ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1043/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1043/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1043/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1043 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1043/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Χοχτούλα, για αναίρεση της υπ'αριθ. 5593/2024 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Α' Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 3.2.2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη, από 03-02-2025, αίτηση του Π. Θ. του Κ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμ. 5593/2024 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που τον καταδίκασε για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και συκοφαντικής δυσφήμισης, σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών, από την οποία μετατράπηκαν τα τέσσερα (4) προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως και διατάχθηκε η πραγματική έκτιση του υπολοίπου της ποινής φυλάκισης των τεσσάρων (4) ετών, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος (με συνημμένη την από 01-02-2025 εξουσιοδότηση), η οποία επιδόθηκε στις 04-02-2025 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση, στις 15-01-2025, με αύξ. αριθμ. 135, της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ, 474 παρ. 2Α, και άρθρο 168 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα) και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενοι σε απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, στην έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ', Ε' και Θ' ΚΠοινΔ, αντίστοιχα). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί η αίτηση αναίρεσης για το βάσιμο των λόγων της.
ΙΙ. [1] Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 501 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει κατά το χρόνο (27-11-2024) της κατ` ουσίαν εκδίκασης της υπόθεσης, ορίζεται ότι αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών - κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών, και με τις διατάξεις του άρθρου 501 παρ. 1 ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 349 εφαρμόζονται και υπέρ του εκκαλούντος. Με τις διατάξεις του άρθρου 349 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας ..... Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας,....(παρ. 1) και το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης. Το δικαστήριο αναβάλλει στη συντομότερη δικάσιμο, η οποία δεν δύναται να υπερβεί τους οκτώ (8) μήνες. Η απόφαση που δέχεται τους λόγους αναβολής πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αναφέρει, ότι ο λόγος της αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης. Δεύτερη αναβολή στην ίδια υπόθεση χωρεί αποκλειστικά για λόγους ανωτέρας βίας (παρ. 2). Με τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 3 ορίζεται ότι το εφετείο όταν δικάζει πλημμελήματα μπορεί να διατάξει μία ή περισσότερες φορές τη διακοπή της συνεδρίασης έως δεκαπέντε ημέρες μέσα σε χρονικό διάστημα τριάντα το πολύ ημερών για ανυπέρβλητο κώλυμα που παρουσιάστηκε κατά τη διαδικασία, είτε από την πλευρά των δικαστών είτε από την πλευρά των διαδίκων ή ..... [2] Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως, εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ή ανέλεγκτη, κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 915/2024, ΑΠ 818/2023). Συνακόλουθα, στην παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει παραδεκτό αίτημα αναβολής της δίκης, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, για σοβαρούς λόγους υγείας του κατηγορούμενου ή για λόγο ανωτέρας βίας, πρέπει να διαλαμβάνονται: α) τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία θεμελιώθηκε το αβάσιμο του αιτήματος αναβολής και γ) οι νομικές σκέψεις που αιτιολογούν την ετυμηγορία, ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια του κατηγορούμενου ή γεγονός ανωτέρας βίας), καθώς και η αντίστοιχη απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για το αίτημα αναβολής (Ολ. ΑΠ 7/2005, ΑΠ 1196/2024, ΑΠ 163/2024). Η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη κατά τα άρθρα 6 παρ. 1,2 και 3 περ. δ' της ΕΣΔΑ και 14 παρ.2 του Δ.Σ.Α.Π.Δ., και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ καθώς και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ ΚΠοινΔ αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, εφόσον προχωρήσει και καταδικάσει τον κατηγορούμενο (ΑΠ 808/2024, ΑΠ 1105/2024, ΑΠ 868/2023). [3]

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της υπόθεσης, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής : Με τη με αριθμ. ΘΤ 1609/25-07-2023 απόφαση του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε με παρόντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κηρύχθηκε αυτός ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ' εξακολούθησε και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης εννέα (9) ετών, ορίστηκαν εκτιτέα τα 8 έτη και διατάχθηκε η έκτιση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε νομίμως και εμπροθέσμως την από 27-07-2023 (αριθμ. κατ. ΕΜ 1832/27-07-2023) έφεση, η οποία εισήχθη προς εκδίκαση στις 28-06-2024, κατά την οποία, με παρόντα τον κατηγορούμενο, έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, και η συζήτηση της υπόθεσης με την υπ' αριθμ. 3462/2024 απόφαση αναβλήθηκε για κρείσσονες αποδείξεις, για την δικάσιμο της 27/11/2024, προκειμένου να κληθεί και προσέλθει ο μάρτυρας κατηγορίας Κ. Γ., και χωρίς κλήτευση του κατηγορούμενου στον οποίο ανακοινώθηκε η δικάσιμος. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους και, επομένως, αποδεικνύουν όσα έχουν καταχωριστεί σ' αυτά (ΑΠ 915/2024, ΑΠ 1001/2023) αναφέρονται τα εξής: Κατά τη δικάσιμο της 27/11/2024, δεν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων αλλά εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Γιάννος ΚΟΤΡΟΓΙΑΝΝΟΣ Α.Μ. (Δ.Σ.Α.) 36917 και κατά λέξη: "ως άγγελος αυτού και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης σε νέα δικάσιμο λόγω ασθένειας του κατηγορουμένου, προσκομίζοντας την 25.11.2024 ιατρική γνωμάτευση του Β. Φ. Δ., που αναγνώστηκε δημόσια και τρείς φωτογραφίες, που επισκοπήθηκαν, από την Πρόεδρο, μετά από πρόταση της Εισαγγελέα". Το Δικαστήριο, μετά την πρόταση του εισαγγελέως της έδρας για απόρριψη του αιτήματος αναβολής και πρόοδο της δίκης, απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό, μετά την ανάπτυξη νομικής σκέψης για τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ. 1, 2 του ΚΠοινΔ, κατά λέξη τα εξής : "Στην προκειμένη περίπτωση, ο συνήγορος υπεράσπισης του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ως άγγελος, ζήτησε την αναβολή της δίκης κατ' άρθρον 349 ΚΠΔ, επειδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είναι ασθενής. Ειδικότερα από την προσκομιζόμενη και αναγνωσθείσα δημόσια στο ακροατήριο, από 25.11.2024 ιατρική γνωμάτευση του Β. Φ. Δ., Χειρούργου Οφθαλμίατρου, Διευθυντή Β' Οφθαλμολογικής Κλινικής του Θεραπευτηρίου METROPOLITAN, σε συνδυασμό με τρεις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν του ασθενούς (οφθαλμοί), προκύπτει ότι ο εκκαλών νοσηλεύεται από 21.11.2024 στο Θεραπευτήριο METROPOLITAN, στα πλαίσια κυτταρίτιδας κόγχου και ερπητικής κερατίτιδας ΔΑΟ (προ 1,5 έτους, είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση καταρράκτη ΔΑΟ). Σύμφωνα με την κλινική εξέταση, ο κερατοειδής του δεξιού οφθαλμού του είχε γραμμοειδή επιθηλιακά ελλείμματα και οίδημα. Υπήρχε επίσης εκχύμωση επιπεφυκότα και οίδημα βλεφάρων, ενώ παρατηρήθηκε η ύπαρξη κυττάρων στον πρόσθιο θάλαμο. Ο αριστερός οφθαλμός είχε περιορισμένα γραμμοειδή επιθηλιακά ελλείμματα κερατοειδούς. Έγινε έναρξη ενδοφλέβιας αγωγής με αντιβιοτικά και αντιερπητικά και τοπική / αγωγή στους οφθαλμούς με αντιβιοτικά. Παράλληλα ζητήθηκε παθολογική εκτίμηση, ιολογικός έλεγχος, αξονική τομογραφία εγκεφάλου και κόγχων, καθώς και γενική ούρων. Την 22.11.2024 η οφθαλμολογική κλινική εικόνα του ασθενούς είχε σημεία επιδείνωσης με επιθηλιακό έλλειμμα ΔΟ X 2 mm, ενώ ο οξύς πόνος δεν ήταν σε ύφεση. Την 23.11.2024 το επιθηλιακό έλλειμμα του ΔΟ ήταν μικρότερο σε μέγεθος και ο ασθενής ανέφερε βελτίωση του πόνου. Η αξονική τομογραφία ήταν αρνητική για λοίμωξη. Την 24.11.2024 ο ασθενής δεν πονούσε και το επιθηλιακό έλλειμμα κερατοειδούς είχε εξαφανισθεί. Λόγω παρουσίας σημαντικής πυουρίας στη γενική ούρων, ζητήθηκε PCR ούρων για αποκλεισμό σεξουαλικών μεταδιδομένων νοσημάτων. Κατά τη νοσηλεία ο ασθενής αναφέρει συσφικτικό προκάρδιο άλγος, κατά την κατακεκλειμένη θέση, πλέον των δύο ημερών και ζητήθηκε triplex καρδιάς. Την 25.11.2024 η κλινική εικόνα του ασθενούς παραμένει σταθερή. Αναμένονται τα αποτελέσματα της PCR και του triplex καρδιάς, ενώ συνεχίζεται η ενδοφλέβια αγωγή. Σύμφωνα με τα ανωτέρω βεβαιούμενα για την υγεία του εκκαλούντος, αυτός αδυνατεί να εμφανισθεί αυτοπροσώπως κατά τη σημερινή δικάσιμο. Ωστόσο λόγω του ότι η ως άνω ασθένεια διεγνώσθη από 22.11.2014, ο εκκαλών μπορούσε να προβλέψει την αδυναμία του να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στο δικαστήριο, και να διορίσει εγκαίρως με έγγραφη δήλωσή του συνήγορο κατ' άρθρο 349 παρ. 3 ΚΠΔ, για να τον εκπροσωπήσει, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ήδη η υπόθεση έχει αναβληθεί από 28.6.2024 προκειμένου να προσέλθει ο μάρτυρας - εγκαλών (αστυνομικός) από τις Φέρες Αλεξανδρούπολης, όπου υπηρετεί στη συνοριακή φύλαξη και σήμερα είναι παρών, ενώ συγχρόνως συντρέχει άμεσος κίνδυνος παραγραφής των αδικημάτων (χρόνος τέλεσης 18.7.2017), γι' αυτό και το αίτημα περί αναβολής πρέπει να απορριφθεί". Στη συνέχεια, η υπόθεση κρατήθηκε, προκειμένου ο εκκαλών εφοδιάσει τον συνήγορο υπεράσπισης με έγγραφη εξουσιοδότηση για να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, κατά τη δικάσιμο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων του, Γ. Κ. και Π. Μ., προσκομίζοντας στο δικαστήριο ουσίας τις από 27-11-2024 εξουσιοδοτήσεις του κατηγορουμένου. [4] Με τις ανωτέρω παραδοχές, η απορριπτική του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αφού αναφέρει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη (από 25-11-2024 ιατρική βεβαίωση και επισκόπηση τριών φωτογραφιών) και τους συλλογισμούς με τους οποίους απέρριψε το αίτημα αναβολής, κρίνοντας την αδυναμία του, για λόγους υγείας να εμφανιστεί στο δικαστήριο αυτοπροσώπως, κατά τις παραδοχές χρονικά μακρά, λόγω των πολλαπλών προβλημάτων της υγείας του που αναλυτικά εκτίθενται, που καθιστούν αβέβαιο το χρόνο νοσηλείας και αποθεραπείας του] με αβέβαιο το χρόνο άρσης αδυναμίας του. Επομένως, το δικαστήριο ουσίας, το οποίο προχώρησε στη δίκη, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία του, εκπροσωπούμενος αυτός δια των συνηγόρων υπεράσπισής του, και, καταδίκασε αυτόν, δεν υπερέβη (αρνητικώς) την εξουσία του.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Θ' ΚΠοινΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αντίστοιχα, ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής είναι αβάσιμος. Επιπλέον, λόγω της ανωτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ και άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, και, συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται ούτε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης. Οι επιμέρους αιτιάσεις, με τον αυτό παραπάνω πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τις αυτές πλημμέλειες, με επίκληση: 1) ότι ο κίνδυνος παραγραφής της ένδικης πλημμεληματικής πράξης, η οποία θα επερχόταν μετά από πάροδο εννέα (9) μηνών από τη δικάσιμο της 27-11-2024, 2) ότι εμφάνιση του μάρτυρος κατηγορίας, στη δικάσιμο της 27-11-2024, του υπηρετούντος στη συνοριακή φύλαξη μάρτυρα - εγκαλούντα (αστυνομικού), μετά από αναβολή της υπόθεσης προκειμένου να προσέλθει αυτός και 3) η δυνατότητα εκπροσώπησης του κωλυόμενου κατηγορουμένου δια των συνηγόρων υπεράσπισής του, δεν αποτελούν νόμιμους λόγους απόρριψης του αιτήματος, είναι απαράδεκτες. Και, τούτο, διότι αποτελούν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας η απορριπτική του αιτήματος αναβολής διάταξη στηρίζεται αυτοτελώς στην αδυναμία του κατηγορούμενου να εμφανιστεί στο δικαστήριο αυτοπροσώπως για μακρό και άγνωστο χρονικό διάστημα. Η αιτίαση με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τις αυτές ανωτέρω πλημμέλειες, του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ. 1δ και 6 παρ. 1, 3 εδγ ΕΣΔΑ, Δ' και Θ' ΚΠοινΔ, με επίκληση ότι το δικαστήριο ουσίας όφειλε να εξετάσει και το ενδεχόμενο διακοπής της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 3 ΚΠοινΔ, και δεν το έκανε αν είχε σχετική υποχρέωση, εφόσον απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης, είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε διορθώθηκαν, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, δια συνηγόρου του ή των συνηγόρων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπέβαλε αίτημα διακοπής της δίκης, που είναι αυτοτελές και διάφορο του αιτήματος αναβολής της υπόθεσης (ΑΠ 972/2024, ΑΠ 1001/2022), ενώ το δικαστήριο ουσίας έχει υποχρέωση, μόνο πριν διατάξει την αναβολή, να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης και να αιτιολογήσει ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή, και όχι, όταν αποφαίνεται για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση (ΑΠ 915/2024, ΑΠ 1120/2022).

ΙΙΙ. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ` του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, διότι, έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορούμενου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, αλλά και η δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' λόγο αναίρεσης, εκτός αν τα έγγραφα αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως π.χ. από κατάθεση μάρτυρα (ΑΠ 915/2024) ή από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, όπως τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (ΑΠ 1436/2019), ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη, οπότε ο τελευταίος έχει την ευχέρεια γνωρίζοντας την ταυτότητα του εγγράφου να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ ανωτέρω δικαιώματά του, οπότε αποτρέπεται η κατά τα άνω ακυρότητα (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 1213/2023). Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της απόφασης, ούτε να μνημονεύεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ). Η καταχώριση δε στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου του "δικονομικού γεγονότος" ότι αναγνώστηκε ένα έγγραφο, παρέχουσα πλήρη απόδειξη, κατ` άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠοινΔ, δεν γίνεται με καταγραφή του περιεχομένου του εγγράφου. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, και o κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ ως άνω δικαιώματά του, Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 1634/2022).

[2] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παρέχουν πλήρη απόδειξη, κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώσθηκαν μεταξύ άλλων εγγράφων: 1) τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στην πρωτόδικη δίκη, μεταξύ των οποίων η από 18-7-2017 μήνυση, η από 1-10-2018 εισαγγελική διάταξη, κατ' άρθρ. 47 ΚΠΔ, φωτοαντίγραφα εκτυπώσεων από σελίδα FACEBOOK, "P. T.", δημοσίευμα από 6-3-2017 στην ιστοσελίδα www.enikonomia.gr, η 2/2020 [και όχι 89/202, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο] απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, το από 7-2-2018 Υπόμνημα του Π. Θ., Πρωτοσέλιδο της Εφημερίδας δημοκρατίας, το από 20-5-2020 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, η από 28-11-2019 μήνυση του Κ. Π. Τα ανωτέρω τρία πρώτα αναγνωσθέντα έγγραφα αποτελούν έγγραφα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και όλα τα έγγραφα αποτελούν έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτών, από τα οποία την από 28-11-2019 μήνυση του Κ. Π. εγχείρισε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά τη διάρκεια της απολογίας του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και, κατά συνέπεια, εξ αυτού του λόγου και όχι μόνον από την ανάγνωσή τους, στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ο οποίος παρέστη στην πρωτοβάθμια δίκη, γνώριζε την ταυτότητά τους και το περιεχόμενό τους και μπορούσαν οι εκπροσωπούντες αυτόν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνήγοροι υπεράσπισής του, να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Πέραν τούτων, η ταυτότητα των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προσδιορίζεται επαρκώς, ώστε να προκύπτει ότι καθένα από αυτά αναγνώσθηκε και όχι κάποιο άλλο και δεν ήταν αναγκαία οποιαδήποτε ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού της ταυτότητάς τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους ή του συντάκτη τους, αφού με την ανάγνωση του κειμένου του στο ακροατήριο, χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση από κανέναν παράγοντα της δίκης κατέστη, εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γνωστό και κατά το περιεχόμενό τους στους παριστάμενους συνηγόρους του αναιρεσείοντος, οπότε αυτοί άκουσαν το περιεχόμενο καθενός εγγράφου και είχαν πλήρη δυνατότητα να προβεί καθένας τους σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού της ταυτότητας του κάθε εγγράφου στα πρακτικά, και σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να δημιουργηθεί σύγχυση για την ταυτότητα ενός εκάστου εγγράφου. Επομένως, ορθά το Δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε για την κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφήμισης, όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα ως άνω, όπως τούτο προκύπτει με βεβαιότητα από το προοίμιο του σκεπτικού του, στο οποίο, ανάμεσα στα άλλα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται κατ' είδος, αναφέρονται και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ουδεμία δε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο έλαβε χώρα από τον τρόπο προσδιορισμού της ταυτότητας των ως άνω εγγράφων, και συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, καθώς και για παραβίαση των διατάξεων της προφορικότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και, επομένως, παραβίαση της αρχής περί δημοσιότητας αυτής (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 εδαφ. δ' του ιδίου Κώδικα, άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ) και 510 παρ. 1Δ ΚΠοινΔ, λόγω ανάγνωσης των ανωτέρω εγγράφων στο ακροατήριο που, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν προσδιορίζονται με επάρκεια και ακολούθως δημιουργίας ασάφειας ως προς το εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά που αναγνώσθηκαν και αν στήριξε ή όχι σε αυτό την κρίση του, είναι αβάσιμος. Η αιτίαση με τον αυτό παραπάνω λόγο, από τις αυτές ως άνω πλημμέλειες, ότι δεν προκύπτει ότι έχει καταστεί αναγνωστέο και το με αριθμ. φύλλο 82/10-04-1953 φύλλο ΕτΚ (Τεύχος Πρώτο), από το οποίο προκύπτει αναντίρρητα ο βασικός ισχυρισμός του ότι ο Ν. 2367/1953, και, ειδικότερα, το άρθρο 21 αυτού δεν έχει 4 παραγράφους αλλά 3, και, άρα, νομοτύπως, πρόβαλε το σχετικό ισχυρισμό του, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και, τούτο, διότι το φύλλο της ΕτΚ δεν αποτελεί αναγνωστέο έγγραφο. IV. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι` αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", ενώ κατά την ίδια διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σημαντική αλλαγή στο έγκλημα αυτό είναι η κατάργηση της αναφοράς στο σκοπό του δράστη. Μέχρι 1-7-2019, η ψευδής καταμήνυση τιμωρείται μόνο όταν ο δράστης την τελεί με σκοπό καταδίωξης του καταγγελλομένου προσώπου, δηλαδή για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται εκτός του άμεσου δόλου και επιπρόσθετος υπερχειλής δόλος, αφού απαιτείται σκοπός του δράστη να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου. Καθώς όμως στο ελληνικό δίκαιο ισχύει ως προς τη δίωξη η αρχή της νομιμότητας, ήδη η καταγγελία της πράξης δημιουργεί άμεσα τον κίνδυνο άσκησης ποινικής δίωξης, ώστε η αναφορά στον επιπρόσθετο σκοπό να εμφανίζεται περιττή.
Συνεπώς, από 1-7-2019 ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης δεν απαιτείται πλέον σκοπός καταδίωξης του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου, δηλαδή δεν απαιτείται υπερχειλής δόλος αλλά μόνο άμεσος δόλος και συνακόλουθα η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού με αυτή για την καταδίκη του δράστη απαιτείται εκτός από τη συνδρομή και απόδειξη του άμεσου δόλου, η συνδρομή και απόδειξη του υπερχειλούς δόλου, που δεν απαιτείται, πλέον με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ. Επίσης, από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη και ως προς την ποινή, αφού με αυτήν προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ προβλέπεται πλέον ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή (ΑΠ 1021/2024, ΑΠ 60/2023). Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται: α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά δηλ. είτε με τον τύπο του άρθρου 42 ΚΠοινΔ είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον αρχής, γ) η καταμήνυση να αναφέρεται στη τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να αφορά σε άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, ε) η καταμήνυση να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και στ) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει την κίνηση της διαδικασίας κατά του καταμηνυθέντος, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Το έγκλημα είναι τυπικό και συνεπώς τετελεσμένο με την περιέλευση στην αρχή της μήνυσης, αναφοράς κ.λπ., ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης ή αν ο καταμηνυθείς τελικώς απαλλάχθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός καταδίωξης του μηνυθέντος. Ο δόλος, δηλ. η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αυτή (ΑΠ 1004/2023, ΑΠ 104/2021). Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών (ΑΠ 289/2024, ΑΠ 151/2023, ΑΠ 1004/2023). Όταν με την αυτή πράξη καταμηνύονται ψευδώς περισσότερα πρόσωπα το αδίκημα είναι κατά συρροή και όχι κατ' εξακολούθηση (ΑΠ 1174/2023, ΑΠ 923/2022). [2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 εδ. α και 363 εδ. α, του προϊσχύσαντος Π.Κ., που εφαρμόζεται την προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου τέλεσης της ένδικης πράξης, και ως ευμενέστερη ως προς την ποινή από την ταυτάριθμη διάταξη του ισχύοντος ΠΚ), προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια (ΑΠ 489/2024, ΑΠ 907/2024, ΑΠ 100/2023). [3] Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 1172/2024, ΑΠ 1001/2024). [4] Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 814/2024, ΑΠ 1504/2023). Eάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας του εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε, καθώς και αν στήριξε ή όχι σε αυτό την κρίση του δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 681/2023). Αναφορικά με το δόλο δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η τέλεση της πράξης με "σκοπό" πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος (ΑΠ 211/2024, ΑΠ 1035/2024, ΑΠ 1199/2023). [5] Από τη διάταξη του αριθ. 510 παρ.1 στοιχ. Θ` ΚΠοινΔ θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται υπό τη θετική και αρνητική της μορφή. Θετική υπέρβαση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1109/2024). [6] Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να παρατίθεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, στις οριστικές ή παρεμπίπτουσες αποφάσεις ή σε αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή, αυτούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 333 παρ. 2 εδ. α και β ίδιου Κώδικα και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής. Η προβολή των ισχυρισμών αυτών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς (ΑΠ 880/2024, ΑΠ 382/2024). Αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης του άρθρου 31 παρ. 2 του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "Η πράξη όμως δεν καταλογίζεται σε εκείνον που την τελεί αν αυτός δεν είχε συνείδηση του άδικου χαρακτήρα της λόγω πλάνης που δεν μπορούσε να αποφύγει, μολονότι κατέβαλε την οφειλόμενη από τις περιστάσεις και δυνατή γι' αυτόν επιμέλεια (συγγνωστή νομική πλάνη)". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τί πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ` αρχήν άδικη είτε πιστεύει πεπλανημένα ότι δικαιούται να προβεί σ` αυτή και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει τον καταλογισμό. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιοποίνου με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις στις οποίες βρισκόταν ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκανε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης. Η πλάνη, δηλαδή, είναι συγγνωστή όταν ο δράστης όχι μόνο αγνοεί αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και αν κατέβαλλε, ενόψει των προσωπικών του πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων και ικανοτήτων και εφόσον πίστευε εύλογα ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη που τέλεσε από δικαιολογημένη εσφαλμένη αντίληψη για την αληθή έννοια του νόμου ή σε εσφαλμένη πληροφόρηση από ειδικούς (νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές). Έτσι, απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού είναι εκτός από εκείνα που συνιστούν την ίδια την πλάνη και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές του ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί για το ισχύον δίκαιο, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός (ΑΠ 237/2024, ΑΠ 1072/2023).

[7] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε διορθώθηκαν, προκύπτει ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου, μετά τη συνοπτική ανάπτυξη από τον Εισαγγελέα της έδρας των αξιόποινων πράξεων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και την παράδοση στην Πρόεδρο του δικαστηρίου ουσίας του καταλόγου με το όνομα του μάρτυρα κατηγορίας που κλητεύθηκε, "...οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορούμενου, αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσαν ότι ο εντολέας τους αρνείται την αποδιδόμενη σε αυτόν κατηγορία της τέλεσης των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται προέβαλαν και ανέπτυξαν προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί νομικής πλάνης". Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν μνημονεύεται από τους συνηγόρους υπεράσπισης σε τι συνίσταται η συγγνωστή νομική πλάνη του κατηγορούμενου, ότι δηλαδή ο τελευταίος είτε αγνοούσε ότι η πράξη της καταμήνυσης κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφήμισης είναι άδικη, είτε πίστευε, λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και ότι πλάνη του συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου, και ότι όση επιμέλεια και αν κατέβαλλε, δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, ηλικία του κατηγορούμενου, πνευματικές και επαγγελματικές ικανότητες και προσπάθειες που έκανε για να ενημερωθεί, εσφαλμένη νομική πληροφόρησή του από νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές. Επομένως, το δικαστήριο ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, χωρίς από την μη αιτιολόγηση να παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και άρθρου 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και, ως εκ τούτου, να προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία που συνέβη στο ακροατήριο, ενώ δεν υπερέβη την εξουσία του, με την αρνητική μορφή αυτής, καταδικάζοντας, στη συνέχεια, τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, εκπροσωπούμενο δια των πληρεξούσιων δικηγόρων του, για την παραπάνω άδικη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφήμισης, και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1δ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 510 παρ. 1 Δ' και Θ' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. V. [1] Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής κατά λέξη πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των με αρ. 36581 και 36584/15.12.2016 εγγράφων του Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας Ε. Τ., (ενός εκ των έξι καταμηνυθέντων από τον κατηγορούμενο), που απεστάλησαν στο Τμήμα Τροχαίας Δράμας με θέμα "Αφαίρεση πινακίδων και άδειας κυκλοφορίας", ο ανωτέρω Διευθυντής της Δ.Ο.Υ. εισηγήθηκε στον Διοικητή του προαναφερθέντος Τμήματος Τροχαίας, Ι. Π. (Αστυνομικό υποδιευθυντή και καταμηνυθέντα ομοίως από τον κατηγορούμενο), να διατάξει την αφαίρεση των πινακίδων αναγνώρισης και της άδειας κυκλοφορίας των επιβατηγών Ι.Χ. οχημάτων με στοιχεία κυκλοφορίας αντιστοίχως α) αρ. κυκλοφ. ..., ιδιοκτησίας του Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη ψητοπωλείου και β) αρ. κυκλοφ. ..., ιδιοκτησίας της Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας καταστήματος κατασκευής πλακών και πινάκων - σφραγίδων, για τον λόγο , ότι έκαστος των ανωτέρω, δεν είχε καταβάλει τα τέλη κυκλοφορίας (έτους 2016), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 2367/1953, ως αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ.3 του άρθρου 4 του Ν.Δ.3908/58", αιτιολογία που συμπληρωνόταν με τη χειρόγραφη φράση "όπως ισχύει μετά την ψήφιση του άρθρου 12 του ν. 2523/1997 και του ν. 4093/2012" κατά την αιτιολογία στο με αρ. πρωτ. 36584 έγγραφο. Στις 30.1.2017 ο Χ. Κ. του Ι., υπογράφων ως μέλος του Σωματείου "Αντίσταση Τώρα - Όλα ΣΤΟ ΦΩΣ, για την ΑΛΗΘΕΙΑ, την ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ και την ΕΙΡΗΝΗ", του οποίου πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος ετύγχανε ο κατηγορούμενος Π. Θ. του Κ., κατέθεσε το με αρ. πρωτ. ...-2017 έγγραφο προς τον Διευθυντή της Τροχαίας Δράμας και ισχυρίστηκε ότι στις 27.1.2017, αστυνομικό όργανο τον επισκέφθηκε και του ζήτησε να παραδώσει τις πινακίδες και την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του, κατόπιν εγγράφου, που είχε αποστείλει ο Διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Δράμας, στο οποίο ανέφερε ότι δεν έχει καταβάλει τέλη κυκλοφορίας σύμφωνα με τον ν. 4093/2012. Ότι ο Διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Δράμας ψευδόταν εγγράφως για τη μη καταβολή των τελών κυκλοφορίας, διότι αυτός - πέραν του ότι δεν ανέφερε τίνος έτους δεν έχουν καταβληθεί τα τέλη κυκλοφορίας από τον ανωτέρω - είχε καταβάλει έναντι των τελών κυκλοφορίας ένα (1) ευρώ, όπως υποδεικνυόταν από τη δήλωση που επισύναπτε, εις την οποία αναφερόταν στους λόγους που ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό, ισχυρισθείς ότι την καταβολή του ποσού ενός (1) ευρώ, ήταν υποχρεωμένη να αποδεχθεί η Δ.Ο.Υ. Δράμας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την δήλωση και είσπραξη του ενός (1) ευρώ είχε αποδεχτεί και παραλάβει η Δ.Ο.Υ. Δράμας, ως όφειλε και επομένως, κατά την άποψή του, υφίστατο παράβαση καθήκοντος εκ μέρους του Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας για το δημόσιο έγγραφο που του είχε αποστείλει.

Περαιτέρω, του έθετε υπόψη ότι είχε καταθέσει 16σέλιδη εξώδικη δήλωση συμμορφώσεώς προς τον Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας, δια της οποίας τον ενημέρωνε ότι τα μνημόνια που έχουν περάσει από τη Βουλή μέχρι το 2012 δεν έχουν ψηφισθεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις, που ορίζουν το Σύνταγμα και οι νόμοι και στερούνται συνταγματικής νομιμότητας, ομοίως δε είχε ενημερωθεί και με εξώδικη δήλωση-πρόσκληση από το σωματείο "ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ" - ήτοι από τον εκπρόσωπο αυτού κατηγορούμενο -, περί του ότι έχει διαπράξει αδικήματα παράβασης καθήκοντος και παρασιώπησης εγκλημάτων (232 ΠΚ), ενώ εκ της μη απαντήσεώς του στο εξώδικο συνάγεται ομολογία του περί τέλεσής τους. Επίσης, δια του ως άνω από 30.1.2017 εγγράφου προς τον Διευθυντή Τροχαίας Δράμας δήλωσε ότι δεν δέχεται να παραδώσει τις πινακίδες και την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος του, επικαλούμενος ότι δήθεν τοιουτοτρόπως θα καθίστατο συνεργός σε κακούργημα, το οποίο διέπραττε με τις πράξεις του και ο Διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Δράμας. Τέλος, κάλεσε τον Διευθυντή της Τροχαίας Δράμας να πράξει τα όσα επέτασσε το άρθρο 25 παρ. 1 και 3 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων, ήτοι ειδικότερα να προβεί σε νόμιμες υπηρεσιακές ενέργειες και αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, να μην την εκτελέσει. Στις 13.3.2017 ο Διοικητής του Τμήματος Τροχαίας Δράμας Ι. Π., Αστυνομικός Υποδιευθυντής, κάλεσε τους Χ. Κ. και Μ. Κ., δυνάμει των με αρ. πρωτ. ....2017 και ....2017 κλήσεων, όπως εντός έξι (6) ημερών από την επίδοση σε αυτούς της παρούσης (που έλαβε χώρα στις 24.3.2017 και ώρα 10.20 στον Χ. Κ.), υποβάλλουν εγγράφως τις απόψεις τους σχετικά με την Εισήγηση του Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας. Ήδη, στις 22.3.2017 ο Χ. Κ. του Ι. με την από 9.3.2017 αίτησή του είχε ζητήσει από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας, (ομοίως καταμηνυθείσα στη συνέχεια), την έκδοση Εισαγγελικής παραγγελίας για τη μη αφαίρεση των πινακίδων κυκλοφορίας του οχήματος του από την Τροχαία, για τον λόγο ότι δεν έχει εξοφλήσει το σύνολο των τελών κυκλοφορίας που τον βάρυναν, ως έχων, ωστόσο, καταβάλει έναντι αυτών το ποσό ενός (1) ευρώ, διότι η ενέργεια του Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. - δήθεν - αποτελούσε παράβαση καθήκοντος και κατάχρηση εξουσίας καθώς και διότι είχε λάβει χώρα επιλεκτική εφαρμογή των νόμων ανά κατηγορία πολιτών. Περαιτέρω, ανέφερε στην Εισαγγελέα Δράμας ότι το Σωματείο "Αντίσταση Τώρα", του οποίου ετύγχανε ιδρυτικό μέλος και μέλος της Ελεγκτικής Επιτροπής, είχε ήδη καταθέσει στον Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας στις 3.6.2016, τη με αρ. πρωτ. 14236 Δήλωση Πρόσκληση Συμμορφώσεώς, όπου του ανέφερε τη συνεχιζόμενη τέλεση του μεγαλύτερου οικονομικού κακουργήματος που έχει οδηγήσει τους πολίτες της χώρας στη σημερινή κατάσταση και τον καλούσε να εφαρμόσει πιστά και άνευ ουδεμίας καθυστερήσεως τα οριζόμενα από το άρθρο 232 ΠΚ. Επίσης, ανέφερε ότι για την συμμετοχή του στην εγκληματική οργάνωση, τα μέλη του σωματείου "Αντίσταση Τώρα" - με πρόεδρο τον κατηγορούμενο Π. Θ. του Κ. - και αυτός φυσικά, έχουν αρχίσει και καταθέτουν σε βάρος του μηνύσεις για τις κακουργηματικές πράξεις που διέπραττε. Ότι οι λόγοι που είχε διατάξει την αφαίρεση των πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος του είναι η πρόκληση ζημίας σε βάρος του για αντίποινα, επειδή ζητούσε να εφαρμόζονται οι νόμοι προς όλους και φυσικά και ως προς τον ίδιο και επίσης, η άσκηση εκβίασης και εκφοβισμού για να σταματήσουν οι πολίτες και μέλη του ανωτέρω σωματείου να ζητούν την εφαρμογή των νόμων, τους οποίους νόμους παρέβαινε με τις πράξεις του. Επίσης, ισχυρίστηκε στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας ότι εκτός από τον ίδιο "καταδιώκει" και τα υπόλοιπα μέλη του Σωματείου επιλεκτικά και όχι όλους όσους δεν έχουν πληρώσει τα τέλη κυκλοφορίας που υπάγονται στη Δ.Ο.Υ. Δράμας. Μάλιστα ισχυρίσθηκε ότι ουδείς άλλος πολίτης της Δράμας έχει αναφέρει ότι έλαβε ιδίαν εντολή παραδόσεως των πινακίδων του σχήματός του, επειδή δεν έχει πληρώσει τα τέλη κυκλοφορίας, ότι 1.100.000 πολίτες στην Ελλάδα δεν έχουν πληρώσει τα τέλη κυκλοφορίας του έτους 2017 και ότι ελάμβανε χώρα επιλεκτική εφαρμογή των νόμων εις βάρος των πολιτών μελών του Σωματείου "ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ", Επίσης, ισχυρίστηκε ότι παρά το ότι με την με αρ. 273 ειδοποίηση της Δ.Ο.Υ. Δράμας με ημερομηνία 3.2.2017, που υπέγραφε ο ίδιος ο Διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Δράμας, ανέφερε ότι έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τα τέλη κυκλοφορίας έως 31.3.2017, ζητούσε την αφαίρεση των πινακίδων του αυτοκινήτου του πριν την 31.3.2017. Η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Δράμας Χ. Β. Λ. απέρριψε στις 22.3.2017 την εν λόγω αίτηση, γεγονός που οδήγησε τον κατηγορούμενο (Π. Θ.), ο οποίος υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρος, υποκινούσε και καθοδηγούσε το ανωτέρω μέλος του Σωματείου σε όλες τις ανωτέρω ενέργειες του έναντι των Αρχών, με διάθεση αντίδρασης με κάθε τρόπο και προκειμένου να πετύχει παντοιοτρόπως τον παράνομο σκοπό του να αποτρέψει την αφαίρεση των στοιχείων κυκλοφορίας του οχήματος του Χ. Κ., αλλά και αυτού της Μ. Κ., μέλους επίσης του Σωματείου "Αντίσταση Τώρα", που δεν είχε καταβάλει τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2016, δημιουργώντας προηγούμενο και για την αντιμετώπιση όμοιων καταστάσεων που αφορούσαν άλλα μέλη του ανωτέρω Σωματείου, ισχυροποιώντας, παράλληλα, το Σωματείο που εκπροσωπούσε, προκειμένου να διατηρήσει και να επαυξήσει τη δύναμη αυτού, αλλά και τη δική του μέσω της ενίσχυσης του κύρους του ως προέδρου, με τις ακραίες ενέργειες του, ισχυριζόμενος εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, να καταμηνύσει στην συνέχεια ψευδώς την ανωτέρω Εισαγγελέα ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης, προσάπτοντας σε αυτή ότι συγκαλύπτει την παράνομη δράση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. και μεταξύ άλλων, ότι τελεί και τα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος και της εκβίασης. Οι ανωτέρω πολίτες και μέλη του Σωματείου "Αντίσταση Τώρα", Χ. Κ. και Μ. Κ., στις 31.3.2017, κατέθεσαν τις με αρ. πρωτ. ....2017 και ....2017 πανομοιότυπες απόψεις τους προς τον Διευθυντή της Τροχαίας Δράμας, υπογράφοντας ως μέλη του Σωματείου "Αντίσταση Τώρα". Επικαλέσθηκαν παράβαση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. του νόμου και του Συντάγματος και αιτούνταν τη μη αφαίρεση των πινακίδων και των αδειών κυκλοφορίας των οχημάτων τους. Επί των απόψεών τους ο εγκαλών (Κ. Γ.) Αστυνόμος Β'- αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας, (καταμηνυθείς ομοίως από τον κατηγορούμενο), εξέδωσε τις με αρ. ....2017 και ....2017 Γνώμες, γνωματεύοντας περί του ότι η μειωμένη καταβολή ποσού ενός (1) ευρώ δεν συνιστά λόγο μη έκδοσης της απόφασης αφαίρεσης από το Τμήμα Τροχαίας Δράμας, καθόσον δεν καταβλήθηκε ολόκληρο το ποσό που αντιστοιχούσε στα τέλη κυκλοφορίας, με υπαιτιότητα των ιδιοκτητών των οχημάτων, ότι εφόσον ο νόμος που προέβλεπε την έκδοση απόφασης αφαίρεσης των πινακίδων αναγνώρισης και άδειας κυκλοφορίας λόγω μη καταβολής των τελών κυκλοφορίας δεν είχε κριθεί αντισυνταγματικός από τα ανώτατα Δικαστήρια του κράτους, νομίμως ηδύνατο να εκδοθεί από την Υπηρεσία του η εν λόγω διοικητική πράξη αφαίρεσης και ότι οι αιτιάσεις κατά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. περί παράβασης καθήκοντος, συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και κατάχρηση εξουσίας, υπαγόμενες σε δικαστική διερεύνηση, δεν αναστέλλουν τη διαδικασία έκδοσης διοικητικών πράξεων από την Υπηρεσία του. Οι ανωτέρω γνωματεύσεις του επικυρώθηκαν αυθημερόν από τον Διοικητή του Τμήματος Τροχαίας, ο οποίος εξέδωσε τις με αρ. ....2017 και ....2017 Αποφάσεις του, δυνάμει των οποίων αντιστοίχως αποφασίστηκε η αφαίρεση των πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας των αυτοκινήτων των Χ. Κ. και της Μ. Κ. Οι εν λόγω αποφάσεις επιδόθηκαν στους τελευταίους στις 12.4.2017 από τον αρχιφύλακα Ι. Β. του Χ., ομοίως καταμηνυθέντα από τον κατηγορούμενο. Εν συνεχεία οι ανωτέρω Χ. Κ. και Μ. Κ. κατέθεσαν την από 13.4.2017 εξώδικη απάντηση - δήλωση - ενημέρωση τους αυθημερόν, ενώπιον του Διοικητή του Τμήματος Τροχαίας Δράμας, υπογράφοντας και πάλι ως μέλη του Σωματείου "Αντίσταση Τώρα", βάλλοντας εναντίον του, για τον λόγο ότι απέρριψε τις εξηγήσεις τους δίχως, ως ισχυρίσθηκαν αιτιολογία, απευθύνοντας σε αυτόν την κατηγορία ότι παρέβη το καθήκον του, ότι συμμετείχε σε παράνομη πράξη, ότι έγινε συνεργός του Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας, που είναι κατηγορούμενος για συμμετοχή σε συμμορία και εγκληματική οργάνωση και τον κάλεσαν να απαντήσει αναλυτικά, στις αντιρρήσεις τους. Επί της ανωτέρω εξώδικης απάντησης, επέχουσας θέση προσφυγής, εξεδόθησαν οι με αρ. πρωτ. ....2017 και ....2017 αποφάσεις του Διευθυντή Αστυνομίας Δράμας Γ. Κ., Ταξιάρχου, που απέρριψαν αυτή, ως ουσία αβάσιμη, με τις ειδικότερες αιτιολογίες που αναφέρονται σε αυτές, αναγόμενες κυρίως στο ότι προς ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων του Τμήματος Τροχαίας Δράμας έλαβε χώρα επίκληση λόγων που δεν ήταν ικανοί εξ αντικειμένου να άγουν σε ακύρωση της διοικητικής πράξης, όπως η τέλεση του αδικήματος του άρθρου 232 ΠΚ εκ μέρους του Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας, που είχε αποστείλει στο Τμήμα Τροχαίας Δράμας την Εισήγηση περί αφαίρεσης πινακίδων αναγνώρισης και αδειών κυκλοφορίας των οχημάτων των προσφευγόντων. Κατόπιν των ανωτέρω, οι άνω ιδιοκτήτες των οχημάτων προσήλθαν στο Τμήμα Τροχαίας Δράμας και ο καταμηνυθείς αστυνομικός Ι. Β., αρχιφύλακας, προέβη σε αφαίρεση των πινακίδων αναγνώρισης και των αδειών κυκλοφορίας των οχημάτων των ως άνω πολιτών, σε εκτέλεση της απόφασης του Διοικητή του Τμήματος Τροχαίας Δράμας. Μετά την αφαίρεση των πινακίδων και αδειών κυκλοφορίας των ανωτέρω οχημάτων, ο κατηγορούμενος στις 7.7.2017 απέστειλε προς τον Διευθυντή της Τροχαίας Δράμας (Γ. Κ.) εξώδικη απάντηση - δήλωση - ενημέρωση, ο οποίος με ανοίκειο τρόπο απευθυνόμενος στον βαθμοφόρο αστυνομικό ως ακολούθως "Αξιότιμε Κύριε ... μετά από προσεκτική ανάγνωση της από 29.5.2017 απόφασής σας επί των εξωδίκων δηλώσεων και αντιρρήσεών της Μ. Κ., οφείλουμε να σας συγχαρούμε προσωπικά για τις νομικές γνώσεις που έχετε, αν εσείς ο ίδιος γράψατε προσωπικά την απόφαση αυτήν, έχοντας λάβει πλήρη γνώση όλων των στοιχείων του φακέλου, σε περίπτωση που κάποιος νομικός της υπηρεσίας της τροχαίας έγραψε την νομική τεκμηρίωση, τότε τα συγχαρητήρια ανήκουν και σε αυτόν ... εάν δεν καταλαβαίνετε τι αναφέρουμε σε αυτά, ζητήστε μας να σας τα αναλύσουμε με ακόμα πιο απλά λόγια", ανέφερε ότι έχει εξουσιοδότηση από την Μ. Κ. αλλά και από όλα τα μέλη του σωματείου, να επιλαμβάνεται κάθε υποθέσεώς τους και τον καλούσε - μη νομίμως- να απευθύνεται στο σωματείο για την όποια συνέχεια της υπόθεσης και για την ανωτέρω και για όλα τα μέλη του Σωματείου που τους είχε ειδοποιήσει να καταθέσουν πινακίδες κυκλοφορίας ένεκα σχετικής επιστολής (Εισήγησης), που έχει λάβει από τον Διευθυντή της Δ.Ο.Υ., δεδομένου ότι η κοινοποίηση της ατομικής διοικητικής πράξης λαμβάνει χώρα στο πρόσωπο, στο οποίο αφορά και όχι σε τρίτους (άρθρο 19 παρ.1 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας).

Περαιτέρω, σχολίασε την απόφαση του ανωτέρω Διευθυντή ως αναιτιολόγητη και την εισήγηση του Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας ως παράνομη, διότι κατά τα αναφερόμενα σε αυτή εδράζεται στον ν. 4046/2012 για το δεύτερο μνημόνιο, με τον οποίο θα εγκρίνονταν σχέδια συμβάσεων χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, τα οποία δεν ψηφίστηκαν παρά μόνον προσχέδια. Περαιτέρω γινόταν αναφορά στο ότι αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια δεν είναι καμία οικονομική κρίση και κανένα οικονομικό πρόβλημα, το οποίο δεν είχε και έχει η χώρα μας, αλλά η εφαρμογή της μεγαλύτερης απάτης όλων των εποχών σε παγκόσμιο επίπεδο, που έστησαν κυβερνώντες μαζί με τους τραπεζίτες, με σκοπό να μας φορτώσουν ένα τεράστιο ψεύτικο χρέος, ώστε να μην μπορέσουμε να το πληρώσουμε και με τη δικαιολογία εξοφλήσεως αυτού του παράνομου χρέους, να αρπάξουν οι ανωτέρω, αναφερόμενοι μαζί με τα αφεντικά τους, την κρατική και ιδιωτική μας περιουσία, ότι έδωσαν οι κυβερνήσεις με τη σύμφωνη γνώμη των αντιπολιτεύσεων από το 2009 έως το 2012 συνολικά 233 δις ευρώ ως δάνεια στους τραπεζίτες με τον όρο ότι αν αυτοί δεν επιστρέφουν πίσω αυτά τα δάνεια, τότε οι κυβερνώντες θα βάλουν αυτά τα ποσά στο δημόσιο χρέος, να τα πληρώσουμε αυτός (ο κατηγορούμενος), εσείς (ο καταμηνυθείς αξιωματικός) και όλοι οι Έλληνες πολίτες με φόρους κ.α. παρεμφερείς απόψεις. Περαιτέρω απευθύνει σε αυτόν (στον καταμηνυθέντα Διευθυντή της Τροχαίας Δράμας Γ. Κ.) ερωτήματα για το πού έχουν καταλήξει τα χρήματα που δανείσθηκε η χώρα, αναφέροντας ότι τα πολιτικά πρόσωπα της χώρας έχουν διαπράξει τα κακουργήματα της απάτης και της έσχατης προδοσίας, αλλά λόγω ασυλίας δεν διώκονται, για αν δέχεται να πληρώσει και αυτός ίδιος αυτά, που έχουν αρπάξει και συνεχίζουν να αρπάζουν οι διαχειριστές της εξουσίας και του προτείνει, επειδή δεν έχει εκτελεστεί 100% - ως αναφέρει - με ευθύνη των δικηγόρων του, η απόφαση του ΣτΕ, η οποία έχει κρίνει παράνομη τη μείωση των αποδοχών του, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και επειδή, ως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος στην επιστολή του, η νόμιμη λύση για να πάρει άμεσα (ο Διευθυντής της Τροχαίας Δράμας) και αναδρομικά ό,τι του έχουν αρπάξει μέχρι τώρα είναι η κατάσχεση ακινήτου δημοσίου, π.χ. Μαξίμου, αν οι δικηγόροι του αρνηθούν να το πράξουν εξηγώντας τους λόγους, το Σωματείο, που εκπροσωπεί "ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ", αναλαμβάνει να το πραγματοποιήσει άνευ αμοιβής, διότι αυτός είναι ο σκοπός ύπαρξής του. Η ανωτέρω επιστολή επιδόθηκε στον ανωτέρω Γ, Κ. στις 7.7.2017 και συνετάγη η με αρ. ....2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας Β. Μ. Μετά από λίγες ημέρες και συγκεκριμένα στις 18.7.2017 ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 18.7.2017 μήνυση, με αρ. ΑΒΜ Γ 2017/2226, με την οποία κατεμήνυσε : α) τον Γ. Κ. (Διευθυντή της Τροχαίας Δράμας), β) τον Ι. Π. (Αστυνομικό Υποδιευθυντή), γ) τον εγκαλούντα (Κ. Γ.) , δ) τον Αρχιφύλακα Ι. Β., ε) την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας Χ. Λ. και στ) τον Ε. Τ., Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας. Ειδικότερα κατεμήνυσε αυτούς ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους διέπραξαν τα αδικήματα της συστάσεως συμμορίας και εγκληματικής οργάνωσης (άρθρ. 187 ΠΚ), της πλαστογραφίας (216 ΠΚ), της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (220 ΠΚ), της ψευδούς βεβαίωσης (242 ΠΚ), της εκβίασης (385 ΠΚ), της παράβασης καθήκοντος (259 ΠΚ), της καταπίεσης (244 ΠΚ), της πρόκλησης και προσφοράς για την εκτέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος (186 ΠΚ) και της παρασιώπησης εγκλημάτων (232 ΠΚ). Με την ανωτέρω μήνυση με σκοπό την καταδίωξη των ανωτέρω προσώπων και ειδικότερα δικαστικού λειτουργού (Εισαγγελέως Πλημ/κών Δράμας), βαθμοφόρων αστυνομικών υπαλλήλων (Ταξιάρχου, Αστυνομικού Υποδιευθυντή, Αστυνόμου ΕΓ), του αστυνομικού υπαλλήλου και κρατικού υπαλλήλου Διευθυντή Δ.Ο.Υ. ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε αρχικώς ότι ο διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Δράμας εξέδωσε πλαστό έγγραφο το οποίο διαβιβάστηκε στο Τμήμα Τροχαίας, με το οποίο ζητούσε την αφαίρεση των πινακίδων και των αδειών κυκλοφορίας των οχημάτων ιδιοκτησίας των μελών του Σωματείου "ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ" Μ. Κ. και Χ. Κ. Ότι στις 3.4.2017 επιδόθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Δράμας και στον Ταξίαρχο Γ. Κ. εξώδικη πρόσκληση από το ως άνω Σωματείο, που ο κατηγορούμενος υπέγραψε ως πρόεδρος, όπου τονιζόταν ότι η εντολή αφαίρεσης των πινακίδων εδράζεται σε πλαστό έγγραφο που είχε κατασκευαστεί από τον Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας, το οποίο επέβαλε, μετά την επίδοση σε αυτόν του ανωτέρω εγγράφου να ανακαλέσει την εντολή αφαίρεσης των πινακίδων, το οποίο δεν έπραξε. Ότι η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Δράμας Χ. Λ., έλαβε γνώση της από 22.3.2017 αίτησης του κατηγορουμένου προκειμένου να εκδοθεί Εισαγγελική Παραγγελία περί μη αφαίρεσης πινακίδων κυκλοφορίας διότι η εντολή βασίζεται σε πλαστά στοιχεία και παράνομες ενέργειες του Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας πλην όμως η ανωτέρω εντός τεσσάρων λεπτών, άνευ αιτιολογημένης διατάξεως απέρριψε το αίτημά του. Ότι ο εγκαλών Αστυνόμος Β' Κ. Γ. και ο αρχιφύλακας Ι. Β. συμμετείχαν στην πράξη αφαίρεσης των πινακίδων και προέβησαν μετά των ανωτέρω σε αξιόποινες πράξεις. Ότι οι ανωτέρω εκβίασαν τα μέλη του Σωματείου να πληρώσουν παράνομους φόρους που δεν οφείλονται υπό την απειλή ότι θα τους αφαιρέσουν τις πινακίδες σε αντίθετη περίπτωση. Ότι όλες τις παράνομες πράξεις τους, τις κάνουν μόνο προς τα μέλη του Σωματείου "ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ", εφαρμόζοντας επιλεκτικά τους νόμους. Επικαλέσθηκε ειδικότερα ότι η εντολή για αφαίρεση των πινακίδων και των αδειών κυκλοφορίας των οχημάτων των προαναφερθέντων μελών του Σωματείου, του οποίου τυγχάνει Πρόεδρος, βασιζόταν σε πλαστό - κατασκευασμένο έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Δράμας, διότι το ανωτέρω έγγραφο με βάση το οποίο ο Προϊστάμενος της άνω Δ.Ο.Υ. εισηγήθηκε την αφαίρεση των πινακίδων αναγνώρισης και αδειών κυκλοφορίας ανέφερε "τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2367/1953, ως αντικ. από την παρ. 3 του άρθρου 4 Ν.Δ. 3908/58 , όπως ισχύει με τον ν. 4093/2012", ενώ σύμφωνα με τον κατηγορούμενο το άρθρο 21 του ν. 2367/1953 έχει 3 και όχι 4 παραγράφους, το άρθρο 4 του ν.δ. 3908/58 , έχει 2 και όχι 3 παραγράφους, ενώ ο ν. 4093/2012 στηρίζεται στον ν. 4046/2012 για το δεύτερο μνημόνιο, που είναι αντισυνταγματικός.

Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι η άνω διοικητική πράξη αφαίρεσης των αδειών κυκλοφορίας και πινακίδων αναγνώρισης οχημάτων, λόγω μη καταβολής τελών κυκλοφορίας πραγματοποιήθηκε μόνο σε βάρος των μελών του Σωματείου "ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ", πρόεδρος του οποίου τυγχάνει ο κατηγορούμενος, ενώ ο εγκαλών αστυνομικός Γ. Κ. εν γνώσει του συμμετείχε στις προαναφερθείσες παράνομες πράξεις διαπράττοντας άπαντα τα ανωτέρω ποινικά αδικήματα, παραβιάζοντας το Σύνταγμα, τον όρκο του δημοσίου υπαλλήλου, καθώς εφάρμοσε επιλεκτικά τον νόμο και δεν εκτέλεσε, όπως και οι λοιποί αναφερθέντες τίμια και ευσυνείδητα τα καθήκοντα του. Άπαντα τα ανωτέρω ετύγχαναν εν γνώσει του κατηγορουμένου ψευδή, ο οποίος είχε λάβει γνώση όλων των δημοσίων εγγράφων που αφορούσαν την μη καταβολή των τελών κυκλοφορίας των ανωτέρω δύο ιδιοκτητών Ι.Χ.Ε, αυτ/των, και γνώριζε ότι οι καταμηνυθέντες υπ' αυτού, δηλ. τα προαναφερθέντα έξι (6) πρόσωπα δεν είχαν τελέσει τις παράνομες πράξεις, για τις οποίες τους είχε καταμηνύσει συλλήβδην, αφού ουδέν στοιχείο βάσιμο περί τούτου προσκομίστηκε, πλην όμως κατέθεσε σε βάρος τους μήνυση, με θέληση και σκοπό να κινηθεί σε βάρος τους η ποινική διαδικασία και να προκαλέσει την καταδίωξή τους, για λόγους εκδίκησης, γιατί παρά τις ενέργειες του, τόσο του ίδιου αλλά και μέσω των ενδιαφερομένων μελών του Σωματείου, δεν είχε πετύχει να κάμψει το φρόνημά τους και να τους αποτρέψει από το να εκπληρώσουν το υπηρεσιακό τους καθήκον, ως επεδίωκε, ήτοι να αποτρέψει την αφαίρεση των πινακίδων κυκλοφορίας από τα οχήματα των μελών του Σωματείου, που δεν είχαν προβεί σε πληρωμή των τελών κυκλοφορίας των οχημάτων τους, απαλλάσσοντας αυτά, (μέλη) από τη σχετική οικονομική τους υποχρέωση, έναντι της Πολιτείας,· Συνυπάρχουσα επιδίωξη αυτού ήταν δια του εκφοβισμού, ένεκα της ψευδούς μηνύσεως να επιτύχει με κάθε τρόπο τον ανωτέρω σκοπό του, ανατρέποντας νόμιμες διαδικασίες της Πολιτείας και μέσω των ενεργειών του αυτών και η ενδυνάμωση της θέσης του ως Προέδρου του εν λόγω Σωματείου. Σημειώνεται ότι αναφορικά με τα πρόσωπα των καταμηνυθέντων αστυνομικών υπαλλήλων ήτοι του Γ. Κ. (ταξιάρχου), Ι. Π. (αστυνομικού διευθυντή), Κ. Γ. (εγκαλούντος, Αστυνόμου Β'), και Ι. Β., αρχιφύλακα, η μήνυση απευθυνόταν στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, στη Γενική Περιφερειακή Αστυνομική Διεύθυνση Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και στη Διεύθυνση Αστυνομίας Δράμας. Η Εισαγγελέας Πλημ/κών Ροδόπης δυνάμει της με αρ. ... Διατάξεώς της απέρριψε την ως άνω από 18.7.2017 μήνυση του κατηγορουμένου κατά των καταμηνυθέντων: 1) Εισαγγελέως Πρωτοδικών Δράμας Χ. Λ., 2) Γ. Κ., 3) Ι. Π., 4) Κ. Γ., 5) Ε. Τ. (Διευθυντή Δ.Ο.Υ. Δράμας) και 6) Ι. Β.υ (αρχιφύλακα), λόγω μη ύπαρξης επαρκών ενδείξεων προς άσκηση σε βάρος τους της αιτηθείσας ποινικής δίωξης. Αναληθώς ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι δεν υπάρχει παρ. 4 στο άρθρο 21 του Ν. 2367/1953 , διότι αληθώς υφίσταται καθώς προστέθηκε με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 1326/1983 και προβλέπει: "Σε περίπτωση μη καταβολής των τελών ενός έτους, η Αστυνομική Αρχή μετά από έγγραφο του Δημοσίου Ταμείου αφαιρεί την άδεια και τις πινακίδες κυκλοφορίας του αυτοκινήτου ή της μοτοσυκλέτας και τις παραδίδει στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο. Η άδεια κυκλοφορίας και οι πινακίδες επιστρέφονται στον ιδιοκτήτη μετά την εξόφληση του χρέους", Με την περ. ζ' του άρθρου 1 της Υ.Α. με αρ.1132603/1222/24-28.11.1994 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ Β' 883) διατηρήθηκε και μετά την ισχύ του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν.2168/1993 η ισχύς των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 21 Ν. 2367/1953 (ΦΕΚ 82 Α') , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ,2 του Ν. 1326/1983 (ΦΕΚ 19 Α). Περαιτέρω στο άρθρο 4 παρ. 3 του Ν.Δ, 3908/1958, ορίζεται "η παρ. 2 του άρθρου 21 του Ν. 2367/1953 περί τίτλων κυριότητας, ταξινομήσεως αδειών κυκλοφορίας και φορολογίας αυτοκινήτων, όπως αυτή ετροποποιήθη μεταγενεστέρως αντικαθίσταται ως εξής: "εις περίπτωσιν καθυστερήσεως της καταβολής των τελών εξαμήνου τίνος ή των απαιτητών δόσεων των τελών τούτων κατόπιν εγγράφου του Διευθυντού του αρμόδιου Δημοσίου Ταμείου προς τας αρμόδιας Αστυνομικός Αρχάς αφαιρείται η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος και οι πινακίδες κυκλοφορίας αυτού, αίτινες και παραδίδονται εις τον ιδιοκτήτην του αυτοκινήτου μόνον μετά την εξόφλησιν των οφειλομένων τελών μετά των πρόσθετων λόγω υπερημερίας". Σύμφωνα δε με το άρθρο Πρώτο παρ. Ε 2-7 υποπαράγραφος Ε.7 ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΕΛΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ, ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΟΦΕΙΛΩΝ ΑΠΟ ΤΕΛΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ του Ν. 4091/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" ορίζεται ότι "3. Τα όργανα της Αστυνομικής Αρχής προβαίνουν σε έλεγχο των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας, μέσω εφαρμογών διαλειτουργικότητας με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ.. Στις περιπτώσεις οφειλών τελών κυκλοφορίας αφαιρούνται οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου οχήματος με πράξη της Αστυνομικής Αρχής, από την οποία επιστρέφονται μόνο εάν ο ενδιαφερόμενος προσκομίσει το αποδεικτικό καταβολής των τελών κυκλοφορίας, καθώς και του οφειλομένου, κατά περίπτωση, προστίμου ή αποδεικτικό στοιχείο περί μη οφειλής τελών κυκλοφορίας. Εφόσον τα αφαιρεθέντα στοιχεία κυκλοφορίας δεν έχουν παραληφθεί από τους ενδιαφερόμενους μετά την παρέλευση εξαμήνου, αποστέλλονται από την αστυνομική αρχή στις αρμόδιες Υπηρεσίες της οικείας Περιφέρειας με σχετική ενημέρωση των ενδιαφερομένων. Οι Υπηρεσίες αυτές δεν επιστρέφουν τα στοιχεία κυκλοφορίας, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίσει τα προσδιοριζόμενα στο εδάφιο αποδεικτικά στοιχεία. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη, μπορεί να καθορίζονται το ποσοστό επί του εισπραττομένου, κατά περίπτωση προστίμου, λόγω μη καταβολής τελών κυκλοφορίας, το οποίο αποδίδεται στα Ασφαλιστικά Ταμεία των αστυνομικών, ο τρόπος απόδοσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τον τρόπο αφαίρεσης και επιστροφής των στοιχείων κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων. Επίσης ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.O.Υ., δύναται με έγγραφό του να ζητά να αφαιρούνται με πράξη των Αστυνομικών Αρχών, οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας αυτοκινήτου οχήματος, σε περίπτωση κυκλοφορίας αυτοκινήτου οχήματος για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί τα οφειλόμενα τέλη κυκλοφορίας". Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ο οποίος αναφέρεται στη μήνυσή του και προεβλήθη και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι δεν υπάρχει παρ. 4 στο άρθρο 21 του Ν. 2367/1953 τυγχάνει μη βάσιμος καθώς η ως άνω διάταξη κατά τον χρόνο εφαρμογής της από τους καταμηνυθέντες κρατικούς/αστυνομικούς υπαλλήλους αριθμούσε παρ. 4. Μόνο η αρχική έκδοση του νόμου δεν είχε παρ. 4, πλην όμως είχε την ίδια πρόβλεψη για αφαίρεση κρατικών πινακίδων κυκλοφορίας ήτοι ρύθμιση όμοιου περιεχομένου με την παρ. 4, στην παρ. 2 αυτού που όριζε "2. Εις περίπτωσιν καθυστερήσεως της καταβολής των τελών εξαμήνου τινός ή των απαιτητών δόσεων των τελών τούτων κατόπιν εγγράφου του Οικονομικού Εφόρου προς τας Αρμόδιας Αστυνομικός Αρχάς αφαιρείται η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος και αι πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας, αυτού, αίτινες, και παραδίδονται εις τον ιδιοκτήτην του αυτοκινήτου μόνον μετά την εξόφλησιν των οφειλομένων τελών μετά των προσθέτων λόγω υπερημερίας. Η εν λόγω παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν.δ, 3829/1958 και το περιεχόμενό της είχε ως εξής: "2.Εις περίπτωσιν καθυστερήσεως της καταβολής των τελών εξαμήνου τινός βεβαιουμένης υπό του αρμοδίου δημοσίου Ταμείου, αφαιρείται υπό των Αστυνομικών Αρχών ή άδεια κυκλοφορίας του οχήματος και αι πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας, αυτού, αίτινες και παραδίδονται εις τον αρμόδιον δια την κυκλοφορίαν Οικον. Έφορον, δεν αποδίδονται δ' αύται εις τον ιδιοκτήτην του αυτοκινήτου ει μη μόνον μετά την εξόφλησιν των οφειλομένων τελών και των προσθέτων λόγω υπερημερίας". Εν συνεχεία η παρ. 2 του άρθρου 21 Ν. 2367/1953 τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 του ν.δ. 3908/1958 και απέκτησε το ακόλουθο περιεχόμενο "2. Εις περίπτωσιν καθυστερήσεως της καταβολής των τελών εξαμήνου τινός ή των απαιτητών δόσεων των τελών τούτων κατόπιν εγγράφου του Διευθυντού του αρμοδίου Δημοσίου Ταμείου προς τας αρμόδιας Αστυνομικός Αρχάς αφαιρείται η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος και αι πινακίδες κυκλοφορίας αυτού, αίτινες και παραδίδονται εις τον ιδιοκτήτην του αυτοκινήτου μόνον μετά την εξόφλησιν των οφειλομένων τελών μετά των προσθέτων λόγω υπερημερίας". Εν συνεχεία λόγω συμπερίληψης και άλλων ρυθμίσεων στο περιεχόμενο του άρθρου 21, το τελευταίο τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 62 του Ν.814/1978 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν.1326/1983 και η ανωτέρω ρύθμιση διελήφθη στην παρ. 4 πλέον του Ν. 2367/1953 και έχει ως ακολούθως: "4. Σε περίπτωση μη καταβολής των τελών ενός έτους, η Αστυνομική Αρχή μετά από έγγραφο του Δημοσίου Ταμείου αφαιρεί την άδεια και τις πινακίδες κυκλοφορίας του αυτοκινήτου ή της μοτοσυκλέττας και τις παραδίνει στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο. Η άδεια κυκλοφορίας και οι πινακίδες επιστρέφονται στον ιδιοκτήτη μετά την εξόφληση του χρέους". Ως εκ τούτου ορθώς εφαρμόσθηκε η παρ. 4 του άρθρου 21 Ν. 2167/1953, της οποίας σε κάθε περίπτωση η επίκληση της αρίθμησης δεν έχει νόημα, καθόσον εφαρμόσθηκε το περιεχόμενο ισχύουσας διάταξης του εν λόγω άρθρου και επομένως τυχόν επίκληση άλλου αριθμού θα οφειλόταν σε απλή παραδρομή μη επάγουσα ακυρότητα (που δεν ισχύει εν προκειμένω καθώς ήταν ορθή η επίκληση της παρ. 4). Περαιτέρω η αιτίαση που εμπεριέχεται στην μήνυση του κατηγορουμένου ότι το άρθρο 4 του Ν.Δ. 3908/1958 δεν αριθμεί 3 παραγράφους ομοίως τυγχάνει νόμω αβάσιμη, καθότι στην παρ. 3 του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος ορίζεται ότι "3. Η παρ. 2 του άρθρ. 21 του ν. 2367//1953 "περί τίτλων κυριότητας, ταξινομήσεως αδειών κυκλοφορίας και φορολογίας αυτοκινήτων" (3) ως αύτη ετροποποιήθη μεταγενεστέρως αντικαθίσταται ως εξής: "Εις περίπτωσιν καθυστερήσεως της καταβολής των τελών εξαμήνου τινός ή των απαιτητών δόσεων των τελών τούτων κατόπιν εγγράφου του Διευθυντού του αρμοδίου Δημοσίου Ταμείου προς τας αρμόδιας Αστυνομικός Αρχάς αφαιρείται η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος και αι πινακίδες κυκλοφορίας αυτού, αίτινες και παραδίδονται εις τον ιδιοκτήτην του αυτοκινήτου μόνον μετά την εξόφλησιν των οφειλομένων τελών μετά των προσθέτων λόγω υπερημερίας". Επίσης ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αντισυνταγματικότητας του Ν. 4093/2012, διότι στηρίζεται στον ν. 4046/2012 που αφορά στο δεύτερο μνημόνιο, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η συνταγματικότητα του ν. 4046/2012 έχει κριθεί δυνάμει της με αρ. 2307/2014 αποφάσεως της ΟλΣτΕ.

Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος δεν απέδειξε και ούτε άλλωστε υφίσταται οιαδήποτε ένδειξη ότι οι υπό αυτόν καταμηνυθέντες είχαν συστήσει εγκληματική οργάνωση ή συμμορία, ήτοι είτε ομάδα τριών και άνω ατόμων με δομημένη και διαρκή δράση που επεδίωκε τη διάπραξη κακουργημάτων είτε ενώθηκαν με άλλον με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων ή πλημμελημάτων. Δεν προέκυψαν ενδείξεις ότι οι από αυτόν καταμηνυθέντες διέπραξαν τα αδικήματα που τους καταλόγιζε ο κατηγορούμενος στη μήνυσή του, ήτοι πλαστογραφία, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, ψευδή βεβαίωση, εκβίαση, κατάχρηση εξουσίας, παράβαση · καθήκοντος, καταπίεσης, πρόκληση και. προσφορά για την εκτέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, παρασιώπηση εγκλημάτων. Επίσης, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί επιλεκτικής εφαρμογής του νόμου για την αφαίρεση των πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας αποκλειστικά σε βάρος των μελών του Σωματείου, το οποίο εκπροσωπεί, τυγχάνει αναληθής, δεδομένου ότι ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, ως αποδεικνύεται από το σκεπτικό της με αρ. 2/2020 αποφάσεώς του, προσκομίσθηκε έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας Δράμας με αρ. πρωτ. ....2018, εκ του οποίου αποδεικνύεται ότι η εν λόγω υπηρεσία έχει αφαιρέσει πινακίδες και άδειες κυκλοφορίας λόγω μη καταβολής τελών κυκλοφορίας σε εξήντα εννέα (69) υποθέσεις, εννέα (9) μόλις εκ των οποίων αφορούσαν σε μέλη του Σωματείου "Αντίσταση Τώρα". Ο κατηγορούμενος προβάλλει συγγνωστή νομική πλάνη και, ειδικότερα, ότι βάσει των ως άνω ισχυρισμών του, αναφορικά με νομικές διατάξεις για την καταβολή των τελών κυκλοφορίας, θεωρούσε δικαιολογημένα ότι δεν υπήρχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής αυτών. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί διότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου δεν συντρέχει συγγνωστή νομική πλάνη που αίρει τον καταλογισμό του για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι καλόπιστα θεωρούσε ότι όλοι οι ανωτέρω που εμπλέκονται στη διοικητική διαδικασία της είσπραξης των τελών κυκλοφορίας παρανομούν και δικαιούτο να τους καταμηνύσει, καθώς υπό τις άνω περιστάσεις, ο κατηγορούμενος, όντας οικονομολόγος, είχε τις πνευματικές και επαγγελματικές ικανότητες να αξιολογήσει τα καταγγελλόμενα και να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του. Με την επίμαχη μήνυση ο κατηγορούμενος κατεμήνυσε ψευδώς την Εισαγγελική Λειτουργό και τους Κρατικούς Υπαλλήλους ότι εφαρμόζουν μη υπάρχουσες διατάξεις και ότι η Εισαγγελέας συγκαλύπτει την δήθεν παράνομη συμπεριφορά των εκπροσώπων της Αστυνομίας και της Δ.Ο.Υ. Δράμας, ότι διαπράττουν πλαστογραφία, εκβίαση, παράβαση καθήκοντος. Ο κατηγορούμενος εν γνώσει της αναλήθειας των καταγγελλομένων περιστατικών, κατεμήνυσε ψευδώς τα άνω (6) πρόσωπα, εν γνώσει του ψεύδους των καταγγελλόμενων, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους και συγχρόνως να επιτύχει τον παράνομο σκοπό του Σωματείου, στο οποίο προήδρευε, να αποφύγουν τα μέλη του την πληρωμή την πληρωμή των τελών κυκλοφορίας προς τη Δ.Ο.Υ., να επιβεβαιώσει την εικόνα του προς τα μέλη του Σωματείου του και να προσδώσει αξία στις απόψεις που πρεσβεύει, και υπέρ των οποίων αντιδρά με σκοπό την παράκαμψη των νόμιμων διαδικασιών, τη δημιουργία προσκομμάτων στην ομαλή εξέλιξη της διαδικασίας που ορίζεται σε περίπτωση μη καταβολής των τελών κυκλοφορίας, αλλά και με σκοπό να αποδυναμώσει τον θεσμικό ρόλο και να πλήξει την προσωπική αξία και την επαγγελματική θέση των ανωτέρω προσώπων κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων που προασπίζονται τη λειτουργία του κράτους και την εφαρμογή των νόμων, που ο ίδιος θεωρεί αντισυνταγματικούς και να δημιουργήσει σε αυτά πρόβλημα στην άσκηση των καθηκόντων τους, στην προσωπική τους κατάσταση και την επαγγελματική τους εξέλιξη, κάμπτοντας το φρόνημά τους και υποστέλλοντας τη λειτουργία των υπηρεσιών, στις οποίες υπηρετούν. Η μήνυση την οποία υπέβαλε σε βάρος τους ήταν εν γνώσει του ψευδής, δεδομένου ότι γνώριζε ότι δεν υφίσταται παράνομη πράξη που να έχουν διαπράξει, ότι δεν συνιστούν εγκληματική οργάνωση, δεν εκβιάζουν, και δεν καταπιέζουν, πλην όμως τους κατεμήνυσε, για να διωχθούν και για να προκαλέσει δυσλειτουργία στην Υπηρεσία που ανήκαν και στους ίδιους προσωπικά, ώστε να καταστήσει εφαρμοστέα τη μη ερειδόμενη στον νόμο βούλησή του για επίτευξη του σκοπού μη καταβολής των τελών κυκλοφορίας των οχημάτων των μελών του Σωματείου. Τέλεσε, δε, με τον τρόπο αυτό το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή σε βάρος των προαναφερομένων έξι (6) προσώπων, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρ. 229 παρ. 1 ισχύσαντος ΠΚ πριν την 1.7.2019), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, επειδή είναι επιεικέστερη σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, αφού πληρούνται εν προκειμένω τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εν λόγω αδικήματος (.....). Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω αξιόποινης πράξης, που του αποδίδεται. Ειδικά για τον εγκαλούντα Αστυνομικό και το κατ' έγκληση αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης στοιχειοθετείται ως τελεσθέν από τον κατηγορούμενο σε βάρος του, καθότι ο κατηγορούμενος με τη δημόσια προβολή των όσων εξέθετε στην μήνυσή του, επεδίωξε, εν γνώσει του ψεύδους αυτών και του ότι τα διαδιδόμενα ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του ανωτέρω, να αμφισβητήσει την ηθική, κοινωνική και επαγγελματική του αξία. Ειδικότερα με διαδικτυακές αναρτήσεις του σε ιστότοπους, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων επισκεπτών των ιστότοπων αυτών, αναληθώς και εν γνώσει του ψεύδους ότι ο εγκαλών είχε τελέσει παράνομες πράξεις, ποινικά αδικήματα, ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης , ότι δρούσε κατά παράβαση των καθηκόντων του και μεταξύ άλλων ότι εκβίαζε για να εισπράξει τα πρόστιμα, υιοθετώντας αδιαφανείς μεθόδους και διαδικασίες. Συγκεκριμένα, το κείμενο της άνω μήνυσής του, που περιείχε τους προαναφερόμενους ψευδείς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς για το πρόσωπο του εγκαλούντος, ο κατηγορούμενος το ανήρτησε και δημοσίευσε στο διαδίκτυο σε άρθρο στις 22.7.2017 και ώρα 15.56 και ειδικότερα στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook και στην ιστοσελίδα του ανωτέρω Σωματείου στο διαδίκτυο, συνοδεύοντάς το με την εικόνα της Δικαιοσύνης, η οποία είναι τυφλή και κρατάει σπαθί στο ένα χέρι και στο άλλο μια ζυγαριά, ενώ ανήρτησε με την κεφαλίδα "Η Εξουσία στη Δράμα ή το δράμα της Εξουσίας", το εξής κείμενο: "Έγκλημα και τιμωρία. Δίνεις σε κάποιους την εξουσία για να εφαρμόσουν τους νόμους, που απέναντι τους είμαστε όλοι ίσοι και κάνουν την υπηρεσία τους ιδιωτικό μαγαζάκι εξυπηρετήσεως συμφερόντων. Τώρα ήρθε η ώρα οι ιδιοκτήτες αυτών των "μαγαζιών" να πληρώσουν τα "ΕΝΦΙΑ", "τα ΤΕΒΕ", το "επίδομα αλληλεγγύης" και όλες τις θεόσταλτες εφευρέσεις των αυτεπάγγελτων διαχειριστών της εξουσίας. Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΗΓΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΟ Υ.Γ. Με την σειρά όλοι θα πάρετε" και εν συνεχεία με την αναγραφή "ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ" με κεφαλαία γράμματα ανήρτησε ολόκληρο το περιεχόμενο της μηνύσεώς του, στην οποία αναφερόταν ονομαστικά ο εγκαλών, ως ένας εκ των καταμηνυθέντων. Η ανωτέρω ανάρτηση στην προσωπική του σελίδα στο Facebook ήταν δημόσια και έλαβαν γνώση αυτής άμεσα όλα τα άτομα που ήταν καταχωρημένοι ως φίλοι του κατηγορούμενου, αλλά και πολλοί περισσότεροι, όταν πληροφορήθηκαν την ύπαρξη αυτής, καθόσον επισκέφθηκαν τη σελίδα του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε επιλέξει την ελεύθερη και απεριόριστη πρόσβαση σε αυτήν, από οιονδήποτε χρήση του διαδικτύου, ενώ την ίδια ακριβώς ανάρτηση έκανε και στην ηλεκτρονική σελίδα του ανωτέρω σωματείου, στην οποία είχε πρόσβαση απεριόριστος αριθμός προσώπων. Με την εν λόγω ανάρτηση ο κατηγορούμενος προκάλεσε πλήθος προσβλητικών σχολίων από επισκέπτες - αναγνώστες που έλαβαν γνώση του περιεχομένου της μηνύσεώς, όπως "Π. σκίσε τα πουλημένα τομάρια" από χρήστη με το όνομα "Μ. Μ.", "Π. είμαστε μαζί σου μέχρι την Νίκη, πρέπει όλοι να ενωθούμε και να δουλεύουμε συλλογικά. Συνεχίστε !!!" από χρήση με το όνομα "G. K.". Η ως άνω ανάρτηση της μήνυσης στο διαδίκτυο εκ μέρους του κατηγορουμένου, τελεσθείσα στην Αθήνα και στη Δράμα, έθιξε την προσωπικότητα και μείωσε την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος αστυνομικού, εκδηλώνοντας καταφρόνηση προς το πρόσωπό του και την επαγγελματική του ιδιότητα, ως αξιωματικού της Ελληνικής Αστυνομίας, και έπληξε το επαγγελματικό του κύρος καθόσον εμφάνιζε αυτόν ως επίορκο αστυνομικό, μέλος εγκληματικής οργάνωσης που διαπράττει σωρεία αδικημάτων, πλαστογραφία, εκβίαση, παράβαση καθήκοντος, πλήττοντας την εντιμότητά του και το κύρος του ως βαθμοφόρου Αστυνομικού, ενώ αυτός στην πραγματικότητα είχε ενεργήσει στα πλαίσια άσκησης των νόμιμων καθηκόντων του, είχε τηρήσει την κείμενη νομοθεσία και είχε ακολουθήσει τις νόμιμες εντολές του Προϊσταμένου του Διοικητή Τροχαίας Δράμας (Ι. Π.), πράττοντας τα νομίμως προβλεπόμενα έναντι των πολιτών που δεν είχαν συμμορφωθεί προς την οικονομική τους υποχρέωση έναντι της Πολιτείας για καταβολή των τελών κυκλοφορίας των οχημάτων ιδιοκτησίας τους κατά το έτος 2016. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα διαδιδόμενα ως άνω είναι ψευδή και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος. Με την άνω ανάρτηση στο διαδίκτυο ο κατηγορούμενος τέλεσε σε βάρος του εγκαλούντος το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος απέστειλε στις 22.7.2017 την ως άνω μήνυση προς την ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, αιτούμενος τη θέση του σε διαθεσιμότητα. Επιπλέον στις 26.7.2017 εμφανίστηκε ενώπιον του εγκαλούντος πολίτης ονόματι Α. Κ., φερόμενος ως ιδιοκτήτης του με αρ. κυκλοφ. ... οχήματος, ο οποίος κατέθεσε την με αρ. .../2017 αίτηση για επιστροφή των πινακίδων κυκλοφορίας , προσκομίζοντας και αντίγραφο της ως άνω ψευδούς μηνύσεως του κατηγορουμένου, και τον απείλησε με σχετική έγγραφη προειδοποίηση ότι σε περίπτωση που εντός 24 ωρών δεν του ικανοποιήσει το αίτημά του, (επιστροφή των πινακίδων κυκλοφορίας), θα κινηθεί προσωπικά κατά όλων των εμπλεκομένων, τόσο ποινικά όσο και αστικά, ζητώντας αποζημίωση για τη ζημία που του προξένησαν και συνεχίζουν να του προξενούν. Με αφορμή το περιστατικό αυτό (26.7.2017), ο εγκαλών , έλαβε γνώση για πρώτη φορά της ανωτέρω μηνύσεως και της ανάρτησης της στο διαδίκτυο, από τον Α. Κ., που εμφανίστηκε ενώπιον του. Κατ' ακολουθία των ως άνω αποδειχθέντων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσε σε βάρος του εγκαλούντος, με την άνω ανάρτηση στο διαδίκτυο, κατ' εφαρμογή του παλαιού ΠΚ". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφήμισης και, συγκεκριμένα, του ότι, κατά λέξη: " Α) Στην Αθήνα, στις 18/07/2017, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 18-7-2017 μήνυσή του, διά της οποίας κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς ότι οι Χ. Λ., Ι. Β., Γ. Κ., Ι. Π., Ε. Τ. και ο εγκαλών Κ. Γ., Αστυνόμος Β' τέλεσαν τα αδικήματα της σύστασης συμμορίας και εγκληματικής οργάνωσης, πλαστογραφίας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, ψευδούς βεβαίωσης, εκβίασης, κατάχρησης εξουσίας, παράβασης καθήκοντος, καταπίεσης, πρόκλησης και προσφοράς για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος και παρασιώπησης εγκλημάτων, αναφέροντας επί λέξει στο κείμενο της ως άνω μηνύσεως τα ακόλουθα: "Μηνύω, τους ανωτέρω αναφερομένους, διότι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπέπεσαν εις τα αδικήματα εγκλήματα που τιμωρούνται με βάση τα κάτωθι άρθρα του Ποινικού Κώδικα: α) 187 Π.Κ. της συστάσεως συμμορίας και εγκληματικής οργανώσεως, β) 216 Π.Κ. για πλαστογραφία, γ) 220 Π.Κ., υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, δ) 242 Π.Κ. για ψευδή βεβαίωση, νόθευση κ.λπ., ε) 385 Π.Κ. εκβίαση, ζ) 239 Π.Κ. κατάχρηση εξουσίας, η) 259 Π.Κ. παράβαση καθήκοντος, θ) 244 Π.Κ. καταπίεση, ι) 186 Π.Κ. πρόκληση και προσφορά για την εκτέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, κ) 232 Π.Κ. παρασιώπηση εγκλημάτων, καθώς και της επιλεκτικής εφαρμογής των νόμων εις βάρος συγκεκριμένων πολιτών, παραβιάζοντας κατάφορα το θεμελιώδες άρθρο 4 του Συντάγματος. Συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 2016 ο διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Δράμας κος Τ. Ε. απέστειλε στην Τροχαία Δράμας επιστολή - εγκύκλιο με την οποίαν παρακαλούσε τον Διοικητή της Τροχαίας να αφαιρέσει τις πινακίδες και τις άδειες κυκλοφορίας των οχημάτων του κου Κ. Χ., της κας Κ. Μ. και άλλων μελών του Σωματείου "ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ" του νομού Δράμας επειδή - κατ' αυτόν - δεν κατέβαλαν τα τέλη κυκλοφορίας των οχημάτων τους... Στις 13/6/2017 επιδόθηκε εις την κα Κ. Μ. η από 29/5/2017 απόφαση του Διευθυντή κου Κ. Γ., Ταξιάρχου, επί της "προσφυγής" της κας Κ. Μ. για το θέμα των τελών κυκλοφορίας. Την Παρασκευή το πρωί της 7ης/7/2017, προσήλθε αστυνομικό όργανο εις το κατάστημα της κας Κ. Μ. και του κου Κ. Χ. και ζήτησε να αφαιρέσει τις πινακίδες και τις άδειες κυκλοφορίας από τα οχήματα τους, εφαρμόζοντας την απόφαση εντολή του κου Ταξιάρχου. Λίγο αργότερα επιδόθηκε από δικαστικό επιμελητή εις την Αστυνομική Διεύθυνση Δράμας εις τον Ταξίαρχο κου Κ. Γ. εξώδικη δήλωση, πρόσκληση από το Σωματείο "ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ", την οποία υπέγραψα ως πρόεδρος και του οποίου Σωματείου η κα Κ. και ο κος Κ. είναι ιδρυτικά μέλη, "σχετικό 3". Εις την δήλωση αυτή, ως εξουσιοδοτημένο το Σωματείο απαντά [για λογαριασμό της κας Κ. Μ., αλλά και των υπολοίπων μελών του Σωματείου που τους έχει επιδοθεί η απόφαση του κου Ταξιάρχου], εις το κείμενο της αποφάσεως του κου Ταξιάρχου και του τονίζει ότι η εντολή αφαιρέσεως των πινακίδων που έδωσε την ίδια ημέρα βασίζεται σε ένα πλαστό έγγραφο, κατασκευασμένο από τον διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας και εν γνώση του πλέον εξέδωσε απόφαση με βάση πλαστό - νοθευμένο - κατασκευασμένο έγγραφο. Την γνώση περί της πλαστότητας του εγγράφου την γνώριζε ήδη, γιατί είχε λάβει γνώση όλων των εγγράφων του φακέλου αυτής της υποθέσεως με την απόφαση που εξέδωσε και την κοινοποίησε στα μέλη μας. Ο κος Κ. και η κα Κ. μετέβηκαν στην αστυνομική διεύθυνση Δράμας δια να μιλήσουν με τον κο Ταξίαρχο - αφού πλέον είχε παραλάβει το εξώδικο - ο οποίος όμως απουσίαζε εις το καινούργιο κτίριο. Σε τηλεφωνική μου επικοινωνία με τον κο Γ. Κ. Αστυνόμο δ, του εξήγησα ότι εις το εξώδικο που είχε παραλάβει πριν από λίγο ο κος Ταξίαρχος, αναφέραμε ότι εις την απόφασή του, δεν αναφέρει τίποτα επί των πλαστών στοιχείων που είχε το έγγραφο του διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας και ότι δεν δικαιολογείται να μην έχει λάβει γνώση για αυτά τα στοιχεία, την στιγμή που εις την γραπτή αλληλογραφία με τον Διοικητή της Τροχαίας Δράμας υπήρχε η δήλωσή μας για αυτά τα πλαστά στοιχεία. Συγκεκριμένα εις την από 3/4/2017 δήλωση του κου Κ. προς τον διευθυντή της Τροχαίας Δράμας εις το Β αναφέρεται επί λέξη: "...Β). Μου αναφέρετε ότι έχετε λάβει υπ' όψιν σας την αναφερόμενη στην κλήση σας γ περίπτωση, η οποία έχει ως εξής: "Τις διατάξεις της παρ. 4 άρθρου 21 του Ν.2367/1953, ως αντικ, από την παρ. 3 άρθρου 4 Ν.Δ 3908/58 όπως ισχύει με τον ν. 4093/2012" και την οποίαν σας αναφέρει στο έγγραφο του ο διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Κε Διευθυντά, ο διευθυντής της Δ.Ο.Υ, σας αναφέρει τις ανωτέρω τρεις διατάξεις και με τις δυο (2) από αυτές, μάλλον προσπαθεί να σας οδηγήσει σε πράξη παρανομίας. Και αυτό διότι: α) το άρθρο 21 του Ν. 2367/1953 δεν έχει 4 παραγράφους, αλλά 3 ! β) το άρθρο 4 του Ν.Δ, 3908/58 δεν έχει 3 παραγράφους αλλά 2! και γ) σε ότι αφορά τον ν. 4093/2012 έχω να σας αναφέρω τα κάτωθι: Σας ενημερώνω ότι έχω καταθέσει 16σέλιδη εξώδικη δήλωση πρόσκληση συμμορφώσεως, "σχετικό...", προς τον διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας με την οποίαν τον ενημερώνω, ότι και τα τρία πρώτα μνημόνια που έχουν περάσει από την Βουλή, μέχρι το 2012, δεν έχουν ψηφιστεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζουν το Σύνταγμα και οι νόμοι και επομένως στερούνται Συνταγματικής νομιμότητας. Ο συγκεκριμένος νόμος ν. 4093/2012 που αναφέρει ο διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Δράμας, στηρίζεται στον ν. 4046/2012 για το δεύτερο μνημόνιο, με τον οποίον θα εγκρίνονταν σχέδια συμβάσεων χρηματοδοτικής διευκόλυνσης. Όμως με τον συγκεκριμένο νόμο, δεν ψηφίστηκαν σχέδια συμβάσεων, αλλά προσχέδια δανειακών συμβάσεων άνευ ποσών, με τελίτσες στις θέσεις αυτών. Αυταπόδεικτη η μη νομιμότητα και ως ενημερωμένος πολίτης της χώρας που υπεράνω όλων είναι το Σύνταγμα, αρνούμαι Συνταγματικά και Νομιμότατα να παρανομήσω. Εσείς θα παρανομούσατε: (Τρίτη, τριπλή παράβαση του διευθυντή της Δ.Ο.Υ.)...". Εξάλλου με την από 30/1/2017 κατάθεση δηλώσεως προς τον Διευθυντή της Τροχαίας Δράμας, "σχετικό 4", αυτός γνωρίζει ότι ο διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Δράμας έχει λάβει 16σέλιδο εξώδικο, "σχετικό 5", [όπου εις αυτό εκτός της γνώσεως του ότι τελείται το μεγαλύτερο διαρκές κακούργημα όλων των εποχών παγκοσμίως εις βάρος του Ελληνικού Λαού και εις αυτό οφείλονται όλα τα μέτρα και οι φόροι και για αυτό αρνούμαι νομιμότατα την πληρωμή] και εξ αιτίας των αναφερομένων εις αυτό, ως μεσεγγυούχος κρατώ τα απολειπόμενα χρήματα των τελών κυκλοφορίας μέχρι αποκαταστάσεως της Συνταγματικής νομιμότητας. Επομένως ουδεμία μη καταβολή τελών υπάρχει. Γνωρίζει δε, ο Διοικητής της Τροχαίας Δράμας - και ο κος Ταξίαρχος - ότι ο διευθυντής της Δ.Ο.Υ. του έστειλε τον Δεκέμβριο του 2016 έγγραφο για αφαίρεση πινακίδων την ίδια στιγμή που με έγγραφο του, έδινε προθεσμία στον κο Κουρουπέτρο να πληρώσει τα τέλη μέχρι 31/3/2017!!!.

Εξάλλου μετά και την παραλαβή του εξωδίκου που είχε πράξει πριν από λίγη ώρα, γνώριζε περί της πλαστότητας των στοιχείων και όφειλε να ανακαλέσει την εντολή αφαιρέσεως των πινακίδων. Του τόνισα ότι αυτό είναι το ουσιώδες της όλης υποθέσεως και ότι ο κος Ταξίαρχος μη αναφέροντάς το, "ομολογεί" εν γνώση του ότι εκτελεί παράνομη πράξη, που δεν δικαιολογείται τόσο από την πείρα του, όσο και από την θέση την οποία κατέχει. Αυτό θα έχει ως συνέπεια την άμεση αντίδρασή μας και την προσφυγή εις την δικαιοσύνη, τόσο ποινικώς όσο και αστικώς κατά όλων των εμπλεκομένων. Εις το άκουσμα των ανωτέρω ο κος Γ. απήντησε ότι υπεύθυνος είναι ο κος Ταξίαρχος και να επικοινωνήσουμε μαζί του εις το καινούργιο κτίριο της αστυνομίας, εις το οποίο έχει μεταβεί και ευρίσκεται εκεί. Του απάντησα ότι θα τηλεφωνήσουμε εκεί, αλλά και ότι οφείλει και ο ίδιος να ενημερώσει τον κο Ταξίαρχο για την επικοινωνία μας. Εις το τηλεφώνημα που έκανα εις το καινούργιο κτίριο, η αστυνομικός που απάντησε μου ανέφερε ότι έχει φύγει ο κος Ταξίαρχος και δεν θα γυρίσει πίσω. Μου ζήτησε να τηλεφωνήσω πάλι την επομένη ημέρα, μήπως και είναι εκεί για να μιλήσω μαζί του. Της απάντησα ότι πρέπει σήμερα να μιλήσω μαζί του και της άφησα το κινητό μου τηλέφωνο να του το δώσει, για να μου τηλεφωνήσει εκείνος, αφού εκείνη μπορεί και επικοινωνεί μαζί του. Δεν έλαβα κανένα τηλεφώνημα από τον κο Ταξίαρχο. Την ίδια ημέρα ξεκίνησαν να αφαιρούν τις πινακίδες από τα αυτοκίνητα των μελών του Σωματείου. Το Σάββατο στις 7.35 μμ, εκκάλεσα εις το κινητό τηλέφωνο του, τον Διοικητή της Τροχαίας κο Π., ο οποίος δεν απάντησε και ούτε επικοινώνησε και εκείνος μαζί μου. Ο κος Π. όταν έλαβε την δήλωση μας στις 3/4/2017, όπου αναφέραμε αναλυτικά όλες τις παραβάσεις και τα πλαστά στοιχεία που δημιούργησε και είχε υποπέσει ο διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Δράμας εις βάρος μόνο των μελών του Σωματείου "ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ" - που είχαν δώσει έναντι των τελών κυκλοφορίας - και όχι όλων των υπολοίπων φορολογούμενων πολιτών του νόμου Δράμας που δεν - είχαν - πληρώσει τα τέλη κυκλοφορίας, ως όφειλε έπραξε το αυτονόητο. Έστειλε - όπως μας ενημέρωσε προφορικά τον φάκελο εις την Εισαγγελία Δράμας. Τον φάκελο τον παρέλαβε η Εισαγγελέας κα Λ. Χ., εις την οποίαν επιδώσαμε με πρωτόκολλο στις 22/3/2017 αίτησή μας - μαζί με όλα τα αναφερόμενα εις αυτήν σχετικά - για έκδοση Εισαγγελικής παραγγελίας περί μη αφαιρέσεως των πινακίδων κυκλοφορίας, επειδή η εντολή βασίζεται στα πλαστά στοιχεία και τις παράνομες ενέργειες του διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Δράμας, "σχετικό 6". Εντός τεσσάρων λεπτών, άνευ αιτιολογημένης διατάξεως απέρριψε η κα Εισαγγελεύς την αίτησή μας. Ήμουν και εγώ παρόν εις την κατάθεση της αιτήσεως και την λήψη της απορριπτικής απαντήσεώς της και κατέθεσα αίτηση για αιτιολογημένη απάντηση της απορρίψεως και προσωπική συνάντηση με την ιδίαν. Η γραμματεύς, μας απάντησε ότι θα μας ειδοποιήσει πότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε με την κα Εισαγγελέα, διότι εκείνη την στιγμή ήταν αδύνατο, επειδή έτυχε συμβάν έκτακτο του οποίου έπρεπε να επιληφθεί. Ακόμα και σήμερα περιμένω, (από τις 22/3/2017),να με ενημερώσουν δια την κατ' ιδίαν συνάντηση με την κα Εισαγγελέα. Τόσο ο αστυνόμος. Β κος Γ. Κ., όσο και ο αρχιφύλακας Β. Ι., οι οποίοι εν γνώση τους συμμετείχαν εις τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις, έχουν παραβιάσει τα ανωτέρω αναφερόμενα άρθρα του Ποινικού Κώδικα και έχουν προξενήσει τεράστια ζημία, τόσο σε υλικό επίπεδο, όσο και σε ψυχολογικό, όχι μόνο εις τους πολίτες μέλη του Σωματείου "ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ", αλλά και σε όσους έλαβαν γνώση των συμβάντων και της συμπεριφοράς των ανωτέρω μηνυομένων. Και αυτό διότι, ο κάθε ένας γνωρίζει ότι δια να εισέλθουν να εργαστούν εις το δημόσιο, δεν προσελήφθησαν απλώς όπως ο κάθε υπάλληλος σε οποιαδήποτε επιχείρηση. Πριν ξεκινήσουν την εργασία τους. ΟΡΚΙΣΤΗΚΑΝ. Είπαν επί λέξει: "Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην Πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω τίμια και ευσυνειδήτως τα καθήκοντα μου". Ρωτώ: Α) Με τις ανωτέρω πράξεις τους, εφύλαξαν την πίστη στην πατρίδα μας; Γνωρίζουν ότι η παραχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, η δέσμευση με μνημόνια των επομένων γενεών, η αρπαγή της κρατικής και ιδιωτικής περιουσίας, η καταπάτηση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όλα όσα ζούμε τα τελευταία χρόνια, οφείλονται στην απάτη που έστησαν οι κυβερνώντες και οι τραπεζίτες, ώστε να μας φορτώσουν ένα τεράστιο ψεύτικο χρέος και με την δικαιολογία της εξοφλήσεως αυτού του παρανόμου χρέους να αρπάξουν την κρατική και ιδιωτική περιουσία των Ελλήνων πολιτών. Έδωσαν από το 2009 έως το 2012, οι κυβερνώντες 233 δισ. ευρώ δάνεια στους τραπεζίτες με τον όρο, ότι αν δεν τα επιστρέφουν πίσω αυτοί, τότε οι κυβερνώντες θα τα βάλουν στο δημόσιο χρέος για να τα πληρώσουν οι Έλληνες πολίτες με φόρους. "Πάρε εσύ τα λεφτά και θα τα πληρώσει άλλος. Ο ορισμός της απάτης! Χρειάζεται να έχει τελειώσει κάποιος πανεπιστήμιο για να καταλάβει ότι η επιβολή των μέτρων είναι παράνομη και προϊόν απάτης, επειδή οφείλεται στα χρήματα που πήραν οι τραπεζίτες και ζητείται να τα πληρώσουμε εμείς; Μήπως δεν δύναται να το καταλάβει η Εισαγγελέας η κα Λ. Χ.; Μήπως δεν δύναται να το καταλάβει ο Ταξίαρχος κος Κ. Γ.; Μήπως δεν δύναται να το καταλάβει ο διοικητής της Τροχαίας κος Π. Ι.; Μήπως δεν δύναται να το καταλάβει ο αστυνόμος Β κος Γ. Κ.; Μήπως δεν δύναται να το καταλάβει ο αρχιφύλακας κος Β. Ι.; Μήπως δεν δύναται να το καταλάβει ο διευθυντής της Δ.Ο.Υ. κος Τ. Ε.; Οι γνώσεις που έχουν και οι θέσεις που κατέχουν, είναι τέτοιες, που να μην καταλαβαίνουν την απάτη; Όμως σιωπούν και συμμετέχουν στην εφαρμογή των διαταγών που λαμβάνουν από τα μέλη της συμμορίας των κυβερνώντων, γινόμενοι και αυτοί μέλη αυτής της συμμορίας. Παραβιάζουν επομένως το άρθρο 232 του Ποινικού Κώδικα, την στιγμή που γνωρίζουν ότι το τελούμενο κακούργημα, όχι μόνο απλά υπερβαίνει τις 120,000 ευρώ, αλλά εκτός του ότι είναι απεριόριστο, επειδή συνεχίζεται και τελείται ακόμα και σήμερα, αποτελεί διαρκές κακούργημα. Β). Με τις ανωτέρω πράξεις τους, υπακούουν στο Σύνταγμα και τους νόμους; Με τις πράξεις τους αυτές παραβίασαν και συνεχίζουν να παραβιάζουν το άρθρο 5 παράγραφο 1 του Συντάγματος το οποίο αναφέρει ότι: "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Όταν εξαιτίας αυτής της απάτης φόρτωσαν ένα χρέος στο δημόσιο - δηλαδή εις όλους εμάς, δανειολήπτες ή μη - 233 δισ. ευρώ, το οποίο αυξάνεται κάθε έτος κατά 28 δισ. ευρώ λόγο τόκων και το οποίο επιβαρύνει τους Έλληνες πολίτες, όχι μόνο είναι αυτή η απάτη ο βασικός παράγοντας της μη συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας του καθενός εξ ημών, αλλά εκτός και του ότι αποτελεί τον κύριο παράγοντα για να μην μπορεί να αναπτύξει ο κάθε ένας από εμάς ελεύθερα την προσωπικότητά του, προσβάλει βάναυσα και τα ατομικά του δικαιώματα και τα χρηστά ήθη. Επίσης παραβίασαν και συνεχίζουν να παραβιάζουν όλοι μαζί, το άρθρο 106 παράγραφο 2 του Συντάγματος για την ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία όπου εις αυτό αναφέρεται ότι: "Η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας". Όταν εξ αιτίας αυτής της απάτης φόρτωσαν ένα χρέος στο δημόσιο -δηλαδή εις όλους εμάς τους Έλληνες πολίτες δανειολήπτες ή μη - 233 δισ. ευρώ, το οποίο αυξάνεται κάθε έτος κατά 28 δισ. ευρώ και βλάβη στην εθνική οικονομία προξένησαν και συνεχίζουν να προξενούν και να παραβιάζουν την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κάθε Έλληνα πολίτη. Γ). Με τις ανωτέρω πράξεις τους, εκπληρώνουν τίμια και ευσυνείδητα τα, καθήκοντα τους; Δηλαδή ότι ακριβώς ορίζει το άρθρο 19 του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα. Τιμιότητα και ευσυνειδησία, είναι σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο, η παραβίαση άρθρων του Ποινικού Κώδικα; Με την κατασκευή και χρήση πλαστού εγγράφου, εν πλήρη γνώση τους παραβιάζουν τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα, 216 Π.Κ., για πλαστογραφία, 220 Π.Κ., υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, 242 Π.Κ., για ψευδή βεβαίωση, νόθευση κ.λπ.. Με την απειλή ή πληρώνεις ή σου αφαιρώ τις πινακίδες , παραβιάζουν το άρθρο 385 ΠΚ για εκβίαση και επειδή, υποχρεώνουν να πληρώσουμε παράνομους φόρους που δεν οφείλονται, παραβιάζουν το άρθρο 244 ΠΚ, για καταπίεση. Έχουν επομένως παραβιάσει με τις πράξεις τους αυτές και τα άρθρα: 239 ΠΚ για κατάχρηση εξουσίας, 259 ΠΚ για παράβαση καθήκοντος, και 186 ΠΚ για πρόκληση και προσφορά για την εκτέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος. Και όλες τις παραπάνω παράνομες πράξεις τις κάνουν μόνον προς τα μέλη του Σωματείου "ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ", επομένως έχουμε εκ μέρους τους και επιλεκτική εφαρμογή των νόμων". Πλην όμως όλα τα ως άνω καταγγελλόμενα αδικήματα ήταν εν γνώσει του κατηγορουμένου αναληθή καθόσον οι μηνυόμενοι ουδεμία αξιόποινη πράξη τέλεσαν σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην από 1-10-2018 Διάταξη του Εισαγγελέως Πλημ/κών Ροδόπης κατ' άρθρ..47 ΚΠΔ.- και του ότι Β) 2) στην Αθήνα και στη Δράμα στις 22-7-2018 ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές περιστατικό, το οποίο μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψή του, και συγκεκριμένα ισχυρίστηκε τα ως άνω ψευδή γεγονότα δηλ. τα διαλαμβανόμενα στην από 18.7.2017 μήνυσή του, και δημοσίως αναρτώντας αυτά με άρθρο στο διαδίκτυο, στην ατομική του σελίδα που διατηρεί στο FACEBOOK με στοιχεία "P. T." και με τίτλο "Η εξουσία στη Δράμα ή το δράμα της εξουσίας", γνώση των οποίων έλαβε αόριστος αριθμός ανθρώπων χρηστών του διαδικτύου, ενώ (ο κατηγορούμενος) γνώριζε ότι τα ως άνω ισχυριζόμενα δημοσίως γεγονότα ήταν ψευδή και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος αστυνομικού Κ. Γ.". [2] Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφήμισης (σε βάρος του εγκαλούντος Κ. Γ.), αφού παρατίθενται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το δικαστήριο ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 16, 17, 18, 26 εδα. 1, 27, 51, 53, 79, 94 ΠΚ, 229 παρ. 1 του προϊσχύοντος Π.Κ. 363 του προϊσχύοντος ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται κατ` είδος στο προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική κρίση για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται τι προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, αφού δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά τρόπο συγκεκριμένο, ότι αυτός κατά τον αναφερόμενο τόπο, στην Αθήνα, στις 18-07-2017 τέλεσε : Α. το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση : α) ότι η καταμήνυση έγινε με την υποβληθείσα, στις 18-07-2017, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, μήνυσή του, σε βάρος των Χ. Λ., Ι. Β., Γ. Κ., Ι. Π., Ε. Τ. και Κ. Γ., για τα αδικήματα της σύστασης συμμορίας και εγκληματικής οργάνωσης, πλαστογραφίας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, ψευδούς βεβαίωσης, εκβίασης, κατάχρησης εξουσίας, παράβασης καθήκοντος, καταπίεσης, πρόκλησης και προσφοράς για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος και παρασιώπησης εγκλημάτων, β) ότι η καταμήνυση αναφέρεται στη τέλεση από τους προαναφερθέντες καταμηνυθέντες αξιόποινων πράξεων, γ) ότι η καταμήνυση αφορούσε τους καταμηνυθέντες που μπορούσαν να τιμωρηθούν από το ποινικό δικαστήριο, δ) ότι η καταμήνυση των ανωτέρω καταμηνυθέντων είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και στ) ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλο συνιστάμενο: ι) στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της ανωτέρω μήνυσης είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη των καταμηνυθέντων, και ιι) βούληση του κατηγορούμενου να περιέλθει η αναφορά στην αρχή με σκοπό να κινηθεί η ποινική διαδικασία, ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης, καθώς και ε) ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και όχι κατ' εξακολούθηση, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος καθόσον με την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, που τέλεσε με την επίδικη μήνυση σε βάρος των έξι κατονομασθέντων προσώπων προσβλήθηκε το έννομο αγαθό της ορθής απονομής δικαιοσύνης από την Πολιτεία για τα έξι διαφορετικά καταμηνυθέντα πρόσωπα, και ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, του οποίου οι προϋποθέσεις δεν συνέτρεχαν. και Β. το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του εγκαλούντος Κ. Γ., αστυνόμου Β', διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) ότι ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα και στη Δράμα, στις 22-07-2018, ισχυρίστηκε τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω ψευδή στην από 18-07-2017 μήνυσή του, δημοσίως, αναρτώντας αυτά με άρθρο στο διαδίκτυο, στην ατομική του σελίδα που διατηρεί στο FACEBOOK "P. T." και με τον τίτλο "Η εξουσία στη Δράμα ή το δράμα της εξουσίας", ισχυρίστηκε, ότι ο εγκαλών (Κ. Γ.) τέλεσε τις ανωτέρω άδικες πράξεις, γεγονός που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) ότι το γεγονός τέλεσης των ανωτέρω άδικων πράξεων από τον εγκαλούντα είναι ψευδές και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του κατηγορούμενου ότι το ισχυριζόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του εγκαλούντος θέληση του κατηγορούμενου να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Αναφορικά με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος, προκύπτει δε, με βεβαιότητα, και η ταυτότητα όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων, από τα οποία το εν λόγω δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι απαραίτητο, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας καθενός, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα απ' αυτά κατ' επιλογή. Περαιτέρω, και παρόλο που ο προεκτεθείς ισχυρισμός των συνηγόρων υπεράσπισης του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος περί συνδρομής συγγνωστής νομικής πλάνη είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, το δικαστήριο ουσίας, με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ως προς τη μη ύπαρξη στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της επικαλούμενης (απαραδέκτως, λόγω αοριστίας) συγγνωστής νομικής πλάνης. Ειδικότερα, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, επαρκή και σαφή αιτιολογία "...Ο κατηγορούμενος προβάλλει συγγνωστή νομική πλάνη και, ειδικότερα, ότι βάσει των ως άνω ισχυρισμών του, αναφορικά με νομικές διατάξεις για την καταβολή των τελών κυκλοφορίας, θεωρούσε δικαιολογημένα ότι δεν υπήρχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής αυτών. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί διότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου δεν συντρέχει συγγνωστή νομική πλάνη που αίρει τον καταλογισμό του για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι καλόπιστα θεωρούσε ότι όλοι οι ανωτέρω που εμπλέκονται στη διοικητική διαδικασία της είσπραξης των τελών κυκλοφορίας παρανομούν και δικαιούτο να τους καταμηνύσει, καθώς υπό τις άνω περιστάσεις, ο κατηγορούμενος, όντας οικονομολόγος, είχε τις πνευματικές και επαγγελματικές ικανότητες να αξιολογήσει τα καταγγελλόμενα και να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του....". Επομένως, ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, με τους οποίους ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού ύπαρξης συγγνωστής νομικής πλάνης και κατάφασης της ενοχής του της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και όχι κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ), είναι αβάσιμοι. [3] Με τις διατάξεις του άρθρου 369 παρ. 4 του νΚΠοινΔ, όπως το τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 τροποποιήθηκε και η παρ. 4 διαμορφώθηκε με τα άρθρα 102 και 138 παρ. 1 του Ν. 5090/2024, (ΦΕΚ A' 30/23.02.2024), με έναρξη ισχύος από την 1η.5.2024, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (27-11-2024), ορίζονται τα εξής : "Το δικαστήριο αφαιρεί από την ποινή που επιβλήθηκε τον χρόνο της προσωρινής κράτησης του καταδικασμένου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Αν το δικαστήριο παρέλειψε να τον αφαιρέσει στην καταδικαστική απόφαση, μπορεί να το πράξει και με μεταγενέστερη απόφασή του, με αίτηση του καταδίκου ή του εισαγγελέα. Μπορεί, επίσης, να διορθώσει τα σφάλματα που έγιναν στον υπολογισμό. Όταν το δικαστήριο που επέβαλε την ποινή είναι το μικτό ορκωτό δικαστήριο ή το μικτό ορκωτό εφετείο και η σύνοδος έχει λήξει, αρμόδιο για την αφαίρεση της προσωρινής κράτησης είναι το τριμελές εφετείο. Εναντίον της απόφασης για τον υπολογισμό του χρόνου της προσωρινής κράτησης επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης" και με τις διατάξεις του άρθρου 82 παρ. 1 του ν. ΠΚ που είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο, ορίζονται τα εξής : "Όταν επιβάλλεται στερητική της ελευθερίας ποινή, αφαιρείται ο χρόνος κράτησης μετά τη σύλληψη, ο χρόνος της προσωρινής κράτησης, καθώς και ο χρόνος παραμονής σε θεραπευτικές μονάδες για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας", και από τις διατάξεις του άρθρου 87 παρ. 4 του ΠΚ, η οποία επαναλήφθηκε στις διατάξεις του άρθρου 82 παρ. 3 του νΠΚ, ορίζονται τα εξής: "Η αρμόδια αρχή για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων αφαιρεί από την ποινή τον χρόνο κράτησης που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης έως τότε που αυτή έγινε αμετάκλητη". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι συνιστά λόγο αναίρεσης η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, περί αφαίρεσης χρόνου κράτησης μετά τη σύλληψή του και της προσωρινής κράτησης, ενώ η αρμόδια αρχή για την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης αφαιρεί από την ποινή το χρόνο κράτησης που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης έως τότε που αυτή έγινε αμετάκλητη.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, πλήττει, για υπέρβαση εξουσίας, με την αρνητική της μορφή (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠοινΔ), τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης περί αφαίρεσης του χρόνου κράτησής του, με την οποία αφαίρεσε από την επιβληθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση συνολική ποινή φυλάκισης το χρόνο κράτησης αυτού από 25-07-2023 έως 26-07-2023, ήτοι μίας (1) ημέρας αντί οκτώ (8) ημερών, επικαλούμενος ότι, όπως προκύπτει από το από 02-08-2023 αποφυλακιστήριο του Σωφρονιστικού Καταστήματος Λάρισας, είχε κρατηθεί από 26-07-2023, δυνάμει της με αριθμ. ΘΤ' 1609/25-07-2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ήτοι της πρωτόδικης απόφασης, και αποφυλακίστηκε στις 02-08-2023, δυνάμει της Α' ΤΕΠ 2910/31-07-2023 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η, κατ' άρθρ. 497 παρ. 7 ΚΠοινΔ, αίτησή του περί αναστολής εκτέλεσης ποινής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι στο χρόνο κράτησης που αφαιρείται από την επιβληθείσα συνολική ποινή δεν περιλαμβάνεται και ο χρόνος φυλάκισής του δυνάμει της πρωτοβάθμιας ποινικής απόφασης ο οποίος, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αφαιρείται από την αρμόδια αρχή για την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και όχι με την προσβαλλόμενη απόφαση η οποία αφαιρεί μόνο το χρόνο κράτησης και της προσωρινής κράτησής του. [4] Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ισχύοντος από 01-07-2019 ΠΚ και πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρ. 18 και 138 του ν. 5090/2024 (με έναρξη ισχύος από 01-05-2024), οι οποίες είναι ευμενέστερες του ισχύοντος μέχρι την 30-06-2019 ΠΚ, ορίζεται ότι "Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση". Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 2 εδ. α του ΠΚ ορίζεται ότι "Αν τα εγκλήματα που συρρέουν τελέστηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής". Από τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει ότι διατηρήθηκε η διάκριση σε (αληθινή) πραγματική συρροή (παρ. 1) που υπάρχει, όταν ο υπαίτιος με περισσότερες (υλικές) πράξεις τελεί ισάριθμα αυτοτελή εγκλήματα για καθένα από τα οποία επιμετράται, κατ' άρθρο 79 ΠΚ, ξεχωριστά (αυτοτελής) ποινή, και τελικά επιβάλλεται μία συνολική εκτιτέα ποινή με τον προβλεπόμενο τρόπο επαύξησης της βαρύτερης από αυτές, ενώ δεν μπορεί η συνολική ποινή να υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη [και ήδη από 01-05-2024 τα εικοσιπέντε (25) έτη], όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ (8) έτη [και ήδη από 01-05-2024 τα δέκα (10) έτη] όταν πρόκειται για φυλάκιση, και σε (αληθινή) κατ' ιδέαν συρροή (παρ. 2), που υπάρχει όταν ο δράστης με μία υλική πράξη τελεί περισσότερα εγκλήματα, για καθένα από τα οποία επιμετράται, κατ' άρθρο 79 ΠΚ, ξεχωριστά (αυτοτελής) ποινή και τελικά επαυξάνεται ελεύθερα η βαρύτερη από αυτές μέχρι το ανώτατο όριο του είδους της ποινής βάσης, εφαρμοζόμενο, όπως αναγράφεται στην εισηγητική έκθεση του ν. 4619/2019, το ανώτατο όριο της προσαύξησης το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το αναγραφόμενο στην πρώτη παράγραφο, δηλ. το 1/2 της κάθε συντρέχουσας ποινής, και δεν μπορεί η συνολική ποινή να υπερβαίνει το ανώτατο όριο του είδους της ποινής βάσης, που ήταν δεκαπέντε (15) έτη αν η ποινή βάσης είναι κάθειρξη (κατά τον κρίσιμο χρόνο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 52 ΠΚ) και πέντε (5) έτη αν η ποινή βάσης είναι φυλάκιση (ΑΠ 1074/2022). [4α] Ως ποινή βάσης λαμβάνεται η βαρύτερη από τις μερικότερες ποινές που επιβλήθηκαν για καθένα ξεχωριστά από τα συρρέοντα εγκλήματα, και αν όλες ανήκουν στο ίδιο είδος και έχουν ίση διάρκεια, ως ποινή βάσης τίθεται μία οποιαδήποτε απ' αυτές. Ο χαρακτηρισμός της συρροής ως πραγματικής ή κατ' ιδέα έχει νομική σημασία σχετικά με τον υπολογισμό της συνολικής ποινής, την οποία ο Ποινικός Κώδικας υιοθετεί στις διατάξεις των άρθρων 94- 97 ΠΚ. H συρροή, τόσο η πραγματική όσο και η κατ` ιδέαν, διακρίνεται σε αληθινή και φαινομενική, διάκριση που δεν προβλέπεται ρητά από το νόμο, αλλά προκύπτει από την ίδια την αρχή του δικαίου, αφού αληθινή συρροή μπορεί να υπάρχει, τόσο στην περίπτωση πραγματικής όσο και επί κατ` ιδέαν συρροής, όταν η κοινωνική απαξία της πολυδιάστατης συμπεριφοράς του δράστη εκφράζεται μόνο με το σύνολο των εγκλημάτων του και έτσι μπορεί να καλυφθεί μόνο από το συνδυασμό των διατάξεων που το προβλέπουν. Ενώ φαινομενική συρροή ή συρροή νόμων μπορεί να υπάρχει τόσο επί πραγματικής όσο και επί κατ` ιδέαν συρροής, όταν η κοινωνική απαξία της συμπεριφοράς του δράστη εμφανίζεται μεν να είναι πολυδιάστατη, συνιστώντας πολλά εγκλήματα, στην οποίαν όμως καλύπτεται πλήρως ένα από αυτά. (ΑΠ 756/2023, ΑΠ 1140/2023). Τόσο η πραγματική όσο και η αληθινή κατ` ιδέα συρροή μπορεί να προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό (ομοειδής) ή διαφορετικά έννομα αγαθά (ετεροειδής) (ΑΠ 507/2023, ΑΠ 1140/2023). Στην πραγματική συρροή ακολουθείται η αρχή της νομικής σώρευσης και στην κατ' ιδέα συρροή ακολουθείται η αρχή της ελεύθερης (ανάλογης) επίτασης, εφαρμοζόμενων των ανωτέρω επιμετρητικών κανόνων (ΑΠ 756/2023). [4β] Σε περίπτωση συνδρομής πραγματικής και κατ' ιδέαν συρροής εγκλημάτων, με το νομικό πλαίσιο του άρθρου 94 παρ. 1 και παρ. 2α του ν. ΠΚ, πριν την τροποποίησή του με το ν. 18 και 138 του ν. 5090/2024, η συνολική ποινή διαμορφώνεται ως εξής: Το δικαστήριο θα επιβάλλει, κατ' αρχήν, ποινή ξεχωριστά για καθένα από τα συρρέοντα εγκλήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ άσχετα αν αυτά συρρέουν πραγματικά ή κατ' ιδέα μεταξύ τους. Στη συνέχεια, το δικαστήριο θα σχηματίσει αρχικά μία συνολική ποινή για τις πράξεις των εγκλημάτων που συρρέουν κατ' ιδέα, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 2α ΠΚ, με το σύστημα της ελεύθερης επίτασης, και τους ανωτέρω επιμετρητικούς κανόνες, και, στη συνέχεια, θα σχηματίσει μία νέα τελική συνολική ποινή, σύμφωνα με τους ανωτέρω επιμετρητικούς κανόνες του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ με το σύστημα της νομική σώρευσης, σχηματίζοντας με την ήδη συνολική ποινή για τα κατ' ιδέα συρρέοντα εγκλήματα με τις ποινές που επιβλήθηκαν για τα πραγματικά συρρέοντα εγκλήματα, ήτοι με προσαύξηση της βαρύτερης κατά είδος ποινής και επί ισοβαρών κατά είδος ποινών με την βαρύτερη κατά ύψος, με επαύξηση χωρίς κατώτατο όριο και ανώτερο του 1/2 κάθε συντρέχουσας ποινής, και η συνολική ποινή δεν μπορεί να υπερβεί την ποινή της φυλάκισης των οκτώ (8) ετών.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή των έξι καταμηνυθέντων διαφορετικών προσώπων, με την υποβολή στις 18-07-2017, στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών της από 18-07-2017 μήνυσής του, και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, που τέλεσε στις 22-07-2018, και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για καθεμία από τις έξι (6) πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο έκρινε, κατά πιστή αντιγραφή ως εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για εγκλήματα που τέλεσε με περισσότερες πράξεις και συγκεκριμένα για ψευδή καταμήνυση συρροή, ήτοι τελεσθείσα σε βάρος έξι (6) προσώπων, με ποινή φυλάκισης 2 ετών για έκαστο παθόντα, και για συκοφαντική δυσφήμιση (στο διαδίκτυο, υπό στοιχ. Β) 2) πράξη του κατηγορητηρίου σε βάρος του εγκαλούντος, με ποινή φυλάκισης 2 ετών. Κατά το άρθρο 94 του προϊσχύσαντος και κυρωθέντος με τον ν. 4619/2019 ΠΚ, που προεκτέθηκε, και εφαρμόζει το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 2 ΠΚ, όπως ήδη αναφέρθηκε, η συνολική ποινή σχηματίζεται με ποινή βάσης τη φυλάκιση των δύο ετών που επιβλήθηκε για την συκοφαντική δυσφήμηση [στοιχ. Β) 2], την οποία επαυξάνει κατά ένα (1) έτος από τις λοιπές έξι συντρέχουσες ποινές που επιβλήθηκαν για την ψευδή καταμήνυση κατά συρροή και καθορίζει τη συνολική ποινή φυλάκισης σε [2 έτη + (1έτος +1 έτος 1 έτος, 1 έτος +1 έτος + 1 έτος] οκτώ (8) έτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του κατηγορουμένου συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) ετών, αποτελούμενη από την ποινή φυλακίσεως των δύο (2) ετών, που του επιβλήθηκε για τη μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης κατά του εγκαλούντος, [υπό στοιχ.Β) 2) του κατηγορητηρίου], ως ποινή βάσης, η οποία επαυξάνεται κατά ένα (1) έτος από τις λοιπές έξι συντρέχουσες ποινές που επιβλήθηκαν για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή ( υπό στοιχ. Α πράξη του κατηγορητηρίου). (Σ.Π.Φ. : 2 έτη + 1 έτος + 1 έτος + 1 έτος + 1 έτος + 1 έτος + 1 έτος =8 έτη)". Με αυτά που έκρινε το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε μόνο τις διατάξεις των άρθρων 2, 94 παρ. 1 του νΠΚ, (σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 53, 229 παρ. 1 και 363 του προϊσχύσαντος ΠΚ), διότι στην προκείμενη περίπτωση αν και συνυπάρχει πραγματική και κατ' ιδέα αληθινή συρροή και οι αντίστοιχες μορφές του συστήματος της συνολικής ποινής [ελεύθερη (με την έννοια της ανάλογης) επίτασης και νομική σώρευση], προέβη στον καθορισμό της συνολικής ποινής των οκτώ (8) ετών, με τη μορφή της νομικής σώρευσης, που εφαρμόζεται όταν όλες οι τελεσθείσες από τον δράστη πράξεις συρρέουν πραγματικά, ενώ έδει να προβεί αρχικά σε σχηματισμό συνολικής ποινής για τα εγκλήματα που συρρέουν κατ' ιδέα, ήτοι για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, που τέλεσε στις 18-07-2017, με μία πράξη (την κατάθεση της από 18-07-2017 μήνυσής του) σε βάρος έξι (6) ατόμων, με το σύστημα της ελεύθερης (ανάλογης) επίτασης και τους ανωτέρω επιμετρητικούς κανόνες του άρθρου 94 παρ. 2 α ΠΚ, κατά τους οποίους η συνολική ποινή φυλάκισης για τα συρρέοντα κατ' ιδέα εγκλήματα δεν μπορούσε να υπερβεί το ανώτατο είδος της ποινής βάσης, που είναι φυλάκιση, ήτοι τα πέντε (5) έτη φυλάκιση, και στη συνέχεια να προβεί σε νέα προσμέτρηση της συνολικής ποινής που θα προέκυπτε από τα συρρέοντα κατ' ιδέα εγκλήματα, με την επιβληθείσα για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, που τέλεσε, στις 22-07-2017, με άλλη πράξη, με την οποία οι προαναφερθείσες πράξεις συρρέουν πραγματικά, με το πλαίσιο του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ, ήτοι της νομικής σώρευσης, και, πάντα, με την προϋπόθεση της εφαρμογής της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου (άρθρ. 470 ΚΠοινΔ). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε συνολική ποινή οκτώ (8) ετών, εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 νΠΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 2α, 94 παρ. 1 νΠΚ σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 229 παρ. 1 του και 363 του προϊσχύσαντος ΠΚ, ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, είναι βάσιμος.

VΙ. Kατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτής με το οποίο επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς τη διάταξη αυτής για την επιβολή (καθορισμό) συνολικής ποινής σε βάρος του κατηγορουμένου για τις ανωτέρω πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η από 03-02-2015 αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμ. 5593/2024 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ως προς την επιβληθείσα στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα συνολική ποινή.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ'αρ. πρωτ. 970/25 από 03-02-2025, αίτηση αναίρεσης του Π. Θ. του Κ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή