τέλεσης των μερικοτέρων πράξεων για τις οποίες και καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι είναι ο χρόνος της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας για την καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος των αγορασθέντων από κάθε εγκαλούντα, αγροτικών προιόντων, από και με την παρέλευση της οποίας αυτοί καθίστανται υπερήμεροι, ο οποίος αναφέρεται στην κάθε μερικότερη πράξη και προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα από το τέλος Μαΐου του έτους 2017 έως τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2018, ενώ σε καμία από τις πράξεις αυτές δεν αναφέρεται ως συμφωνηθείσα ημερομηνία καταβολής του οφειλομένου ποσού ημεροχρονολογία που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από 20-9-2016 έως 17-11-2016, όπως αβασίμως αναφέρουν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (24-10-2024) δεν είχε συμπληρωθεί η απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.3, 112 και 113 παρ.1, 2 του ΠΚ, οκταετία προς παραγραφή, για οποιαδήποτε από τις μερικότερες πλημμεληματικές πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, οι δε αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Αναφορικά δε με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε σιγή τον αυτοτελή ισχυρισμό τους περί άρσης της υπερημερίας τους λόγω πτώχευσης της εκπροσωπόυμενης από αυτούς εταιρείας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δήλωσε, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "ότι οι κατηγορούμενοι ομολογούν και αναγνωρίζουν το χρέος τους προς τους παριστάμενους προς υποστήριξη της κατηγορίας και για το λόγο αυτό πρότειναν σε όλους τους παθόντες και υποστηρίζοντες σήμερα την κατηγορία, ένα πρόγραμμα εξυγίανσης, το οποίο θα ήταν μία σταδιακή αποπληρωμή των χρεών, ώστε να καταφέρουν να τους επιστρέψουν τα χρωστούμενα χρήματα, τα οποία είχαν συσσωρευτεί και ήταν αδύνατο να εξοφληθούν εφάπαξ, πλην όμως, δεν έγινε δεκτό από τους παραγωγούς με αποτέλεσμα να πτωχεύσει η εταιρία. Τόνισε επίσης ότι δεν υπήρχε δόλος από μέρους των κατηγορουμένων διότι βρέθηκαν να χρωστάνε χρήματα λόγω της οικονομικής ύφεσης και παρ' όλα αυτά προσπάθησαν να σώσουν την εταιρία τους με το πρόγραμμα εξυγίανσης, το οποίο εάν γινόταν δεκτό θα είχαν καταφέρει να αποπληρώσουν τα χρέη της προς τρίτους, πέραν του Δημοσίου." Ο ανωτέρω προσβληθείς ισχυρισμός περί άρσεως της υπερημερίας των αναιρεσειόντων λόγω πτώχευσης της εκπροσωπούμενης απ' αυτούς εταιρείας, είναι αόριστος αφού δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ο χρόνος πτώχευσης της εκπροσωπούμενης απ' αυτούς εταιρείας, ως και ο ορισθείς με την απόφαση πτώχευσης χρόνος παύσης των πληρωμών, ώστε να κριθεί αν αυτός ήταν προγενέστερος του χρόνου της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού στον κάθε εγκαλούντα και συνακόλουθα ότι αυτοί δεν είχαν τη νομική δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλομένων από αυτούς ποσών. Επομένως, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του ανωτέρω αορίστου ισχυρισμού Σε κάθε δε περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, ο αγοραστής αγροτικών προϊόντων που κατέστη υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος αγροτικών προϊόντων, αν εν συνεχεία πτωχεύσει, ή παύσει τις πληρωμές του, ως έμπορος, το γεγονός τούτο δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα ή εξαλείφει το αξιόποινο της αδικοπραξίας της υπερημερίας καταβολής τιμήματος αγροτικών προϊόντων, ούτε και αίρει την προς καταλογισμό ικανότητά του. Επομένως οι μοναδικοί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 Ε' και Θ' του ΚΠΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από την προσβαλλόμενη απόφαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98 του ΠΚ, 1 και 2 του Ν.Δ. 3424/1955 σε συνδυασμό με τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ και υπέρβαση εξουσίας για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για μερικότερες πράξεις, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Α' (σε συνδυασμό με 171 παρ.1δ', κατά τη νοηματική του εκτίμηση και όχι 171 παρ.2, αφού δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι υπέβαλαν σχετικό αίτημα στο Δικαστήριο και αυτό αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει) του ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού τους περί πτώχευσης και απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 4 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε", ενώ με το άρθρο 79 παρ. 7 του ισχύοντος από 1.7.2019 ν. Π.Κ., ορίζεται ότι "η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγουμένων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία." Οι διατάξεις της ως άνω παραγράφου έχουν τροποποιηθεί με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4637/2019, που ισχύει από 18-11-2019 μέχρι σήμερα, χωρίς να έχουν διαφοροποιηθεί με τον ν. 4855/2021 και ορίζεται ότι "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε". Στις λοιπές διατάξεις του άρθρου 79 του προϊσχύσαντος, αλλά και του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ., περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης της ποινής, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας ανήκει στον δικαστή, στον οποίο παρέχονται τα κριτήρια του in concreto καθορισμού, εντός των ορίων των ως άνω διατάξεων, οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων για την επιμέτρηση της ποινής. Άλλωστε, η αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού τα στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στις οποίες εμπεριέχονται και τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στοιχεία της νέας διάταξης, η ρύθμιση δε περί εκτενούς αναφοράς αιτιολογίας για την επιμέτρηση της ποινής θα μπορούσε να προκαλέσει άσκοπη επανάληψη του σκεπτικού περί ενοχής στην απόφαση περί ποινής. Ειδικότερα, στην παρ. 1 του άρθρου 79 του ν. ΠΚ ορίζεται ότι "Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και τον βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2, 3, 4, 5 και 6 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, του βαθμού ενοχής του δράστη, της προσωπικότητας αυτού, καθώς και με τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ ή κατά του υπαιτίου, προκύπτει, ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος, τον βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου (χαρακτήρα, ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, βαθμό δυνατότητας, διαγωγή κατά και μετά την τέλεση της πράξης), στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στη, σχετική με την ποινή, απόφασή του άλλη ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά (ΑΠ 428/25, ΑΠ 1278/23, ΑΠ 734/23, ΑΠ 1495/22). Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη (υπ' αριθ. 1844/2024) απόφασή του, επέβαλε στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες, όπως προαναφέρθηκε, για την επίδικη αξιόποινη πράξη της παράβασης των άρθρων 1 και 2 του Ν.Δ.3424/1955 από κοινού και κατά μόνας κατ' εξακολούθηση ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 1.400 ευρώ (στον 1ο αναιρεσείοντα) και ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 1.400 ευρώ (στον 2ο αναιρεσείοντα). Όπως προκύπτει δε από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης και ειδικότερα από το σκεπτικό που αναφέρεται στην επιμέτρηση της ποινής, αφού έλαβε υπόψη του και αποφάσισε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 98 του ΠΚ και 1, 2 του Ν.Δ.3424/1955, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν.Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε κατά τη επιμέτρηση της ποινής, επί λέξει αναφέρει: "Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, με βάση τη βαρύτητα των προπεριγραφεισών πράξεων που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι και τον βαθμό της ενοχής τους, να επιβληθούν σε βάρος τους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω άρθρου 79 του Π.Κ., οι αναφερόμενες ειδικότερα στο διατακτικό ποινές φυλακίσεως, οι οποίες αποτελούν την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία τους γι' αυτές, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών των συγκεκριμένων ποινών για τους ίδιους και τους οικείους του και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησαν οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις τους, η φύση και το είδος τους, τα αίτια που τους ώθησαν στην εκτέλεσή τους, καθώς, επίσης, και όλες οι προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την τέλεσή τους, σε συνδυασμό με τον βαθμό του δόλου τους, όπως και την όλη στάση και διαγωγή τους κατά τη διάρκεια και μετά απ' αυτές".
Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και με βάση αυτά αξιολόγησε το είδος και τη φύση του εγκλήματος των αναιρεσειόντων, καθώς και την προσωπικότητά τους, εν γένει, προέκυψαν από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην προηγούμενη, περί ενοχής των αναιρεσειόντων, σκέψη του.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλους τους προαναφερόμενους κανόνες του άρθρου 79 του ν. Π.Κ., τους οποίους αναλυτικά και με απόλυτη σαφήνεια αναγράφει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς να απαιτείται, κατά την παράγραφο 7 του άρθρου αυτού, πρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών, πέραν όσων ήδη αναφέρονται στο παραπάνω σκεπτικό περί ενοχής, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη προεκτεθείσα μείζονα σκέψη. Αναφορικά δε με την επιβληθείσα στους καταδικασθέντες κατηγορούμενους ποινές, φυλάκισης τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 1.400 ευρώ (στον 1ο αναιρεσείοντα) και ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 1.400 ευρώ (στον 2ο αναιρεσείοντα), αυτή κυμάνθηκε εντός των ορίων της προβλεπόμενης, από τον νόμο (άρθρο 1 του Ν.Δ.3424/1955), ποινής. Με την ως άνω ποινή που επιβλήθηκε, το Δικαστήριο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας (άρθ. 25 παρ.1 Συντ. και 6 παρ.1 ΕΣΔΑ) ενόψει και της απαξίας της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του Δικαστηρίου. Ενώ ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά, χωρίς να παραβιάσει ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. ΠΚ., καθόσον το Δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό, όπως αυτά προκύπτουν από πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, στη δε απόφαση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση αυτού (Δικαστηρίου) για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ δεύτερος, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α` του προϊσχύσαντος (έως 30.6.2019) Ποινικού Κώδικα: "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Η διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α` του νυν ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ (Ν. 4619/2019) πριν την τροπ. με το άρθρο 9 του ν. 4855/12-11-2021, ορίζει ότι: "αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Το ίδιο άρθρο, στην παράγραφο 2 αυτού προβλέπει τους όρους που μπορεί να θέσει δυνητικά το δικαστήριο, στην περίπτωση που κρίνει ότι πρέπει να χορηγηθεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής.

Εξάλλου, όπως η ίδια παράγραφος (παρ. 1 του άρθ.99 του ν.ΠΚ) τροποποιήθηκε από 12-11-2021, με τον Ν. 4855/2021, ορίζει τα ακόλουθα: "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία (3) έτη με μία ή περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη. Αν το δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εφαρμόζει το άρθρο 104Α ΠΚ (ενν. παροχή κοινωφελούς εργασίας, της οποίας η αναστολή καταργήθηκε από 23-2-2024 με το άρθρο 136 περ. γ του Ν 5190/2024), εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, οπότε διατάσσει την εκτέλεση μέρους ή ολόκληρης της ποινής. Το δικαστήριο μπορεί με ειδική αιτιολογία να χορηγήσει την αναστολή και εφόσον οι προηγούμενες καταδίκες δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πέντε (5) έτη φυλάκισης, εκτός αν συντρέχει η εξαίρεση της απόλυτης αναγκαιότητας εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής, και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία την χορηγεί καθίσταται εκτελεστή". Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 του ν.ΠΚ (Ν.4619/2019), όπως ίσχυε πριν την 12-11-2021 (οπότε τροπ. με Ν.4855/2021) είναι ευμενέστερη, δεδομένου ότι κατά το ανωτέρω άρθρο η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέεται από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί, εκτός αν ο καταδικασθείς σε ποινή φυλακίσης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δεν έχει προηγούμενη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη του ενός έτους και έχει τελέσει την πράξη για την οποία καταδικάστηκε πριν από την 1-7-2019 που τέθηκε σε ισχύ ο ν. ΠΚ, οπότε για τη χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης της ποινής αυτού, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 99 του προϊσχύσαντος ΠΚ, ως ευμενέστερη, αφού η διάταξη αυτή δεν προβλέπει για τη χορήγηση της αναστολής, δυνητικά την επιβολή όρων, όπως η νέα διάταξη (ΑΠ 1046/2024, ΑΠ 1201/22). Επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παράγραφος 1 του ΠΚ, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευμένα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ή πρόστιμο. Αν είναι δε μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο, μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός και αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε, μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων (ΑΠ 64/2023).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 § 1 του ν. ΠΚ "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 465 του ίδιου ν. ΠΚ "οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος". Το τελευταίο άρθρο, το οποίο συνιστά διάταξη ειδικότερη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, πρέπει να εφαρμοσθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 2 του ΠΚ, δηλαδή εφόσον οι νέες διατάξεις είναι δυσμενέστερες (ΑΠ.1046/2024, ΑΠ 423/2022, ΑΠ 599/2020). Το δε άρθρο 100 του ν. ΠΚ (Ν.4619/2019), όπως ίσχυε μέχρι την 12-11-2021, ορίζει "Αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι είναι αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση του μέρους αυτού, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη των δέκα ημερών ούτε ανώτερη των τριών μηνών και την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου". Ενώ, το άρθρο 100 του ίδιου ΠΚ, όπως ισχύει μετά την 12-11-2021, θέση σε ισχύ του Ν. 4855/2021, ορίζει "Αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι η μετατροπή της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το άρθρο 104Α δεν θα είναι επαρκής για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων και ότι για τον σκοπό αυτό είναι απολύτως αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση του μέρους αυτού, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη των δέκα ημερών ούτε ανώτερη των τριών μηνών και την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου....". Από τις δύο τελευταίες διατάξεις, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αναστολή παροχής κοινωφελούς εργασίας καταργήθηκε από 23-2-2024 με το άρθρο 136 περ.γ' του Ν 5090/2024 και έτσι είναι δυνατή πλέον η παροχή κοινωφελούς εργασίας, προκύπτει ότι, για ποινές φυλάκισης που δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) έτη, η δεύτερη διάταξη του άρθρου 100 είναι ευμενέστερη, κατά το ίδιο άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, εφόσον δίδεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει κατ' αρχάς ότι αρκεί η μετατροπή της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, που είναι πλέον δυνατή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, και μόνο αν κρίνει αρνητικά θεωρώντας ότι δεν θα είναι επαρκής για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων και έτσι είναι απολύτως αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση του μέρους αυτού. Όμως, από το σύνολο των διατάξεων των ως άνω άρθρων προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μέχρι και πέντε ετών, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και σε περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής(αναστολής εκτελέσεως της ποινής) να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων μετατροπής της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του, διαφορετικά αν προχωρήσει στη μη αναστολή της ποινής, καθώς και στη μη μετατροπή αυτής (της ποινής) χωρίς προηγουμένως να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης (αρνητικής) της εξουσίας του (ΑΠ.64/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης και ειδικότερα από το σκεπτικό που αναφέρεται στην αναστολή ή την εκτέλεση του συνόλου της επιβληθείσας στους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους στερητικής της ελευθερίας ποινής, μετά από τις σχετικές νομικές σκέψεις, αναφέρει επί λέξει: "Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, αντίστοιχα, για τις πράξεις που τέλεσαν. Από την επισκόπηση του ποινικού τους μητρώου προκύπτει ότι αμφότεροι έχουν καταδικασθεί αμετάκλητα, με πολλές αποφάσεις, για το ίδιο και για άλλα αδικήματα, σε πολυετείς στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματικές ποινές. Μετά ταύτα το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) τη συμπεριφορά και την εν γένει προσωπικότητα των καταδικασθέντων κατηγορουμένων, β) τη βαρύτητα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι, γ) την αυξημένη και εξακολουθητική παραβατικότητά τους, όπως αυτή προκύπτει από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, κρίνει ότι η εκτέλεση του συνόλου της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε σε έκαστο των καταδικασθέντων με πραγματική έκτιση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση απολύτως αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού της ειδικής αποτροπής, δηλ για να αποτρέψει αυτούς τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, μη αρκούσης της αναστολής εκτέλεσης της ποινής της ή της έκτισης μέρους αυτής κατ' άρθρο 100 του Π.Κ. ή της μετατροπής της σε κοινωφελή εργασία κατ' άρθρο 104Α του Π.Κ.
Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η έκτιση εν όλω των επιβληθεισών σε έκαστο των καταδικασθέντων ποινών φυλακίσεως".
Με τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού έκρινε ότι δεν αρκεί η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον καθένα από τους κατηγορούμενους για να τους αποτρέψει από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων και ότι δεν αρκεί η μετατροπή της ποινής σε κοινωφελή εργασία (άρθρο 104Α του Ν.ΠΚ), διέταξε στην συνέχεια την έκτιση της επιβληθείσας σε καθένα των αναιρεσειόντων ποινής χωρίς να ελέγξει, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, τη συνδρομή των προϋποθέσεων μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στον καθένα από τους κατηγορούμενους κατά την ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 82 του ισχύοντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. 'Ετσι όμως εσφαλμένα εφάρμοσε δυσμενέστερη για τους κατηγορούμενους διάταξη, δηλαδή της έκτισης του συνόλου της επιβληθείσας σ' αυτούς ποινής, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ευμενέστερων για αυτούς διατάξεων περί μετατροπής της ποινής (άρθρο 82 ΠΚ) και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του, υπερβαίνοντας έτσι αρνητικά την εξουσία του.
Συνεπώς, ο τρίτος πρόσθετος αναιρετικό λόγος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε', Δ' και Θ' του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της, αυτό δηλαδή που αφορά την μη έρευνα των προϋποθέσεων της μετατροπής της επιβληθείσας στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες ποινής φυλάκισης σε χρηματική και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το σχετικό αυτό μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρo 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 1844/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος της που αφορά την μη έρευνα των προϋποθέσεων της μετατροπής της επιβληθείσας στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες ποινής φυλάκισης σε χρηματική.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το προαναφερθέν μέρος της προς εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή