Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1055 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1055/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Πατταγεωργίου-Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Ι. Χ. του Π., κατοίκου ... και 2. Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελευθερία Ρίζου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4, 87/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2025 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13.03.2025 έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 2012/2025 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, από 13.3.2025, κοινή δήλωση (αίτηση) των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Ι. Χ. του Π. και Γ. Π. του Χ., κατοίκων ... (οδός ... ) και ... (οδός ...), αντίστοιχα, για αναίρεση της 4,87/2025 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτούς (αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους), για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του πρότερου σύννομου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, σε ποινή δεκαπέντε (15) μηνών έκαστο με αναστολή, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 473 παρ. 2, 3 του ίδιου Κώδικα, με επίδοση της αίτησης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13.3.2025, εντός της εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που έγινε στις 25.2.2025. Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3 και 474 παρ. 1 εδ β', 4 του ΚΠΔ), καθόσον περιέχει λόγους, συνιστάμενους α) στην θετική υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Θ' ΚΠΔ), β) στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ) γ) στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης (αρ. 518 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ) και δ)στην απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για την βασιμότητα των λόγων της.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 18 παρ. 2 και 28 παρ. 2 - 4 του Ν. 2948/2001, 34 του Ν. 3016/2002, 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, 3 παρ. 1 του Ν. 3943/2011, 20 του Ν. 4321/2015 και 8 του Ν. 4337/2015, "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων ...". Κατά τη σαφή διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών, ο οποίος υποβάλλεται στον εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη, που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, τη μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή, ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επιμέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός χρέους του πίνακα, για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος κυριαρχικά θεωρεί πλέον, ότι τα μη καταβληθέντα και περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα. Με τη ρύθμιση αυτή, η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού θεμελιώνεται πλέον ποινική ευθύνη στην περίπτωση κατά την οποία το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο, ήδη το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €) ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανωτέρου των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000,00 €), χωρίς, όμως, τη συνδρομή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα τέλεσης στη νομοτυπική μορφή, που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι' αυτό και γίνεται λόγος για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα (ΑΠ 1548/2024, ΑΠ 1502/2024, ΑΠ 1303/2024 1193/2024 1057/2024, ΑΠ 883/2024). Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται: 1) Ότι, αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης (από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη) του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του συνοδεύοντος την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης οικείου πίνακα χρεών ο χρόνος αυτός καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπόλοιπων, εχόντων προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις, χρεών, τα οποία, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος. 2) Ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι: α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β) η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο, κατά τον οποίο έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά το χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από το νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, ο οποίος (δόλος) πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος). Έτσι, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του σχετικού εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: α) Η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, β) το ύψος του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του, δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους και ε) η μη πληρωμή του ενιαιοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετραμήνου από το χρόνο, κατά τον οποίο αυτό έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης.
Εξάλλου, ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή (ως προς το είδος, το ποσό και το υποκείμενό της) και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή από άλλο αρμόδιο όργανο στους τηρούμενους καταλόγους (φορολογικούς κλπ.). Αυτή συνιστά την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη. Ως χρόνος καταβολής του χρέους νοείται, όμως, ο χρόνος της υπό στενή έννοια (ταμειακής) βεβαίωσής του, με την οποία αυτό καταγράφεται στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΕΔΕ, καθιστώντας (κατά κανόνα) ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση και εφικτή την κίνηση της εκτελεστικής διαδικασίας με την αποστολή ατομικής ειδοποίησης στον αναγραφόμενο οφειλέτη για την αναγκαστική είσπραξη της εκτελούμενης χρηματικής αξίωσης από αυτόν και από όσους τυχόν συνευθύνονται με αυτόν για το βεβαιωμένο χρέος. (ΑΠ 905/2024, ΑΠ 899/2024, ΑΠ 883/2024). Μέχρι την άσκηση νόμιμων μέσων και την εξάλειψη του χρέους , το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου.
Εξάλλου, η τυχόν άσκηση προσφυγής κατά της καταλογιστικής του χρέους πράξεως και η συνεπεία αυτής αναστολή της καταβολής αυτού δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του ως άνω εγκλήματος, ούτε βεβαίως οδηγεί στην αθώωση του κατηγορουμένου, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος τρόπος άρσης του αδίκου ή εξάλειψης του αξιοποίνου του εν λόγω εγκλήματος. Άλλωστε, θα ήταν εντελώς άτοπο σε κάθε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά της καταλογιστικής του χρέους πράξεως να οδηγείτο το δικαστήριο σε αθώωση του προσφεύγοντος κατηγορουμένου, αφού έτσι θα ετίθετο εκποδών ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 (ΑΠ 905/2024, ΑΠ 883/2024 ΑΠ 841/2024, ΑΠ 703/2021, ΑΠ 705/2020).
ΙΙΙ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
IV. Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, αν ο ισχυρισμός δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή του. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 2/2022, 196/2025, ΑΠ35/2025, ΑΠ 1478/2024, ΑΠ 1194/2024, ΑΠ 1416/2024 ΑΠ 995/2024), ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ (ΑΠ 196/2025, ΑΠ 35/2025, ΑΠ 1478/2024, ΑΠ 1455/2024, ΑΠ 1416/2024, ΑΠ 1352/2024, ΑΠ 1154/2024). Αντίθετα, ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν άρνηση υποκειμενικού και αντικειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και συνεπώς της κατηγορίας, ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελείς, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά απαντά σε αυτούς με την αιτιολογία επί της ενοχής (ΑΠ 1455/2024, ΑΠ 1387/2024 , ΑΠ 1088/2024, ΑΠ 1043/2023, ΑΠ 837/2023, ΑΠ 447/2023, ΑΠ 142/2023).
V. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 3/2019, ΟλΑΠ 1/2015, ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 306/2025, ΑΠ 242/2025 ΑΠ 184/2024, ΑΠ 148/2024, ΑΠ 492/2020, ΑΠ 779/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 75/2016).
VΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την προσβαλλομένη με αρ. 4,87/2025 απόφαση του, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατ' είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Σε βάρος του 1ου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Ι. Χ. του Π., προσωπικά υπόχρεου, βεβαιώθηκαν από το Δ ' Τελωνείο Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και ΕΦΚ οφειλές, με ημερομηνία βεβαίωσης 21/02/2017, που προέρχονται από την 936/ 2012/τρις/ 10/02/2017 καταλογιστή πράξη της ίδιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του νόμου 2960/ 2001, ήτοι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις και πολλαπλά τέλη, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 2.157. 372,05 ευρώ, που εμφαίνεται στον πίνακα χρεών που τον αφορούν υπό στοιχείο (β). Ομοίως, σε βάρος του 2ου εκκαλούντος - κατηγορουμένου, Γ. Π. του Χ., προσωπικά υπόχρεου, βεβαιώθηκαν από το Δ ' Τελωνείο Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και ΕΦΚ οφειλές, με ημερομηνία βεβαίωσης 21/02/2017, που προέρχονται από την 936/ 2012/τρις/ 10/02/2017 καταλογιστή πράξη της ίδιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του νόμου 2960/2001, ήτοι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις και πολλαπλά τέλη, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό 2.142 936,85 εύρω, που εμφαίνεται στον πίνακα χρεών που τον αφορούν υπό στοιχείο (β). Κατά της 936/ 2012/τρις/ 10/02/2017 καταλογιστικής πράξης οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι άσκησαν εμπρόθεσμα την από 21/03/2017 (αρ. καταχ. Πρ 94/21/3/2017) προσφυγή τους ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Η εμπρόθεσμη αυτή άσκηση της προσφυγής τους, όμως, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, ούτε βεβαίως οδηγεί στην αθώωση του κατηγορουμένου, αφού από καμία διάταξη του νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος τρόπος άρσεως του αδίκου ή εξάλειψης του αξιοποίνου του εν λόγω εγκλήματος. Θα ήταν δε, εντελώς άτοπο σε κάθε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής εναντίον καταλογιστικής του χρέους πράξεως να οδηγούταν το δικαστήριο σε αθώωση του προσφεύγοντος κατηγορουμένου αφού έτσι θα ετίθετο εκποδών ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 25 του νόμου 1882/1990 (....). σύμφωνα δε με τις αντίστοιχες αιτήσεις ποινικής δίωξης του προϊσταμένου του Δ' Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά, η οφειλή των κατηγορουμένων κατέστη ληξιπρόθεσμη, την 01/04/2017, ενώ αποδεικνύεται, ότι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι με πρόθεση παραβίασαν την νόμιμη προθεσμία καταβολής και ειδικότερα ο καθένας τους δεν κατέβαλε το άνω βεβαιωμένο χρέος τους εντός της νόμιμης προθεσμίας των 4 μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής (01/04/2017) , κατά σαφέστερο προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, ενώ οι κατηγορούμενοι εξακολουθούν και σήμερα να οφείλει ο καθένας τους το άνω χρέος. Περαιτέρω, η αμφισβήτηση του χρέους από τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους, ότι δηλαδή αυτό έχει εσφαλμένα βεβαιωθεί, αφού αυτοί δεν συμμετείχαν στο αδίκημα της λαθρεμπορίας, εξ αφορμής του οποίου καταλογίστηκαν τα επίδικα χρέη σε βάρος τους, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος - ο οφειλέτης του δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του κώδικα εισπράξεως δημοσίων εσόδων (ΝΔ 356/ 1974) ανακοπή, για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, ενώ η μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου. Μάλιστα, στην προκειμένη περίπτωση, η παραπάνω προσφυγή των εκκαλούντων - κατηγορουμένων απορρίφθηκε με την Α 842/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς (Ζ' Τριμελές), ενώ εκκρεμεί ενώπιον του ΣτΕ σχετική αίτησης αναίρεσης, η συζήτηση της οποίας έχει προσδιοριστεί για την 12.02.2025, όπως αποδεικνύονται τα αμέσως ανωτέρω με την με αρ. Πρωτ. 303/08.01.2025 ενημέρωση της ΑΑΔΕ. Ως εκ τούτου, το χρέος των κατηγορουμένων προς το Δημόσιο θεωρείται υποστατό και ενεργό και οι σχετικοί αντίθετοι ισχυρισμοί τους πρέπει να απορριφθούν.
Συνεπώς, πρέπει, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ αυτούς αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο". Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε κατά πλειοψηφία ενόχους τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών στο Δημόσιο, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' του Π.Κ. και τους καταδίκασε τον καθένα σε ποινή φυλάκισης δέκα δεκαπέντε (15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στον Πειραιά, την 02/08/2017, ο Ι. Χ. όντας οφειλέτες του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του νόμου 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερα των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 200.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη προς το δημόσιο σε βάρος του, όπως ακριβώς αναφέρονται στον πίνακα χρεών του Δ' Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά (αρ. Ειδ. Βιβλίου ΠΤΠ 936/ 2012/τρις) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 26/01/2018 αρ. Πρώτ. 2008 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου του πιο πάνω τελωνείου ηθελημένα δεν κατέβαλε τον ποσό των 2.157.372,05 ευρώ, μέσα στη νόμιμη προθεσμία και συγκεκριμένα: Στον Πειραιά, την 02/08/2017, ο Γ. Π. , με πρόθεση δεν κατέβαλε τα βεβαιωμένα στη φορολογική διοίκηση χρέη Στο δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το συνολικό δε χρέος, από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ. Συγκεκριμένα κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο με πρόθεση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών δεν κατέβαλε προς το δημόσιο χρέη που είχαν καταλογιστεί από το Δ' Τελωνείο Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά, εις βάρος του προσωπικά, όπως αυτά περιλαμβάνονται στον κάτωθι με αρ. ΠΤΠ 936/ 2012/τρις πίνακα χρεών που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος και συνοδεύει την υπ' αριθμό πρωτ.: 2004/26/ 2018 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου του ανωτέρου τελωνείου, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι τη σύνταξη του πίνακα χρεών ανέρχεται στο ποσό των δύο εκατομμυρίων εκατό σαράντα δύο εννιακοσίων τριάντα έξι και ογδόντα πέντε λεπτών (2.142 936,85) ευρώ και συγκεκριμένα:
VII. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 50, 51, 53 ΠΚ, άρθρο 25 παρ. 1 περ. β', 2 περ. α', 3 ν. 1882/1990, όπως η παρ. 1 είχε τροποποιηθεί με την παρ. 2 άρθρο 18 και παρ. 2-4 άρθρ. 28 Ν. 2984/2001 και συμπληρωθεί με το άρθρο 34 Ν. 3016/2002, με την παρ. 1 άρθρου 34 ν. 3220/2004, το άρθρο 3 παρ. 1 ν.3943/2011 αντικ. με το άρθρο 20 ν. 4321/2015 και τα ποσά των περιπτώσεων α' και β' αναπροσαρμόσθηκαν με την παρ. 2 άρθρο 71 παρ.2 ν. 4174/2014, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 8 ν. 4337/2015, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται, κατά νόμο, αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους και η αναφορά του τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα.
Περαιτέρω προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, 2) το είδος και το ύψος του συνολικού χρέους του πίνακα χρεών και ο τρόπος πληρωμής, 3) ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο χρόνος καταβολής του δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτό ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής του έπρεπε να καταβληθεί από τους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους και δεν είχε καταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, ήτοι ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος, ο οποίος σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης είναι η 2.8.2017, ήτοι τέσσερις (4) μήνες μετά από τότε που, αυτό (χρέος) κατέστη ληξιπρόθεσμο (1.4.2017) ενώ οι κατηγορούμενοι εξακολουθούν και σήμερα να οφείλει ο καθένας τους το άνω χρέος, συνολικού ποσού 2.157.372,05 ευρώ για τον 1ο και 2.142.936,85€ για τον 2ο, όπως ακριβώς αναφέρονται στον πίνακα χρεών του Δ' Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά (αρ. Ειδ. Βιβλίου ΠΤΠ 936/ 2012/τρις) που τους αφορούν, 4) η ιδιότητα υπό την οποία οι κατηγορούμενοι είχαν υποχρέωση καταβολής του χρέους και συγκεκριμένα ότι ήταν οφειλέτες του Δημοσίου, 5) ότι η εμπρόθεσμη άσκηση προσφυγής τους δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του εγκλήματος, ούτε οδηγεί στην αθώωση τους, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος τρόπος άρσεως του αδίκου ή εξάλειψης του αξιοποίνου του εν λόγω εγκλήματος, 6) ότι η αμφισβήτηση του χρέους από τους κατηγορούμενους δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος οφειλέτης του Δημοσίου οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του κώδικα εισπράξεως δημοσίων εσόδων ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και αν αυτό δεν συμβεί το χρέος είναι υποστατό, 7) το δικαστήριο απάντησε με την επί της ενοχής κρίση του επί των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών των κατηγορουμένων. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αναφορικά με την ανωτέρω πράξης σε βαθμό πλημμελήματος, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου τους, αφού αυτός (δόλος) ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του και προκύπτει από τα περιστατικά, που αναφέρονται σ' αυτήν, αφού από το νόμο δεν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τούτου, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ.1 Δ και Ε' ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις με στοιχεία
ΙΙ, ΙΙΙ, IV και V με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι.
VIII. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 και 112 του ΠΚ προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της εκδήλωσης της ενέργειας του υπαιτίου που συνέχεται με το εγκληματικό αποτέλεσμα, αποτελεί πραγματικό περιστατικό και υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο μπορεί, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να καθορίσει χρόνο τέλεσης της πράξης διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο, χωρίς ο ακριβέστερος αυτός καθορισμός να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, εκτός και αν ο προσδιορισμός αυτός ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξης ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιόποινου αυτής. Επομένως , μεταβολή του χρόνου τελέσεως δημιουργεί αναιρετικό λόγο, μόνο όταν αυτή αποκλείει την παραγραφή της αξιόποινης πράξης και δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας η παραδοχή ότι το έγκλημα τελέσθηκε σε χρόνο διάφορο από τον καθοριζόμενο στο κλητήριο θέσπισμα ή στο κατηγορητήριο εφόσον δεν ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξης και την παραγραφή, ο δε ακριβέστερος προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως της πράξης που δικάζεται ανάγεται στην περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 387/2024, ΑΠ 901/2020, ΑΠ 1119/2020, ΑΠ 1976/2018 , ΑΠ 2049/2018, ΑΠ 2035/2017, ΑΠ 187/2017, ΑΠ 70/2017). Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 1436/2024, ΑΠ 1415/2024, ΑΠ 1411/2024 ΑΠ 1255/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, υπό την επίκληση της πλημμέλειας της υπέρβασης εξουσίας προσβάλλουν την παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης της πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, καθόσον αυτό μετέβαλε ανεπιτρέπτως την κατηγορία ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης (η 2.8.2017 αντί της 22.6.2017) αποκλείοντας την παραγραφή της και κατέστησε χείρονα τη θέση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων. Από την επισκόπηση του με αριθμό 115/2018 και του υπ' αρ. 1273/2018 κλητηρίου θεσπίσματος που επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους Ι. Χ. και Γ. Π., αντίστοιχα, καθώς επίσης και του διατακτικού της ΒΤ 582/22.2.2024 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, ως διαδικαστικών εγγράφων, για τις ανάγκες του ελέγχου της βασιμότητας του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ως χρόνος τέλεσης της αποδιδόμενης σε αυτούς ένδικης πράξης του άρθρου 25 του νόμου 1882/1990, αναφέρονταν η 22.6.2017. Στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προσδιορίζεται ως χρόνος τέλεσης της εν λόγω αξιόποινης πράξης η 21-8-2017, ήτοι ο καταληκτικός χρόνος της παροδου τεσσάρων (4) μηνών αφής το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (1-4-2017) οπότε και γεννήθηκε η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων ένεκα της μη καταβολής του. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό, ότι το δικαστήριο της ουσίας προσδιόρισε σαφέστερα και ορθώς το χρόνο ενέργειας της εγκληματικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων. Ο χρόνος της εκδήλωσης της ενέργειας αυτής, που συνέχεται με το εγκληματικό αποτέλεσμα, μπορούσε ως πραγματικό περιστατικό, υποκείμενο στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, να καθορισθεί, με εκτίμηση των αποδείξεων, διαφορετικά από τον αναφερόμενο στον κατηγορητήριο, όπως ήδη αναφέρεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, χωρίς ο ακριβέστερος αυτός καθορισμός να αποτελεί μεταβολή κατηγορίας. Ο ακριβέστερος προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης της πράξης ανάγεται στην περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά καθόσον ο ορθότερος χρονικός προσδιορισμός δεν επηρέασε την παραγραφή της πράξης, αφού στις 29.1.2025 που εκδικάστηκε η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε επέλθει παραγραφή και κατά συνέπεια δεν καθίσταται χειρότερη η θέση του κατηγορουμένου από την ορθότερη διατύπωση του χρόνου τέλεσης της πράξης αλλά ούτε και υπερέβη την εξουσία του το Δικαστήριο εκτιμώντας σαφέστερα το χρόνο τέλεσης της εγκληματικής πράξης.
Συνεπώς, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, όπως διατυπώθηκε παραπάνω, είναι αβάσιμος.
IΧ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 362 και 363 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο, ως αποδεικτικού στοιχείου, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναίρεσης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το έγγραφο αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή το μη αναγνωσθέν, στο ακροατήριο, περιεχόμενο αυτού προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν αυτό αναφέρεται, απλώς, ιστορικά ή διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. (ΑΠ 212/2024, ΑΠ 215/2023, ΑΠ 1408/2022, ΑΠ 1147/2022, ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 192/2020, 819/2019, ΑΠ 473/2017, 951/2015). Με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αναίρεσής τους, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να αχθεί σε καταδικαστική κρίση, έλαβε υπόψη του και την υπ' αρ. Α842/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς (Ζ' Τριμελές) την οποία δεν ανέγνωσε στο ακροατήριο. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, κατά το στάδιο της ανάγνωσης των εγγράφων δεν προέβη στην ανάγνωση της υπ' αρ. Α842/2020 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς (Ζ' Τριμελές), ενώ προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης το οποίο προκύπτει και από άλλα αποδεικτικά μέσα και, πιο συγκεκριμένα, από την ανάγνωση του υπ'αρ. πρωτ. ....2025 εγγράφου - ενημέρωσης της ΑΑΔΕ το οποίο περιλαμβάνεται στη σελίδα 17 της προσβαλλομένης υπό το στοιχείο (β) των αναγνωστέων εγγράφων.
Συνεπώς η συνήγορος των αναιρεσειόντων μπορούσε, αν ήθελε, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το παραπάνω αποδεικτικό μέσο και δεν παραβιάσθηκαν το δικαιώματα υπεράσπισης των κατηγορουμένων αλλά ούτε παραβιάσθηκε η αρχή της προφορικότητας της δαδικασίας καθόσον δεν λήφθηκε υπ' οψην έγγραφο το οποίο δεν αναγνώσθηκε. Μετά ταύτα, και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της ένδικης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο.
X. Κατ' ακολουθίαν και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. και να καταδικασθεί ο καθένας από τους αναιρεσείοντες (ΑΠ 435/2024, ΑΠ 1578/2022, ΑΠ 197/2020), στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του νέου Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.3.2025, κοινή δήλωση (αίτηση) των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Ι. Χ. του Π. και Γ. Π. του Χ., κατοίκων ... (...) και ... (...), αντίστοιχα, για αναίρεση της 4,87/2025 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά που δίκασε σε δεύτερο βαθμό.
Καταδικάζει τον καθένα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ