ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1062/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1062/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1062/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1062 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1062/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιος Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Βιτώρο και Αντύπα Καρίπογλου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1805/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Α. έλαβε αριθμό 4/2025 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη, από 10.2.2025, αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορούμενου Θ. Σ. του Γ. κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 1805/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτόν (αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο), σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, για την αξιόποινη πράξη της γενετήσιας πράξης με ανήλικο έναντι αμοιβής, ολοκληρωμένης και σε απόπειρα, κατά συρροή, έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση της ανωτέρω δήλωσης (αίτησης) στον γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Δικαστηρίου, την 22.1.2025. Είναι παραδεκτή (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3 και 474 παρ. 4 του ΚΠΔ), καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και σε εσφαλμένη εφαρμογή - έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρα 464, 474 παρ. 4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, 510 παρ. 1 Α', Δ' και Ε'ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της .

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, ορίζεται ότι "Όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α ως εξής : α]αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β] αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ] αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα και μέχρι τα δεκαπέντε έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δε την ταυτάριθμη διάταξη του νέου ΠΚ, υπό τον τίτλο "Γενετήσιες πράξεις με ανηλίκους ή ενώπιον τους ", όποιος ενεργεί γενετήσια πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα με το άρθρο 351Α' ως εξής: α]αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη με κάθειρξη, β] αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη με κάθειρξη έως δέκα έτη και γ] αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη σύγκριση των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι η νεότερη είναι επιεικέστερη ως προς την υπό στοιχ. α' προβλεπόμενη πράξη, αφού προβλέπει ποινή κάθειρξης έναντι της προϊσχύσασας που προέβλεπε ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Ως προς τις υπό στοιχ. β και γ περιπτώσεις η ποινή δεν διαφοροποιείται. Ο όρος γενετήσια πράξη που χρησιμοποιείται στα άρθρα του 19ου κεφαλαίου του νέου ΠΚ [αντί του όρου ασελγής πράξη] αναφέρεται στη συνουσία και στις ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις [άρθρο 336 παρ.2 ΠΚ, όπου ορίζεται η έννοια της γενετήσιας πράξης]. Ο όρος αυτός έχει την έννοια που προσδιορίζει η νομολογία και η επιστήμη. Πρόκειται για τη συνουσία και άλλες πράξεις με την ίδια βαρύτητα από πλευράς προσβολής του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας όπως είναι η "παρά φύσιν" συνουσία, ο ετεροαυνανισμός, η πεολειχία και η αιδιολειχία ή η χρήση υποκατάστατων μέσων [βλ.Αιτιολ. Έκθεση στο σχέδιο νόμου "Κύρωση του Ποινικού Κώδικα"]. Στο έγκλημα των γενετήσιων πράξεων με ανηλίκους, ο δράστης πρέπει να γνωρίζει την ανηλικότητα του παθόντα, ότι δηλαδή αυτός δεν συμπλήρωσε τα 15 έτη ή να αδιαφορεί γι' αυτήν. Για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ο δράστης πρέπει να ενεργεί ή να παραπλανά πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε το δέκατο πέμπτο [15°] έτος της ηλικίας του στο να ενεργήσει ή να υποστεί γενετήσιες πράξεις. Το εν λόγω έγκλημα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 ΠΚ, μπορεί να τελεστεί με τρεις τρόπους, τα όρια των οποίων μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλύπτονται. Αρκεί και ένας απ' αυτούς, είναι όμως δυνατό να συντρέχουν περισσότεροι. Ο πρώτος τρόπος τέλεσης αυτού του εγκλήματος συνίσταται στην ενέργεια γενετήσιας πράξης με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών και αυτός ο τρόπος συντρέχει: α]όταν ο δράστης τελεί γενετήσια πράξη επί του σώματος του ανηλίκου, β] όταν ο δράστης οδηγεί τον ανήλικο στο να τελέσει επ' αυτού γενετήσια πράξη και γ]όταν ο δράστης προσφέρεται για να τελέσει επί του σώματός του γενετήσια πράξη ο ανήλικος. Ο δεύτερος και τρίτος τρόπος τέλεσης του εγκλήματος αυτού απαιτεί παραπλάνηση του ανηλίκου. Ως παραπλάνηση πρέπει να θεωρηθεί κάθε επίδραση επι της βουλήσεως του ανηλίκου, χωρίς την οποία αυτός δεν θα ελάμβανε την απόφαση να ενεργήσει την γενετήσια πράξη. Η έννοια συνεπώς της παραπλάνησης είναι ευρύτερη της έννοιας της δημιουργίας πλάνης. Έτσι υπάρχει παραπλάνηση όχι μόνο όταν ο δράστης με απατηλά μέσα, με τα οποία αποκρύπτεται ο γενετήσιος χαρακτήρας της πράξης οδήγησε τον παθόντα στην ενέργεια αυτής, αλλά όταν τούτο επιταχύνεται με πειθώ, υποσχέσεις, δώρα ή άλλες παροχές, αλλά ακόμη και με απειλές ή με εκφοβισμό, ή και με κάθε άλλο μέσο, χωρίς να αποκρύπτεται ο γενετήσιος χαρακτήρας της πράξης. Δεν απαιτείται δηλαδή η πρόκληση πλάνης στον ανήλικο. Για να υπάρχει παραπλάνηση δεν απαιτείται περαιτέρω να υπήρξε κάποια εσωτερική αντίδραση του ανηλίκου έστω και ανεκδήλωτη η οποία να υπερνικήθηκε, αλλά αρκεί ότι ο δράστης προκάλεσε στον ανήλικο την απόφαση να ενεργήσει την γενετήσια πράξη. Παραπλάνηση επομένως υπάρχει και όταν ο ανήλικος εκδήλωσε πρώτος την επιθυμία τέλεσης της πράξης, εφόσον δεν είχε λάβει και τη σχετική απόφαση, η οποία λήφθηκε απ' αυτόν κατόπιν της σύμφωνης στάσης του δράστη, διότι και στην περίπτωση αυτή ο δράστης επέδρασε με τη στάση του αυτή στον σχηματισμό της βούλησης του ανηλίκου. Ο δεύτερος τρόπος τέλεσης του εγκλήματος συνίσταται όταν η παραπλάνηση έχει ως αποτέλεσμα να ενεργήσει ο ανήλικος γενετήσια πράξη είτε στον ίδιο τον εαυτό του είτε σε κάποιον τρίτο, διότι εάν η γενετήσια πράξη τελείται με το δράστη έχουμε τον πρώτο τρόπο τελέσεως. Στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος είναι ο παραπλανών, τότε πρόκειται περί του πρώτου τρόπου τέλεσης του εγκλήματος, αφού ο παραπλανών είναι τελικά αυτός που ενεργεί την γενετήσια πράξη με τον ανήλικο, ο οποίος πρέπει να προβαίνει στην ενέργεια που συνιστά τέτοια πράξη. To έννομο αγαθό που προσβάλλεται με το έγκλημα του άρθρου 339 ΠΚ είναι αυτό της ανηλικότητας, η οποία έχει αναχθεί σε έννομο αγαθό, προστατεύεται δηλαδή η αγνότητα της νεανικής ηλικίας, η οποία είναι αδύναμη να αυτοπροστατευτεί και η ομαλή εξέλιξη της γενετήσιας ζωής του ανηλίκου. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Οι μερικότερες δε πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος μπορούν να τελεστούν με τον ίδιο ή με διαφορετικούς τρόπους [ΑΠ 1046/2019].

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 455/2019). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 5/2021, Ολ. ΑΠ 2/2017, Ολ. ΑΠ 3/2008).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1805/2024 απόφασής του, τα ακόλουθα: "Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και η κατάθεσή της περιέχεται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερομένων εγγράφων που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο (επισκοπήθηκε αναφορικά με τη φωτογραφία), την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, αποδείχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο M. H. του I. και ο M. A. του A., τυγχάνουν πρόσφυγες που γεννήθηκαν στη Συρία την 3.4.2004 και 1.1.2003 αντίστοιχα, και εισήλθαν στην Ελλάδα παράτυπα, ως πολίτες τρίτων χωρών που δεν δικαίωμα εισόδου, περί τον Μάρτιο του 2016 και περί τον Ιούνιο του 2018 αντίστοιχα. Από το καλοκαίρι του έτους 2018 φιλοξενούνταν στον Ξενώνα Ασυνόδευτων ανηλίκων Θεσσαλονίκης, που βρίσκεται στην Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης, επί της οδού ..., στον οποίο εισήλθαν με τα έγγραφα που είχαν κατατεθεί στον τόπο εισόδου τους στην Ελλάδα, Σάμο και Λέρο αντίστοιχα, για την παροχή ασύλου, στα οποία αναγράφονταν η δηλωθείσα ημερομηνία γέννησής τους. Στην αρμόδια δε υπηρεσία δεν δημιουργήθηκε οποιαδήποτε αμφιβολία για την ηλικία τους υπό την έννοια ότι δεν πρόκειται για ανηλίκους, εξ ου και δεν διατάχθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία για τη διαπίστωση της ανηλικότητας, που προβλέπεται στο έγγραφο με αριθμό ..., εκτύπωση από το Εθνικό Μητρώο Διαδικασιών, με τον τίτλο "Διαδικασία Προσδιορισμού Ηλικίας Φιλοξενούμενου Πολίτη Τρίτης Χώρας σε Κέντρα Υποδοχής και ταυτοποίησης λοιπές Δομές", που προσκομίστηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το οποίο βασική προϋπόθεση για να κινηθεί η εν λόγω διαδικασία είναι να υπάρχουν "Ηλικιακές αμφιβολίες για την ανηλικότητα ενός προσώπου που εγείρονται όταν η αρχική εκτίμηση των εμπλεκομένων προσώπων ή αρχών ή φορέων βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τους ισχυρισμούς του πολίτη τρίτης χώρας περί της ανηλικότητάς του". Στην άνω Δομή γνωρίστηκαν με άλλους ασυνόδευτους ανήλικους πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων ήταν και ένας ανήλικος, αιγυπτιακής καταγωγής, ονόματι Α., και έκτοτε έκαναν παρέα μεταξύ τους. Όλοι οι ανήλικοι που φιλοξενούνται στο ανωτέρω Ξενώνα, σιτίζονται εκεί δωρεάν, πλην όμως δεν έχουν κάποιο άλλο εισόδημα και αντιμετωπίζουν μεγάλη οικονομική ανέχεια και γι' αυτό το λόγο ψάχνουν να βρουν κάποια πρόχειρη εργασία, από την οποία να εξασφαλίσουν κάποιο χαρτζιλίκι και, έτσι, το θέμα των χρημάτων αποτελεί συχνά θέμα συζήτησης μεταξύ των ανηλίκων. Περί τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2018 ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ομοφυλόφιλος και καθιστά εμφανή τον σεξουαλικό προσανατολισμό στους οικείους του χώρους, συνάντησε τον Α. σε κάποιο μπαρ, που ο ίδιος προσδιορίζει ως γκέι μπαρ, τον φλέρταρε δείχνοντας του ερωτικό ενδιαφέρον και έτσι γνωρίστηκαν περαιτέρω μεταξύ τους. Η ηλικία του AΖOZ προσδιορίζεται από την εξετασθείσα ενώπιον αμφοτέρων των Δικαστηρίων μάρτυρα Ε. Φ., ψυχολόγο που εργαζόταν και κατά τον επίδικο χρόνο {Δεκέμβριος 2018-Ιανουάριος 2019} στην άνω Δομή και είχε άμεση επαφή με τους ανηλίκους σε 17 έτη, η ίδια, δε, αποκλείει ρητά ότι θα μπορούσε κάποιος να τον θεωρήσει μεγαλύτερης ηλικίας, καταρρίπτοντας τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι ο ίδιος, ο Α. δηλαδή, τον πληροφόρησε ότι είναι ηλικίας 20 ετών, όπως ισχυρίσθηκε απολογούμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή ηλικίας 19 ετών, όπως ισχυρίσθηκε απολογούμενος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αυτός (ο κατηγορούμενος) δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει για την ηλικία του διότι συμβάδιζε με την όλη εμφάνιση και συμπεριφορά του. Θα πρέπει, δε, στο σημείο αυτό να παρατηρηθεί ότι αν πράγματι ο Α. μπορούσε να θεωρηθεί ενήλικος, έστω 19 έως 20 ετών ή σε ηλικία πρωτοετή ή δευτεροετή φοιτητή, όπως επαναλαμβάνει ο κατηγορούμενος απολογούμενος, τότε δεν θα υπήρχε κανένας λόγος, στην πρώτη συνάντησή τους με τον κατηγορούμενο, να γίνει θέμα συζήτησης η ηλικία του. Δεν αποδείχθηκε ότι ακολούθησε ερωτική συνεύρεση μεταξύ του Α. και του κατηγορούμενου, πλην, όμως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος προθυμοποιήθηκε να συστήσει στον κατηγορούμενο άλλα έφηβα αγόρια που διέμεναν μαζί του στον άνω Ξενώνα (Δομή), προκειμένου αυτά να έρθουν σε ερωτική συνεύρεση μαζί του, έναντι καταβαλλομένης από τον κατηγορούμενο αμοιβής, τόσο στο Α. για τις υπηρεσίες διαμεσολάβησης, όσο και στα έφηβα αγόρια για τις ερωτικές υπηρεσίες τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, εντός του μηνός Δεκεμβρίου 2018, σε μία συζήτηση που είχε ο Α. με τον ανήλικο M. A., που είχε συμπληρώσει το 15° έτος της ηλικίας του στις 1-1-2018, αναφορικά με εύρεση εργασίας, ο πρώτος ανέφερε στον δεύτερο, ότι είχε βρει δήθεν εργασία και δη ότι καθάριζε δωμάτια σε ένα καζίνο και λαμβάνει 5 ευρώ την ώρα και ότι οποιοσδήποτε άλλος ενδιαφερόταν μπορούσε να εργαστεί στην ίδια δουλειά, κατά ανώτατο όριο ημερησίως τέσσερις ώρες, και άρα να αποκομίσει συνολικά το ποσό των 20 ευρώ ημερησίως. Ο ανήλικος M. A. έδειξε ενδιαφέρον για την εν λόγω εργασία και ρώτησε να μάθει περισσότερες πληροφορίες και ο Α. του είπε ότι μπορούσε να τον φέρει σε επαφή με τον εργοδότη, αλλά του είπε επίσης ότι ο εργοδότης, θα του αναθέσει μεν να καθαρίσει δωμάτια, αφού όμως προηγουμένως του μάθει να κάνει μασάζ, έναντι καταβαλλόμενης αμοιβής (από τον εργοδότη προς τον ανήλικο). Τα ανωτέρω όπως αποδείχθηκε ήταν ψευδή και δη δεν υπήρχε οποιοσδήποτε εργοδότης και εργασία καθαρισμού σε καζίνο. Τουναντίον, ο Α. γνωρίζοντας τις ομοφυλοφιλικές ερωτικές προτιμήσεις του κατηγορουμένου και την επιθυμία του τελευταίου να συνευρίσκεται με έφηβα αγόρια, είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο να τον φέρνει σε επαφή με ανυποψίαστα αγόρια που γνώριζε από τον ως άνω Ξενώνα, έναντι χρηματικής αμοιβής, ένα μέρος της οποίας θα κρατούσε ο ίδιος ο Α. για την "διαμεσολάβηση" και ένα μέρος της οποίας θα δινόταν ως αμοιβή στον εκάστοτε έφηβο, που θα δεχόταν να έρθει στην οικία του κατηγορουμένου, υπό το πρόσχημα είτε της παροχής υπηρεσιών μασάζ είτε οικιακού καθαρισμού και εν συνεχεία θα συναινούσε να συνευρεθεί ερωτικά μαζί του. Έτσι λοιπόν, ο ανήλικος M. A. του A., ανυποψίαστος για τις προθέσεις τόσο του Α. όσο και του κατηγορουμένου, συμφώνησε να γνωρίσει τον εν λόγω εργοδότη και δύο ημέρες αργότερα, συνοδευόμενος από τον Α., μετέβησαν με το λεωφορείο με αριθμό ... στην περιοχή της ... στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, αφού κατέβηκαν στην στάση "...", ο Α. επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ενημερωμένος για την άφιξή τους και τους ανέμενε. Σε λίγα λεπτά της ώρας εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος και αφού ο Α. του σύστησε τον ανήλικο M. A., εν συνεχεία ο Α. απομακρύνθηκε για λίγα μέτρα μαζί με τον κατηγορούμενο και εκεί, από μικρή απόσταση, ο ανήλικος είδε ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στον Α. αρχικά το ποσό των 10 ευρώ και εν συνεχεία και άλλο απροσδιόριστο ποσό και αμέσως μετά επέστρεφαν και πάλι πλησίον του ανηλίκου. Το γεγονός αυτό δεν παραξένεψε τον ανήλικο M. A., διότι θεώρησε ότι το ποσό αυτό είχε δοθεί από τον κατηγορούμενο στον Α., ως προκαταβολή της δικής του αμοιβής (του ανηλίκου) και ότι ο Α., μετά την παροχή υπηρεσιών από τον ίδιο (ανήλικο) προς τον κατηγορούμενο, θα του το απέδιδε. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο Α. αναχώρησε από το σημείο, λέγοντας του "Ορίστε, σου κανόνισα τη δουλειά. Θα πας πρώτα στο σπίτι του να του κάνεις ένα μασάζ, να δει αν ξέρεις τη δουλειά και εγώ θα σε περιμένων εδώ". Παρά την απορία του ανηλίκου για το λόγο που δεν μεταβαίνουν πρώτα στο χώρο εργασίας στο δήθεν καζίνο και αφού τον καθησύχασε ο Α., ο κατηγορούμενος οδήγησε τον ανήλικο M. A. στο διαμέρισμά του, που βρισκόταv εκεί κοντά, στον 1ο ή 2ο όροφο πολυκατοικίας, απέναντι από το ασανσέρ. Αφού λοιπόν εισήλθαν στο διαμέρισμα και κάπνισαν τσιγάρα, από καπνό που είχε ενσωματώσει ο κατηγορούμενος σε στριφτό τσιγάρο, ακολούθως ο κατηγορούμενος ρώτησε τον ανήλικο αν ξέρει να κάνει μασάζ και αφού αυτός απάντησε αρνητικά, τότε ο κατηγορούμενος του είπε θα του μάθει ο ίδιος. 'Έτσι εισήλθαν αμφότεροι σε ένα δωμάτιο, στο οποίο υπήρχε ας ανοικτός καναπές και εκεί ο κατηγορούμενος έδωσε στον ανήλικο μία κρέμα για ν ην αλείψει στα χέρια του και ο ίδιος έβγαλε την μπλούζα του και έμεινε γυμνός στο πάνω μέρος του σώματός του και ξάπλωσε μπρούμυτα στον καναπέ. Τότε ο ανήλικος ανέβηκε επάνω στον κατηγορούμενο και άρχισε να του τρίβει την πλάτη. Μετά την παρέλευση τριών λεπτών περίπου ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον ανήλικο να κάνει μία μικρή παύση και τότε αυτός σηκώθηκε και έβγαλε όλα τα ρούχα του και το εσώρουχό του και έμεινε τελείως γυμνός και αφού ακολούθως ξάπλωσε και πάλι μπρούμυτα, ζήτησε από τον ανήλικο να συνεχίσει το μασάζ. Τότε ο ανήλικος, ο οποίος δεν ήταν προετοιμασμένος ψυχολογικά για κάτι τέτοιο, φοβήθηκε, του είπε ότι δεν θέλει να συνεχίσει και έδειξε τη σαφή πρόθεσή του να αποχωρήσει από το διαμέρισμα. Τότε ο κατηγορούμενος, βλέποντας τη σαφή άρνηση του ανηλίκου να συνεχίσει και το ότι προχωρούσε προς την έξοδο, σηκώθηκε γρήγορα και ντύθηκε, φωνάζοντας στα αγγλικά τον ανήλικο να περιμένει (με τις αγγλικές λέξεις wait, inish, και εν συνεχεία τον ακολούθησε και του έδειξε τα οπίσθια του, ζητώντας του να δεχθεί νa έρθει σε συνουσία μαζί του αφού ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) θα του έκανε πεολειξία, με αντάλλαγμα να του δώσει χρήματα. Ο ανήλικος όμως αρνήθηκε σθεναρά και του δήλωσε ότι είχε έρθει μόνον για εργασία, οπότε ο κατηγορούμενος δεν επέμενε περισσότερο και προκειμένου να μην εκτεθεί περαιτέρω και για να δώσει μια κατ' επίφαση νομιμότητα στη επαφή του αυτή με τον ανήλικο, φοβούμενος την αντίδραση του ανηλίκου μετά την αποχώρηση από , ο διαμέρισμά του, ζήτησε από τον ανήλικο να τακτοποιήσει για λίγα λεπτά το σπίτι, έναντι αμοιβής ποσού 10 ευρώ. Τότε ο ανήλικος, που είχε άμεση ανάγκη από τα χρήματα, δέχθηκε και αφού πράγματι τακτοποίησε για 10 λεπτά το διαμέρισμα, έλαβε από τον κατηγορούμενο το ποσό των 10 ευρώ. Ακολούθως ο κατηγορούμενος συνόδευσε τον ανήλικο μέχρι τη στάση του λεωφορείου και ο ανήλικος, αφού είδε ότι ο Α. δεν ήταν εκεί για να τον περιμένει όπως είχαν συμφωνήσει, επιβιβάστηκε μόνος του στο λεωφορείο και επέστρεψε στον Ξενώνα φιλοξενίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την ηλικία του ως άνω ανηλίκου, καθώς όπως ο τελευταίος κατέθεσε ερωτηθείς σχετικά κατά την προδικασία (προανάκριση), στη ληφθείσα κατά τους όρους του τότε άρθρου 226Α του προϊσχύσαντος (μέχρι την 30-6-2019) ΚΠΔ και ήδη 227 του ισχύοντος ΚΠΔ και αvαγvωσθείσα στο ακροατήριο, κατά τις διατάξεις της παρ. 5 του τελευταίου αυτού άρθρου, τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο παρόν Δικαστήριο, από 23-1-2019 "έκθεση εξέτασης μάρτυρα χωρίς όρκο και παρουσία διερμηνέα και Ψυχολόγου", στην οποία ανέφερε, με πλήρη και σαφή λόγο, και όλα σα ανωτέρω εκτέθηκαν για τον ρόλο του Α. και τα διαδραματισθέντα κατά τη μία και μοναδική συνάντησή του με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος είχε ενδιαφερθεί και εiχε ρωτήσει αν ο ανήλικος έχει νόμιμα έγγραφα διαμονής στην Ελλάδα, οπότε ο ανήλικος προκειμένου να τον πείσει για τη νομιμότητα της παραμονής του στη Ελλάδα, του έδειξε τα έγγραφα ασύλου που είχε στην κατοχή του, στα οποία αναγραφόταν, ως στοιχεία του αιτούντος άσυλο, και η ακριβής ημερομηνία γέννησής του, από όπου προέκυπτε η ανηλικότητα και η ακριβής ηλικία του ανηλίκου. Καταρρίπτεται, συνεπώς, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι θεωρούσε ότι ο συγκεκριμένος M. A. ήταν ηλικίας τουλάχιστον 19 ετών. Εξάλλου, η μάρτυρας κατηγορίας και δη η αρμόδια ψυχολόγος της Δομής Ε. Φ., η οποία, όπως θα αναφερθεί παρακάτω ήταν αυτή που έλαβε πρώτη γνώση, κατέθεσε ενώπιον αμφοτέρων των Δικαστηρίων, κατέθεσε ότι η ηλικία του M. A. δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να προσδιοριστεί σε πάνω από 16 ετών. Από όλα τα ανωτέρω και σε αρμονία με τις νομικές σκέψεις που παρατίθενται στις θέσεις Α και Β του παρόντος, περί ενοχής, κεφαλαίου της παρούσας, κατά τα οποία συνιστά γενετήσια πράξη συμπεριφορές οι οποίες κατά την κοινή αντίληψη υπαινίσσονται ή καταδεικνύουν σε γενετήσιες πράξεις, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να τελέσει την αξιόποινη πράξη της γενετήσιας πράξης με τον ανήλικο M. A., που είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη, έναντι αμοιβής, την οποία πράξη δεν ολοκλήρωσε όχι εξ ιδίας βουλήσεως, αλλά επειδή ο ανήλικος αρνήθηκε να έλθει σε σεξουαλική επαφή μαζί του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εν συνεχεία, με την ίδια ακριβώς ως άνω τακτική, ο Α. γνώρισε στον κατηγορούμενο και τον ανήλικο M. H., που είχε συμπληρώσει, στις 3-4-2018, το 14° έτος της ηλικίας του, εκμεταλλευόμενος την άσχημη οικονομική κατάσταση του τελευταίου και το γεγονός ότι τρίτος ανήλικος διαμένων στη Δομή, ο A., του ζήτησε να του επιστρέψει χρήματα που στο παρελθόν του είχε δανείσει, συζήτηση στην οποία ήταν παρών και ο Α., που απάντησε αρνητικά στην πρόταση του M. H. να του δανείσει αυτός χρήματα, περιστατικό που έλαβε χώρα την 15.1.2019. Μετά ταύτα ο Α. του ανέφερε ότι αν θέλει να βρει χρήματα, μπορεί να του συστήσει κάποιον, στον οποίο μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες μασάζ, έναντι αμοιβής 5 ευρώ ανά ώρα. Ο ανήλικος M. αρχικά ήταν διστακτικός, οπότε ο Α. για να διασκεδάσει τους δισταγμούς του, του είπε ψευδώς ότι ο άνδρας στον οποίο θα προσέφερε τις υπηρεσίες μασάζ ήταν παντρεμένος και είχε οικογένεια με παιδιά, οπότε δεν θα έπρεπε να φοβάται. Μάλιστα για να τον πείσει, του έδειξε συνομιλίες που είχε στο κινητό του τηλέφωνο με τον κατηγορούμενο, στην αγγλική γλώσσα, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Α. φέρεται να είχε στείλει στον κατηγορούμενο φωτογραφίες δύο ανηλίκων αγοριών που διέμεναν στον εν λόγω Ξενώνα, από τις οποίες ο κατηγορούμενος επέλεγε όποιον επιθυμούσε για να πάει στο διαμέρισμά του και να του προσφέρει υπηρεσίες μασάζ. Τότε ο ανήλικος M. H. πείστηκε και δέχθηκε να φωτογραφηθεί από τον Α., τη δε φωτογραφία του ανηλίκου απέστειλε ο Α. στον κατηγορούμενο, ο οποίος και έδωσε την έγκρισή του στον Α. να τον φέρει σε επαφή μαζί του. Έτσι, μετέβησαν αυθημερόν ο ανήλικος και ο Α. με το λεωφορείο με αριθμό ... στην ίδια περιοχή της ... στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, αφού κατέβηκαν στην στάση "...", τους ανέμενε σε κοντινό πάρκο ο κατηγορούμενος και αφού ο Α. του σύστησε τον ανήλικο M. H., τότε ο κατηγορούμενος έδωσε στον Α. το ποσό των 10 ευρώ και ακολούθως ο κατηγορούμενος με τον ανήλικο κατευθύνθηκαν στο διαμέρισμα του πρώτου, ενώ ο Α. διαβεβαίωσε τον ανήλικο ότι θα τον περιμένει εκεί όταν γυρίσει. Σημειωτέον ότι η οποιαδήποτε συνομιλία ή επικοινωνία μεταξύ του Α., των ανηλίκων και του κατηγορουμένου γινόταν με μετάφραση μέσω αντίστοιχης εφαρμογής που υπήρχε εγκατεστημένη στα κινητά τους τηλέφωνα -εφαρμογή translate του Google-, αφού οι ανήλικοι δεν μιλούσαν ελληνικά και γνώριζαν ελάχιστες αγγλικές λέξεις, ενώ για τη συνεννόηση τους χρησιμοποιούσαν και χειρονομίες, Όταν έφθασαν στο διαμέρισμα, ο ανήλικος διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν σύζυγος και τέκνα του κατηγορουμένου, όπως τον είχε διαβεβαιώσει ο Α. οπότε σε σχετική ερώτησή του προς τον κατηγορούμενο, μέσω της άνω εφαρμογής, ο τελευταίος απάντησε ότι στην Ελλάδα δεν παντρεύονται πριν τα 35 έτη. Έπειτα ο κατηγορούμενος, αφού έδωσε στον ανήλικο ένα λάδι για να το χρησιμοποιήσει για το μασάζ έβγαλε τα ρούχα του μένοντας μόνο με ένα σορτσάκι και ξάπλωσε μπρούμυτα σε ένα στρώμα που είχε τοποθετήσει στο πάτωμα του σαλονιού, ενώ ζήτησε από τον ανήλικο να βγάλει και εκείνος τα ρούχα του και να μείνει με το εσώρουχο, προκειμένου δήθεν να μην λερωθεί από το λάδι κατά την ώρα που θα του έκανε μασάζ. Ο ανήλικος υπάκουσε στις υποδείξεις του κατηγορουμένου και αφού έβγαλε τα ρούχα του και έμεινε μόνο με το εσώρουχο άρχισε να "αλείφει" με λάδι τον κατηγορούμενο και να του κάνει μασάζ. Μετά την παρέλευση μίας ώρας περίπου και ενόσω ο ανήλικος έκανε μασάζ στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος γύρισε ανάσκελα και άρχισε να θωπεύει το πέος του ανηλίκου αρχικά πάνω από το εσώρουχο και ακολούθως μέσα από αυτό. Εν συνεχεία, ο κατηγορούμενος άρχισε να γλύφει το πέος του ανηλίκου, να προβαίνει δηλαδή σε πεολειξία, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τον ερεθισμό του ανηλίκου. Ακολούθως, κατηγορούμενος γύρισε μπρούμυτα προσκαλώντας τον ανήλικο να προβεί σε παρά φύση συνουσία μαζί του, ο ανήλικος ανταποκρίθηκε και έτσι ήλθαν σε παρά φύση συνουσία. Μετά την τέλεση της άνω πράξης ο κατηγορούμενος έδωσε στον ανήλικο 10 ευρώ, ως αμοιβή για την ερωτική συνεύρεση μαζί του και μάλιστα ανέφερε στον ανήλικο ότι θα ήθελε ξανασυναντηθούν, ενώ ακολούθως τον συνόδευσε μέχρι τη στάση του λεωφορείου και ο τελευταίος επέστρεψε στον Ξενώνα, χωρίς να βρει τον Α. να τον αναμένει στο πάρκο όπως του είχε πει. Λίγο μετά την επιστροφή του στον Ξενώνα, ο ανήλικος συνειδητοποιώντας τί ακριβώς του είχε συμβεί, δεδομένου μάλιστα ότι ήταν η πρώτη φορά που ήρθε σε συνουσία με άλλο άτομο, μετάνιωσε για την πράξη του και άρχισε να κλαίει, οπότε, όντας σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, εκμυστηρεύτηκε στον φύλακα του Ξενώνα, που μιλούσε αραβικά, τί είχε συμβεί μεταξύ αυτού και του κατηγορουμένου και άμεσα ενημερώθηκε η αρμόδια ψυχολόγος του Ξενώνα, η μάρτυρας δηλαδή Ε. Φ., η οποία επιλήφθηκε της υπόθεσης και μέσω της ενημέρωσης της Εισαγγελίας Ανηλίκων Θεσσαλονίκης έγιναν γνωστά τα ανωτέρω συμβάντα. Μάλιστα, ο ανήλικος μεταφέρθηκε, όπως κατέθεσε η μάρτυρας, σε νοσοκομείο για εξετάσεις ενόψει ότι κατά την παρά φύση συνουσία δεν είχε χρησιμοποιηθεί προφυλακτικό μέσο. Όλα τα ανωτέρω για τον ρόλο του Α. και τα διαδραματισθέντα κατά τη μία και μοναδική συνάντησή του με τον κατηγορούμενο, περιγράφει ο ανήλικος M. H., με πλήρη και σαφή λόγο, στη ληφθείσα κατά την προδικασία (προανάκριση) κατά τους όρους του τότε άρθρου 226Α του προϊσχύσαντος (μέχρι την 30-6-2019 ΚΠΔ και ήδη 227 του ισχύοντος ΚΠΔ και αναγνωσθείσα, κατά τις διατάξεις της παρ. 5, του τελευταίου αυτού άρθρου, στο ακροατήριο τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του παρόντος Δικαστηρίου, από 23-1-2019 "έκθεση εξέτασης μάρτυρα χωρίς όρκο και παρουσία διερμηνέα και ψυχολόγου". Αναφορικά με την ηλικία του ανηλίκου M. H., αποδείχθηκε ότι αυτή ήταν γνωστή στον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι κατά τη σαφή κατάθεση της παραπάνω μάρτυρας - ψυχολόγου, ενώπιον αμφοτέρων των Δικαστηρίων ο εν λόγω ανήλικος ήταν εμφανώς μικρόσωμος, ήταν ακόμη αμούστακος και τα χαρακτηριστικά του σώματος και του προσώπου του πρόδιδαν την ηλικία του, την οποία ουδείς μπορούσε να θεωρήσει ότι υπερέβαινε τα 14 έτη. Το γεγονός αυτό προκύπτει με τον πλέον εύγλωττο τρόπο από την επισκόπηση της φωτογραφία του ανηλίκου M. H., που παρέδωσε η άνω μάρτυρας κατά την κατάθεσή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και επισκοπήθηκε νομίμως, καταχωρισθείσα στα αναγνωστέα έγγραφα μετά την πρόταση της Εισαγγελέα και χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση, η οποία απεικονίζει τον ανήλικο 3-4 μήνες μετά τον άνω χρόνο της 15-1-2019, όταν η ίδια έβγαλε αυτήν την φωτογραφία ενόψει της κατά τον χρόνο εκείνο αναχώρησης του ανηλίκου από την Ελλάδα για επανένωση με μέλος της οικογένειάς του στη Γερμανία. Σ' αυτήν απεικονίζεται πράγματι ένα αμούστακο παιδί, με παιδικά, προεφηβικά χαρακτηριστικά, το οποίο κατά την κοινή αντίληψη ου μέσου ανθρώπου, δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί πάνω από 14 ετών, πολύ, δε περισσότερο να θεωρηθεί ενήλικος. Μάλιστα, το γεγονός ότι αυτή η φωτογραφία απεικονίζει τον συγκεκριμένο ανήλικο κατά τον άνω χρόνο, παραδέχεται εν τέλει και ο κατηγορούμενος, ο οποίος απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου υποστήριξε ότι θεώρησε ότι η ηλικία του συγκεκριμένου ήταν 19 ετών, ενώ απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου υποστήριξε ότι ο ίδιος θεώρησε ότι το συγκεκριμένο άτομο ήταν 19 ή 20 ή 21 ετών. Η ίδια, δε, μάρτυρας ρητά καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στον ανήλικο M. H. το ποσό των 10 ευρώ, κατά την άνω συνάντησή τους, αποδεικvυομέvου έτσι και του στοιχείου του ανταλλάγματος που απαιτεί το άρθρο 351Α του νέου ΠΚ, εφαρμοζόμενου εν προκειμένω, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ίδια σκέψη, ως ευμενέστερη κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ίδιου ΠΚ, από την αντίστοιχη του προϊσχύσαντος ΠΚ. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι και οι δύο ανήλικοι, στις άνω καταθέσεις τους, πέραν των όσων αναλυτικά κατέθεσαν για τα όσα συνέβησαν στον καθένα, κατέθεσαν επίσης ότι την ίδια συμπεριφορά είχε επιδείξει ο Α. και σε άλλα ανήλικα παιδιά που διέμεναν στην επίμαχη Δομή, όπως στον R. και τον (επ) Η. (ον) R. Ο κατηγορούμενος ομολογεί ότι ήρθε σε παρά φύση συνουσία με τον ανήλικο M. H., καθώς και ότι αποπειράθηκε να έρθει σε συνουσία με τον ανήλικο M. A., παραδεχόμεvος επίσης ότι σε επαφή με τους δύο ανήλικους τον έφερε ο Α.. Απολογούμενος όμως σε αμφότερα τα Δικαστήρια υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε ότι αυτοί ήταν ανήλικοι, ότι τελούσε σε πραγματική πλάνη ως προς την ηλικίας τους θεωρώντας ότι πρόκειται για ενηλίκους 19 έως 21 ετών, καθώς και ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό σε αυτούς ως παροχή αμοιβής νια την ερωτική συνεύρεση μαζί τους. Υπό την δική του εκδοχή θεωρούσε ότι συναναστρέφεται με ενήλικους, παρασυρόμενος δήθεν από τους παραπειστικούς προς τούτο ισχυρισμούς του Α., ο οποίος δήθεν του είχε συστηθεί ως ενήλικος, ηλικίας 20 ετών, όπως καταθέτει κατά την απολογία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και 19 ετών όπως καταθέτει κατά την απολογία στο παρόν Δικαστήριο. Ειδικώς για τον Α. η αυτή μάρτυρας κατηγορίας Ε. Φ. παραδέχεται μεν ότι ήταν λίγο μεγαλύτερος από τους άλλους δύο ανηλίκους, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η ηλικία του υπερβαίνει τα 17 έτη. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι οι συναντήσεις του με τους ανωτέρω 2 ανηλίκους παθόντες ήταν προσυμφωνημένες μεταξύ αυτού του ίδιου και του Α. για τον ως άνω (ερωτικό) σκοπό και υποστήριξε ότι αυτός κανόνιζε να συναντήσει μόνον τον Α., μετά μάλιστα από επιμονή του τελευταίου και ενώ ο ίδιος προσπαθούσε ευγενικά να τον αποφύγει, ο οποίος, ο Α., τυχαία συνοδευόταν από τους ανήλικους. Οι άνω ισχυρισμοί κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού αντίθετα από τα όσα διατείνεται ο κατηγορούμενος, αποδείχθηκε ότι αυτός είχε αναπτύξει ιδιαίτερα συχνά επαφές και επικοινωνίες με τον Α. με τον σκοπό να γνωρίζει μέσω αυτού ανήλικους εφήβους, όπως και ο ίδιος, που διέμεναν, όπως και ο ίδιος, στον Ξενώνα Ασυνόδευτων Ανηλίκων και γνώριζε ότι άπαντες ήταν ανήλικοι, απορριπτομένοu, ως ουσιαστικά αβάσιμου, του αυτοτελούς ισχυρισμού ότι ως προς την ανηλικότητα των παθόντων ο ίδιος τελούσε σε πραγματική πλάνη. Άλλωστε σε σχέση με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προσέφερε αμοιβή, προκειμένου να συνευρεθεί ερωτικά με τον εκάστοτε από τους ανωτέρω ανήλικους, δεν καταλείπεται προς τούτο καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο, καθόσον από τις σαφείς προς τούτο καταθέσεις αμφότερων των ανηλίκων παθόντων nou αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αλλά και την κατάθεση της μάρτυρος Ε. Φ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος προσέφερε χρηματική αμοιβή τόσο σε αυτούς τους ίδιους προκειμένου να τους δελεάζει, όσο και στον Α., για τις "υπηρεσίες" διαμεσολάβησής του, ειδικώς, δε, ο M. H. ο ίδιος εκμυστηρεύθηκε τη λήψη χρηματικού ανταλλάγματος (10 ευρώ) στην άνω μάρτυρα - ψυχολόγο της Δομής, στην οποία και απευθύνθηκε.
Εν προκειμένω αποδείχθηκε άλλωστε ότι οι ως άνω ανήλικοι, ήταν ιδιαίτερα ευάλωτοι, καθόσον αυτοί πέραν της ανηλικότητάς τους, ήταν ξεριζωμένοι από τον τόπο τους και μακριά από στενούς συγγενε(ς τους, ενώ ταυτόχρονα αντιμετώπιζαν καθημερινή οικονομική δυσπραγία, γεγονός που τους κατέστησε θύματα στις ερωτικές ορέξεις του κατηγορουμένου. Αυτή ακριβώς η ευαλώτητά τους ήταν άλλωστε και ο λόγος που ο κατηγορούμενος άνοιξε εύκολα τον δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ τους, με τη διαμεσολάβηση πάντα του Α. Ενώ και αυτός παραδέχεται ότι ο Α. δεν μιλούσε ελληνικά, ότι οι γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα ήταν απόλυτα περιορισμένες και οποιαδήποτε επικοινωνία γινόταν μέσω της άνω εφαρμογής translate της Google, επιχειρεί να παρουσιάσει τις επαφές του με αυτόν στα πλαίσια της αποδιδόμενης στον τελευταίο προσπάθεια κοινωνικοποίησής του, χωρίς, όμως, να μπορεί να δώσει καμία πειστική εξήγηση με ποιον τρόπο θα επιτυγχάνονταν αυτό όταν δεν υπήρχε δυνατότητα ούτε καν γλωσσικής επικοινωνίας, όταν η ηλικία του κατηγορούμενου κα ά τον ανωτέρω χρόνο ήταν 42-43 χρονών, όταν το μορφωτικό του επίπεδο, όντας απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ και τότε υποψήφιου διδάκτορα, δεν θα μπορούσε να αναδείξει κοινά θέματα ή ενδιαφέροντα με τον ανήλικο πρόσφυγα Α. Επομένως, αν δε υπήρχε το μοναδικό κίνητρο του κατηγορουμένου να συνευρεθεί σεξουαλικά με τους ανηλίκους, με τους οποίους τον έφερνε σε επαφή ο Α., δελεάζοντας τόσο αυτόν όσο και τους ανηλίκους παθόντες με οικονομικά ανταλλάγματα, αυτός δεν θα είχε κανένα λόγο να συναναστραφεί είτε με τον Α. είτε να γνωρίσει μέσω αυτού τους δύο ανήλικους παθόντες και να κάνει δήθεν απλή παρέα μαζί τους, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται. Και τούτο διότι, βάσει του πνευματικού του επιπέδου, δοθέντος ότι ήταν πτυχιούχος πανεπιστημιακής σχολής με ακαδημαϊκά ενδιαφέροντα, εν αντιθέσει με τους ανήλικους παθόντες και τον ίδιο τον Α. που ήταν σχεδόν αγράμματοι, δεν υπήρχε κανένα στοιχείο ή κοινό ενδιαφέρον που θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο για να διατηρηθεί αυτός τόσο συχνές επαφές με τον Α. αλλά και να συναντά τους γνωστούς του τελευταίου για να κάνει δήθεν απλή παρέα μαζί τους, όταν, μάλιστα, υπήρχε ολική αδυναμία γλωσσικής επικοινωνίας. Από όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενες τέλεσε τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις και δη της γενετήσιας πράξης με ανήλικο έναντι αμοιβής, ολοκληρωμένη και σε απόπειρα, κατά συρροή και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, να του αναγνωρισθεί, όμως, ως πρωτοδίκως κατά το άρθρο 470 του ΚΠΔ, η συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 α' του ΠΚ, της σύννομης ζωής (όπως άνω διάταξη ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ, από 1-5-2024, του Ν 5090/2024, που την τροποποίησε) , όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Το αίτημα που υποβλήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης του κατηγορούμενου για διακοπή ή αναβολή της παρούσας δίκης για να κληθούν και να προσέλθουν οι ανήλικοι παθόντες (το όνομα ενός εκ των οποίων εσφαλμένα αναφέρει, αναφέροντας τα στοιχεία του Α. και όχι του πράγματι παθόντος M. A.) είναι πολλαπλώς απορριπτέο. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο Γ νομική σκέψη, το αίτημα δεν είναι νόμιμο, καθόσον οι ανήλικοι παθόντες έχουν δώσει, κατά τους νόμιμους τύπους, τις προανακριτικές τους καταθέσεις που αναφέρθηκαν και δεν ζητήθηκε να προσέλθουν αυτοί για συμπληρωματική εξέταση με προσδιορισμό και των ζητημάτων που έπρεπε, κατά την κρίση των υπερασπιστών και του εντολέα τους, να διευκρινιστούν. Ακόμη, όμως και αν θεωρηθεί ότι συγκεκριμενοποιείται το αίτημα και δη ότι εντοπίζεται στη διακρίβωση της ηλικίας τους, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της ανηλικότητας των παθόντων, την ίδια δε άποψη εξέφρασαν και οι αρχές ασύλου της Σάμου και Λέρου, όπου εισήλθαν για πρώτη φορά τα ανήλικα παιδιά στην Ελλάδα και ανέγραφαν τις δηλωθείσες από τους ίδιους ημερομηνίες γέννησης, χωρίς να έχουν καμία αμφιβολία περί του ότι αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματική τους ηλικία, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα κινούσαν την προβλεπόμενη διαδικασία για τη διαπίστωση της ανηλικότητας.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις αναγνωσθείσες από 25-11-2021 δύο βεβαιώσεις του Α. Α., Αρχιφύλακα του Α.Τ. Λευκού Πύργου, οι παθόντες M. H. και ο M. A. δεν βρίσκονται στην άνω Δομή και όπως σαφώς κατέθεσε η μάρτυρας κατηγορίας Ε. Φ., αμφότεροι αποχώρησαν το έτος 2019 για οικογενειακή επανένωση ο μεν πρώτος στη Γερμανία, ο δε δεύτερος στη Σουηδία, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία νια τον τόπο κατοικίας τους στις χώρες αυτές". Ακολούθως, η προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα με το εξής διατακτικό, με αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ α' ΠΚ, κατά πιστή αντιγραφή: "... στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2018 έως τον Ιανουάριο του 2019, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός αδικήματα και δη του αδικήματος της γενετήσιας πράξης με ανήλικο έναντι αμοιβής (άρθρο 351 Α του νέου ΠΚ - Ν 4619/2019, κατά συρροή, τετελεσμένο και σε απόπειρα, Ειδικότερα: Α) στη Θεσσαλονίκη στις 15-1-2019 ενήργησε γενετήσια πράξη έναντι αμοιβής με ανήλικο που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ήλθε σε παρά φύση συνουσία με τον ανήλικο M. H. του lsmail και της atima, γεν. στις 03.04.2004, προσφέροντάς του υλικό αντάλλαγμα, ήτοι τέλεσε το αδίκημα της γενετήσιας πράξης με τον ανωτέρω ανήλικο έναντι αμοιβής και δη αντί του χρηματικού ποσού των 10 ευρώ. Ο κατηγορούμενος κάλεσε τον ανήλικο, που ως ασυνόδευτος ανήλικος Σύριος πρόσφυγας, φιλοξενούνταν στον Ξενώνα Ασυνόδευτων ανηλίκων Θεσσαλονίκης, που βρίσκεται στην Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης, επί της οδού ..., στην οικία του, μέσω ενός τρίτου προσώπου-φίλου του παθόντος (Α.), προκειμένου δήθεν να του κάνει μασάζ έναντι του ποσού των 10 ευρώ. Όταν ο ανήλικος εισήλθε στην οικία του κατηγορουμένου, εκείνος του ζήτησε να βγάλει τα ρούχα του και να μείνει μόνο με το εσώρουχο, για να μην λερώσει τα ρούχα του από το λάδι όταν θα του έκανε μασάζ. Στη συνέχεια έβγαλε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος τα ρούχα του και ξάπλωσε μπρούμυτα σε ένα στρώμα, ενώ ο παθών άρχισε να τον αλείφει με λάδι και να του κάνει μασάζ. Έπειτα, ο κατηγορούμενος άρχισε vα χαϊδεύει τα γεννητικά όργανα του παθόντος αρχικά πάνω από το εσώρουχο και μετά μέσα από αυτό και ακολούθως άρχισε να γλείφει το ανωτέρω σημείο. Αργότερα, ο κατηγορούμενος προέβη σε συνουσία με τον ανήλικο και στο τέλος της πράξης έδωσε στον ανήλικο 10 ευρώ και τον συνόδευσε μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της γενετήσιας πράξης έναντι αμοιβής με ανήλικο που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη. Β) στη Θεσσαλονίκη, σε μη προσδιορισμένη επακριβώς ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου του 2018, έχοντας αποφασίσει να τελέσει την αξιόποινη πράξη της γενετήσιας πράξης με ανήλικο που έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη, έναντι αμοιβής, επιχείρησε πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης αυτής και την οποία πράξη δεν ολοκλήρωσε όχι εξ Ιδίας βουλήσεως, αλλά από αίτια και εμπόδια εξωτερικά και μη αναγόμενα στη βούλησή του. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, επιχείρησε να ενεργήσει γενετήσια πράξη με τον ανήλικο M. A. του A. και της adia, γεννηθέντα την 01.01.2003, προσφέροντάς του υλικό αντάλλαγμα, ήτοι επιχείρησε να τελέσει το αδίκημα της γενετήσιας πράξης με τον ανωτέρω ανήλικο έναντι αμοιβής και δη αντί του χρηματικού ποσού των 10 ευρώ. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος κάλεσε τον ανήλικο στην οικία του, μέσω του ίδιου τρίτου προσώπου - φίλου του παθόντος (Α.), προκειμένου δήθεν να του κάνει μασάζ καθώς και να καθαρίσει δωμάτια σε ένα καζίνο, έναντι του ποσού των 5 ευρώ/ώρα. Όταν ο ανήλικος εισήλθε στην οικία του κατηγορουμένου, που και αυτός, ως ασυvόδευτος ανήλικος Σύριος πρόσφυγας, φιλοξενούνταν στον ίδιο Ξενώνα Ασυνόδευτων ανηλίκων Θεσσαλονίκης, που βρίσκεται στην Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης, επί της οδού ..., εκείνος τον ρώτησε αν ξέρει να κάνει μασάζ και όταν εκείνος αποκρίθηκε πως δεν ξέρει, ο κατηγορούμενος προσφέρθηκε να του μάθει. Τότε έδωσε στον ανήλικο μία κρέμα και του είπε να την βάλει στα χέρια του και να του κάνει μασάζ, ενώ εκείνος έβγαλε τη μπλούζα του και ξάπλωσε μπρούμυτα σε έναν καναπέ. Στη συνέχεια, ανήλικος άρχισε να του κάνει μασάζ για τρία λεπτά περίπου και ακολούθως ο κατηγορούμενος έβγαλε όλα τα ρούχα του και το εσώρουχο του, ξάπλωσε πάλι μπρούμιτα και είπε στον παθόντα "έλα, come" και του έδειξε με τα χέρια να συνεχίσει το μασάζ. Τότε ο παθών φοβήθηκε και του είπε ότι δεν ήθελε και προσπάθησε να αποχωρήσει από το σπίτι, ενώ ο κατηγορούμενος ντύθηκε, τον ακολούθησε, φωνάζοντας στα αγγλικά τον ανήλικο να περιμένει (με τις αγγλικές λέξεις wait, inίsh) και εν συνεχεία τον ακολούθησε και του έδειξε τα οπίσθιά του, ζητώντας του να δεχθεί να έρθει σε συνουσία μαζί του αφού ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) θα του έκανε πεολειξία με αντάλλαγμα να του δώσει χρήματα. Ο παθών αρνήθηκε και τότε ο κατηγορούμενος του ζήτησε να τακτοποιήσει το σπίτι για 10 λεπτά, του έδωσε 10 ευρώ και ο ανήλικος αποχώρησε. Με τον τρόπο αυτό επιχείρησε να τελέσει την αξιόποινη πράξη της γενετήσιας πράξης με ανήλικο που έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη, έναντι αμοιβής, την οποία πράξη δεν ολοκλήρωσε όχι εξ ιδίας βουλήσεως, αλλά επειδή , ανήλικος αρνήθηκε να έλθει σε σεξουαλική επαφή μαζί του". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που αναπτύχθηκε στις νομικές σκέψεις, σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της τέλεσης γενετήσιων πράξεων με ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα 15 έτη της ηλικίας του, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατά συρροή, αφού εκθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 79,83 περ. ε', 84 παρ.2α', 94 παρ.1, και 351 Α' παρ. 1 περ. γ' ΠΚ , (πριν την τροποποίηση του τελευταίου άρθρου με το άρθρο 82 του ν. 4855/2021) τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει, έτσι, την απόφαση από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης όλα τα αποδεικτικά μέσα, (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα και τα πρακτικά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από καθένα αποδεικτικό μέσο ή ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, καθώς και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους. Επίσης το δικαστήριο της ουσίας με επάρκεια αιτιολογίας προσδιόρισε ότι η διενέργεια ή η απόπειρα διενέργειας γενετήσιων πράξεων του κατηγορουμένου με ανηλίκους τελέστηκε με την παροχή αμοιβής , ότι τα θύματα που καθοδηγούσε και έλεγχε ο κατηγορούμενος, έλαβαν κάποια από τις ανωτέρω παροχές από αυτόν ακόμα ότι η διενέργεια και η απόπειρα διενέργειας της γενετήσιας πράξης κατευθυνόταν στην ικανοποίηση και διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, ότι ο δόλος αυτού ήταν άμεσος, αρκούντος και του ενδεχόμενου και καταλάμβανε όλα τα αντικειμενικά στοιχεία της πράξης και τέλος ότι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της ανηλικότητας των προσώπων κατά των οποίων κατευθύνονταν οι πράξεις του, ήτοι ότι είχαν ηλικία κατώτερη των 15 ετών αρκούντως ως προς το στοιχείο αυτό του ότι ο κατηγορούμενος αμφέβαλε ως προς την ηλικία των παθόντων. Ειδικότερα στο μεν σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διέλαβε μεταξύ άλλων ότι " .... ο Α. γνωρίζοντας τις ομοφυλοφιλικές ερωτικές προτιμήσεις του κατηγορουμένου και την επιθυμία του τελευταίου να συνευρίσκεται με έφηβα αγόρια, είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο να τον φέρνει σε επαφή με ανυποψίαστα αγόρια που γνώριζε από τον ως άνω Ξενώνα, έναντι χρηματικής αμοιβής, ένα μέρος της οποίας θα κρατούσε ο ίδιος ο Α. για την "διαμεσολάβηση" και ένα μέρος της οποίας θα δινόταν ως αμοιβή στον εκάστοτε έφηβο, που θα δεχόταν να έρθει στην οικία του κατηγορουμένου, υπό το πρόσχημα είτε της παροχής υπηρεσιών μασάζ είτε οικιακού καθαρισμού και εν συνεχεία θα συναινούσε να συνευρεθεί ερωτικά μαζί του..... ο κατηγορούμενος οδήγησε τον ανήλικο M. A. στο διαμέρισμά του, ...ο ανήλικος, ο οποίος δεν ήταν προετοιμασμένος ψυχολογικά για κάτι τέτοιο, φοβήθηκε, ...... βλέποντας τη σαφή άρνηση του ανηλίκου να συνεχίσει .........τον ακολούθησε και του έδειξε τα οπίσθια του, ζητώντας του να δεχθεί να έρθει σε συνουσία μαζί του αφού ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) θα του έκανε πεολειξία, με αντάλλαγμα να του δώσει χρήματα. Ο ανήλικος όμως αρνήθηκε σθεναρά .... ο Α. γνώρισε στον κατηγορούμενο και τον ανήλικο M. H., που είχε συμπληρώσει, στις 3-4-2018, το 14° έτος της ηλικίας του,.......... ο κατηγορούμενος έδωσε στον Α. το ποσό των 10 ευρώ και ακολούθως ο κατηγορούμενος με τον ανήλικο κατευθύνθηκαν στο διαμέρισμα του πρώτου, ενώ ο Α. διαβεβαίωσε τον ανήλικο ότι θα τον περιμένει εκεί όταν γυρίσει.......... Μετά την παρέλευση μίας ώρας περίπου και ενόσω ο ανήλικος έκανε μασάζ στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος γύρισε ανάσκελα και άρχισε να θωπεύει το πέος του ανηλίκου αρχικά πάνω από το εσώρουχο και ακολούθως μέσα από αυτό. Εν συνεχεία, ο κατηγορούμενος άρχισε να γλύφει το πέος του ανηλίκου, να προβαίνει δηλαδή σε πεολειξία, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τον ερεθισμό του ανηλίκου..........., ο ανήλικος ανταποκρίθηκε και έτσι ήλθαν σε παρά φύση συνουσία,..... Μετά την τέλεση της άνω πράξης ο κατηγορούμενος έδωσε στον ανήλικο 10 ευρώ, ως αμοιβή για την ερωτική συνεύρεση μαζί του ... ο κατηγορούμενος έδωσε στον ανήλικο M. H. το ποσό των 10 ευρώ, κατά την άνω συνάντησή τους, αποδεικvυομέvου έτσι και του στοιχείου του ανταλλάγματος....ο κατηγορούμενος προσέφερε χρηματική αμοιβή τόσο σε αυτούς τους ίδιους προκειμένου να τους δελεάζει, όσο και στον Α., για τις "υπηρεσίες" διαμεσολάβησής του .. αντιμετώπιζαν καθημερινή οικονομική δυσπραγία, γεγονός που τους κατέστησε θύματα στις ερωτικές ορέξεις του κατηγορουμένου. Αυτή ακριβώς η ευαλώτητά τους ήταν άλλωστε και ο λόγος που ο κατηγορούμενος άνοιξε εύκολα τον δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ τους, με τη διαμεσολάβηση πάντα του Α.." Στο δε διατακτικό δέχθηκε ότι "ενήργησε γενετήσια πράξη έναντι αμοιβής με ανήλικο που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ήλθε σε παρά φύση συνουσία με τον ανήλικο M. H. του lsmail και της atima, γεν. στις 03.04.2004, προσφέροντάς του υλικό αντάλλαγμα, ήτοι τέλεσε το αδίκημα της γενετήσιας πράξης με τον ανωτέρω ανήλικο έναντι αμοιβής και δη αντί του χρηματικού ποσού των 10 ευρώ. Ο κατηγορούμενος κάλεσε τον ανήλικο, που ως ασυνόδευτος ανήλικος Σύριος πρόσφυγας, φιλοξενούνταν στον Ξενώνα Ασυνόδευτων ανηλίκων Θεσσαλονίκης, που βρίσκεται στην Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης, επί της οδού ..., στην οικία του, μέσω ενός τρίτου προσώπου-φίλου του παθόντος (Α.), προκειμένου δήθεν να του κάνει μασάζ έναντι του ποσού των 10 ευρώ.... έχοντας αποφασίσει να τελέσει την αξιόποινη πράξη της γενετήσιας πράξης με ανήλικο που έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη, έναντι αμοιβής, επιχείρησε πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης αυτής και την οποία πράξη δεν ολοκλήρωσε όχι εξ Ιδίας βουλήσεως, αλλά από αίτια και εμπόδια εξωτερικά και μη αναγόμενα στη βούλησή του. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, επιχείρησε να ενεργήσει γενετήσια πράξη με τον ανήλικο M. A. του A. και της adia, γεννηθέντα την 01.01.2003, προσφέροντάς του υλικό αντάλλαγμα, ήτοι επιχείρησε να τελέσει το αδίκημα της γενετήσιας πράξης με τον ανωτέρω ανήλικο έναντι αμοιβής και δη αντί του χρηματικού ποσού των 10 ευρώ." Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Δικαστήριο, όπως προαναφέρεται, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 351Α παρ.1 περ. γ' ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 82 του νόμου 4855/2021 και συνακόλουθα δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλεται αντίθεση των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και διαφορετική αξιολόγηση αυτών, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, πλήττουν την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των σε βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της και δεν αποτελούν αναιρετικές πλημμέλειες με την έννοια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της αποφάσεως, είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση κάποιου αποδεικτικού μέσου προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναιρετικά (ΑΠ 1480/2023, ΑΠ 755/2022, ΑΠ 162/2022, ΑΠ 70/2022, 740/2021).
Συνεπώς ο πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, ο δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ', Ε'και ΚΠΔ) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

IV. Kατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' και 2 του νέου ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: "1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ... και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε. 2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 παρ. 1 εδ. β'του ίδιου Κώδικα, οι μάρτυρες είναι μεταξύ των κυριότερων αποδεικτικών μέσων στην ποινική διαδικασία. Επίσης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αν υποβληθεί νομίμως αίτημα (μεταξύ άλλων) αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και αυτό απορριφθεί χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεωρείται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και ιδρύεται και ο ως άνω λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας από μη κλήτευση μάρτυρα επέρχεται μόνο αν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε νομίμως σχετικό αίτημα και το δικαστήριο αρνήθηκε αναιτιολόγητα ή παρέλειψε να απαντήσει στο αίτημα αυτό. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 2 και 3, 353 του νέου ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, με σκοπό (μεταξύ άλλων) να εξεταστούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο μάρτυρες που δεν έχουν κληθεί. Στο αίτημα αναβολής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις, που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα, που πρόκειται να αποδειχτεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου. Η δε παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα, εφόσον αυτό υποβλήθηκε παραδεκτώς και είναι ορισμένο και σαφές, και, αν το απορρίψει, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία. Διαφορετικά, αν η απορριπτική απόφαση δεν είναι ειδικά αιτιολογημένη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ και αν δεν απαντήσει στο αίτημα αναβολής ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ακρόασης, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, και αν μετά ταύτα εχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου, δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ίδιου Κώδικα για υπέρβαση εξουσίας [ΑΠ 213/2020]. Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής για νέες αποδείξεις, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ' της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 του Δ.Σ.Α.Π.Δ., και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 362 παρ.2 του ισχύοντος ΚΠΔ, [άρθρο 364 παρ.2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ], διαβάζονται στο ακροατήριο οι αμετάκλητες αποφάσεις που εκδόθηκαν σε άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Αν δεν συντρέχει η ως άνω προϋπόθεση για να αναγνωσθεί η απόφαση, θα πρέπει να μην εναντιωθεί κάποιος από τους διαδίκους. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα για την παραβίασή της ενώ ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτή απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 ΚΠΔ, ούτε κάποια πλημμέλεια της απόφασης [ΑΠ 984/2017, ΑΠ 795/2017].

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177,178 και 179 ΚΠΔ, προκύπτει ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, είτε από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 178 είτε άλλα, ακόμη και άκυρα, εκτός αν η χρησιμοποίησή τους απαγορεύεται από το νόμο είτε ρητώς είτε γιατί είναι αντίθετη σε διατάξεις του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, οπότε η χρησιμοποίησή τους προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ.
Συνεπώς, από τη διάταξη του άρθρου 362 ΚΠΔ σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 170, 171 και 177 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το δικάζον ποινικό δικαστήριο, αναζητώντας την ουσιαστική αλήθεια για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, προβαίνει στην ανάγνωση και ουσιαστική αξιολόγηση οποιουδήποτε χρησίμου εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού, εφόσον δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητά του έστω και αν το έγγραφο προέρχεται από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή πρόκειται για απόφαση που δεν είναι αμετάκλητη χωρίς αυτό να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα. Αντίθετα, η άρνηση του δικαστηρίου να αναγνώσει έγγραφο ή αμετάκλητη απόφαση που προσκόμισε ο κατηγορούμενος κατά την αποδεικτική διαδικασία με ταυτόχρονη προφορική ή έγγραφη αίτηση για την ανάγνωσή του ή η μη απάντηση στη σχετική αίτηση, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή σ'αυτή την περίπτωση θίγονται τα δικαιώματα υπεράσπισης και ακρόασης του κατηγορουμένου, αντίστοιχα [και όχι επειδή δεν έχει τηρηθεί η διάταξη του άρθρου 362 παρ.2 ΚΠΔ, η οποία δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας της σχετικής διαδικασίας [ΑΠ 1700/2019, ΑΠ 1239/2017].

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ.γ' του ΚΠΔ, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Δηλαδή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα θεωρείται ότι αναγνώσθηκαν και στην κατ'έφεση δίκη και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως [ΑΠ 955/2016, ΑΠ 669/2014].

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτής αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι συντάχθηκαν οι από 23 Νοεμβρίου 2019 εκθέσεις προκαταρκτικής ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση των ανηλίκων του άρθρου 227 παράγραφος 2 εδ. β ' ΚΠΔ, οι οποίες αν και αποτελούσαν έγγραφα της δικογραφίας, δεν περιελήφθησαν μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων και δεν αναγνωστηκαν ούτε στο πρωτοβάθμιο, αλλά ούτε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, καθόσον παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισης και ακρόασης του κατηγορουμένου κατ’ άρθρον 171 παρ. 1 περ εφ. Δ'του ΚΠΔ. Όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη της παρούσας αναγνωστέα έγγραφα είναι τα έγγραφα τα οποία είτε έχει συμπεριλάβει ο εισαγγελέας που συνέταξε το κατηγορητήριο η επιμελήθηκε την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο είτε υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας από τους διαδίκους, τον εισαγγελέα ή και από κάποιον μάρτυρα, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 362 ΚΠΔ δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα για την παραβίασή της ενώ ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτή η απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ. Αντιθέτως θα προκαλούσε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο η τυχόν άρνηση του δικαστηρίου να αναγνώσει έγγραφο ή αμετάκλητη απόφαση που προσκόμισε ο κατηγορούμενος κατά την αποδεικτική διαδικασία με ταυτόχρονη προφορική ή έγγραφη αίτηση για την ανάγνωση του ή η μη απάντηση σε σχετική αίτηση γεγονός που δεν έλαβε χώρα καθώς ο κατηγορούμενος αν και τελούσε εν γνώσει των εν λόγω εγγράφων δεν υπέβαλε αίτημα ανάγνωσης αυτών. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτής για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

V. Η διάταξη του άρθρου 227 παρ. 1- 5 του Κ.Ποιν.Δ ορίζει συγκεκριμένο τρόπο εξέτασης κατά την ανακριτική διαδικασία ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 323 Α παρ. 4, 324, 336 παρ. 3, 338, 339, 342, 343, 345, 348, 348 Α, 348 Β, 348 Γ, 349, 351 ΠΚ, καθώς και στα άρθρα 29 παρ. 5 και 6 και 30 του ν. 4251/2014, ενώ η παρ. 6 της ίδιας διάταξης ορίζει ότι "Μετά την εισαγωγή της υπόθεσης που αφορά τις πράξεις της παρ. 1 στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέταση του ανηλίκου, αν δεν έχει εξετασθεί στην ανάκριση ή πρέπει να εξετασθεί συμπληρωματικά". Αν υποβληθεί παραδεκτό αίτημα συμπληρωματικής εξέτασης των άνω προσώπων, τούτο εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση.

Εξάλλου, η ειδική κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί συμπληρωματικής εξέτασης των άνω μαρτύρων ανηλίκων, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι συνήγοροι που εκπροσωπούσαν στη δίκη τον κατηγορούμενο, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικά αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ προκειμένου να κληθούν και να προσέλθουν οι ανήλικοι και ήδη ενήλικες παθόντες. Το δικαστήριο της ουσίας μετά την παράθεση νομικής σκέψης, με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το ως άνω αίτημα του εκκαλούντος κατηγορουμένου διαλαμβάνοντας την ακόλουθη αιτιολογία : "... το αίτημα που υποβλήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης του κατηγορουμένου για διακοπή ή αναβολή της παρούσας δίκης για να κληθούν και να προσέλθουν οι ανήλικοι παθόντες.... είναι πολλαπλώς απορριπτέο, ειδικότερα κατά τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο Γ νομική σκέψη, το αίτημα δεν είναι νόμιμο , καθόσον οι ανήλικοι παθόντες έχουν δώσει κατά τους νόμιμους τύπους, τις προανακριτικές τους καταθέσεις που αναφέρθηκαν και δεν ζητήθηκε να προσέλθουν αυτοί για συμπληρωματική εξέταση με προσδιορισμό και των ζητημάτων που έπρεπε, κατά την κρίση των υπερασπιστών και του εντολέα τους να διευκρινιστούν. Ακόμη, όμως και αν θεωρηθεί ότι η συγκεκριμενοποιείται το αίτημα και δη ότι εντοπίζεται στη διακρίβωση της ηλικίας τους, το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της ανηλικότητας των παθόντων, την ίδια άποψη εξέφρασαν και οι αρχές ασύλου της Σάμου και Λέρου, όπου εισήλθαν για πρώτη φορά τα ανήλικα παιδιά στην Ελλάδα και αν έγραψαν τις δηλωθείσες από τους ίδιους ημερομηνίες γέννησης, χωρίς να έχουν καμία αμφιβολία περί του ότι αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματική τους ηλικία, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα κινούσαν την προβλεπόμενη διαδικασία για τη διαπίστωση της ανηλικότητας.

Εξάλλου όπως προκύπτει από τις αναγνωσθείσες από 25/11/2021 δύο βεβαιώσεις του Α. Α. του Α. Τ. Λευκού Πύργου, οι παθόντες M. H. και M. A. δεν βρίσκονται στην δομή και όπως σαφώς κατέθεσε η μάρτυρας κατηγορίας Ε. Φ. αμφότεροι αποχώρησαν το έτος 2019 για οικογενειακή επανένωση ο μεν πρώτος στη Γερμανία, ο δεύτερος στη Σουηδία, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία για τον τόπο της κατοικίας του στις χώρες αυτές....". Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής άλλως διακοπής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να κλητευθούν οι ανήλικοι παθόντες προς έλεγχο της ανηλικότητας ή μη αυτών, ήταν ειδική και εμπεριστατωμένη σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη καθόσον δέχθηκε σύμφωνα με την κυρίαρχη κρίση του, ότι οι καταθέσεις των ανήλικων παθόντων αποτελούσαν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και ήταν υποχρεωτικός αναγνωστέα ενώπιον του δικαστηρίου, κατ' άρθρον 226 Α παρ. 4α του προϊσχύσαντος ΚΠΔ και η 227 παρ. 5 β' ΚΠΔ και επομένως ο κατηγορούμενος δεν απόστερήθηκε του δικαιώματος να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για το εν λόγω ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο κατ' άρθρον 358 ΚΠΔ, αλλά αντιθέτως στην περίπτωση μη ανάγνωσης αυτών επέρχεται παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης αρχών που περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, αφετέρου δε ότι σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της ανηλικότητας αυτών και ακόμη ότι η κλήτευση των ανηλίκων μαρτύρων και παθόντων, ως συμπληρωματική κατάθεση ήταν αντικειμενικά αδύνατη αφού ήταν αγνώστου διαμονής, ως κάτοικοι εξωτερικού. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α'και Δ' Κ.Ποιν.Δ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτής, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του άνω αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμος.

VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.2.2025, αίτηση του Θ. Σ. του Γ. κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 1805/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή