Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1071 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1071/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Διονυσία Νίκα -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Κωσταρέλλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ.
Συνήλθε ως συμβούλιο σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 30 Απριλίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της Μ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με τις υπ'αριθμ. 172/1-4-2022 και 115/175-2022 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Ευβοίας και του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Λαμίας, αντίστοιχα. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ευβοίας και το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Λαμίας, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 02.04.2025 αίτησή της, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 02.04.2025, έλαβε αριθμό 2502/2025 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Κωσταρέλλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την υπ' αριθ. πρωτ. 79/07.04.2025 πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ.1 περ. 5, 526 και 528 Κ.Ποιν.Δ.: 1) την από 2-4-2024 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας της Μ. Χ. του Δ., με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση των υπ' αριθμούς 172/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ευβοίας και 115/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας, αντιφατικών αποφάσεων και 2) την από 2-4-2024 αίτηση της ιδίας για την αναστολή εκτελέσεως της συνολικής ποινής ενός (1) έτους και τεσσάρων (4) μηνών, που της επιβλήθηκε με την υπ' αριθμόν 172/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ευβοίας και εκθέτω τα εξής:
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο αν .... ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, και σύμφωνα με την πέμπτη περίπτωση (αρ. 5) της ως άνω διατάξεως του Κ.Ποιν.Δ., αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας αποσκοπεί στην ανατροπή του δεδικασμένου προς αποκατάσταση της ουσιαστικής δικαιοσύνης που κλονίζεται από ουσιαστικά εσφαλμένες αμετάκλητες αποφάσεις. Με την έκτακτη αυτή διαδικασία επιλύεται η σύγκρουση μεταξύ δύο αρχών που πηγάζουν από την ίδια θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου, δηλαδή αφ' ενός της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αφ' ετέρου της ασφάλειας δικαίου, έτσι ώστε η δεύτερη (που εκφράζεται με το δεδικασμένο) να υποχωρεί κατ' εξαίρεση έναντι της πρώτης. Όπως συνάγεται από τις προβλέψεις της ανωτέρω διατάξεως, με την επανεξέταση της υποθέσεως που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, διώκεται, δια της ανατροπής του δεδικασμένου, η επανόρθωση μιας αντικειμενικά και αδιαμφισβήτητα κατάδηλα εσφαλμένης περί τα πράγματα δικαστικής κρίσης (ΑΠ1170/2023, ΑΠ 665/2023, ΑΠ 73/2023). Προς τούτο, είτε ακυρώνεται η μεταγενέστερη καταδικαστική απόφαση, αφού η προγενέστερη αθωωτική απόφαση αποκτά πλήρως την ισχύ της, από σεβασμό προς το εξ αυτής παραχθέν δεδικασμένο, είτε ακυρώνονται αμφότερες οι αποφάσεις (καταδικαστική και αθωωτική), αν διαπιστωθεί ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη ακολούθησε αθωωτική απόφαση για την ίδια, κατά τα αντικειμενικά της στοιχεία, πράξη (idem factum) που τελέστηκε από το αυτό πρόσωπο. (ΑΠ 792/2014 (Σε Συμβούλιο). Και τούτο διότι, για την άρση της υποκείμενης σύγκρουσης και αντιφατικότητας, παρίσταται επιβεβλημένη η ακύρωση αμφοτέρων των αποφάσεων [ΑΠ 1906/2003, ΑΠ 1351/2003, ΑΠ 1819/2002, ΑΠ 1192/1993, ΑΠ 1342/1991], ώστε να καταστεί δυνατή η εκφορά νέας κρίσης, στο πλαίσιο της νέας συζήτησης στο ακροατήριο [Θ. Δαλακούρα, 2007, σελ. 167]. Σε περίπτωση δε αποδοχής της αίτησης επανάληψης, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 αρ. 5 ΚΠΔ, το αρμόδιο κατά νόμο δικαστικό συμβούλιο ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο δικαστήριο, ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση (άρθρο 529 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ). Έχει γίνει δεκτό ότι επιτρέπεται επανάληψη της διαδικασίας εφόσον το αθωωτικό δεδικασμένο που προηγήθηκε ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο που δίκασε, είναι δε αδιάφορο εάν η αθωωτική απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη πριν ή μετά την αμετάκλητη καταδίκη, αρκεί ότι δεν είχε υποβληθεί στην κρίση των Δικαστών που δίκασαν για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 7/2003 και ΑΠ 650/2000) Επειδή σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 3, 529 του νέου ΚΠΔ., η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται. Κατά τα άρθρα 528 παρ. 3 και 529 του Κ.Ποιν.Δ., η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους, για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, αρμόδιο δε να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο (Α.Π. 1027/2020). Η αίτηση συζητείται στην ουσία της και δεν απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, ακόμη και αν δεν εμφανιστεί ο αιτών.
Η παραδοχή της αίτησης αναστολής προϋποθέτει ασκηθείσα, τυπικά παραδεκτή αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Επίσης, νόμιμα με την αίτηση αυτή (επανάληψης της διαδικασίας) ασκείται και αυτοτελής αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας (ΑΠ 250/2023, ΑΠ 603/2022, ΑΠ 200/2021). Προϋπόθεση για να χορηγηθεί αναστολή στην εκτέλεση ποινής, που εκτίεται με βάση αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, είναι, κατά κύριο λόγο, η πιθανολόγηση της ευδοκίμησης της τελευταίας (ΑΠ 1644/2022, ΑΠ 1325/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση η Μ. Χ. του Δ. με την υπ' αριθμόν 172/13-4-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ευβοίας καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός (1) έτους και τεσσάρων (4) μηνών για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση (224 παρ.1 και 229 παρ.1 ΠΚ) και συγκεκριμένα για το ότι: "Στη Χαλκίδα στις 3-6-2014 ενεργώντας με πρόθεση τέλεσε τα κάτωθι εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α) Εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν και ειδικότερα, αφού παρουσιάσθηκε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδας και του αρμόδιου για την παραλαβή αναφορών - εγκλήσεων γραμματέως, κατέθεσε την υπό ιδία ημερομηνία μήνυσή της, η οποία έλαβε ΑΒΜ Σ 2014/285 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χαλκίδας, (η οποία εν συνεχεία διαβιβάσθηκε και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θήβας και έλαβε ΑΒΜ Β 2014/216), κατά διαφόρων Δικαστικών και Εισαγγελικών λειτουργών του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, μεταξύ των οποίων και σε βάρος του Ι. Π. του Κ., Πρωτοδίκη Χαλκίδας, με την οποία μήνυση ανέφερε ψευδώς για τον προαναφερόμενο Δικαστικό Λειτουργό ότι από κοινού με τους υπόλοιπους εγκαλουμένους Δικαστικούς Λειτουργούς τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της δωροληψίας δικαστή, ισχυριζόμενη ότι λόγω παράνομης, ως διατείνεται, εμπλοκής αστυνομικών οργάνων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ευβοίας σε σχέση με αστικές (εργατικές και εμπράγματες) διαφορές που είχε, δέχεται έναν ανηλεή "πόλεμο" από την Αστυνομική Διεύθυνση Ευβοίας που εξ αντικειμένου και λόγω της επιρροής που έχει στην άσκηση της δικαστικής και εισαγγελικής λειτουργίας επηρεάζει υπέρ των αστυνομικών και των αντιδίκων της, την κρίση των Εισαγγελικών και Δικαστικών Λειτουργών, με αποκορύφωμα του παραπάνω "πολέμου" την παράνομη μετάθεση του αστυνομικού συζύγου της από την Χαλκίδα στην Κάρυστο και τον βαρύτατο ξυλοδαρμό της από τον αστυνομικό Μ. Μ., ότι πέραν αυτών οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί που χειρίστηκαν τις παραπάνω υποθέσεις της, μεταξύ των οποίων και ο Ι. Π. του Κ., δέχτηκαν ανταλλάγματα για να ενεργήσουν μεροληπτικά εναντίον της και να προχωρήσουν στην έκδοση αποφάσεων και σε άλλες ενέργειες προκειμένου να έχουν αίσια για τους αντιδίκους της και δυσμενή για αυτήν έκβαση οι υποθέσεις της, ότι δεν περιορίστηκαν μόνο στη δική τους μεροληπτική δραστηριότητα αλλά έναντι των παραπάνω ανταλλαγμάτων επηρέασαν λόγω των συναδελφικών και άλλων σχέσεων που διατηρούσαν και τους υπόλοιπους μηνυόμενους Δικαστικούς Λειτουργούς όπως και αυτοί σε υποθέσεις που χειρίζονταν με διάδικο αυτή (την κατηγορουμένη) να επιδείξουν την ίδια μεροληπτική στάση, προκειμένου να έχουν αίσια για τους αντιδίκους της και δυσμενή για αυτήν έκβαση οι υποθέσεις της, ότι ένας από τους βασικούς αντιδίκους της (που δεν κατονομάζει) κατά την διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν στο στάδιο της απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών τους, ανέφερε χαρακτηριστικά για να ενισχύσει την θέλησή της για την επίλυση των υποθέσεων, πόσο πολύ της έχει στοιχίσει το "τάισμα" των Δικαστών για να εκδίδονται θετικές αποφάσεις και για να "ταΐζουν" και αυτοί άλλους δικαστές που χειρίζονται τις υποθέσεις, αλλά και το "τάισμα" των αστυνομικών και ότι ενδεικτικά αναφέρει, πως κατόπιν υποβολής της από 9-5-2014 αιτήσεως εξαιρέσεως κατά κάποιων εκ των μηνυομένων Δικαστικών Λειτουργών, παρόλο που η εισαγγελική πρόταση δεχόταν το ορισμένο και βάσιμο αυτής, εντούτοις το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με πρόεδρο τη Δικαστική Λειτουργό Χριστίνα Λίμουρα, της οποίας ζητούνταν η εξαίρεση, παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, το οποίο απέρριψε τελικά την αίτησή της κατά την συνεδρίαση της 13-5-2014 με προεδρεύουσα την Δικαστική Λειτουργό Κωνσταντίνα Σπηλιωτοπούλου, της οποίας είχε ζητηθεί επίσης η εξαίρεση και ότι, τέλος, καθίσταται σαφής η εναντίον της προκατάληψη, οι δε μηνυόμενοι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί με την σκοπιμότητα της μεροληψίας εξ ωφελιμιστικών λόγων ενήργησαν και θα ενεργήσουν εναντίον της. Πλην όμως, όλα τα παραπάνω καταγγελλόμενα σε βάρος του Ι. Π. και των λοιπών Δικαστικών Λειτουργών ήταν εν γνώσει της ψευδή καθότι ουδέποτε δωροδοκήθηκε, ούτε και παρέβη τα καθήκοντά του κανένας εξ αυτών και συγκεκριμένα ο Ι. Π. προκειμένου να την βλάψει ή να ωφελήσει παράνομα τρίτον αντίδικο της, γεγονός που το γνώριζε η κατηγορουμένη. Στην πράξη της δε αυτή (της υποβολής της ανωτέρω ψευδούς μηνύσεως - εγκλήσεως) προέβη προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του Ι. Π. για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της δωροληψίας Δικαστή, γεγονός το οποίο δεν επετεύχθη καθότι η ως άνω ψευδής έγκλησή της απορρίφθηκε κατά άρθρο 47 ΚΠΔ ως αβάσιμη κατ' ουσίαν δυνάμει της υπ' αριθμό 50/2015 Διάταξης Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θηβών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμό 6/2016 διάταξη Εισαγγελέως Εφετών Ευβοίας, η οποία απέρριψε την προσφυγή κατά άρθρο 48 ΚΠΔ κατά της Διάταξης αυτής. Β) Κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, βεβαίωσε το περιεχόμενο της με ΑΒΜ Σ 2014/285 (Β 2014/216) εγκλήσεώς της σε βάρος του Πρωτοδίκη Χαλκίδας, Π., η οποία έγκληση ήταν ψευδής, σύμφωνα με τα ανωτέρω περιγραφόμενα στο σκεπτικό και στην προηγούμενη διάταξη και η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει του ψεύδους της".
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησε αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1171/18-9-2023 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου δια της οποίας απερρίφθη η ως άνω αίτηση αναίρεσης και συνεπώς η τελευταία απόφαση (172/13-4-2022 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ευβοίας) κατέστη αμετάκλητη (σχετ. η με αρ. πρωτ. 193/31-5-2024 Βεβαίωση του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου).
Η ίδια κατηγορουμένη για τις ίδιες, ακριβώς, δηλαδή της ψευδούς κατάθεσης και της ψευδούς καταμήνυσης, αξιόποινες πράξεις αθωώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμόν 115/17-5-2022 αμετάκλητη εν μέρει απαλλακτική (και κατά τα λοιπά καταδικαστική) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας κατά της οποίας απαλλακτικής απόφασης δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε αναίρεση εντός μηνός από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (σχετ. η με αρ. πρωτ. 196/31-5-2024 Βεβαίωση του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου επί της από 14-6-2022 αίτησης αναίρεσης της ανωτέρω κατά της 115/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας ως προς το καταδικαστικό τμήμα αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1174/18-9-2023 απορριπτική της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως Ποινική Απόφαση του Ζ' Τμήματος του Αρείου Πάγου ).
Μετά ταύτα και επειδή προηγήθηκε η καταδικαστική απόφαση της απαλλακτικής απόφασης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά (μήνυση με ΑΒΜ Σ 2014/285 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χαλκίδας, η οποία συνέχεια διαβιβάστηκε και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θήβας και έλαβε ΑΒΜ Β 2014/2016 κατά διαφόρων Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών του Πρωτοδικείου Χαλκίδας μεταξύ των οποίων και σε βάρος του Ι. Π. του Κ., Πρωτοδίκη Χαλκίδας) πρέπει να γίνει δεκτή η από 2-4-2025 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας της Μ. Χ. του Δ. για τις ανωτέρω δύο αντιφατικές αποφάσεις και αφού ακυρωθούν και οι δύο αυτές αποφάσεις να παραπεμφθεί η εκδίκαση της κατηγορίας αυτής στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών (άρθρο 528 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) για νέα εκδίκαση και άρση της αντιφατικότητας των αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ευβοίας και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας.
Σχετικά δε με το αίτημα περί αναστολής εκτέλεσης της συνολικής ποινής φυλακίσεως του ενός (1) έτους και τεσσάρων (4) μηνών που επιβλήθηκε στην κατηγορουμένη με την υπ' αριθμόν 172/13-4-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ευβοίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 531 Κ.Ποιν.Δ., συνεπεία της προϋπόθεσης να εκτίεται η ποινή με βάση αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, λόγω της μη έκτισης από την αιτούσα της εν λόγω ποινής, η οποία έχει ανασταλεί επί τριετία, δεν είναι νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ :
1) Να γίνει δεκτή η από 2-4-2025 αίτηση της Μ. Χ. του Δ. για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με τις υπ' αριθμούς: 1) 172/13-4-2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας και 2) 115/17-5-2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, 2) Να ακυρωθούν οι υπ' αριθμούς: 1) 172/13-4-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας και 2) 115/17-5-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, 3) Να παραπεμφθεί η εκδίκαση της κατηγορίας αυτής στο ομοιόβαθμο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών.
4) Να απορριφθεί το αίτημα περί αναστολής εκτέλεσης της συνολικής ποινής φυλακίσεως του ενός (1) έτους και τεσσάρων (4) μηνών που επιβλήθηκε στην κατηγορουμένη με την υπ' αριθμόν 172/13-4-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ευβοίας, καθόσον δεν εκτίεται.
Η Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Μαρία Α. Γκανέ"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΚΠΔ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 162 του Ν.4855/2021/12-11-2021) η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση 5 του ανωτέρω άρθρου, κατά την οποία η διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται, αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη, αποδείχτηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα για την ίδια πράξη. Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επανάληψης της διαδικασίας είναι κατά τις διακρίσεις της παρ.3 του άρ.528 ΚΠΔ το Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, το οποίο αν δεχθεί την αίτηση ακυρώνει την απόφαση και εάν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε Δικαστήριο, στην περίπτωση δε του αρ.525 παρ. 1 αριθ. 5 ΚΠΔ, σε άλλο Δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής (525 παρ.1 περ.5), όταν υπάρχουν δύο αντιφατικές αποφάσεις για την ίδια κατηγορία και για το ίδιο έγκλημα του ίδιου δράστη προκειμένου να αρθεί η αβεβαιότητα που δημιουργείται ως προς την ορθότητα της καταδίκης, ως εκ της επακολουθησάσης αθωώσεως, ακυρώνονται αμφότερες οι αποφάσεις αυτές (καταδικαστική και αθωωτική) και διατάσσεται η επανάληψη της διαδικασίας, και η παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο, αν αυτό είναι αναγκαίο. Δεν είναι όμως αναγκαίο, όταν κατά την συζήτηση της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, η πράξη για την οποία καταδικάστηκε (ή αθωώθηκε) ο αιτών έχει υποκύψει στην οικεία παραγραφή. Στην περίπτωση αυτή, διατάσσεται η οριστική παύση της ποινικής δίωξης, αφού η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από τον Άρειο Πάγο ( ΑΠ 466/20217, ΑΠ 209/2012, ΑΠ 300/2009, ΑΠ 1906/2003, ΑΠ 1351/2003). Αντίθετα, στην περίπτωση κατά την οποία προηγήθηκε η αθωωτική απόφαση, δηλαδή αυτή εκδόθηκε και έγινε αμετάκλητη πριν την έκδοση της καταδικαστικής, τότε το αρμόδιο Συμβούλιο θα περιορισθεί να ακυρώσει μόνο την μεταγενέστερη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, χωρίς να διατάξει νέα συζήτηση της υποθέσεως, αφού η προγενέστερη αθωωτική απόφαση αποκτά πλήρως την ισχύ της, από σεβασμό προς το εξ αυτής παραχθέν δεδικασμένο (ΑΠ 1574/2023, ΑΠ 508/2023, ΑΠ 792/2014).
Εξάλλου, η αξιόποινη πράξη του ίδιου κατηγορουμένου, για την οποία εκδόθηκαν τόσο η καταδικαστική όσο και η αθωωτική απόφαση, πρέπει να είναι η ίδια, νοούμενη ως idem factum και όχι ως idem crimen, δηλαδή η ταυτότητα της πράξης θα πρέπει να αναφέρεται στο ιστορικό γεγονός και όχι στον νομικό χαρακτηρισμό (ΑΠ 508/2023, ΑΠ 1574/2023, ΑΠ 1410/2020, ΑΠ 991/2017). Επίσης, αμφότερες οι συγκρουόμενες αποφάσεις (καταδικαστική και αθωωτική) πρέπει να είναι αμετάκλητες κατά την έννοια του άρθρου 546 παρ. 2 ΚΠΔ, δηλαδή να μην επιτρέπεται εναντίον τους η άσκηση κανενός ενδίκου μέσου ή το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο να μην ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή να ασκήθηκε εμπρόθεσμα και να απορρίφθηκε (ΑΠ 1574/2023, ΑΠ 508/2023, ΑΠ 1410/2020, ΑΠ 516/2013).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α', 3 και 529 του ΚΠΔ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα που νομιμοποιούνται και πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, αρμόδιο δε να αποφασίσει επ' αυτής (αίτησης επανάληψης της διαδικασίας) είναι το Συμβούλιο Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, σε κάθε άλλη δε περίπτωση το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και τα έγγραφα που υπάρχουν στον φάκελο της δικογραφίας ή επισυνάπτονται στην αίτηση (ΑΠ 946/2020), η δε σχετική αίτηση συζητείται στην ουσία της, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αιτών εφόσον φυσικά ο τελευταίος έχει κληθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, να παραστεί στη συζήτησή της, σε περίπτωση δηλαδή ερημοδικίας του αιτούντος, η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας δεν απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, αλλά ερευνάται στην ουσία της σαν να ήταν και ο αιτών παρών (ΑΠ 508/2023, ΑΠ 243/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρίση από 2-4-2024 αίτηση της Μ. Χ. του Δ., κατοίκου ... που κατατέθηκε αυτοπροσώπως από την ίδια στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 28-7- 2022, ζητείται η προς το συμφέρον της επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 172/2022 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Ευβοίας με την οποία καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα, για το λόγο ότι μετά την αμετάκλητη ως άνω καταδίκη της, αθωώθηκε για τις ίδιες πράξεις, με τη μεταγενέστερη υπ'αριθμ.115/2022 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Λαμίας. Η αίτηση αυτή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (δηλαδή του Αρείου Πάγου ως Συμβουλίου) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 528 παρ.1, 3 και 529 του ΚΠΔ και είναι νόμιμη (525 παρ.1 περ.5 ΚΠΔ). Πρέπει επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν, παρά την απουσία της αιτούσας, (αρ.529 εδ.β* ΚΠΔ), η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και ειδοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την παρούσα συνεδρίαση, προκειμένου να υποστηρίξει την κρινόμενη αίτησή της (άρ. 529 εδ. α' και β' του ΚΠΔ), με θυροκόλληση (άρ. 155 παρ. 2 εδ. β' ΚΠοινΔ) στην οικία της, της υπ'αριθ. ... κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (σχετ. το από 9/4/2025 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ/κα του Α Τ Χαλκίδας Ε. Μ.) και με επίδοση αντιγράφου της ως άνω κλήσεως στην αντίκλητο δικηγόρο της Καμπουρόγλου Ελένη, (σχετ. το από 9-4-2025 αποδεικτικό επιδόσεως του ίδιου ως άνω επιμελητή (άρ. 155 παρ.2 εδ. δ' ΚΠοινΔ), που έχουν επισυναφθεί στον φάκελο της δικογραφίας.
Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, αποδεικνύονται τα ακολούθως περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. 172/3- 4-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ευβοίας, η κατηγορούμενη και ήδη αιτούσα καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα (άρ. 229 παρ.1, 224 παρ.1 ΠΚ) και συγκεκριμένα για το ότι: "Στην Χαλκίδα, στις 3-6-2014 ενεργώντας με πρόθεση τέλεσε τα κάτωθι εγκλήματα και συγκριμένα Α) Εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν και ειδικότερα, αφού παρουσιάσθηκε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδας και του αρμόδιου για την παραλαβή αναφορών - εγκλήσεων γραμματέως, κατέθεσε την υπό ιδία ημερομηνία μήνυση της, η οποία έλαβε ΑΒΜ Σ 2014/285 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χαλκίδας, (η οποία εν συνεχεία διαβιβάσθηκε και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θήβας και έλαβε ΑΒΜ Β 2014/216), κατά διαφόρων Δικαστικών και Εισαγγελικών λειτουργών του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, μεταξύ των οποίων και σε βάρος του Ι. Π. του Κ., Πρωτοδίκη Χαλκίδας, με την οποία μήνυση ανέφερε ψευδώς για τον προαναφερόμενο Δικαστικό Λειτουργό ότι από κοινού με τους υπόλοιπους εγκαλούμενους Δικαστικούς Λειτουργούς τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της δωροληψίας δικαστή, ισχυριζόμενη ότι λόγω παράνομης, ως διατείνεται, εμπλοκής αστυνομικών οργάνων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ευβοίας σε σχέση με αστικές (εργατικές και εμπράγματες) διαφορές που είχε, δέχεται έναν ανηλεή "πόλεμο" από την Αστυνομική Διεύθυνση Ευβοίας, που εξ αντικειμένου και λόγω της επιρροής που έχει στην άσκηση της δικαστικής και εισαγγελικής λειτουργίας επηρεάζει υπέρ των αστυνομικών και των αντιδίκων της, την κρίση των Εισαγγελικών και Δικαστικών Λειτουργών, με αποκορύφωμα του παραπάνω "πολέμου" την παράνομη μετάθεση του αστυνομικού συζύγου της από την Χαλκίδα στην Κάρυστο και τον βαρύτατο ξυλοδαρμό της από τον αστυνομικό Μ. Μ., ότι πέραν αυτών οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί που χειρίστηκαν τις παραπάνω υποθέσεις της, μεταξύ των οποίων και ο Ι. Π. του Κ., δέχτηκαν ανταλλάγματα για να ενεργήσουν μεροληπτικά εναντίον της και να προχωρήσουν στην έκδοση αποφάσεων και σε άλλες ενέργειες προκειμένου να έχουν αίσια για τους αντιδίκους της και δυσμενή για αυτήν έκβαση οι υποθέσεις της, ότι δεν περιορίστηκαν μόνο στη δική τους μεροληπτική δραστηριότητα αλλά έναντι των παραπάνω ανταλλαγμάτων επηρέασαν λόγω των συναδελφικών και άλλων σχέσεων που διατηρούσαν και τους υπόλοιπους μηνυόμενους Δικαστικούς Λειτουργούς όπως και αυτοί σε υποθέσεις που χειρίζονταν με διάδικο αυτή (την κατηγορουμένη) να επιδείξουν την ίδια μεροληπτική στάση, προκειμένου να έχουν αίσια για τους αντιδίκους της και δυσμενή για αυτήν έκβαση οι υποθέσεις της, ότι ένας από τους βασικούς αντιδίκους της (που δεν κατονομάζει) κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν στο στάδιο της εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών τους, ανέφερε χαρακτηριστικά για να ενισχύσει τη θέληση της για την επίλυση των υποθέσεων, πόσο πολύ της έχει στοιχίσει το τάισμα των Δικαστών για να εκδίδονται θετικές αποφάσεις και για να "ταΐζουν" και αυτοί άλλους δικαστές που χειρίζονται τις υποθέσεις, αλλά και το "τάισμα" των αστυνομικών και ότι ενδεικτικά αναφέρει, πως κατόπιν υποβολής της από 9-5-2014 αιτήσεως εξαιρέσεως κατά κάποιων εκ των μηνυομένων Δικαστικών Λειτουργών, παρόλο που η εισαγγελική πρόταση δεχόταν το ορισμένο και βάσιμο αυτής, εντούτοις το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με πρόεδρο τη Δικαστική Λειτουργό Χριστίνα Λίμουρα. της οποίας ζητούνταν η εξαίρεση, παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, το οποίο απέρριψε τελικά την αίτησή της κατά την συνεδρίαση της 13-5-2014 με προεδρεύουσα την Δικαστική Λειτουργό Κωνσταντίνο Σπηλιωτοπούλου, της οποίας είχε ζητηθεί επίσης η εξαίρεση και ότι, τέλος, καθίσταται σαφής η εναντίον της προκατάληψη, οι δε μηνυόμενοι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί λειτουργοί με την σκοπιμότητα της μεροληψίας εξ ωφελιμιστικών λόγων ενήργησαν και ενεργήσουν εναντίον της. Πλην όμως, όλα τα παραπάνω καταγγελλόμενα σε βάρος του Ι. Π. και των λοιπών Δικαστικών Λειτουργών ήταν εν γνώσει της ψευδή καθότι ουδέποτε δωροδοκήθηκε ούτε και παρέβη τα καθήκοντά του κανένας εξ αυτών και συγκεκριμένα ο Ι. Π. προκειμένου να την βλάψει ή να ωφελήσει παράνομα τρίτον αντίδικο της, γεγονός που το γνώριζε η κατηγορουμένη. Στην πράξη της δε αυτή (της υποβολής της ανωτέρω ψευδούς μηνύσεως - εγκλήσεως) προέβη προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του Ι. Π. για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της δωροληψίας Δικαστή, γεγονός το οποίο δεν επετεύχθη καθότι η ως άνω ψευδής έγκλησή της απορρίφθηκε κατά άρθρο 47 ΚΠΔ ως αβάσιμη κατ' ουσίαν δυνάμει της υπ' αριθμό 50/2015 Διάταξης Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θηβών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμό 6/2016 διάταξη Εισαγγελέως Εφετών Ευβοίας, η οποία απέρριψε την προσφυγή κατά άρθρο 48 ΚΠΔ κατά της Διάταξης αυτής. Β) Κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενη ενόρκως ος μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, βεβαίωσε το περιεχόμενο της με ΑΒΜ Σ 2014/285 (Β 2014/216) εγκλήσεως της σε βάρος του Πρωτοδίκη Χαλκίδας, Ι. Π., η οποία έγκληση ήταν ψευδής, σύμφωνα με τα ανωτέρω περιγραφόμενα στο σκεπτικό και στην προηγούμενη διάταξη και η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει του ψεύδους της". Η παραπάνω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού απορρίφθηκε η κατ' αυτής από 27-6-2016 αίτηση αναίρεσης της αιτούσας, με την υπ" αριθμ 1171/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, μετά την αμετάκλητη αυτή καταδίκη της η αιτούσα, αθωώθηκε για τις ίδιες ακριβώς ως άνω πράξεις, με την υπ'αριθμ. 115/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Λαμίας, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αναίρεση από τον Εισαγγελέα και έχει καταστεί αμετάκλητη. Με βάση τα ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση είναι και στην ουσία της βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθούν οι υπ'αριθμ. 172/3-4-2022 και 115/2022, αντιφατικές αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ευβοίας και Λαμίας αντίστοιχα. Δεδομένου όμως ότι οι πράξεις για τις οποίες εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές, τελέστηκαν στις 3/6/2014 και είναι πλημμελήματα, έχουν υποκύψει στην οικεία παραγραφή (άρθ. 111 παρ. 3 και 113 παρ. 1, 2 και 3 του ΠΚ).
Συνεπώς, η παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ομοιόβαθμο Δικαστήριο δεν είναι αναγκαία, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προπαρατεθίείσα νομική σκέψη, αλλά πρέπει να παύσει οριστικά η κατά της αιτούσας ποινική δίωξη για τις προαναφερόμενες πράξεις. Το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της συνολικής ποινής φυλακίσεως του ενός έτους και τεσσάρων μηνών που επιβλήθηκε στην κατηγορουμένη με την υπ' αριθμ. 172/13-4-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Ευβοίας πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 531 ΚΠΔ είναι να εκτίεται η ποινή με βάση αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, ενώ εν προκειμένω η ως άνω επιβληθείσα ποινή έχει ανασταλεί επί τριετία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 2-4-2024 αίτηση της Μ. Χ. του Δ., με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με τις υπ'αριθμ. 172/1-4-2022 και 115/175-2022 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Ευβοίας και του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Λαμίας, αντίστοιχα.
Ακυρώνει τις ανωτέρω αποφάσεις
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος της αιτούσας για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυτα και συγκεκριμένα για το ότι: "Στην Χαλκίδα, στις 3-6-2014 ενεργώντας με πρόθεση τέλεσε τα κάτωθι εγκλήματα και συγκριμένα Α) Εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν και ειδικότερα, αφού παρουσιάσθηκε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδας και του αρμόδιου για την παραλαβή αναφορών - εγκλήσεων γραμματέως, κατέθεσε την υπό ιδία ημερομηνία μήνυση της, η οποία έλαβε ΑΒΜ Σ 2014/285 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χαλκίδας, (η οποία εν συνεχεία διαβιβάσθηκε και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θήβας και έλαβε ΑΒΜ Β 2014/216), κατά διαφόρων Δικαστικών και Εισαγγελικών λειτουργών του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, μεταξύ των οποίων και σε βάρος του Ι. Π. του Κ., Πρωτοδίκη Χαλκίδας, με την οποία μήνυση ανέφερε ψευδώς για τον προαναφερόμενο Δικαστικό Λειτουργό ότι από κοινού με τους υπόλοιπους εγκαλούμενους Δικαστικούς Λειτουργούς τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της δωροληψίας δικαστή, ισχυριζόμενη ότι λόγω παράνομης, ως διατείνεται, εμπλοκής αστυνομικών οργάνων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ευβοίας σε σχέση με αστικές (εργατικές και εμπράγματες) διαφορές που είχε, δέχεται έναν ανηλεή "πόλεμο" από την Αστυνομική Διεύθυνση Ευβοίας, που εξ αντικειμένου και λόγω της επιρροής που έχει στην άσκηση της δικαστικής και εισαγγελικής λειτουργίας επηρεάζει υπέρ των αστυνομικών και των αντιδίκων της, την κρίση των Εισαγγελικών και Δικαστικών Λειτουργών, με αποκορύφωμα του παραπάνω "πολέμου" την παράνομη μετάθεση του αστυνομικού συζύγου της από την Χαλκίδα στην Κάρυστο και τον βαρύτατο ξυλοδαρμό της από τον αστυνομικό Μ. Μ., ότι πέραν αυτών οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί που χειρίστηκαν τις παραπάνω υποθέσεις της, μεταξύ των οποίων και ο Ι. Π. του Κ., δέχτηκαν ανταλλάγματα για να ενεργήσουν μεροληπτικά εναντίον της και να προχωρήσουν στην έκδοση αποφάσεων και σε άλλες ενέργειες προκειμένου να έχουν αίσια για τους αντιδίκους της και δυσμενή για αυτήν έκβαση οι υποθέσεις της, ότι δεν περιορίστηκαν μόνο στη δική τους μεροληπτική δραστηριότητα αλλά έναντι των παραπάνω ανταλλαγμάτων επηρέασαν λόγω των συναδελφικών και άλλων σχέσεων που διατηρούσαν και τους υπόλοιπους μηνυόμενους Δικαστικούς Λειτουργούς όπως και αυτοί σε υποθέσεις που χειρίζονταν με διάδικο αυτή (την κατηγορουμένη) να επιδείξουν την ίδια μεροληπτική στάση, προκειμένου να έχουν αίσια για τους αντιδίκους της και δυσμενή για αυτήν έκβαση οι υποθέσεις της, ότι ένας από τους βασικούς αντιδίκους της (που δεν κατονομάζει) κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν στο στάδιο της εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών τους, ανέφερε χαρακτηριστικά για να ενισχύσει τη θέληση της για την επίλυση των υποθέσεων, πόσο πολύ της έχει στοιχίσει το τάιμα των Δικαστών για να εκδίδονται θετικές αποφάσεις και για να "ταΐζουν" και αυτοί άλλους δικαστές που χειρίζονται τις υποθέσεις, αλλά και το "τάισμα" των αστυνομικών και ότι ενδεικτικά αναφέρει, πως κατόπιν υποβολής της από 9-5-2014 αιτήσεως εξαιρέσεως κατά κάποιων εκ των μηνυομένων Δικαστικών Λειτουργών, παρόλο που η εισαγγελική πρόταση δεχόταν το ορισμένο και βάσιμο αυτής, εντούτοις το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με πρόεδρο τη Δικαστική Λειτουργό Χριστίνα Λίμουρα της οποίας ζητούνταν η εξαίρεση, παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, το οποίο απέρριψε τελικά την αίτησή της κατά την συνεδρίαση της 13-5-2014 με προεδρεύουσα την Δικαστική Λειτουργό Κωνσταντίνο Σπηλιωτοπούλου, της οποίας είχε ζητηθεί επίσης η εξαίρεση και ότι, τέλος, καθίσταται σαφής η εναντίον της προκατάληψη, οι δε μηνυόμενοι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί λειτουργοί με την σκοπιμότητα της μεροληψίας εξ ωφελιμιστικών λόγων ενήργησαν και ενεργήσουν εναντίον της. Πλην όμως, όλα τα παραπάνω καταγγελλόμενα σε βάρος του Ι. Π. και των λοιπών Δικαστικών Λειτουργών ήταν εν γνώσει της ψευδή καθότι ουδέποτε δωροδοκήθηκε ούτε και παρέβη τα καθήκοντά του κανένας εξ αυτών και συγκεκριμένα ο Ι. Π. προκειμένου να την βλάψει ή να ωφελήσει παράνομα τρίτον αντίδικο της, γεγονός που το γνώριζε η κατηγορουμένη. Στην πράξη της δε αυτή (της υποβολής της ανωτέρω ψευδούς μηνύσεως - εγκλήσεως) προέβη προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του Ι. Π. για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της δωροληψίας Δικαστή, γεγονός το οποίο δεν επετεύχθη καθότι η ως άνω ψευδής έγκλησή της απορρίφθηκε κατά άρθρο 47 ΚΠΔ ως αβάσιμη κατ' ουσίαν δυνάμει της υπ' αριθμό 50/2015 Διάταξης Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θηβών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμό 6/2016 διάταξη Εισαγγελέως Εφετών Ευβοίας, η οποία απέρριψε την προσφυγή κατά άρθρο 48 ΚΠΔ κατά της Διάταξης αυτής. Β) Κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενη ενόρκως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει ης ψέματα και συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, βεβαίωσε το περιεχόμενο της με ΑΒΜ Σ 2014/285 (Β 2014/216) εγκλήσεως της σε βάρος του Πρωτοδίκη Χαλκίδας, Ι. Π., η οποία έγκληση ήταν ψευδής, σύμφωνα με τα ανωτέρω περιγραφόμενα στο σκεπτικό και στην προηγούμενη διάταξη και η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει του ψεύδους της".
Απορρίπτει το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της υπ'αριθμ. 172/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Ευβοίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Αυγούστου 2025
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ