ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1063/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1063/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1063/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1063 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1063/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σινέλη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 114/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Α. Λ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 02.07.2024 αίτησή της αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας, Κ. Ζ. έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου: 9/2024 και στους από 22.04.2025 πρόσθετους λόγους αυτής τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 2-7-2024 αίτηση της Δ. Π. του Κ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθμό 114/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και την καταδίκασε για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση με προκληθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ (άρθρ.98 παρ.2-1, 386 παρ.1, 2 περ.β' του π.ΠΚ) σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, ασκήθηκε νομότυπα, από την ίδια με δήλωσή της στο Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας ως εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, συνταχθείσας σχετικής έκθεσης με αριθ. 9/2024, η οποία υπογράφεται από τους προαναφερόμενους, και εμπρόθεσμα στις 2-7-2024, προ της έναρξης της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ.2 και 3 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 15-1-2025 με αριθ.3/2025 στο, κατά το άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδ.α' του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 462 παρ.1, 464, 466 παρ.1 εδ.α', 473 παρ.2, 3, 474 παρ.1, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ.α' του Κ.Ποιν.Δ.). Η κρινόμενη αίτηση είναι επί πλέον παραδεκτή (άρθρ.474 παρ.4 Κ.Π.Δ), αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την κατάφαση της ενοχής, για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας λόγω μη υποβολής έγκλησης και για απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παράστασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Θ' αρ.γ' του ΚΠοινΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Με την ανωτέρω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθούν και οι ασκηθέντες, νομοτύπως και εμπροθέσμως, με το από 22-4-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο που υπογράφεται από την αναιρεσείουσα, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κατάφαση της ενοχής και την απόρριψη του ισχυρισμού περί συνδρομής των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' και ε' του ΠΚ, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠοινΔ), που κατατέθηκαν από την ίδια στην αρμόδια Γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 24-4-2025, δηλαδή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης (άρθρο 509 ΚΠΔ). Σημειώνεται ότι η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται σαν να ήταν παρών και ο υποστηρίζων την κατηγορία Α. Λ. του Ι., κάτοικος ..., ο οποίος, καίτοι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα αναιρετική δίκη (βλ. τα από 20-2-2025 αποδεικτικά επίδοσης, που συνέταξε ο Κ. Τ., Αρχιφύλακας του Α.Τ.Βόλου, της υπ'αριθ.... από 19-2-2025 κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προσωπικά στον ίδιο τον υποστηρίζοντα την κατηγορία και εκ περισσού, προσωπικά στον ίδιο τον αντίκλητό του, Δικηγόρο Βόλου Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου), δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρο 515 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.).
Σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ.1 του νέου ΠΚ " Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι' αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Η παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση), που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι, συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατ' αυτού που την προκάλεσε, έστω και αν ο τελευταίος είναι απόλυτα αξιόχρεος, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη. Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης (Α.Π.733/2022). Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη (Α.Π.313/2021, Α.Π. 853/2019, Α.Π. 1494/ 2018), ενώ δεν απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε και εκείνος που ζημιώθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο (Α.Π.733/2022, Α.Π. 95/2019). Επίσης, από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της απάτης πληρούται όταν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, δηλαδή υπό την ισχύ του ν.Π.Κ. η κακουργηματική μορφή της απάτης εδράζεται, πλέον, σε συγκεκριμένο χρηματικό κριτήριο και ειδικότερα, στο παράνομο περιουσιακό όφελος του υπαίτιου, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του παθόντος, το οποίο πρέπει να υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ (Α.Π.1494/2022).

Περαιτέρω, υπό το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς η απάτη υπό όλες τις μορφές της (άρθρο 386 του προϊσχύσαντος ΠΚ), αποτελούσε έγκλημα, αυτεπαγγέλτως διωκόμενο και η ποινική δίωξη ασκείτο αυτεπαγγέλτως από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση για τη διάπραξή του (άρθρα 27 και 36 του προϊσχύσαντος Κ.Π.Δ.). Με τη διάταξη του άρθρου 405 παρ.1 εδ. α' του νέου ΠΚ (όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του, με τα άρθρα 12§3 Ν. 4637/2019, 99 Ν. 4855/2021 και 19 Ν. 4947/2022 και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρ.60 παρ.2 του ν.5090/2024), ορίσθηκε, ότι "Για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 386, στην παρ. 1 του άρθρου 386Α, στα άρθρα 387 και 389, στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 390 και στα άρθρα 397 και 404 απαιτείται έγκληση.". Η τελευταία αυτή διάταξη, προβλέπουσα την κατ' έγκληση δίωξη, μεταξύ άλλων και των εγκλημάτων απάτης, που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 386 παρ.1 του ισχύοντος (νέου) ΠΚ, τα οποία, υπό το καθεστώς προισχύσαντος ΠΚ, διώκονταν (τόσο, δηλαδή, της απλής - πλημμεληματικής απάτης, όσο και της κακουργηματικής απάτης, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ), όπως προελέχθη, αυτεπαγγέλτως από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση για τη διάπραξή του (άρθρα 27 και 36 του προϊσχύσαντος Κ.Π.Δ.), απαιτείται υποβολή έγκλησης, η διάταξη δε αυτή, όπως ίσχυσε μέχρι την αντικατάστασή της με το ν.5090/2024, είναι ευμενέστερη, για τον κατηγορούμενο και ως εκ τούτου, εν προκειμένω, έχει, κατ' άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, αναδρομική εφαρμογή. Επιπλέον, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του ισχύοντος (νέου) ΠΚ, ορίσθηκε, ότι "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για την δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδό τους.".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 114 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, "Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της ή για έναν από τους συμμέτοχους.". Η έγκληση συνιστά, τόσο δικονομικό θεσμό, διότι αποτελεί δικαστική προϋπόθεση, για την έγκαιρη γένεση της ποινικής δίκης, όσο και ουσιαστικό θεσμό, διότι, αφενός ενεργοποιεί την υπόσταση της αξιόποινης πράξης στο χώρο της έννομης τάξης και αφετέρου, η παραμέληση της υποβολής της, εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας, οδηγεί στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης (Ολ.Α.Π. 1/2007, 2/2007, Α.Π. 689/2018). Η ύπαρξη της έγκλησης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (Ολ.Α.Π. 2/2007, Α.Π. 689/2018), το οποίο, αν, παρά την έλλειψη της έγκλησης, προβεί στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Θ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (Α.Π. 957/2019). Επίσης, η κατά το άρθρο 464 του ισχύοντος ΠΚ, δήλωση επιθυμίας προόδου της δίκης, σε περίπτωση που η ποινική δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 386 παρ.1 του ΠΚ, είχε ξεκινήσει αυτεπαγγέλτως, εξομοιώνεται με την έγκληση (Ολ.Α.Π. 4/2006).

Περαιτέρω, από την ανωτέρω μεταβατική διάταξη του άρθρου 464, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 405 παρ.1 εδ. α' και 386 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, συνάγονται τα ακόλουθα: α) αν ο παθών, από το έγκλημα, είχε υποβάλει έγκληση, ακόμα και υπό το προγενέστερο καθεστώς της αυτεπάγγελτης δίωξης του συγκεκριμένου εγκλήματος, είναι αυτονόητο, ότι δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η δήλωση αυτή, περί επιθυμίας συνέχισης της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας, καθόσον η υποβολή της έγκλησης, δηλώνει και τη βούληση του παθόντος, για την πρόοδο της διαδικασίας και υποκαθιστά την προβλεπόμενη, από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ, απλή, άλλωστε, δήλωση και επομένως πληροί τον σκοπό αυτής (Α.Π. 1440/2022, Α.Π. 2010/2019), β) το αυτό ισχύει, ακόμα και αν η καταγγελία του εγκλήματος, από τον παθόντα, είχε χαρακτηριστεί, ως μήνυση, χωρίς να επιζητείται όπως η δήλωση βούλησης του εγκαλούντος, για την τιμωρία του δράστη, να είναι ρητή και πανηγυρική, αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο αυτής (Α.Π. 1153/2022, Α.Π. 773/2020) και γ) το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να επεκτείνει την αναδρομική εφαρμογή τήρησης της τρίμηνης προθεσμίας της έγκλησης που ορίζεται στο άρθρο 114 παρ.1 ΠΚ, διότι, στην περίπτωση αυτή, κατ' αυτόν τον τρόπο, απαιτεί ουσιαστικά συμμόρφωση του παθόντος, σε μη ισχύον, κατά το χρόνο υποβολής της μήνυσης - έγκλησης, νομοθετικό πλαίσιο, δεδομένου ότι, η δίωξη, τότε, ασκούνταν αυτεπάγγελτα. Έτσι, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος για απάτη του άρθρου 386 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, που τελέσθηκε, πριν την 1-7-2019, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος ΠΚ, δικάζεται, μετά την ως άνω ημερομηνία και υποβάλλει ισχυρισμό, περί εκπροθέσμου της έγκλησης, για το λόγο ότι δεν υποβλήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 ΠΚ, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος, αφού, κατά τα υπό το στοιχείο γ' ανωτέρω αναφερόμενα, το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να επεκτείνει την αναδρομική εφαρμογή τήρησης της τρίμηνης προθεσμίας της έγκλησης, που ορίζεται στο άρθρο 114 παρ. 1 του Π.Κ., διότι, κατά αυτόν τον τρόπο, απαιτεί ουσιαστικά συμμόρφωση του παθόντος, σε μη ισχύον κατά το χρόνο υποβολής της μήνυσης - έγκλησης νομοθετικό πλαίσιο, δεδομένου ότι, η δίωξη τότε ασκούνταν αυτεπάγγελτα. Για την πληρότητα, δε, της αιτιολογίας της απόρριψης του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, αρκεί η αναφορά, ότι έχει υποβληθεί έγκληση ή μήνυση, για την ως άνω πράξη, καθόσον ο χρόνος υποβολής της έγκλησης προκύπτει, από τη δικογραφία, δεν ασκεί, δε, έννομη επιρροή, εάν ο χρόνος αυτός είναι προγενέστερος της 1-11-2019, οπότε έληγε η προθεσμία, που όριζε η διάταξη του άρθρου 464 του Π.Κ. (Α.Π. 1440/2022, Α.Π. 1067/2021). Άλλο βέβαια το ζήτημα ότι ο παθών στις ως άνω περιπτώσεις διατηρεί τη δυνατότητα ανάκλησης της υποβληθείσας έγκλησης σύμφωνα με το άρθρο 117 του ΠΚ και υπό τους όρους του άρθρου 55 του ΚΠΔ (ΑΠ 1215/2023, 911/2023, 653/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.3 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την 1-7-2019 (Ν.4620/2019) απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ίδιου Κώδικα, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο εκείνου που παραστάθηκε προς υποστήριξη της κατηγορίας, οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 66 ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης της σχετικής δήλωσης παράστασης, ο οποίος εξικνείται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού Δικαστηρίου. Η παράσταση αυτή ασκείται και χωρίς έγγραφη προδικασία, από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, δηλαδή από τους αμέσως ζημιωθέντες από την αξιόποινη πράξη και ειδικότερα από τους φορείς του δικαιώματος ή του εννόμου αγαθού που έχει προσβληθεί, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ. Το επιτρεπτό δε της παράστασης αυτής κρίνεται από το περιεχόμενο της αστικής αξίωσης που περιέχει η σχετική δήλωση και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία. Ενόψει τούτων, είναι αυτονόητο, ότι ο παραπάνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται και δεν καλύπτεται η ακυρότητα από τη μη προβολή αντιρρήσεων κατά της παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας, αν από τα στοιχεία της δικογραφίας ή από την ίδια την κατηγορία προκύπτει έλλειψη νομιμοποίησης ή μη τήρηση του τρόπου και του χρόνου άσκησης αυτής, που ερευνώνται, όπως προαναφέρθηκε, αυτεπαγγέλτως. Επί του εγκλήματος της απάτης άμεσα ζημιούμενος είναι ο φορέας της περιουσίας που υπέστη τη ζημία από την αξιόποινη πράξη, που μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από τον εξαπατηθέντα και ο οποίος είναι ο μόνος δικαιούμενος να παρασταθεί για την υποστήριξη της κατηγορίας (ΑΠ 911/2023, ΑΠ 1245/2016).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 1/2008, ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 1215/2023, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 504/2023).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, εφόσον αυτό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής (Α.Π.995/2020). Επίσης, ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 187 του ΚΠοινΔ. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (Α.Π. 999/2023, Α.Π.10/2022, Α.Π.999/2020, Α.Π. 689/2020). Η ύπαρξη του δόλου (άρθρο 27 ΠΚ) δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει, από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει, με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται, από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που αξιώνεται στο - εδώ εξεταζόμενο - έγκλημα της απάτης, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού. Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη, την οποία εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Α.Π.618/2023, Α.Π.1548/2022). Δεν αποτελεί, όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 713/2023, ΑΠ 1530/2022, ΑΠ 382/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης με αριθ. 114/2024 απόφασής του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Από την ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, από την ανάγνωση των πρακτικών συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώστηκαν στη διάρκεια της δίκης νόμιμα και αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης της ίδιας δίκης, και από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία που διενεργήθηκε στο ακροατήριο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 του ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, αποδείχτηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορούμενη γνώρισε τον εγκαλούντα, Α. Λ. του Ι., ιατρό - κυτταρολόγο, το έτος 2008, όταν το επισκέφθηκε στο ιατρείο του, στον Βόλο, ως ασθενής έκτοτε δε τον επισκεπτόταν συχνά, ως ασθενής και κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Στο πλαίσιο δε αυτό, με σκοπό να του αποσπάσει τμηματικά διάφορα χρηματικά ποσά, τον επισκεπτόταν ολοένα και πιο συχνά, επικαλούμενη προς αυτόν διάφορα ψεύδη. Ειδικότερα: Περί τα τέλη του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2011, επισκέφθηκε τον εγκαλούντα στο ιατρείο του και προσποιούμενη ότι τελεί σε ακραία συναισθηματική φόρτιση, του παρέστησε ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας χρημάτων και ότι συνεπεία αυτού είχε αποφασίσει να εκποιήσει ένα ικανής αξίας ακίνητο (οικόπεδο με οικία), στην περιοχή του Βόλου, ιδιοκτησίας της και ότι, εξαιτίας της καθυστέρησης ευρέσεως αγοραστή, είχε άμεση ανάγκη από το ποσό της τάξεως των 5.000 ευρώ, προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει μια ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή εκδόσεως της. Με τον τρόπο αυτό έπεισε τον εγκαλούντα, ο οποίος της έδωσε εν τέλει το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ. Περί τις αρχές του μηνός Ιανουάριου του έτους 2012, μεταβαίνοντας εκ νέου στο ιατρείο του εγκαλούντος και προσποιούμενη ξανά ότι ευρίσκεται σε ακραία συναισθηματική φόρτιση, του παρέστησε ότι δεν είχε ακόμη βρεθεί αγοραστής του ακινήτου της, ότι τελεί σε οικονομικό τέλμα εξαιτίας της εμπορικής της δραστηριότητας, γεγονός για το οποίο χρειάζεται άμεσα επιπλέον 5.000 ευρώ, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση επίκειται η εκκίνηση δικαστικής διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη του χρέους της και συνακόλουθα διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του ως άνω ακινήτου της, διατεινόμενη δε επιπλέον ότι, αν το τελευταίο συμβεί, η ίδια δε θα μπορέσει να του επιστρέψει και το προαναφερόμενο αρχικά δοθέν προς αυτή ποσό των 5.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό δε, έπεισε τον εγκαλούντα, ο οποίος της έδωσε και πάλι το ποσό 5.000 ευρώ. Ακολούθως, περί τα τέλη Φεβρουάριου του έτους 2012, επισκεπτόμενη και πάλι το ιατρείο του εγκαλούντος, ζήτησε από αυτόν χρήματα, ισχυριζόμενη ότι εν τέλει βρέθηκε ένας ενδιαφερόμενος αγοραστής για το παραπάνω ακίνητό της, πλην όμως, προκειμένου να προχωρήσει η πώληση, έπρεπε να εξοφληθούν αφενός μεν οφειλές της προς την εφορία, αφετέρου δε δαπάνες, που αφορούσαν την πολεοδομική και νομική τακτοποίηση του ακινήτου της, για τις οποίες απαιτούνταν το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό, έπεισε και πάλι τον εγκαλούντα να της καταβάλει και το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ.

Περαιτέρω, το Μάρτιο του έτους 2012. στο ιατρείο του εγκαλούντος, του παρέστησε ότι την είχε εγκαταλείψει ο σύζυγός της, Δ. Κ., χωρίς βοήθεια, με τέσσερα παιδιά και ότι κινδυνεύει να μείνει στον δρόμο, πείθοντάς τον με αυτόν τον τρόπο να της καταβάλει το ποσό των 500 ευρώ, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2012 έως τον Μάρτιο του έτους 2013, με το πρόσχημα της ανάγκης προσωρινής συντήρησής της και εν τέλει επιβίωσής της, τον έπεισε και της κατέβαλε επιπλέον, τμηματικά, το ποσό των 18.000 ευρώ. Ακολούθως, τον Απρίλιο του έτους 2013 και ενώ ο εγκαλών άρχισε να απαιτεί φορτικά την επιστροφή των χρημάτων του, η κατηγορούμενη του παρέστησε επιπλέον ότι, πέραν του ως προαναφερόμενου δικού της ακινήτου στον Βόλο, επρόκειτο να προβεί στην εκποίηση και άλλου ακινήτου, ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στην περιοχή της Αχαΐας, με αγοραστές τον γαμπρό της και την κόρη της, ότι οι τελευταίοι επρόκειτο να προβούν άμεσα στη λήψη δανείου, ύψους 220.000 ευρώ, από την Εθνική Τράπεζα, το οποίο μάλιστα είχε "προεγκριθεί" καθώς και ότι από το ως άνω ποσό του δανείου, που η ίδια θα λάμβανε ως πωλήτρια, θα του εξοφλούσε όλα τα ποσά, που του όφειλε μέχρι τότε. Έτσι, έπεισε τον εγκαλούντα, ο οποίος από τον Απρίλιο του 2013 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2016, της έδωσε τμηματικά το ποσό των 100.000 ευρώ, ενόψει και του ότι, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, η ίδια δικαιολογούσε την καθυστέρηση της εκταμίευσης του ως άνω δανείου, επικαλούμενη έξοδα δικηγόρων και μηχανικών, την απαίτηση της τράπεζας για την υπογραφή της σύμβασης δανείου και από εγγυητή, καθώς και οφειλές του τελευταίου, που δημιουργούσαν προσκόμματα στην εκταμίευση του δανείου. Τέλος, επικαλούμενη δήθεν πρόσκαιρες ανάγκες της ίδιας, αλλά και των θυγατέρων της, ενόψει και της αναμονής της εκταμίευσης του ως άνω ποσού του δανείου, με το οποίο θα εξοφλούσε και τον εγκαλούντα, έπεισε τον εγκαλούντα να της καταβάλει επιπλέον, τμηματικά, από τον Οκτώβριο του έτους 2016 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του έτους 2017, το ποσό των 44.150 ευρώ συνολικά, ενώ, από τον Οκτώβριο του έτους 2017 μέχρι Ιανουάριο του έτους 2018, το ποσό των 3.820 ευρώ, συνολικά. Επομένως, ο εγκαλών της κατέβαλε το συνολικό ποσό των 186.470 ευρώ. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο τελευταίος, αρχικά δεν λάμβανε αποδείξεις για την καταβολή των παραπάνω ποσών στην κατηγορούμενη, αφενός διότι αυτή τον έπεισε ότι θα του τα επιστρέψει, αφετέρου δε διότι για τον ίδιο δεν επρόκειτο για ιδιαίτερα σημαντικά ποσά, καθόσον είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, διατηρώντας δύο ιατρεία (στο Βόλο και στην Αθήνα), με πολυάριθμο προσωπικό. Ωστόσο, κατά τα τελευταία δύο έτη, φρόντιζε, τις περισσότερες φορές, να λαμβάνει απόδειξη για τα ποσά που έδινε στην κατηγορούμενη, συγκεντρώνοντας έτσι αποδείξεις συνολικού ποσού 40.000 ευρώ. Η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ήδη από το στάδιο της ανάκρισης ότι οφείλει στον κατηγορούμενο το παραπάνω ποσό των 40.000 ευρώ, αρνείται όμως την οφειλή του υπολοίπου ποσού, εκμεταλλευόμενη την έλλειψη αποδείξεων και ισχυριζόμενη ότι ο εγκαλών διογκώνει επίτηδες το οφειλόμενο ποσό, επιδιώκοντας έτσι την καταδίωξη της για απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον κατά το χρόνο άσκησης της έγκλησης, η απάτη με ζημία 40.000 ευρώ διωκόταν σε βαθμό κακουργήματος, οπότε δεν υπήρχε λόγος διόγκωσης του χρέους εκ μέρους του εγκαλούντος, ενώ, περαιτέρω, δεν προκύπτει κάποιο οικονομικό κίνητρο αυτού, αφού μέχρι σήμερα δεν έχει προσφύγει στα αστικά δικαστήρια για την ικανοποίηση της αξίωσης του κατά της κατηγορουμένης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα ως άνω ισχυρισθέντα εκ μέρους της κατηγορουμένης ήταν ψευδή, καθώς η αλήθεια είναι ότι, ναι μεν η τελευταία διέθετε ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από α) μία παλιά ισόγεια προσφυγική οικία, εμβαδού 36,00 τ.μ. και τον παρακείμενο βοηθητικό χώρο εμβαδού 4,50 τ.μ., στην Ν. Ιωνία Μαγνησίας, που την απέκτησε δυνάμει του με αριθμό .../2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Βόλου Α. Μ., β) μία παλιά ισόγεια προσφυγική οικία, εμβαδού 37,47 τ.μ., στην Ν. Ιωνία Μαγνησίας, που απέκτησε δυνάμει του με αριθμό .../2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Βόλου Α. Μ. και γ) μία διώροφη παλιά οικία, η οποία αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο εμβαδού του καθενός 29,50 τ.μ., με τους παρακείμενους βοηθητικούς χώρους εμβαδού 31,00 τ.μ., η οποία βρίσκεται στην Ν. Ιωνία Μαγνησίας, και περιήλθε σε αυτή δυνάμει του με αριθμό .../2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Βόλου Α. Μ., πλην όμως, η εν λόγω περιουσία της ήταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κατάχρεη, καθώς τα ως άνω ακίνητα βαρύνονταν με προσημειώσεις υποθηκών, υποθήκες και αναγκαστικές κατασχέσεις, για ποσά μάλιστα που υπερβαίνουν κατά πολύ την ανωτέρω οφειλή της προς τον εγκαλούντα, γεγονός, μάλιστα, που καθιστά σχεδόν αδύνατη την πώλησή τους. Επιπλέον δε, κανένα δάνειο δεν υπήρξε και μάλιστα, προεγκεκριμένο, αλλά ούτε και ο Δ. Κ. ήταν σύζυγός της, ο οποίος μάλιστα την εγκατέλειψε αβοήθητη, αλλά ήταν ο σύντροφός της και ζούσε μαζί της, καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Στις παραπάνω πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, η κατηγορούμενη προέβη έχοντας δόλο και τελώντας, μάλιστα, σε πλήρη γνώση του ψεύδους των ως άνω αναληθών ισχυρισμών της, που παρίστανε ως αληθείς στον εγκαλούντα, κάθε φορά που του ζητούσε και άλλο χρηματικό ποσό, ενόψει του ότι, η ίδια γνώριζε πολύ καλά ότι ούτε δυνατότητα εκποίησης της όποιας περιουσίας της είχε, ούτε δάνεια ή χρηματοδοτήσεις μπορούσε να επιτύχει, ούτε βεβαίως επρόκειτο να του επιστρέψει τα καταβληθέντα σε αυτήν χρηματικά ποσά. Είχε δε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ποσού 186.470 ευρώ, στο οποίο εν τέλει απέβλεπε και το οποίο συνιστά την αντίστοιχη ισόποση περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδομένης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.". Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο ουσίας, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία η συνολική ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορούμενη ένοχη του ότι: Στο Βόλο και κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2011 έως την 23-01-2018, ενεργώντας με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, η δε ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα, η κατηγορούμενη, αφού γνώρισε τον εγκαλούντα, Α. Λ. του Ι., ιατρό - κυτταρολόγο, το έτος 2008, επισκεπτόμενη συχνά το ιατρείο του, στον Βόλο, ως ασθενής,, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Στο πλαίσιο δε αυτό, με σκοπό να του αποσπάσει τμηματικά διάφορα χρηματικά ποσά, τον επισκεπτόταν ολοένα και πιο συχνά, επικαλούμενη προς αυτόν διάφορα ψεύδη. Ειδικότερα α) περί τα τέλη του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2011, επισκέφθηκε τον εγκαλούντα στο ιατρείο του και προσποιούμενη ότι τελεί σε ακραία συναισθηματική φόρτιση, του παρέστησε ότι αντιμετώπιζε ένα σοβαρότατο οικονομικό πρόβλημα, ήτοι ρευστότητας χρημάτων, συνεπεία του οποίου είχε αποφασίσει να εκποιήσει ένα ικανής αξίας ακίνητο (οικόπεδο με οικία) στην περιοχή του Βόλου, ιδιοκτησίας της και ότι, εξαιτίας της καθυστέρησης ευρέσεως αγοραστή, είχε άμεση ανάγκη από το ποσό της τάξεως των 5.000 ευρώ, προκειμένου με αυτό να εξοφλήσει μια μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού ομοίως 5.000 ευρώ, που είχε εκδώσει. Με τον τρόπο αυτό έπεισε τον εγκαλούντα, ο οποίος της έδωσε εν τέλει το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ, β) Περί τις αρχές του μηνός Ιανουάριου του έτους 2012, μεταβαίνοντας εκ νέου στο ιατρείο του εγκαλούντος και προσποιούμενη ξανά ότι ευρίσκεται σε ακραία συναισθηματική φόρτιση, του παρέστησε ότι δεν είχε ακόμη βρεθεί αγοραστής του ακινήτου της, ότι τελεί σε οικονομικό τέλμα ένεκα της εμπορικής της δραστηριότητας, γεγονός για το οποίο χρειάζεται άμεσα επιπλέον 5.000 ευρώ, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση επίκειται η εκκίνηση δικαστικής διαδικασίας για την αναγκαστική είσπραξη του χρέους της και συνακόλουθα διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του ως άνω ακινήτου της, διατεινόμενη δε επιπλέον ότι, αν το τελευταίο συμβεί, η ίδια δε θα μπορέσει να του επιστρέφει και το ως άνω αναφερόμενο αρχικά δοθέν προς αυτή ποσό των 5.000 ευρώ. Τοιουτοτρόπως δε, έπεισε τον εγκαλούντα, ο οποίος της χορήγησε εκ νέου ποσό της τάξεως των 5.000 ευρώ. Ακολούθως δε, γ) περί τα τέλη Φεβρουάριου του έτους 2012, σε μία ακόμη επίσκεψή της στο ιατρείο του εγκαλούντος, ζήτησε από τον τελευταίο ξανά χρήματα, ισχυριζόμενη προς αυτόν ότι εν τέλει βρέθηκε ένας ενδιαφερόμενος αγοραστής για το ως άνω ακίνητό της, πλην όμως, προκειμένου να προχωρήσει η πώληση, έπρεπε να εξοφληθούν αφενός μεν οφειλές της προς την εφορία, αφετέρου δε δαπάνες, αφορώσες την πολεοδομική και νομική τακτοποίηση του ακινήτου της, δαπάνες για τις οποίες απαιτούνταν το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ. Με τον τρόπο δε αυτό, έπεισε και πάλι τον εγκαλούντα να της καταβάλει και το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ.

Περαιτέρω, δ) το Μάρτιο του έτους 2012, ευρισκόμενη και πάλι στο ιατρείο του εγκαλούντος, του παρέστησε ότι την είχε εγκαταλείψει ο σύζυγός της, Δ. Κ., με τέσσερα παιδιά αβοήθητη και ότι κινδυνεύει να μείνει στον δρόμο, πείθοντάς τον με αυτόν τον τρόπο να της καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ, ενώ ε) το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2012 έως τον Μάρτιο του έτους 2013, με το πρόσχημα της ανάγκης προσωρινής συντήρησής της και εν τέλει επιβίωσής της, τον έπεισε και της κατέβαλε επιπλέον, τμηματικά, το ποσό των 18.000 ευρώ. Εν συνεχεία, στ) τον Απρίλιο του έτους 2013 και ενώ ο εγκαλών άρχισε να ζητά επιμόνως την επιστροφή των χρημάτων του, η ίδια του παρέστησε επιπλέον ότι, πέραν του ως προαναφερόμενου δικού της ακινήτου στον Βόλο, επρόκειτο να προβεί στην εκποίηση και έτερου ακινήτου, ιδιοκτησίας της, που κείται στην περιοχή της Αχαίας, με αγοραστές τον γαμπρό της και την κόρη της, ότι οι τελευταίοι επρόκειτο να προβούν άμεσα στη λήψη δανείου, ύψους 220.000 ευρώ, από την Εθνική Τράπεζα, το οποίο μάλιστα είχε "προεγκριθεί" καθώς και ότι από το ως άνω ποσό του δανείου, που η ίδια θα λάμβανε ως πωλήτρια, θα του εξοφλούσε όλα τα ποσά, που του όφειλε μέχρι τότε. Έτσι, έπεισε τον εγκαλούντα, ο οποίος από τον Απρίλιο του 2013 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2016, της έδωσε άλλα 10.000 ευρώ ενόψει και του ότι, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, η ίδια δικαιολογούσε την καθυστέρηση της εκταμίευσης του ως άνω δανείου, επικαλούμενη έξοδα δικηγόρων και μηχανικών, την απαίτηση της τράπεζας για την υπογραφή της σύμβασης δανείου και από εγγυητή καθώς και οφειλές του τελευταίου, που δημιουργούσαν προσκόμματα στην εκταμίευση του δανείου. Τέλος, επικαλούμενη δήθεν πρόσκαιρες ανάγκες της ίδιας, αλλά και των θυγατέρων της, ενόψει και της αναμονής της εκταμίευσης του ως άνω ποσού του δανείου, με το οποίο θα εξοφλούσε και τον εγκαλούντα, έπεισε τον εγκαλούντα να της καταβάλει επιπλέον τμηματικά : ζ) από τον Οκτώβριο του έτους 2016 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του έτους 2017, το ποσό των 44.150 ευρώ συνολικά, ενώ, η) από τον Οκτώβριο του έτους 2017 μέχρι Ιανουάριο του έτους 2018, το ποσό των 3.820 ευρώ συνολικά. Επομένως, ο εγκαλών της κατέβαλε το συνολικό ποσό των 186.470 ευρώ. Ωστόσο, τα ως άνω ισχυρισθέντα από μέρους της κατηγορούμενης ήταν ψευδή καθώς η αλήθεια είναι ότι, ναι μεν η κατηγορούμενη διαθέτει ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από α) μία παλιά ισόγεια προσφυγική οικία, εμβαδού 36,00 τ.μ. και τον παρακείμενο βοηθητικό χώρο εμβαδού 4,50 τ.μ., στην Ν. Ιωνία Μαγνησίας, που την απέκτησε δυνάμει του με αριθμό .../2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Βόλου Α. Μ., β) μία παλιά ισόγεια προσφυγική οικία, εμβαδού 37,47 τ.μ., στην Ν. Ιωνία Μαγνησίας, που απέκτησε δυνάμει του με αριθμό .../2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Βόλου Α. Μ. και γ) μία διώροφη παλιά οικία, η οποία αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο εμβαδού του καθενός 29,50 τ.μ., με τους παρακείμενους βοηθητικούς χώρους εμβαδού 31,00 τ.μ., η οποία βρίσκεται στην Ν. Ιωνία Μαγνησίας, και περιήλθε σε αυτή δυνάμει του με αριθμό .../2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Βόλου Α. Μ., πλην όμως, η εν λόγω περιουσία της είναι κατάχρεη, καθώς τα ως άνω ακίνητα βαρύνονται με προσημειώσεις υποθηκών, υποθήκες και αναγκαστικές κατασχέσεις, για ποσά μάλιστα που υπερβαίνουν κατά πολύ την ανωτέρω οφειλή της προς τον εγκαλούντα. γεγονός μάλιστα που σχεδόν αποκλείει την πώλησή τους. Επιπλέον δε, ουδέν δάνειο υπήρξε και δη προεγκεκριμένο, αλλά ούτε και ο Δ. Κ. είναι σύζυγός της, ο οποίος μάλιστα την εγκατέλειψε αβοήθητη, αλλά είναι ο σύντροφός της, ο οποίος ήταν καθ' όλο το χρονικό διάστημα μαζί της. Στις ως άνω πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, η κατηγορούμενη προέβη έχοντας δόλο και τελώντας, μάλιστα, σε πλήρη γνώση του ψεύδους των ως άνω αναληθών ισχυρισμών της, που παρίστανε ως αληθείς στον εγκαλούντα, κάθε φορά που του ζητούσε και έτερο χρηματικό ποσό, ενόψει του ότι, η ίδια γνώριζε πολύ καλά ότι ούτε δυνατότητα εκποίησης της όποιας περιουσίας της είχε, ούτε δάνεια ή χρηματοδοτήσεις μπορούσε να επιτύχει, ούτε βεβαίως τα σε αυτήν καταβληθέντα χρηματικά ποσά επρόκειτο να του επιστρέφει. Είχε δε επιπλέον σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 186.470 ευρώ, στο οποίο απέβλεπε εν τέλει και το οποίο συνιστά και την αντίστοιχη ισόποση περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος.". Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του, για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ στο οποίο απέβλεπε η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάσθηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2, 26 εδ.α', 27, 98, 386 παρ.1 εδ. β' - α' του ισχύοντος ΠΚ, αλλά και στις διατάξεις των άρθρων 405 παρ.1 εδ. α' και 464 του ισχύοντος ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ο τρόπος τέλεσης της ανωτέρω πράξης κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και με ιδιαίτερες σκέψεις και λεπτομερειακή παράθεση των περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και την προσήκουσα κατά τούτο αιτιολογική επάρκεια θεμελιώνεται η στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς και υποκειμενικώς του άνω εγκλήματος. Πιο συγκεκριμένα στην προσβαλλομένη απόφαση προσδιορίζονται οι απατηλές ενέργειες της κατηγορουμένης συνεπεία των οποίων παραπλανήθηκε ο εγκαλών παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας, εξειδικεύονται οι ψευδείς παραστάσεις της προς τον τελευταίο, αποσαφηνίζεται το είδος και ο τρόπος προκλήσεως της ζημίας του ως και ο αιτιώδης σύνδεσμος αφενός μεν μεταξύ της άνω συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας από αυτήν στον εγκαλούντα πλάνης, αφετέρου δε μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής διάθεσης, στην οποία προέβη ο τελευταίος προς την αναιρεσείουσα, δεδομένης δε της παραδοχής της εξακολουθητικής δράσης, γίνεται μνεία της χωριστής απατηλής συμπεριφοράς, που αναλογεί σε κάθε μερικότερη πράξη περιουσιακής διάθεσης. Ακόμη, θεμελιώνεται ο δόλος της αναιρεσείουσας και ο σκοπός αυτής να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη του παθόντος υποστηρίζοντος την κατηγορία η οποία προσδιορίζεται στο συνολικό ποσό των 186.470 ευρώ, στο οποίο αυτή απέβλεπε εν τέλει και το οποίο συνιστά και την αντίστοιχη ισόποση περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος και ειδικότερα θεμελιώνεται η γνώση του ψεύδους των παραστάσεων και η επιδίωξη της κατηγορουμένης για περιποίηση παράνομου περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 120.000 ευρώ υπέρ του εαυτού της με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του υποστηρίζοντος την κατηγορία. Το Δικαστήριο διέλαβε με ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και προσδιόρισε με αιτιολογική επάρκεια, σαφήνεια και πληρότητα τα ψευδή γεγονότα, τα οποία ανάγονται στο παρόν, αιτιολόγησε την γνώση της αναιρεσείουσας για την αναλήθειά τους και τον σκοπό της να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, και διέλαβε στην απόφαση ορθώς τα περιστατικά που θεμελιώνουν την παραδοχή ότι παραγωγός αιτία της παραπλάνησης του τελευταίου και της εξ αυτής προσπορισμού στην κατηγορούμενη παράνομου περιουσιακού οφέλους ποσού 186.470 ευρώ με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος, ήταν οι ψευδείς παραστάσεις της αναιρεσείουσας. Για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος και την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης αρκεί ότι η εξαιτίας των ψευδών παραστάσεων προκληθείσα πλάνη στον εγκαλούντα ήταν γενικά πρόσφορη, αντικειμενικά κρινόμενη, να προκαλέσει την πλάνη σ'αυτόν, ενώ είναι αδιάφορο αν ο τελευταίος μπορούσε να αποφύγει την πλάνη καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια και προσοχή (ΑΠ 804/2010), διότι δεν ασκεί επιρροή στην στοιχειοθέτηση της απάτης το αν ο παθών μπορούσε να αποφύγει την πλάνη καταβάλλοντας μεγαλύτερη επιμέλεια και προσοχή, η δε τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος δεν αίρει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς και της ζημίας και δεν επηρεάζει τους όρους της αντικειμενικής στοιχειοθέτησης της απάτης (ΑΠ 206/2011), και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμες. Συγκεκριμένα διέλαβε α) τις κατ' εξακολούθηση ψευδείς παραστάσεις της αναιρεσείουσας προς στον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας ότι τελούσε σε ακραία συναισθηματική φόρτιση, ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας χρημάτων, ότι συνεπεία αυτού σκόπευε να εκποιήσει οικόπεδο με οικία στην περιοχή του Βόλου, ότι εξ αιτίας της εμπορικής δραστηριότητάς της τελούσε σε οικονομικό τέλμα, ότι είχε βρεθεί αγοραστής για το ακίνητό της πλην όμως έπρεπε να τακτοποιηθούν οι οφειλές της στην εφορία και οι δαπάνες για την πολεοδομική και νομική τακτοποίηση του προς πώληση ακινήτου της, ότι σκόπευε να εκποιήσει άλλο ακίνητό της ευρισκόμενο στην Αχαΐα με αγοραστές συγγενικά της πρόσωπα, τα οποία θα ελάμβανα τραπεζικό δάνειο ύψους 220.000 ευρώ, β) τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ως άνω συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας από αυτή στον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας πλάνης, και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής διάθεσης, στην οποία προέβη ο παθών προς την αναιρεσείουσα, η οποία προσδιορίζεται στο ποσό των 186.470 ευρώ, γ) τον δόλο της αναιρεσείουσας και τον σκοπό αυτής να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη του υποστηρίζοντος την κατηγορία, αποβλέπουσα στο συνολικό ποσό αυτών με τις μερικότερες πράξεις του εγκληματικού της σχεδίου. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας και ορθής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ ως προς το ύψος του ποσού της περιουσιακής διάθεσης από τον εγκαλούντα προς την κατηγορουμένη και συνακόλουθα την προκληθείσα ζημία σε αυτόν, είναι αβάσιμη, καθόσον η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης διαλαμβάνει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος και τις σκέψεις που οδήγησαν το δικαστήριο για την κρίση του για το ύψος του ποσού της περιουσιακής διάθεσης καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη. Ουδεμία δε ασάφεια και αντίφαση υπάρχει για το συνολικό ποσό της περιουσιακής διάθεσης από τον εγκαλούντα προς την κατηγορουμένη και συνακόλουθα την προκληθείσα ζημία σε αυτόν εξαιτίας της προμνημονευθείσας απατηλής συμπεριφοράς της τελευταίας, καθόσον με τα γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο ορθώς και με αιτιολογική επάρκεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, προσδιορίζεται το καταβληθέν ποσό σε κάθε μερικότερη πράξη περιουσιακής διάθεσης με μνεία και της αντίστοιχης χωριστής απατηλής συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο δε συνεκτιμώντας και συναξιολογώντας όλα τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την επισημαινόμενη στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ως αγνοηθείσα ανώμοτη κατάθεση του παθόντος-εγκαλούντος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, την οποία συνεκτίμησε στο σύνολό της, συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε με βάση αυτά στην παραπάνω κρίση του προδιορίζοντας το συνολικό ποσό σε 186.470 ευρώ, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, η αναφορά τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα, ούτε και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας καθενός, αφού ουδόλως συνάγεται ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Περαιτέρω, το δικάσαν Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο κατά πιστή μεταφορά σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης και όσα προεκτέθηκαν, ερεύνησε με επιμέλεια, στα πλαίσια των απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών, ήτοι της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια και απάντησε διεξοδικώς και εκτεταμένως και απέρριψε με επάρκεια τους αρνητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ως προς το ύψος του χρηματικού ποσού που οφείλει και στο οποίο ανέρχεται η προξενηθείσα ζημία του εγκαλούντος. Πιο συγκεκριμένα το δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του: "...Ωστόσο, κατά τα τελευταία δύο έτη, φρόντιζε, τις περισσότερες φορές, να λαμβάνει απόδειξη για τα ποσά που έδινε στην κατηγορούμενη, συγκεντρώνοντας έτσι αποδείξεις συνολικού ποσού 40.000 ευρώ. Η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ήδη από το στάδιο της ανάκρισης ότι οφείλει στον κατηγορούμενο το παραπάνω ποσό των 40.000 ευρώ, αρνείται όμως την οφειλή του υπολοίπου ποσού, εκμεταλλευόμενη την έλλειψη αποδείξεων και ισχυριζόμενη ότι ο εγκαλών διογκώνει επίτηδες το οφειλόμενο ποσό, επιδιώκοντας έτσι την καταδίωξη της για απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον κατά το χρόνο άσκησης της έγκλησης, η απάτη με ζημία 40.000 ευρώ διωκόταν σε βαθμό κακουργήματος, οπότε δεν υπήρχε λόγος διόγκωσης του χρέους εκ μέρους του εγκαλούντος, ενώ, περαιτέρω, δεν προκύπτει κάποιο οικονομικό κίνητρο αυτού, αφού μέχρι σήμερα δεν έχει προσφύγει στα αστικά δικαστήρια για την ικανοποίηση της αξίωσης του κατά της κατηγορουμένης...". Με την ίδια εξάλλου επιμέλεια ερευνήθηκαν από το δικάσαν Δικαστήριο και υπερασπιστικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, τα οποία αρκούντως αποκρούει με την κύρια επί της ενοχής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνουσα σκέψεις και επ'αυτών, όπως προεκτέθηκε.

Περαιτέρω, οι ως άνω παρατεθείσες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσής του προς απόδειξη της ενοχής ούτε μετακύλιση στην κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα του βάρους απόδειξης της αθωότητάς της και ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου τεκμηρίου αθωότητας αυτής και του δικαιώματός της σε δίκαιη δίκη, αφού από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανελέγκτως το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε, στην κρίση περί της ενοχής της με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με σαφείς απαντήσεις, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ στηρίζει το διατακτικό της χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις και δεν χρειάζονταν επιπλέον αιτιολογίες για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα. Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της παραπάνω απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε η ενοχή της και όχι, διότι αυτή δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητά της, ενώ από τις προεκτεθείσες παραδοχές της εν λόγω απόφασης ουδόλως προκύπτει, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή της, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτής κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo". Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται διάσπαρτες στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Πλέον συγκεκριμένα, η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα αντίθεση, κατ' αυτήν, των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προς τις επισημαινόμενες με τον ως άνω πρόσθετο λόγο αναίρεσης ανώμοτη κατάθεση του εγκαλούντος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών, που κατά την άποψή της οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο τα ουσίας και αιτιάσεων που αποτελούν επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της και αμφισβήτηση των σε βάρος της ουσιαστικών παραδοχών της καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Περαιτέρω, από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, προκύπτει ότι, μετά την εκφώνηση του ονόματος της εκκαλούσας κατηγορούμενης και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκε ο Α. Λ. του Ι. μετά του συνηγόρου του Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου, Δικηγόρου Βόλου, και δήλωσε παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, ως και πρωτοδίκως, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από οποιονδήποτε κατά της ως άνω παράστασης, ενώ στη συνέχεια, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση της κατηγορούμενης, ο ως άνω εξετάσθηκε ανωμοτί (σελ 2-4 πρακτικών). Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο εν λόγω παρασταθείς προς υποστήριξη της κατηγορίας Α. Λ. του Ι., ο οποίος ήταν άμεσα παθών και δικαιούμενος να υποβάλει την έγκληση και να παραστεί στο ποινικό δικαστήριο προς υποστήριξη της κατηγορίας (άρθρ. 115 Π.Κ, 63, 67 Κ.Π.Δ.), υπέβαλε έγκληση σε βάρος της αναιρεσείουσας στις 4-7-2018, ήτοι καθ' ον χρόνο ίσχυε ο προϊσχύσας Ποινικός Κώδικας, σύμφωνα με τον οποίο το έγκλημα της απάτης διωκόταν αυτεπαγγέλτως. Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη, εφόσον ο παθών είχε υποβάλει έγκληση πριν την 1η Ιουλίου 2019 μολονότι κάτι τέτοιο δεν αποτελούσε προϋπόθεση για τη δίωξη της πράξης, δεν απαιτείται κάποια περαιτέρω ενέργεια από μέρους του μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, ανεξάρτητα από το εάν υφίσταται εκκρεμής ποινική διαδικασία και ανεξάρτητα από το εάν η έγκληση είχε υποβληθεί εντός τριμήνου από τη γνώση του παθόντος. Και τούτο διότι το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να επεκτείνει την αναδρομική εφαρμογή τήρησης της τρίμηνης προθεσμίας της έγκλησης που ορίζεται στο άρθρο 114 παρ.1 ΠΚ, διότι, στην περίπτωση αυτή, κατ' αυτόν τον τρόπο, απαιτεί ουσιαστικά συμμόρφωση του παθόντος, σε μη ισχύον, κατά το χρόνο υποβολής της μήνυσης - έγκλησης, νομοθετικό πλαίσιο, δεδομένου ότι, η δίωξη, τότε, ασκούνταν αυτεπάγγελτα. Επομένως, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, ότι ο παρασταθείς προς υποστήριξη της κατηγορίας δεν είχε υποβάλει νομότυπη και εμπρόθεσμη έγκληση, καθόσον το έγκλημα της απάτης, μετά την ισχύ του νέου Π.Κ. διώκεται κατ' έγκληση και ο εγκαλών υπέβαλε έγκληση στις 4-7-2018, ήτοι μετά την πάροδο της 3μηνης προθεσμίας, αφού είχε λάβει γνώση της πράξης και του δράστη, ήτοι στις 23-1-2018, με αποτέλεσμα να εξαλειφθεί το αξιόποινο και συνακόλουθα ο τελευταίος παρέστη παράνομα προς υποστήριξη της κατηγορίας, είναι αβάσιμες. Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α', Θ 'περ.γ' του ΚΠΔ, σχετικοί δεύτερος και τρίτος λόγοι του κύριου δικογράφου της αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας λόγω μη υποβολής έγκλησης και για απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παράστασης του προς υποστήριξη της κατηγορίας είναι αβάσιμοι. Πρέπει να σημειωθεί ότι η επισήμανση-αναφορά στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ότι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ο υποστηρίζων την κατηγορία εγκαλών με την από 25-7-2024 δήλωσή του, μετά από αμοιβαίες εξηγήσεις που δόθηκαν, δηλώνει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη της αναιρεσείουσας, δεν ασκεί καμμία επιρροή στην παρούσα αναιρετική δίκη, καθόσον ο Άρειος Πάγος δεν κρίνει επί της ουσίας της υπόθεσης, εάν δε εκτιμηθεί ως ανάκληση της έγκλησης είναι απαράδεκτη διότι κατ` άρθρο 55 παρ. 2 ΚΠοινΔ η ανάκληση της έγκλησης μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο σε όλη τη διάρκεια της δίκης και ωσότου δημοσιευθεί η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ αν η ανάκληση γίνει αργότερα είναι απαράδεκτη (ΑΠ 643/2024).
Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά και ως προς τους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίον, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του (ΑΠ 297/2020). Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων η κατά το άρθρο 84 παρ.2 περ. α' του Π.Κ., το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα. Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "Σύννομη" έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ` αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν` αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για την θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Έτσι, όταν η ποινή, μετά την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, τελεί σε προφανή δυσαναλογία με την βαρύτητα του εγκλήματος και την ποινική απαξία της πράξης ως και την επελθούσα από το έγκλημα βλάβη, η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται (Ολ.ΑΠ 2/2022). Επίσης, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ., το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει δε η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ., η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ισχύοντος Π.Κ. προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτησή του. Η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Έτσι, εν όψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξης, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, η οποία με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης απ' αυτόν των συνεπειών της πράξης του και του σταθερού εναρμονισμού του πλέον προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 835/2023, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 416/2022), ακόμα και κατά την κράτησή του (ΟλΑΠ 2/2022), διότι τότε μόνο η επιλογή του αυτή μαρτυρά την πραγματική του διάθεση και ενέχει σοβαρή στάση για την βελτιωμένη και χωρίς παραπτώματα διαβίωσή του (ΑΠ 174/2021, ΑΠ 28/2021), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 1596/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 290/2022, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 13/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε έχουν προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρ.141 παρ.3 Κ.Π.Δ.), προκύπτει ότι, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του Δικαστηρίου, έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο η συνήγορος της κατηγορούμενης αναιρεσείουσας και προέβαλε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό της ελαφρυντικών περιστάσεων με το εξής επί λέξει περιεχόμενο "ζητώ την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84§2 περ. α και ε του ΠΚ." (επισημαίνεται ότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι η συνήγορος αναφέρθηκε σε κατατεθέν εκ μέρους της σχετικού εγγράφου προς θεμελίωσή τους, ούτε επίσης αναφέρεται ότι κατατέθηκε εκ μέρους της τέτοιο έγγραφο).

Το Δικαστήριο απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, με την ακόλουθη αιτιολογία:

"Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη είχε μέχρι τη διάπραξη των άνω πράξεων σύννομο βίο, με τον με πραγματικό σεβασμό των έννομων αγαθών στην καθημερινή ζωή, την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή της, έχει καταδικαστεί δε στο παρελθόν και για άλλες αξιόποινες πράξεις, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του ποινικού της μητρώου, που αναγνώστηκε, και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός της περί αναγνώρισης της συνδρομής στο πρόσωπο της, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ. Επίσης, απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί αναγνώρισης της συνδρομής στο πρόσωπο της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ., καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτή συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της, απέχοντας από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά, ήτοι, δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή της παραπάνω κατηγορουμένης προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα..". Ο εν λόγω όμως αυτοτελής ισχυρισμός που προβλήθηκε μόνο με την απλή παράθεση-επίκληση των διατάξεων του νόμου χωρίς παντελώς, να γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών προς θεμελίωσή του, ήταν απαράδεκτος, αφού δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα να τον απορρίψει με ειδική αιτιολογία. Παρά ταύτα εκ περισσού τον απέρριψε με την προαναφερθείσα επαρκή αιτιολογία με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 84 παρ.α' και ε' του Π.Κ., με τις παραδοχές για μεν το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου ότι η κατηγορούμενη είχε καταδικασθεί και στο παρελθόν για άλλες αξιόποινες πράξεις και δεν είχε μέχρι τη διάπραξη των άνω πράξεων σύννομο βίο, με τον με πραγματικό σεβασμό των έννομων αγαθών στην καθημερινή ζωή, την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή της, για δε το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς ότι αυτή δεν συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της, απέχοντας από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά, που να υποδηλώνει την ουσιαστική μεταστροφή της προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ.578 του Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθ.εκθ.9/2024 από 2-7-2024 αίτηση και τους από 22-4-2025 πρόσθετους λόγους αυτής, της Δ. Π. του Κ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της με αριθμό 114/2024 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή