Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1072 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1072/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γαβαλά, για αναίρεση της υπ'αριθ. 4083/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 03.10.2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11.10.2024 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 7115/2024 και στον από 19.02.2025 πρόσθετο λόγο αναίρεσης που αναφέρεται στο σχετικό δικόγραφο, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τη μη χορήγηση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ και ως προς την περί ποινής διάταξή της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-10-2024 αίτηση του Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμ.4083/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό (ως δικαστήριο παραπομπής, ύστερα από αναίρεση της με αριθμό 120/2024 απόφασής του με την με αριθμό 1009/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου), και τον κήρυξε ένοχο για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια τελεσθείσας δια παραλείψεως (άρθρ.15, 28, 302 Π.Κ.), και ύστερα από αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.α' του Π.Κ., που του είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως, τον καταδίκασε σε φυλάκιση δεκαοκτώ (18) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωσή του με το από 3-10-2024 δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11-10-2024 (με αριθ. γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 7115/11-10-2024), και εμπρόθεσμα στις 11-10-2024, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε η απόφαση καθαρογραμμένη, στις 23-9-2024 με αριθ.3403, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ.2Α, 505 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επί πλέον σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος και για υπέρβαση εξουσίας λόγω μη αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 εδ.ε' του ΠΚ το οποίο του είχε αναγνωρισθεί με την ήδη αναιρεθείσα απόφαση (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Θ' του ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Με την ανωτέρω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθεί και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με το από 14-3-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που υπογράφεται από τον Ανδρέα Γαβαλά, Δικηγόρο Αθηνών, δυνάμει της από 19-2-2025 ειδικής εξουσιοδότησης, το γνήσιο της υπογραφής του επί της οποίας βεβαιώθηκε, κατ'άρθρο 42 παρ.2 εδ.γ' του Κ.Ποιν.Δ., και κατατέθηκε στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 14-3-2025, δηλαδή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης (άρθρ.466 παρ.2, 509 ΚΠΔ), το οποίο περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ισχύσαντος μέχρι 31-6-2019 Π.Κ., η οποία δεν διαφέρει κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία από τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ισχύοντος Π.Κ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 46 Ν.5090/2024, με έναρξη ισχύος την 1-5-2024, και η οποία εφαρμόστηκε και στην παρούσα υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ ως ισχύουσα κατά το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, "όποιος από αμέλεια σκότωσε άλλον τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, η οποία συντρέχει, όταν ο δράστης, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκαλεί η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, η οποία συντρέχει, όταν ο δράστης προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πιστεύει όμως ότι δεν θα επέλθει. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράση η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και, κυρίως, εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αντικειμενικά αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε (Ολ.Α.Π.3/2012). Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και, συνεπώς, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί, για τη θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους ενεργούς παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, είναι δε αδιάφορο αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως, διότι η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, με την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, σε αντίθεση με τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί ως προς την αστική ευθύνη. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, που τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. (Α.Π.160/2023, ΑΠ 289/2021, Α.Π. 121/2019, Α.Π. 521 /2017, Α.Π. 35/2016 ).
Περαιτέρω, η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 παρ. 1 του ΠΚ, κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, η οποία επιφορτίζει τον υπαίτιο της παράλειψης με τη δημιουργία και τη διασφάλιση πραγματικής κατάστασης που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, και μπορεί να πηγάζει: α) από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, β) από ειδική σχέση που δημιουργήθηκε, είτε από σύμβαση, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, με την οποία ο υπαίτιος της παράλειψης αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον για έννομα αγαθά τρίτων και γ) από προηγούμενη πράξη του υπαίτιου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (Α.Π. 160/2023, Α.Π.50/2023, Α.Π. 1115/2022, Α.Π. 326/2021, Α.Π.1132/2019 ). Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να αποφανθεί για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε (Α.Π. 493/2019, Α.Π. 508/2015, Α.Π. 492/2010).
Περαιτέρω, με τις ως άνω προϋποθέσεις θεμελιώνεται ειδικότερα ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματος του και ανάγεται σε νομική υποχρέωση του με επιτακτικούς κανόνες, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, η οποία δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Ειδικότερα, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς θεμελιώνεται: α) στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005), στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 εδ. α', 3 παρ. 2 και 10 παρ. 1, 2 και 3 του οποίου ορίζεται ότι: "Το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης" (άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α'), "Ο ιατρός ενεργεί με βάση: α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκησή του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης (άρθρο 3 παρ. 2), "Η άσκηση της ιατρικής γίνεται σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ο ιατρός έχει υποχρέωση συνεχιζόμενης δια βίου εκπαίδευσης και ενημέρωσης σχετικά με τις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και της ειδικότητάς του (άρθρο 10 παρ. 1), "Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει όχι μόνο τις ιατρικές γνώσεις, αλλά και τις κλινικές δεξιότητες, καθώς και τις ικανότητες συνεργασίας σε ομάδα, οι οποίες είναι απαραίτητες για την παροχή ποιοτικής φροντίδας υγείας....(άρθρο 10 παρ. 2), "Ο ιατρός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια των επαγγελματικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται τους συναδέλφους του (άρθρο 10 παρ. 3), β) στον ισχύοντα κατά το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέστηκε η πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, Κώδικα Ασκήσεως Ιατρικού Επαγγέλματος (ΑΝ 1565/1939, στις διατάξεις των άρθρων 13 και 24 του οποίου οριζόταν ότι: "Ο Ιατρός (οφείλει) να ασκή ευσυνειδήτως το επάγγελμα αυτού και να συμπεριφέρηται τόσον εν τη ενασκήσει του επαγγέλματος, όσον και εκτός αυτής κατά τρόπον αντάξιον της αξιοπρέπειας και εμπιστοσύνης τας οποίας απαιτεί το ιατρικόν επάγγελμα" (άρθρο 13), "Ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης, και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγειών" (άρθρο 24) και γ) στην εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, η οποία δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης (ΑΠ 1506/2022, ΑΠ 801/2022, ΑΠ632/2022, ΑΠ 733/2021, ΑΠ 682/2021, ΑΠ 298/2021, ΑΠ 329/2021, ΑΠ 939/2020, ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 234/2019).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. Α.Π. 1/2005, Α.Π. 999/2020). Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ753/2023, ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 1211/2022, ΑΠ 1043/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό ως δικαστήριο παραπομπής, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 4083/2024 απόφασής του, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, την από 16.8.2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος Ιατρού Μαιευτήρα - Γυναικολόγου Π. Μ., την εκκαλουμένη απόφαση και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, στις 15.10.2016, όντας υπόχρεος, λόγω του επαγγέλματος και των υπηρεσιών που παρείχε, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση συγκεκριμένου αποτελέσματος, που πήγαζε από προηγούμενη ενέργειά του, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν παρεμπόδισε την επέλευση αυτού (αποτελέσματος) και επέφερε το θάνατο άλλου και δη της εγκύου Ι. Π. του Γ., την οποίας ήταν ο γυναικολόγος, έχοντας αναλάβει την παρακολούθηση της κύησής της και τον τοκετό, έχοντας προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από τις παραλείψεις του, αλλά πιστεύοντας ότι αυτό δεν θα επερχόταν. Συγκεκριμένα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος είναι Ιατρός και ασκεί την ιατρική επιστήμη με την ειδικότητα του Μαιευτήρα - Γυναικολόγου ήδη από το έτος 2003, έχοντας δηλαδή κατά τον επίδικο χρόνο (το έτος 2016) επαγγελματική εμπειρία δεκατριών (13) συναπτών ετών, διατηρώντας ιατρεία, τόσο στην Αθήνα, όσο και στην Ερέτρια της Εύβοιας, όπου τον επισκέπτονται οι ασθενείς του, μάλιστα συνεργάζεται με διάφορες ιδιωτικές κλινικές στην Αθήνα, μεταξύ των οποίων και το Μαιευτήριο "ΛΗΤΩ". Η αποβιώσασα Ι. Π. του Γ., γεννηθείσα το έτος 1975, απολύτως υγιής, η οποία από τις αρχές του έτους 2016 κυοφορούσε δίδυμα και ο σύζυγός της και ενόρκως εξετασθείς ως μάρτυρας στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης Κ. Π., μόνιμοι κάτοικοι ..., λόγω προσωπικής γνωριμίας με τον κατηγορούμενο, που επίσης κατάγεται από την Εύβοια, επέλεξαν αυτόν ως γυναικολόγο της ανωτέρω για να αναλάβει την εν γένει ιατρική της παρακολούθηση καθόλη τη διάρκεια της κύησης και τον τοκετό. Ήδη από την αρχή της κύησης ο κατηγορούμενος έδωσε στην ανωτέρω έγγραφες οδηγίες για τη διατροφή της, προκειμένου να αποφευχθεί αύξηση του βάρους της τέτοια, που να εγκυμονεί κινδύνους, όπως άλλωστε έπραττε και με τις άλλες εγκύους, που αφορούσαν ειδικότερα στην κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών και ποσοτήτων τροφών, καθώς και για ήπια άσκηση (βάδιση, κολύμβηση). Καθόλη τη διάρκεια της κύησης της ανωτέρω, η οποία λόγω της ηλικίας της χαρακτηρίζεται ως υψηλού κινδύνου, αλλά εξελισσόταν φυσιολογικά και ομαλά, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, ο κατηγορούμενος την παρακολουθούσε πολύ συχνά, κυρίως στο ιατρείο του στην Ερέτρια και σπανιότερα στην Αθήνα. Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια της κύησης η ανωτέρω είχε υποβληθεί σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις, λάμβανε τα αναγκαία συμπληρώματα, χωρίς να απαιτηθεί η χορήγηση οιασδήποτε φαρμακευτικής αγωγής, ενώ σε κάθε επίσκεψή της στο ιατρείο του κατηγορουμένου ο τελευταίος παρακολουθούσε το βάρος της ζυγίζοντάς την και μετρούσε την πίεσή της, η οποία δεν ξεπερνούσε τα φυσιολογικά όρια. Μάλιστα και η ίδια μετρούσε την πίεσή της πάρα πολύ συχνά σε φαρμακεία του τόπου κατοικίας της, προκειμένου να είναι σίγουρη ότι κυμαίνεται συνεχώς σε φυσιολογικά όρια. Παρά όμως τις οδηγίες του κατηγορουμένου αναφορικά με τη διατροφή της και την αναγκαιότητα της άσκησης και την επισήμανση των κινδύνων, που συνεπάγεται για τις εγκύους το αυξημένο βάρος, το βάρος της πράγματι αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της κύησης κατά είκοσι (20) κιλά, το οποίο, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι κυοφορούσε δίδυμα, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί οριακά φυσιολογική αύξηση, με την επισήμανση ότι λόγω πτώσης του αιματοκρίτη της δύο εβδομάδες προ του θανάτου της απαιτήθηκε η διενέργεια μετάγγισης στο Νοσοκομείο της Χαλκίδας, γεγονός που εκ των πραγμάτων καθιστούσε δυσκολότερη έκτοτε την τήρηση των διατροφικών οδηγιών του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2016 διένυε τον ένατο μήνα της κύησής της, είχε δε προγραμματισθεί η εισαγωγή της στο Μαιευτήριο "ΛΗΤΩ" την Τρίτη 18.10.2016, προκειμένου να διενεργηθεί ο τοκετός με καισαρική τομή λόγω της δίδυμης κύησης. Για το λόγο αυτό, προκειμένου να βρίσκονται πλησιέστερα στον κατηγορούμενο και στο μαιευτήριο, κατά την τελευταία εβδομάδα πριν από τη συγκεκριμένη ημερομηνία, η ανωτέρω και ο σύζυγός της είχαν μεταβεί και διέμεναν προσωρινά στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην περιοχή της Άνω Κυψέλης, μαζί με τη μητέρα της. Κατά την εβδομάδα αυτή η ανωτέρω παρουσίασε αναπνευστικό πρόβλημα, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται στη βάδιση και να χρειάζεται ανάπαυση ανά τακτά χρονικά διαστήματα, για το οποίο ενημερώθηκε ο κατηγορούμενος, με τον οποίο βρίσκονταν σε καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία. Αυτός όμως τους καθησύχαζε και τους διαβεβαίωνε ότι ουδείς λόγος ανησυχίας συντρέχει, αποδίδοντας το στη δίδυμη κύηση και στον τοκετό που πλησίαζε. Τις πρωϊνές ώρες της 14ης. 10.2016 η ανωτέρω και ο σύζυγός της επισκέφθηκαν ένα φαρμακείο, προκειμένου να μετρήσουν την αρτηριακή πίεσή της, η οποία διαπιστώθηκε ότι ήταν ιδιαίτερα αυξημένη (22 η συστολική πίεση). Σε τηλεφωνική τους επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν στο εξωτερικό (είχε συμμετάσχει σε ιατρικό συνέδριο στο Μόναχο της Γερμανίας και επέστρεφε οδικώς στην Ελλάδα, κατά δε την επικοινωνία τους είχε επιβιβασθεί σε πλοίο στην Ιταλία με προορισμό την Ελλάδα), ο τελευταίος τους συνέστησε να λάβει η ανωτέρω φαρμακευτική αγωγή και συγκεκριμένα το σκεύασμα Adalat 20 και όταν επανέλθει η πίεσή της σε φυσιολογικά όρια να επιστρέψουν στην οικία τους για να ηρεμήσει και να αναπαυθεί και όχι να μεταβούν άμεσα και χωρίς καθυστέρηση σε νοσοκομείο, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, προκειμένου να ελεγχθεί πάραυτα η κατάσταση της υγείας της και να αποφευχθούν τυχόν δυσάρεστες εξελίξεις και ιδίως να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο κάποιας νόσου, τα συμπτώματα της οποίας προσομοιάζουν με τα φυσιολογικά συμπτώματα της εγκυμοσύνης, παρότι γνώριζε ότι επρόκειτο για κύηση υψηλού κινδύνου, όπως κατωτέρω αναλυτικά θα αναφερθεί. Πράγματι η ανωτέρω ακολούθησε τις οδηγίες του κατηγορουμένου, έλαβε το συγκεκριμένο φάρμακο, παρέμεινε στο φαρμακείο έως ότου η πίεσή της επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα και όταν αυτό συνέβη επέστρεψε στην οικία της με το σύζυγό της και ξάπλωσε για να κοιμηθεί. Περί ώρα 2.00 της 15ης. 10.2016 ξύπνησε διότι αισθάνθηκε έντονη δύσπνοια, με αποτέλεσμα ο σύζυγός της θορυβηθείς να αποφασίσει να μην αναμένει το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, που είχε στο μεσοδιάστημα κληθεί, αλλά να τη μεταφέρει ο ίδιος πάραυτα εσπευσμένα με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του στο Μαιευτήριο "ΛΗΤΩ", όπου είχε προγραμματισθεί να εισαχθεί για τον τοκετό την Τρίτη 18.10.2016 κατά τα προεκτεθέντα. Στη διαδρομή η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε και σταμάτησε να αναπνέει. Όταν έφθασαν στο μαιευτήριο περί ώρα 2.20 της ίδιας ημέρας, οι ιατροί κατέβαλαν προσπάθειες ανάνηψης, χωρίς όμως αποτέλεσμα για την ίδια, η οποία απεβίωσε περί ώρα 3.35. Τα κυοφορούμενα γεννήθηκαν μεν ζωντανά, πλην όμως απεβίωσαν μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών και αφού είχαν αμέσως μετά τον τοκετό μεταφερθεί σε θερμοκοιτίδα, αρχικά στο ίδιο μαιευτήριο και στη συνέχεια στο Νοσοκομείο "ΠΑΙΔΩΝ". Σύμφωνα με την αναγνωσθείσα με αριθμ. ....2017 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας- νεκροτομής του Ιατροδικαστή Ν. Κ. της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών ο θάνατος της ανωτέρω οφείλεται σε μυοκαρδιοπάθεια της κύησης, η οποία, όπως αναφέρεται στην από 16.8.2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος Ιατρού Μαιευτήρα- Γυναικολόγου Π. Μ. συνήθως εμφανίζεται κατά τον τελευταίο μήνα της κύησης. Σύμφωνα μάλιστα με την ίδια έκθεση πρόκειται για μία ασυνήθιστη μορφή δομικής καρδιακής νόσου των μυών, που αποδυναμώνει τον καρδιακό μυ με αποτέλεσμα να διαστέλλονται οι κοιλότητες της καρδιάς, η δε αδυναμία αυτής να συσταλεί και συνεπώς να λάβει και να προωθήσει το περιφερικό αίμα συνεπάγεται αυξημένη περιφερική αντίσταση, υπέρταση και συσσώρευση υγρών σε πνεύμονες, όπως καταγράφηκε και στην ιατροδικαστική έκθεση (βρέθηκε συλλογή υγρού σε αμφότερα ημιθωράκια, γεγονός που οφείλεται στην προαναφερθείσα ασθένεια). Μάλιστα στην ίδια έκθεση πραγματογνωμοσύνης επισημαίνεται ότι τα συμπτώματα της ασθένειας αυτής δεν είναι εύκολα διακριτά, καθώς "μπορεί πολλά συμπτώματα αδυναμίας των μυών της καρδιάς να μιμηθούν φυσιολογικά συμπτώματα, για τα οποία μπορεί να παραπονεθούν οι ασθενείς στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όπως η δυσκολία στην αναπνοή και το πρήξιμο στα πόδια", καθώς και ότι στην προκειμένη περίπτωση η ηλικία της αποβιώσασας, σε συνδυασμό με το υψηλό βάρος, αλλά και η πολύδυμη κύηση, αποτελούν κατεξοχήν παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση της συγκεκριμένης νόσου. Εξ όσων προεκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι η κατηγορούμενος διέπραξε την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τελεσθείσας με παράλειψη, έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς αποτροπή του αξιοποίνου αποτέλεσματος, για την οποία ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη και η οποία στοιχειοθετείται, τόσο κατά την αντικειμενική, όσο και κατά την υποκειμενική της υπόσταση. Ειδικότερα αυτός, ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, απορρέουσα από προηγούμενη ενέργειά του, ως Ιατρός Γυναικολόγος που είχε αναλάβει να παρακολουθεί την κύηση της ανωτέρω γυναίκας, να μεριμνά - φροντίζει για την υγεία της, η οποία εγκυμονούσε δίδυμα, ήταν μεγάλης σχετικά ηλικίας (41 ετών) και είχε αυξημένο σωματικό βάρος και παρότι γνώριζε ότι αυτή κατά τον ένατο μήνα της κύησής της (στις αρχές του μηνός Οκτωβρίου 2016) άρχισε να αντιμετωπίζει αναπνευστικά προβλήματα, που απέδωσε στην πολύδυμη κύηση, όταν η ίδια και ο σύζυγός της Κ. Π. την 14η.10.2016 τον ενημέρωσαν πως παρουσίασε αυξημένη πίεση, ορθά μεν της συνέστησε να λάβει το φάρμακο "Adalat 20", για να επανέλθει η αρτηριακή της πίεση σε φυσιολογικά επίπεδα και να προστατευτεί η καρδιά της, όπερ επισημαίνεται και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν τους συνέστησε, ως όφειλε και μπορούσε να πράξει, να μεταβούν πάραυτα και χωρίς καθυστέρηση σε νοσοκομείο, ώστε να ελεγχθεί περαιτέρω η κατάσταση της υγείας της και η αναγκαιότητα λήψης μέτρων ή και περίθαλψής της, και τούτο ακόμη και εάν η αρτηριακή της πίεση επανερχόταν σε φυσιολογικά επίπεδα, επισημαίνοντας τους κινδύνους σε διαφορετική περίπτωση και εφιστώντας τους την προσοχή, αν και εν προκειμένω το επέβαλλαν οι περιστάσεις, εφόσον επρόκειτο, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, περί ατόμου, που ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου για την εμφάνιση μυοκαρδιοπάθειας της κύησης, η οποία επιπροσθέτως παρουσιάζεται κατά το τελευταίο μήνα της κύησης, στον οποίο βρισκόταν η αποβιώσασα, με συμπτώματα, που προσομοιάζουν σε αυτά μίας φυσιολογικής εγκυμοσύνης, σύμφωνα με τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης, ώστε να διασφαλίσει ότι θα αποκλεισθεί το ενδεχόμενο μίας τέτοιας νόσου, το οποίο ως ιατρός της όφειλε να λάβει υπόψη, καθώς συνέτρεχαν παράγοντες κινδύνου, ή σε περίπτωση που διαγνωσθεί να αντιμετωπισθεί εγκαίρως και κατά τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο για την υγεία της εγκύου και των κυοφορούμενων. Αποτέλεσμα της ανωτέρω παράλειψής του να την παραπέμψει σε νοσοκομείο αμέσως μετά το επεισόδιο υψηλής πίεσης, σε συνδυασμό με το αναπνευστικό πρόβλημα, που παρουσίασε στον ένατο μήνα της κύησής της, ήταν να αποβιώσει αυτή περί ώρα 3:35 της 15ης. 10.2016, από μυοκαρδιοπάθεια της κύησης, στο μαιευτήριο "ΛΗΤΩ", όπου εσπευσμένα διακομίσθηκε από το σύζυγό της, ύστερα από έντονη δύσπνοια που παρουσίασε περί ώρα 2.00 της ίδιας ημέρας κατά τα προεκτεθέντα, όπερ θα αποτρεπόταν εάν είχε αμέσως διακομισθεί σε νοσοκομείο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου επιρρωνύεται ιδίως από την αναλυτική, σαφή, καθόλα πειστική και αξιόπιστη κατάθεση του εξετασθέντος ως μάρτυρος συζύγου της ανωτέρω, ο οποίος έχει ίδιαν αντίληψη διότι ήταν πάντοτε παρών και συνομίλησε ο ίδιος τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο, όταν η σύζυγός του εμφάνισε ιδιαίτερα αυξημένη πίεση, μετρηθείσα σε φαρμακείο, υπήρξε δε κατηγορηματικός ότι ο κατηγορούμενος τους συνέστησε μόνον τη λήψη του συγκεκριμένου φαρμάκου και όχι την άμεση διακομιδή της εγκύου στο νοσοκομείο. Κατέθεσε μάλιστα επιπροσθέτως ότι οι ιατροί που επιλήφθηκαν του συμβάντος στο μαιευτήριο "ΛΗΤΩ" και στη συνέχεια στο νοσοκομείο "ΠΑΙΔΩΝ", όπου μεταφέρθηκαν τα τέκνα, του ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος ως γυναικολόγος της αποβιώσασας όφειλε να έχει συστήσει τη μεταφορά της σε νοσοκομείο πάραυτα, μόλις ενημερώθηκε για την αύξηση της πίεσής της, ώστε να ελεγχθεί η κατάσταση της υγείας της χωρίς καθυστέρηση. Ο κατηγορούμενος ουδόλως αρνήθηκε την αναγκαιότητα άμεσης διακομιδής της εγκύου στο νοσοκομείο όταν εμφάνισε αυξημένη πίεση, αντίθετα μάλιστα ισχυρίσθηκε ότι τους συνέστησε να το πράξουν πάραυτα μετά τη λήψη του φαρμάκου, και μάλιστα είτε στο μαιευτήριο "ΛΗΤΩ", όπου είχε προγραμματισθεί ο τοκετός, είτε στο δημόσιο νοσοκομείο "ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ", προς αποφυγήν εξόδων, πλην όμως αυτοί εφησύχασαν όταν η πίεσή της επανήλθε σε φυσιολογικά επίπεδα και όλως αδικαιολόγητα δεν ακολούθησαν τις οδηγίες του. Πλην όμως ο ανωτέρω αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του δεν προσεπιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αντίθετα αναιρείται από την κατάθεση του συζύγου της θανούσης και επιπρόσθετός προσκρούει και στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, εφόσον οι ανωτέρω, στερούμενοι γνώσεων ιατρικής και επιθυμώντας διακαώς να γίνουν γονείς, αφού μέχρι τότε δεν είχαν αποκτήσει άλλα τέκνα, ουδένα λόγο είχαν να μην προστρέξουν άμεσα σε νοσοκομείο με το δικό τους όχημα, εάν αυτό τους είχε συμβουλεύσει μετ'επιτάσεως ο κατηγορούμενος, επισημαίνοντας τους κινδύνους εάν δεν το πράξουν, προκειμένου να αποφευχθεί ο οποιοσδήποτε κίνδυνος για την υγεία της ιδίας και των κυοφορούμενων, λαμβανομένου υπόψη και του ότι για το λόγο αυτό, ήτοι για να βρίσκονται πλησιέστερα στον κατηγορούμενο και στο μαιευτήριο, όπου είχε προγραμματισθεί ο τοκετός, είχαν μεταβεί από τον τόπο κατοικίας τους στα Νέα Στύρα Εύβοιας στην Αθήνα, όπου διέμεναν προσωρινά. Επισημαίνεται ότι η κατάθεση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου της εξετασθείσας μάρτυρος Α. Β., που επέστρεφε μαζί με τον κατηγορούμενο ακτοπλοϊκώς στην Ελλάδα από την Ιταλία, σύμφωνα με την οποία τον άκουσε η ίδια ανήσυχο να συμβουλεύει το σύζυγο της θανούσης να μεταβούν αμέσως στο νοσοκομείο, διότι καθόλη τη διάρκεια του πλου βρισκόταν πλησίον του, δεν κρίνεται πειστική, καθόσον η ανωτέρω δε θυμόταν το περιεχόμενο καμίας άλλης τηλεφωνικής συνομιλίας του κατηγορουμένου από τις πολλές της συγκεκριμένης ημέρας, ει μη μόνον της επίμαχης, όπερ θέτει την αξιοπιστία της εν αμφιβόλω. Μάλιστα η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί της προεκτεθείσας αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου δεν αναιρείται από τα αναφερόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία ο θάνατος της εγκύου δεν οφείλεται σε ιατρικό λάθος, διότι ο πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό όλως αναιτιολόγητα, χωρίς να παραθέτει αναλυτικά τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του, αντίθετα επισημαίνει ότι η ηλικία της ανωτέρω, το βάρος και η πολύδυμη κύηση αποτελούν παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση της νόσου. Πλην όμως ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον κατηγορούμενο όσον αφορά τον έλεγχο του σωματικού βάρους της αποβιώσασας κατά τη διάρκεια της κύησής της, διότι αυτός ως όφειλε της χορήγησε έγγραφες οδηγίες για τη διατροφή της και την άσκησή της και την παρακολουθούσε κατά τις επισκέψεις της στο ιατρείο του, ζυγίζοντάς την κάθε φορά και εφιστώντας της την προσοχή για την περίπτωση μη τήρησής τους και αύξησης του βάρους της πέραν των ιατρικά αποδεκτών ορίων και έτερον ουδέν δεν μπορούσε από πλευράς του να πράξει, απευθυνόμενος σε νοήμονα ενήλικη. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της ανωτέρω πράξης, με την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α' του ΠΚ.".
Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:
"Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 α' του ΠΚ, της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τελεσθείσας διά παραλείψεως, ήτοι του ότι: Στην Αθήνα, στις 15.10.2016, όντας υπόχρεος, λόγω του επαγγέλματος και των υπηρεσιών που παρείχε, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση συγκεκριμένου αποτελέσματος, που πήγαζε από προηγούμενη ενέργειά του, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν παρεμπόδισε την επέλευση αυτού (αποτελέσματος) και επέφερε το θάνατο άλλου, έχοντας προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από τις παραλείψεις του, αλλά πιστεύοντας ότι αυτό δεν θα επερχόταν. Συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητα του Ιατρού, Μαιευτήρα - Γυναικολόγου, επέφερε αιτιωδώς το θάνατο της Ι. Π. του Γ. (γεννηθείσας την 11.1.1975), της οποίας με προηγούμενη ενέργεια του είχε αναλάβει την ιατρική παρακολούθηση όσον αφορά την κύησή της και καθόλη τη διάρκεια της αυτής από τις αρχές του έτους 2016. Ειδικότερα, ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, που πήγαζε από την προηγούμενη αυτή ενέργειά του, ως Ιατρός Γυναικολόγος που είχε αναλάβει να παρακολουθεί την κύηση της ανωτέρω γυναίκας, να μεριμνά - φροντίζει για την υγεία της, η οποία εγκυμονούσε δίδυμα, ήταν μεγάλης σχετικά ηλικίας (41 ετών) και είχε αυξημένο βάρος και γνώριζε ότι αυτή κατά τον ένατο μήνα της κύησής της (στις αρχές του μηνός Οκτωβρίου 2016) άρχισε να αντιμετωπίζει αναπνευστικά προβλήματα, που απέδωσε στην πολύδυμη κύηση, όταν η ίδια και ο σύζυγός της Κ. Π. την 14η.10.2016, τον ενημέρωσαν πως παρουσίασε αυξημένη πίεση, ορθά μεν της συνέστησε να λάβει το φάρμακο "Adalat 20", για να πέσει η αρτηριακή της πίεση και να προστατευτεί η καρδιά της, πλην όμως δεν τους συνέστησε, ως όφειλε, να μεταβούν πάραυτα και σε νοσοκομείο, ώστε να ελεγχθεί περαιτέρω η κατάσταση της υγείας της και η αναγκαιότητα λήψης μέτρων ή και περίθαλψής της, παρότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το επέβαλλαν οι περιστάσεις (γυναίκα έγκυος σχετικά μεγάλης ηλικίας, με αυξημένο σωματικό βάρος, που κυοφορούσε δίδυμα και είχε παρουσιάσει αναπνευστικό επεισόδιο και υψηλή πίεση, δηλαδή άτομο που ήταν σε ομάδα υψηλού κινδύνου για εμφάνιση επεισοδίου μυοκαρδιοπάθειας της κύησης). Αποτέλεσμα της ανωτέρω παράλειψής του να την παραπέμψει σε νοσοκομείο, μετά το επεισόδιο υψηλής πίεσης σε συνδυασμό με το αναπνευστικό πρόβλημα που παρουσίασε στον ένατο μήνα της κύησης της, ήταν να αποβιώσει αυτή περί ώρα 03:35 της 15ης. 10.2016 από μυοκαρδιοπάθεια της κύησης στο μαιευτήριο "ΛΗΤΩ", όπου εσπευσμένα διακομίστηκε από το σύζυγό της, ύστερα από έντονη δύσπνοια που παρουσίασε. Συγκεκριμένα αισθάνθηκε δύσπνοια περί ώρα 02:00 της 15ης. 10.2016 και ξεκίνησε με το σύζυγό της για το μαιευτήριο "ΛΗΤΩ", όπου κανονικά θα εισαγόταν για να γίνει ο τοκετός, σταμάτησε όμως να αναπνέει στη διαδρομή, όταν μάλιστα έφτασαν στο μαιευτήριο περί ώρα 02:20 της ίδιας ημέρας οι ιατροί έκαναν προσπάθειες ανάνηψης, χωρίς όμως επιτυχία.". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια τελεσθείσας δια παραλείψεως, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 28 και 15 του ίδιου κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, που να στερούν την απόφαση του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα: α) εκτίθεται η ιδιότητα που είχε ο αναιρεσείων και ειδικότερα ότι ως ιατρός μαιευτήρας- γυναικολόγος, είχε αναλάβει, κατόπιν συμφωνίας με την θανούσα την παρακολούθηση της κύησης και τον τοκετό αυτής, από την οποία ιδιότητα, προκύπτει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτού προς αποτροπή του θανατηφόρου αποτελέσματος της εγκύου, η οποία θεμελιώνεται στην συναφθείσα με την τελευταία σύμβαση παροχής ιατρικής αρωγής, τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας αλλά και την εγγυητική θέση του ιατρού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής και της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης, β) αναφέρεται επακριβώς και με σαφήνεια η συγκεκριμένη παράλειψη, στην οποία αυτός προέβη υπό την ως άνω ιδιότητα του, με απότοκη συνέπεια τον θάνατο της εγκύου στις 15-10-2016, και συγκεκριμένα ότι ενώ γνώριζε πως η θανούσα, που είχε πολύδυμη κύηση, ήταν σχετικά μεγάλης ηλικίας (41 ετών), είχε αυξημένο σωματικό βάρος και κατά τον ένατο μήνα της κύησης αντιμετώπιζε αναπνευστικά προβλήματα, ότι στις 14-10-2016 ενημερώθηκε πως η ανωτέρω παρουσίασε αναπνευστικό επεισόδιο και υψηλή πίεση, ότι αν και της συνέστησε τηλεφωνικά, διότι ο ίδιος απουσίαζε στο εξωτερικό, την λήψη του φαρμάκου "Adalat 20" ώστε να ελεγχθεί η πίεση της, δεν της συνέστησε να μεταβεί, πάραυτα, είτε στο μαιευτήριο, όπου είχε προγραμματισθεί ο τοκετός, είτε σε δημόσιο νοσοκομείο, ώστε να εξετασθεί και ελεγχθεί περαιτέρω η κατάσταση της υγείας της και η αναγκαιότητα λήψης μέτρων ή και περίθαλψης της από τους εφημερεύοντες ιατρούς της κλινικής, ενόψει του ότι ήταν άτομο που ανήκε σε ομάδα υψηλού κινδύνου για εμφάνιση μυοκαρδιοπάθειας της κύησης, αλλά την καθησύχασε και της συνέστησε να ηρεμήσει στο σπίτι της, γ) προσδιορίζεται επαρκώς η μορφή της υπαιτιότητας του, που περιγράφεται ως ενσυνείδητη αμέλεια, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προέβλεψε μεν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από την παράλειψη του, δηλαδή τον θάνατο της εγκύου, πίστευε όμως ότι αυτό δεν θα επερχόταν, ενώ αναφέρεται και η δυνατότητα αυτού, ως εκ της ιδιότητας του ως ιατρού μαιευτήρα-γυναικολόγου, να προβλέψει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δ) αιτιολογείται πλήρως ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος της εγκύου, αφού με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές σκέψεις διαλαμβάνεται ότι στην επέλευση του θανάτου της ανωτέρω οδήγησε η εν λόγω παράλειψη αυτού, διότι αν είχε αμέσως, τις μεσημβρινές ώρες της 14-10-2026, διακομισθεί στο νοσοκομείο ο θάνατος της θα αποτρεπόταν. Σχετικά με τις αποδείξεις, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα ειδικά μνημονευόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (τα αναγνωσθέντα έγγραφα - τις καταθέσεις των μαρτύρων - την ιατρική πραγματογνωμοσύνη, την απολογία) και το όλο περιεχόμενο αυτών, και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, δεν είναι δε απαραίτητη για την πληρότητα της αιτιολογίας η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε επίσης το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται ιδιαιτέρως αναφορά στην από 16-8-2019 δικαστική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Μαιευτήρα- Γυναικολόγου Π. Μ., αναπτύσσονται δε και οι λόγοι που το Δικαστήριο δεν υιοθετεί το αντίθετο συμπέρασμα αυτής. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε συνολικά τις προανακριτικές καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας συζύγου της θανούσας Κ. Π. και της μάρτυρα Μ. Π., αλλά προέβη σε επιλεκτική εκτίμηση αυτών, είναι αβάσιμες. Και τούτο καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε έχουν προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρ.141 παρ.3 Κ.Π.Δ.), προκύπτει ότι, αφενός μεν η προανακριτική κατάθεση της συγκεκριμένης μάρτυρα Μ. Π., η οποία δεν εξετάσθηκε στο ακροατήριο ούτε του πρωτοβαθμίου ούτε του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεν αναγνώσθηκε, η δε αόριστη αναφορά του συνηγόρου υπεράσπισης του αναιρεσείοντος κατά την εξέταση στο ακροατήριο του μάρτυρα Κ. Π., στην κατάθεση άλλου συγγενούς (σελ. 15 πρακτικών), δεν σημαίνει ότι αυτή αναγνώσθηκε και έγινε χρήση της στην ακροαματική διαδικασία. Η δε από το Δικαστήριο επισήμανση και αποσπασματική αναφορά στον ως άνω μάρτυρα Κ. Π. κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο περικοπών των προανακριτικών καταθέσεών του, έγινε μόνο στα πλαίσια του άρθρου 357 παρ.4 του ΚΠΔ προκειμένου να ερευνηθεί η αξιοπιστία του, χωρίς τούτο να σημαίνει ανάγνωση και χρήση των προανακριτικών καταθέσεών του. Ακόμη, το Δικαστήριο, με ιδιαίτερες σκέψεις έκρινε ότι η κατάθεση του εξετασθέντος ως μάρτυρος συζύγου της ανωτέρω, ήταν αναλυτική, σαφής, καθόλα πειστική και αξιόπιστη για τους λόγους που αναφέρει, ενώ παρέθεσε ειδική αιτιολογία για τους λόγους που δεν κρίνει πειστική την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης Α. Β. (σελ. 42). Καθόσον αφορά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που αποτελούν άρνηση τέλεσης του αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε, και τα συναφή με αυτούς επιχειρήματά του, και ειδικότερα ότι ο ίδιος συνέστησε στην θανούσα να μεταβεί πάραυτα σε νοσοκομείο και δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεων με το επελθόν αποτέλεσμα, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψή τους, αφού πρόκειται για αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και όχι αυτοτελείς, όπως εσφαλμένως θεωρεί ο αναιρεσείων. Ωστόσο, εκτίθεται στην απόφαση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι κατά τις επιμέρους περιλαμβανόμενες αιτιολογίες (σελ.41 και 42 της προσβαλλόμενης απόφασης) ιδίως δε το Δικαστήριο διέλαβε για την απορριπτική κρίση του με πληρότητα και σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων δεν της συνέστησε να μεταβεί, πάραυτα, είτε στο μαιευτήριο, όπου είχε προγραμματισθεί ο τοκετός, είτε σε δημόσιο νοσοκομείο, ώστε να εξετασθεί και ελεγχθεί περαιτέρω η κατάσταση της υγείας της αλλά την καθησύχασε και της συνέστησε να ηρεμήσει στο σπίτι της, ότι αυτό προκύπτει από όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την αναλυτική, σαφή, καθόλα πειστική και αξιόπιστη κατάθεση του εξετασθέντος ως μάρτυρος συζύγου της ανωτέρω, ο οποίος έχει ίδιαν αντίληψη διότι ήταν πάντοτε παρών και συνομίλησε ο ίδιος τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο, και επιπροσθέτως προσκρούει και στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, εφόσον οι ανωτέρω, στερούμενοι γνώσεων ιατρικής και επιθυμώντας διακαώς να γίνουν γονείς, αφού μέχρι τότε δεν είχαν αποκτήσει άλλα τέκνα, ουδένα λόγο είχαν να μην προστρέξουν άμεσα σε νοσοκομείο με το δικό τους όχημα, εάν αυτό τους είχε συμβουλεύσει μετ'επιτάσεως ο κατηγορούμενος, επισημαίνοντας τους κινδύνους εάν δεν το πράξουν, προκειμένου να αποφευχθεί ο οποιοσδήποτε κίνδυνος για την υγεία της ιδίας και των κυοφορούμενων, λαμβανομένου υπόψη και του ότι για το λόγο αυτό, ήτοι για να βρίσκονται πλησιέστερα στον κατηγορούμενο και στο μαιευτήριο, όπου είχε προγραμματισθεί ο τοκετός, είχαν μεταβεί από τον τόπο κατοικίας τους στα Νέα Στύρα Ευβοίας στην Αθήνα, όπου διέμεναν προσωρινά, και ότι η συμπεριφορά του αυτή συνιστά την από το άρθρο 15 ΠΚ έννοια της παρεμπόδισης επέλευσης του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου της εγκύου. Ακόμη ότι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν τους συνέστησε, να μεταβούν πάραυτα και χωρίς καθυστέρηση σε νοσοκομείο, ώστε να ελεγχθεί περαιτέρω η κατάσταση της υγείας της και η αναγκαιότητα λήψης μέτρων ή και περίθαλψης της, εφόσον επρόκειτο, περί ατόμου, που ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου για την εμφάνιση μυοκαρδιοπάθειας της κύησης, η οποία επιπροσθέτως παρουσιάζεται κατά το τελευταίο μήνα της κύησης, στον οποίο βρισκόταν η αποβιώσασα, με συμπτώματα, που προσομοιάζουν σε αυτά μίας φυσιολογικής εγκυμοσύνης, σύμφωνα με τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης, ώστε να διασφαλίσει ότι θα αποκλεισθεί το ενδεχόμενο μίας τέτοιας νόσου, το οποίο της όφειλε να λάβει υπόψη, καθώς συνέτρεχαν παράγοντες κινδύνου, ή σε περίπτωση που τελικά διαγνωσθεί να αντιμετωπισθεί εγκαίρως και κατά τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο για την υγεία της εγκύου και ότι ο θάνατός της επήλθε από μυοκαρδιοπάθεια της κύησης ο οποίος δεν θα επερχόταν αν είχε διακομισθεί αμέσως στο νοσοκομείο τις μεσημβρινές ώρες της 14-10-2026, με την εκδήλωση του επεισοδίου της υψηλής πίεσης ώστε να αντιμετωπισθεί αυτή με τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ή και την περίθαλψη της. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αυτού για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται διάσπαρτες στα δικόγραφα της αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου αναίρεσης και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Πιο συγκεκριμένα, η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αντίθεση, κατ' αυτόν, των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προς τις επισημαινόμενες με τους ως άνω λόγους μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του που κατά την άποψή του οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο τα ουσίας και αιτιάσεων που αποτελούν επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχή του και αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Θ' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι (αρνητική υπέρβαση) (ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 473/2022, ΑΠ 1607/2022, ΑΠ 19/2017). Σύμφωνα δε με το άρθρο 470 ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Δεν εμποδίζεται όμως η επιβολή παρεπόμενης ποινής, που από παραδρομή δεν επιβλήθηκε, αν και σύμφωνα με τον νόμο έπρεπε υποχρεωτικά να επιβληθεί, ή η επιβολή μέτρου ασφαλείας προβλεπόμενου από τον Ποινικό Κώδικα. Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή, κυρίως, αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου (ΑΠ 191/2021). Κατά δε το άρθρο 524 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, αν η νέα συζήτηση, στο δικαστήριο, όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση, διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνον από εκείνον που καταδικάσθηκε ή προς όφελος του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 519 και 524 ΚΠΔ, προκύπτει ότι επί καθολικής αναίρεσης της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση, εξετάζεται από την αρχή η όλη υπόθεση, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, μη δεσμευόμενο από τα φερόμενα ως γενόμενα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, διότι με την δημοσίευση της αναιρετικής απόφασης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που διατελούσαν μέχρι την έκδοση της απόφασης που αναιρέθηκε, με μόνο τον περιορισμό που επιβάλλεται από το 470ΚΠΔ, δηλαδή να μην χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Η παράβαση της ανωτέρω διάταξης συνιστά υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' λόγο αναίρεσης (ΑΠ 2005/2019). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η θέση του κατηγορουμένου χειροτερεύει και όταν το δικαστήριο της παραπομπής, κατά την ενώπιον του νέα συζήτηση της έφεσης του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, που διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που άσκησε ο κατηγορούμενος εναντίον προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή ή ποινή με δυσμενέστερα αποτελέσματα από εκείνη που είχε επιβάλλει με την αναιρεθείσα απόφαση και αν ακόμη η ποινή αυτή (που επέβαλε το Δικαστήριο της παραπομπής) δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη που επιβλήθηκε πρωτόδικα (ΑΠ 532/2022, ΑΠ 191/2021, ΑΠ 367/2018). Τοιαύτη δε χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου αποτελεί και η μη αναγνώριση στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης εκ των αναφερομένων στο άρθρο 84§2 ΠΚ που του είχε αναγνωρισθεί με την αναιρεθείσα καταδικαστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (ΑΠ 532/2022, ΑΠ 715/2019, ΑΠ 648/2017, ΑΠ 1311/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι με την με αριθμό 913/2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών για ανθρωποκτονία από αμέλεια, αφού του αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του 84 παρ.2α' του ΠΚ. Με την με αριθμό 120/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε εκ νέου ένοχος για την ίδια ως άνω πράξη, σε δεύτερο βαθμό, και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 18 μηνών, αφού του αναγνωρίσθηκε τόσο η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α' του Π Κ, ως πρωτοδίκως, όσο και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε' του ΠΚ. Με την με αριθ. 1009/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά από την παραδοχή ασκηθείσας αναίρεσης από τον κατηγορούμενο, αναιρέθηκε εν συνόλω η ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο (Τριμελές) Εφετείο Αθηνών. Όμως το δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη με αριθ.4083/2024 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την ίδια πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του 84 παρ.2α' του ΠΚ, χωρίς όμως να του αναγνωρίσει την ελαφρυντική περίσταση του 84 παρ.2ε' του ΠΚ που του είχε ήδη αναγνωρισθεί με την αναιρεθείσα 120/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό του. Έτσι, όμως, χειροτέρευσε τη θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, καθόσον το Δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του του άρθρου 470 σε συνδ. με αυτή του 524 παρ.2 του ΚΠΔ. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος του κύριου δικογράφου της αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και δη μόνο ως προς τη μη αναγνώριση στον αναιρεσείοντα της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη ( άρθρ.84 παρ. 2 ε' του ΠΚ) και ως προς τη διάταξή της για την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ.519, 522 ΚΠΔ) για την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη και την επιβολή μετά ταύτα ποινής σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ όπως ίσχυσε από 1-7-2019 έως 30-4-2024, το οποίο είναι ευμενέστερο για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο τόσο εκείνου του ήδη ισχύοντος από 1-5-2024 όσο και του αντίστοιχου του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6- 2019 και ως εκ τούτου εφαρμοστέο στην κρινόμενη υπόθεση (ΑΠ 817/2024), ενώ πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και συνολικά ο πρόσθετος λόγος αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθ.4083/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και δη μόνον ως προς τη μη αναγνώριση στον αναιρεσείοντα της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρ.84 παρ. 2 ε' του ΠΚ) και ως προς τη διάταξή της για την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3-10-2025 αίτηση και τον από 19-2-2025 πρόσθετο λόγο αυτής, του Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθ.4083/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών που δίκασε ως δικαστήριο παραπομπής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ