Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1100 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1100/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Ο. του Β., χήρα Ε. Φ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νινόπουλο, για αναίρεση της αποφάσεως 304/2024 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων (ως προς το σκέλος της δήμευσης των κατασχεθέντων).
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων (ως προς το σκέλος της δήμευσης των κατασχεθέντων) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27-12-2024 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στους από 2-5-2025 προσθέτους λόγους τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 3 του ΚΠΔ "Στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 495 επιτρέπεται αναίρεση κατά του μέρους της απόφασης που αφορά την απόδοση ή δήμευση, εφόσον η απόφαση, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 του ΚΠΔ, "Κατά του μέρους της απόφασης που διατάσσει απόδοση των πραγμάτων που αφαιρέθηκαν ή των περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύθηκαν και των πειστηρίων ή δήμευση επιτρέπεται έφεση στον κατηγορούμενο, στον παρασταθέντα για την υποστήριξη της κατηγορίας και στον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις έκρινε η απόφαση (άρθρα 311 παρ. 2, 372 και 373), ανεξάρτητα από το αν αυτός παρέστη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι, κατά του μέρους της ποινικής απόφασης, που αναφέρεται στην απόδοση ή τη δήμευση των κατασχεθέντων πραγμάτων ή των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων και πειστηρίων, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο, στον παραστάντα για την υποστήριξη της κατηγορίας και στον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων έκρινε η απόφαση, δηλαδή στον παρεμβάντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, είτε στον πρώτο, είτε και στον δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1300/2024, ΑΠ 858/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, Ε. Ο. του Β., κάτοικος ..., είχε ασκήσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας παρέμβαση, αιτούμενη την απόδοση στην ίδια, ως κυρία, των κατασχεθέντων στην οικία του κατηγορουμένου συζύγου της Ε. Φ. (κατά του οποίου είχε παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω θανάτου), χρημάτων, χρυσού και τιμαλφών. Ακολούθως, μετά την κατ' ουσία απόρριψη της παρέμβασής της με την εκδοθείσα υπ' αριθμ. 543/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και την άσκηση έφεσης κατ' αυτής, η ανωτέρω, ενώπιον του δικάζοντος σε δεύτερο βαθμό Δ' Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, άσκησε επιπλέον παρέμβαση, αιτούμενη, σε περίπτωση μη ευδοκίμησης της αρχικής της παρέμβασης, να αποδοθούν τα κατασχεθέντα χρήματα και τιμαλφή στην ίδια και στα δύο τέκνα, που είχε αποκτήσει με τον θανόντα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού. Το ανωτέρω Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 304/2024 απόφασή του, με την οποία απέρριψε τις παρεμβάσεις της Ε. Ο. και, αφού επικύρωσε τις εκθέσεις κατάσχεσης των ως άνω χρημάτων, χρυσού και τιμαλφών, διέταξε τη δήμευση αυτών. Κατά της απόφασης αυτής, η Ε. Ο. άσκησε την υπ' αριθμ. 110/2024 αναίρεση, με δήλωσή της, στις 27-12-2024, ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στην περιφέρεια του οποίου αυτή κατοικεί. Η δήλωση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1, 3 και 495 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη, λόγω της πρόδηλης συνάφειας, με το παραδεκτώς υποβληθέν από 2-5-2025 δικόγραφο πρόσθετων λόγων της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε την 2-5-2025 ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρ. 509 ΚΠΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 60 παρ. 1, 261, 266, 280, 311 παρ. 2 και 3, 372 και 373 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να κρίνει και για ζητήματα αστικής φύσης, που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης, υποχρεούται δε, αυτεπαγγέλτως, με την τελειωτική απόφασή του, να αποφανθεί και για την τύχη των κατασχεθέντων πραγμάτων και των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων και, σε περίπτωση που δεν συντρέχει λόγος δήμευσης ή καταστροφής αυτών, ανεξαρτήτως καταδίκης ή αθώωσης του κατηγορούμενου, πρέπει να διατάξει την απόδοση αυτών στα πρόσωπα, που αναλόγως καθορίζονται με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 372 και 373 ΚΠΔ και προκύπτουν από τη διαδικασία, ενώ, όταν συντρέχει περίπτωση, διατάσσει τη δήμευση των αντικειμένων, που πρέπει να δημευτούν (ΑΠ 1300/2024, ΑΠ 858/2023, ΑΠ 988/2020).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 3691/2008, που ίσχυαν κατά τους χρόνους τέλεσης των πράξεων της υπό κρίση υπόθεσης, που είναι παρόμοιες με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 1 και 2 εδ. α' και β' του ν. 4557/2018 (όπως ισχύει μετά το άρθρο 7 του ν. 4816/2021) και τις προγενέστερες καταργηθείσες διατάξεις του άρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 2331/1995, "1. Τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊόν βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊόν τέτοιων αδικημάτων ή τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν προς τέλεση αυτών των αδικημάτων, κατάσχονται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεώς τους στον ιδιοκτήτη κατά την παρ. 2 του άρθρου 310 και του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 373 ΚΠΔ (ήδη παράγραφο 2 του άρθρου 311 και δεύτερο εδάφιο του άρθρου 372 του ΚΠΔ - ν. 4620/2019), δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Σε περίπτωση ανάμειξης του προϊόντος του αδικήματος με περιουσία που προέρχεται από νόμιμες πηγές, η κατάσχεση και η δήμευση επιβάλλονται μέχρι του ποσού της αξίας του προϊόντος αυτού. Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν τα περιουσιακά στοιχεία ή μέσα ανήκουν σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 κατά το χρόνο κτήσεως αυτών. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και σε περίπτωση απόπειρας των ανωτέρω αδικημάτων. 2......3. Δήμευση διατάσσεται και όταν δεν ασκήθηκε δίωξη λόγω θανάτου του υπαιτίου ή η δίωξη που ασκήθηκε έπαυσε οριστικώς ή κηρύχθηκε απαράδεκτη. Στις περιπτώσεις αυτές, η δήμευση διατάσσεται με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου ή με απόφαση του δικαστηρίου, που παύει ή κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη και αν δεν ασκήθηκε δίωξη, με βούλευμα του κατά τόπον αρμόδιου συμβουλίου πλημμελειοδικών. Οι διατάξεις του άρθρου 492 και της παρ. 3 του άρθρου 504 ΚΠΔ εφαρμόζονται αναλόγως και στην προκειμένη περίπτωση. 4. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 310 και του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 373 ΚΠΔ εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση που διατάχθηκε δήμευση κατά της περιουσίας τρίτου, ο οποίος δεν συμμετέσχε στη δίκη ούτε κλητεύθηκε σε αυτήν".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ "Αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους, και όσα αποκτήθηκαν με αυτά αμέσως ή εμμέσως, επίσης και αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ "Η δήμευση των αντικειμένων της παραγράφου 1 του άρθρου 68 επιβάλλεται υποχρεωτικά σε βάρος του κατόχου τους, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την τελεσθείσα πράξη, αν από τη φύση τους προκύπτει κίνδυνος της δημόσιας τάξης". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η δήμευση μπορεί να επιβληθεί ως παρεπόμενη ποινή όταν ο κατηγορούμενος κηρυχθεί ένοχος ή ως μέτρο ασφαλείας, όταν ο κατηγορούμενος κηρυχθεί αθώος, ή παύσει οριστικά κατ' αυτού η ποινική δίωξη ή κηρυχθεί η τελευταία απαράδεκτη ή δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 373 του ΚΠΔ, "1. Με την τελειωτική απόφαση το Δικαστήριο αποφασίζει για την τύχη των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων. 5. Σε περίπτωση οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής ή θανάτου ή κήρυξης αυτής απαράδεκτης, το δικαστήριο διατάσσει την απόδοση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων στον παθόντα, εφόσον ήθελε προκύψει ότι αυτά προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την αξιόποινη πράξη και συνιστούν την περιουσιακή ζημία που υπέστη αυτός. Διαφορετικά, διατάσσει τη δήμευσή τους, εφόσον αυτή προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις. Στις προηγούμενες περιπτώσεις εφαρμόζεται αναλόγως και η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 311". Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα αρχικά με το ν. 2329/1953, εκ νέου δε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ, όπως το κείμενό της αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το π.δ. 76/2022, ορίζεται ότι 1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε.....είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης....", ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου της ως άνω Σύμβασης, "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο έως τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 2462/1997 "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αυτό αθωότητας αποτυπώνεται ήδη και στο άρθρο 71 του νέου ΚΠΔ, με το οποίο ορίζεται ότι "Οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο". Με τις ως άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης, που ασκήθηκε σε βάρος του. Κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Κατά το τεκμήριο αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 931/2022). Δηλαδή, μέχρι την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου, οι δικαστικές αρχές, που ερευνούν ή δικάζουν την υπόθεση, οφείλουν να αντιμετωπίζουν τον κατηγορούμενο ως αθώο, διαφορετικά παραβιάζεται το ως άνω άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. Όμως, το τεκμήριο της αθωότητας δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, το οποίο, μετά την αθώωση του κατηγορουμένου ή την οριστική παύση της εναντίον του ποινικής δίωξης, επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης. Στην νέα αυτή διαδικασία, δεν πρέπει να τίθεται εν αμφιβόλω η προγενέστερη απαλλαγή του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας αυτού, όταν στη μεταγενέστερη διαδικασία, το δικαστήριο, παρά την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, αποφαίνεται κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου, πλήττοντας έτσι τη φήμη του και τον τρόπο που αντιμετωπίζεται από την κοινωνία. Ομοίως, σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας απαιτείται και από κάθε άλλη δημόσια αρχή, που επιλαμβάνεται σχετικά, ώστε τα ανωτέρω πρόσωπα να μην αντιμετωπίζονται ως ένοχα για τα αδικήματα, που τους είχαν αποδοθεί στο παρελθόν, παρά την απαλλαγή τους. Ως αθωωτική ποινική απόφαση, όσον αφορά στην ισχύ του τεκμηρίου αθωότητας, θεωρείται κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης, ή που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών", ή που αναστέλλει την ποινική διαδικασία, ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και λόγω παραγραφής ή θανάτου, ή ανάκλησης της σε βάρος του κατηγορουμένου έγκλησης, ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής" [Ολ. ΑΠ 4/2020 (Πολ.), ΕΔΔΑ, Nealon και Hallam κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 11-6-2024, υπ' αριθμ. 32483/2019 και 35049/2019, Αllen κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 12-7-2013, αριθμός προσφυγής 25424/2009]. Ειδικότερα, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Δηλαδή, η με οποιοδήποτε τρόπο απαλλαγή από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται συγχρόνως την απαλλαγή και από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών. Οι παραδοχές, όμως και η εν γένει συλλογιστική της απόφασης, που αποφαίνεται επί των αστικών αξιώσεων, δεν πρέπει να θέτουν, αμέσως ή εμμέσως, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της ποινικής, απαλλακτικής με οποιοδήποτε τρόπο, κατά τα προαναφερθέντα, απόφασης, ούτε να περιέχουν δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης για τον, με οποιοδήποτε τρόπο, ποινικώς απαλλαγέντα, διαφορετικά δημιουργείται ζήτημα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. [Ολ. ΑΠ 4/2020 ό.π., ΕΔΔΑ Nealon και Hallam κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 11-6-2024, αριθμ. προσφυγής 32483/2019 και 35049/2019 (με πλήθος παραπομπών σε νομολογία του Δικαστηρίου), Αllen κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 12-7-2013, αριθμ. προσφυγής 25424/2009, Ringvold και Υ κατά Νορβηγίας, της 11-2-2003, αριθμ. προσφυγής 34964/1997, Diacenco κατά Ρουμανίας, της 7-2-2012, αριθμ. προσφυγής 124/2004]. Η παραβίαση δε των προεκτεθέντων επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ και ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 Α' του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1277/2024, ΑΠ 747/2024, ΑΠ 1705/2022). Περαιτέρω, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του ποινικού δικαίου ότι η ποινική ευθύνη του προσώπου παύει να υφίσταται μετά τον θάνατό του, οπότε παύει η εναντίον του ασκηθείσα ποινική δίωξη. Όμως, το τεκμήριο αθωότητας, κατά τα ανωτέρω, του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, ισχύει και για τον θανόντα, κατά του οποίου έπαυσε η ποινική δίωξη, εφόσον σε κάποια μεταγενέστερη διαδικασία αυτός θεωρείται ένοχος των πράξεων, που του είχαν αποδοθεί (ΕΔΔΑ, Magnitskiy και άλλοι κατά Ρωσίας της 27-11-2019, αριθμ. προσφυγών 32631/09 και 53799/12, G.I.E.M SRL και άλλοι κατά Ιταλίας της 28-6-2018, αριθμ. προσφυγής 1828/06, Vulakh και άλλοι κατά Ρωσίας της 10-4-2012, αριθμ. προσφυγής 33468/03). Όμως, ουδόλως ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας στην περίπτωση, κατά την οποία, βάσει κανόνων του εσωτερικού ή και του υπερεθνικού δικαίου, επιβάλλεται η δήμευση περιουσιακών στοιχείων του θανόντος, που προήλθαν από εγκληματική δραστηριότητα αυτού, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να διερευνήσει, καθόσον δεν υπάρχει η δυνατότητα, λόγω του επελθόντος θανάτου, να χωρήσει η αμετάκλητη καταδίκη αυτού. Συγκεκριμένα, δήμευση, μη βασιζόμενη σε καταδίκη, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, Α) στο άρθρο 54 παρ. 1 περ. γ' σύμβαση του ΟΗΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς, που κυρώθηκε με τον ν. 3666/2008, κατά το οποίο "1. Κάθε Κράτος Μέρος, για να παρέχει αμοιβαία δικαστική συνδρομή, σύμφωνα με το άρθρο 55 της παρούσας Σύμβασης, σχετικά με περιουσία που αποκτήθηκε ή που εμπλέκεται στην τέλεση εγκλήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του:....(γ) Εξετάζει το ενδεχόμενο να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να επιτρέπει τη δήμευση της εν λόγω περιουσίας χωρίς ποινική καταδίκη σε περιπτώσεις όπου ο δράστης δεν μπορεί να διωχθεί λόγω θανάτου, φυγής ή απουσίας ή σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις. Β) Στο άρθρο 15 παρ. 1 της Οδηγίας 2024/1260 της 24-4-2024, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, που πρέπει να υλοποιηθεί μέχρι τις 23-11-2026, κατά το οποίο: "1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καθίσταται δυνατή, υπό τους όρους της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η δήμευση οργάνων, προϊόντων εγκλήματος ή περιουσιακών στοιχείων που προβλέπονται στο άρθρο 12 ή προϊόντων ή περιουσιακών στοιχείων τα οποία μεταβιβάστηκαν σε τρίτους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13, όταν έχει κινηθεί ποινική διαδικασία αλλά η διαδικασία δεν μπόρεσε να συνεχιστεί λόγω μίας ή περισσοτέρων εκ των ακόλουθων περιστάσεων:.....γ) θάνατος του υπόπτου ή του κατηγορουμένου.......". Όπως δε προεκτέθηκε, η ρύθμιση αυτή ήδη προβλέπεται στο προαναφερόμενο άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 3691/2008 (και του ήδη ισχύοντος άρθρου 40 παρ. 3 ν. 4557/2018). Δηλαδή, στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνά την προέλευση των επίμαχων περιουσιακών στοιχείων, κρίνοντας παρεμπιπτόντως αν αυτά προήλθαν από την τυχόν προηγηθείσα εγκληματική δράση του θανόντος, την οποία αναγκαίως πρέπει να διερευνήσει, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα να τον κηρύξει ένοχο συγκεκριμένων πράξεων. Η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή για την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Ειδικότερα δε, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, απαιτείται να περιλαμβάνει και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά σε συγκεκριμένη διάταξη νόμου που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα (ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 1030/2021, ΑΠ 653/2021). Τέλος, Κατά το άρθρο 510 παρ. 3 ΚΠΔ, εκτός από τους αναφερόμενους στην παρ. 1 λόγους, "μπορούν να προταθούν, σε ό,τι αφορά το μέρος της απόφασης το σχετικό με την απόδοση όσων αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων, και οι λόγοι αναίρεσης οι οποίοι προβλέπονται από την πολιτική δικονομία", εφόσον βεβαίως αυτοί είναι συμβατοί προς τα κρατούντα στην ποινική διαδικασία (ΑΠ 645/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Δ' Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 304/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Σε βάρος των 1) Ε. Φ. του Ζ., 2) V. S. του B., 3) Ε. Γ. του Γ., 4) Ε. Τ. του Γ., 5) Σ. Φ. του Κ., 6) Α. Δ. του Α., 7) Κ. Β. του Θ., 8) Γ. Χ. του Α., 9) Χ. Λ. του Χ., 10) M. S. του K. και 11) Κ. Κ. του Χ., ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις α) της εγκληματικής οργάνωσης υπό την έννοια της συγκρότησης και της ένταξης ως μέλη σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από περισσότερα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 404 και 385 Π Κ, β) της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από κοινού και κατά μόνας της παρ. 2α του άρθρου 404 ΠΚ, γ) της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, δ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και ε) της εκβίασης, ήτοι για παράβαση των άρθρων 187 παρ. 1 - 3 εδ. α', 385 παρ. 1α', 404 παρ. 3 - 2α' προϊσχύσαντος ΠΚ και 2 παρ. 1, 2, 3 περ. α' και κ', 4 και 45 παρ. 1 περ. α' του ν. 3691/2008, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις του ΠΚ. Μετά τη θέση σε ισχύ του νέου ΠΚ (ν. 4619/2019) επακολούθησε νεότερος χαρακτηρισμός της πράξης της τοκογλυφίας ως τελεσθείσας κατ' επάγγελμα, από κοινού και κατά μόνας, κατά παράβαση των άρθρων 404 παρ. 2 - 1 και 405 παρ. 1 νέου ΠΚ, και κλήθηκαν οι δικαιούχοι σε υποβολή έγκλησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 464 νέου ΠΚ. Μετά το πέρας της κύριας ανάκρισης εκδόθηκε το με αριθμό 36/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άρτας, το οποίο (μεταξύ άλλων) παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας τους εκ των κατηγορουμένων V. S., Ε. Γ., Ε. Τ., Σ. Φ., Α. Δ., Κ. Β., Γ. Χ., Χ. Λ. και M. S. του K. προκειμένου να δικαστούν για τις πράξεις της οργάνωσης περισσοτέρων προσώπων που διέπραξαν τοκογλυφίες κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση και της νομιμοποίησης εσόδων από επαγγελματικές ενέργειες, ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του Ε. Φ. για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις της εγκληματικής οργάνωσης που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων, της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και της εκβίασης, λόγω του επισυμβάντος την ....2018 θανάτου του. Η έρευνα για την υπόθεση ξεκίνησε με αφορμή ανώνυμες τηλεφωνικές καταγγελίες προς την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ιωαννίνων, σύμφωνα με τις οποίες είχε συγκροτηθεί δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα που επιδίωκε την κατ' επάγγελμα διάπραξη τοκογλυφικών πράξεων, διά της συνομολόγησης και λήψης περιουσιακών ωφελημάτων που υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής και κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου και ακολούθως τη νομιμοποίηση των εσόδων από την παραπάνω δραστηριότητα. Κατόπιν τούτων, μετά από αίτημα της ανωτέρω υπηρεσίας εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 265/....2016, 282/....2016 και 47/....2017 διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ιωαννίνων, που επικυρώθηκαν με τα αντίστοιχα με αριθμούς 221/2016, 226/2016 και 26/2017 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων, δυνάμει των οποίων τέθηκαν σε επισύνδεση οι τηλεφωνικές συνδέσεις των άνω κατηγορουμένων με αριθμούς ... (Κ. Κ.), ... (Ε. Γ.) και ... (Ε. Φ.), για το χρονικό διάστημα από ....2016 έως ....2016, οι τηλεφωνικές συνδέσεις με αριθμούς ... (Ε. Φ.), ... (Ε. Φ.), ... (V. S.), ..., ... (M. S.), ... (Α. Δ.) και ... (Σ. Φ.) για το χρονικό διάστημα από ....2016 έως ....2017 και οι τηλεφωνικές συνδέσεις με αριθμούς ... (Ε. Φ.) και ... (Ε. Γ.) για το χρονικό διάστημα από ....2017 έως ....2017. Από τα στοιχεία που εξήχθησαν από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες προέκυψε ότι ο αποβιώσας Ε. Φ. του Ζ., τουλάχιστον κατά το χρονικό διάστημα από την 09η.03.2016 έως και την 09η.03.2017 ενεργούσε κατ' επάγγελμα τοκογλυφικές πράξεις, δηλαδή κατά την παροχή και την παράταση της προθεσμίας πληρωμής και κατά την ανανέωση και κατά την προεξόφληση δανείου συνομολογούσε και ελάμβανε περιουσιακά ωφελήματα που υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, εκμεταλλευόμενος την οικονομική ανάγκη εκείνων που έπαιρναν την πίστωση. Ειδικότερα, από την ακρόαση και προσήκουσα αξιολόγηση των προαναφερόμενων τηλεφωνικών αριθμών αποδείχθηκε ότι ο Ε. Φ., ο οποίος ήταν γνωστός ως τοκογλύφος σε επαγγελματικούς κύκλους που είχαν ανάγκη ρευστότητας, δρούσε ως εξής: όταν τον προσέγγιζαν ελεύθεροι επαγγελματίες ή επιχειρηματίες προκειμένου να τους "δανείσει" χρήματα, προέβαινε στην προεξόφληση ("σπάσιμο") τραπεζικών επιταγών πελατών τους, παρακρατώντας μέρος του ποσού εκάστης επιταγής, το οποίο αντιπροσώπευε τον τόκο επί του δανείου, στη συνέχεια, δε, με βάση τη συμφωνία τους ο δανειζόμενος ήταν υποχρεωμένος να επιστρέφει το σύνολο του ποσού της επιταγής. Ωστόσο, ο τόκος που ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στον Φ. ήταν πολύ ανώτερος του κατά νόμο επιτρεπόμενου ποσοστού (ύφους 5,25% ετησίως της επίμαχη περίοδο) και ανερχόταν, όπως αποδείχθηκε από τις προαναφερόμενες συνομιλίες, σε ποσοστό 5 - 20% μηνιαίως. Κατά την εκτέλεση των ανωτέρω παράνομων συναλλαγών, εξάλλου, ο Φ. χρησιμοποιούσε τα ίδια τα θύματά του ως βοηθούς - ενδιάμεσους τρίτους, δηλαδή τους ανέθετε τη διακίνηση επιταγών και χρημάτων, είτε σε μετρητά είτε μέσω δικών τους τραπεζικών λογαριασμών, ώστε να είναι δυσχερής η ανακάλυψη του ιδίου από τις αρχές. Ενδεικτικά, προέκυψαν τα κάτωθι σχετικά με τη δράση του: 1) Στην Αθήνα την 09-12-2016, μέσω των V. S. και Ε. Γ. ήλθε σε επαφή με την επιχείρηση "DELIMARKET- Τ.", που εδρεύει στο Κολωνάκι Αθηνών, και συμφώνησε την παροχή σε αυτήν δανείου ποσού 5.865 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση σε αυτούς προς είσπραξη από αυτούς μίας μεταχρονολογημένης επιταγής που ενσωμάτωνε μη νόμιμους τόκους, αξίας 6.510 ευρώ, εκδόσεως της ως άνω επιχείρησης, με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής την 20-02-2017, την οποία προεξόφλησε καταβάλλοντάς της ως δάνειο το ποσό 5.865 ευρώ, κρατώντας έτσι για το εαυτό του ως τόκο για το χρονικό διάστημα από την 09-12-2016 μέχρι την 20-02-2017, το υπόλοιπο ποσό των 645 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%. 2) Στην Αθήνα την 19-12-2016 ήλθε σε επαφή με τον Ε. Τ. και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 88.780 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν εντός προθεσμίας πέντε (5) μηνών, αρχομένης αυτής από την 19-12-2016, με τόκο που υπερέβαινε το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται νια την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25% αφού υποχρεούνταν να του αποδώσει το ποσό των 95.450 ευρώ το οποίο περιελάμβανε εκτός του ως άνω κεφαλαίου, περιουσιακό ωφέλημα που περιελάμβανε τόκο ανερχόμενο σε 6.670 ευρώ, εκ του οποίου ο νόμιμος τόκος ανέρχονταν στα 1.940 ευρώ και το μη νόμιμο ποσοστό τόκου ανέρχονταν στο ποσό των 4.730 ευρώ. 3) Στην Αττική, σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα τοποθεσία, την 21-12-2016, μέσω του Γ. Χ. ήλθε σε επαφή με άγνωστο άτομο, και συμφώνησε την παροχή σε αυτό δανείου ύψους 28.950 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση σε αυτούς προς είσπραξη από αυτούς μίας επιταγής ημέρας που ενσωμάτωνε μη νόμιμους τόκους, αξίας 1.050 ευρώ, την οποία προεξοφλήσανε καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό 28.950 ευρώ, κρατώντας έτσι για τον εαυτό τους ως τόκο το υπόλοιπο ποσό των 1.050 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα και δη ημερήσιο επιτόκιο 3,5% το οποίο υπερέβαινε το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%, 4) Στην Αττική σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα τοποθεσία, την 22-12-2016, μέσω των Χ. Λ. και Σ. Φ. ήλθε σε επαφή με την Α. Ν. και συμφώνησε την παροχή σε αυτήν δανείου ποσού 148.000 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση σε αυτόν προς είσπραξη τεσσάρων ισόποσων επιταγών της τράπεζας Πειραιώς, αξίας 40.000 έκαστης που ενσωμάτωναν μη νόμιμους τόκους, αξίας 3.000 έκαστη επιταγή, εκδόσεως της ως άνω Α. Ν., την οποία προεξόφλησε καταβάλλοντάς της ως δάνειο το ποσό των 148.000 ευρώ, κρατώντας έτσι για το εαυτό του ως τόκο, το υπόλοιπο ποσό των 12.000 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25% και ανέρχονται τα περιουσιακά ωφελήματα αυτά σε ποσοστό 7% ημερησίως, 5) Στην Αττική σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα τοποθεσία και στον αμέσως μη επακριβώς εξακριβωθέντα προηγούμενο χρόνο της 26-12-2016, μέσω των Ε. Γ. και Κ. Β., ήλθε σε επαφή με άγνωστο άτομο με το επίθετο Μ., άγνωστων λοιπών στοιχείων και με τον Ι. Ρ., άγνωστων λοιπών στοιχείων, και συμφώνησε την παροχή σε αυτούς δανείου άγνωστου ποσού, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση προς είσπραξη, από μία μεταχρονολογημένη επιταγή από κάθε δανειοδοτούμενο, που ενσωμάτωνε μη νόμιμους τόκους, αξίας της πρώτης επιταγής 3.945 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής την 27- 12-2016 και της δεύτερης ποσού 5.730 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής την 27-12-2016, τις οποίες προεξόφλησε καταβάλλοντος στους ανωτέρω δανειοδοτούμενους ως δάνειο, άγνωστο ποσό, κρατώντας για τον εαυτό του ως τόκο για το χρονικό διάστημα μέχρι την 27-12-2016, το υπόλοιπο ποσό μέχρι το ύφος των επιταγών, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%. 6) Στα Ιωάννινα, στις 20-12-2016, μέσω του Ε. Γ., ήλθε σε επαφή με άγνωστο άτομο και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 5.960 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση σε αυτόν προς είσπραξη μίας μεταχρονολογημένης επιταγής που ενσωμάτωνε μη νόμιμους τόκους, αξίας της επιταγής 6.350 ευρώ, εκδόσεως του ως άνω άγνωστου ατόμου, με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής την 05-02-2017, την οποία προεξόφλησε καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό 5.960 ευρώ, κρατώντας έτσι για τον εαυτό του ως τόκο για το χρονικό διάστημα από την 20-12-2016 μέχρι την 05-02-2017, το υπόλοιπο ποσό των 400 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%, ήτοι περιουσιακό ωφέλημα αξίας 359 ευρώ αφού το νόμιμο επιτόκιο ανερχόταν στο ποσό των 41 ευρώ. 7) Στα Ιωάννινα στις 20-12-2016, μέσω του Ε. Γ., ήλθε σε επαφή με άγνωστο άτομο και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 5.305 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση σε αυτόν προς είσπραξη από αυτούς μίας μεταχρονολογημένης επιταγής που ενσωμάτωνε μη νόμιμους τόκους, αξίας της επιταγής 5,940 ευρώ, εκδόσεως του ως άνω άγνωστου ατόμου, με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής την 05-02-2017, την οποία προεξόφλησε καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό 5.960 ευρώ, κρατώντας έτσι για τον εαυτό του ως τόκο για το χρονικό διάστημα από την 20-12-2016 μέχρι την 10-03-2017, το υπόλοιπο ποσό των 635 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%, ήτοι περιουσιακό ωφέλημα αξίας 574 ευρώ αφού το νόμιμο επιτόκιο ανερχόταν στο ποσό των 61 ευρώ. 8) Στα Ιωάννινα την 30-12-2016, ήλθε σε τηλεφωνική επαφή με τον Ε. Γ. και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 10.000 ευρώ η εξόφληση του οποίου θα γινόταν την 31-01-2017 με την καταβολή προς αυτόν ποσού 11.500 ευρώ, ήτοι με τόκο 1.500 ευρώ, ήτοι με τοκογλυφικό περιουσιακό ωφέλημα για το χρονικό διάστημα από 30-12-2016 μέχρι 31-01-2017, το οποίο προφανώς υπερέβαινε το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%. 9) Στα Ιωάννινα, στις 13-01-2017, μέσω του M. S., ήλθε σε επαφή με άγνωστο άτομο και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 13.575 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση σε αυτόν προς είσπραξη μίας μεταχρονολογημένης επιταγής που ενσωμάτωνε μη νόμιμους τόκους, αξίας της επιταγής αυτής 15.000, άγνωστου εκδότη, με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής την 10-03-2017, την οποία προεξόφλησε καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό 13.575 ευρώ, κρατώντας έτσι για το εαυτό του ως τόκο για το χρονικό διάστημα από την 13-01-2017 μέχρι την 10-03-2017, ήτοι για χρονικό διάστημα πενήντα επτά (57) ημερών, το υπόλοιπο ποσό των 1.425 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%, ήτοι περιουσιακό ωφέλημα αξίας 2.560 ευρώ αφού το νόμιμο επιτόκιο ανερχόταν στο ποσό των 111,30 ευρώ. 10) Στα Ιωάννινα, στις 15-01-2017, μέσω του M. S., ήλθε σε επαφή με άγνωστο άτομο και συμφώνησε την παροχή σ' αυτόν δανείου ποσού 31.565 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση σε αυτόν προς είσπραξη τριών μεταχρονολογημένων επιταγών που ενσωμάτωναν μη νόμιμους τόκους, αξίας των επιταγών αυτών 10.000, 10.000 και 14.125 ευρώ (ήτοι συνολικής αξίας 34.125 ευρώ), άγνωστου εκδότη, με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής την 20-02-2017, τις οποίες προεξόφλησε καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό 31.565 ευρώ, κρατώντας έτσι για το εαυτό του ως τόκο για το χρονικό διάστημα από την 15- 01-2017 μέχρι την 20-02-2017, ήτοι για χρονικό διάστημα τριάντα επτά (37) ημερών, το υπόλοιπο ποσό των 2.560 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%, ήτοι περιουσιακό ωφέλημα αξίας 2.560 ευρώ αφού το νόμιμο επιτόκιο ανερχόταν στο ποσό των 167,99 ευρώ. 11) Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα τοποθεσία στην Αττική, στις 14-01-2017, μέσω του Γ. Χ. ήλθε σε επαφή με άγνωστο εισέτι στην ανάκριση άτομο και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 6.100 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση σε αυτόν προς είσπραξη δύο μεταχρονολογημένων επιταγών που ενσωμάτωναν μη νόμιμους τόκους, αξίας των επιταγών αυτών 5.000 και 1.649 ευρώ (ήτοι συνολικής αξίας 6.649 ευρώ), άγνωστου εκδότη, με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής την 23-03-2017 και 31-03-2017 αντίστοιχα, τις οποίες προεξόφλησε καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό 6.100 ευρώ, κρατώντας έτσι για το εαυτό του ως τόκο για το χρονικό διάστημα από την 14-01-2017 μέχρι την 23-03-2017 και 31-03-2017, το υπόλοιπο ποσό των 549 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%, ήτοι περιουσιακό ωφέλημα αξίας 549 ευρώ αφού το νόμιμο επιτόκιο ανερχόταν στο ποσό των 67 ευρώ. 12) Στα Ιωάννινα στις 13-01-2017 μέσω των Χ. Λ., Ε. Γ. και Ε. Τ., ήλθε σε επαφή με άγνωστο άτομο και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 37.500 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση σε αυτόν προς είσπραξη μιας μεταχρονολογημένης επιταγής της τράπεζας Πειραιώς, που ενσωμάτωνε μη νόμιμους τόκους, αξίας της επιταγής αυτής 40.000, εκδόσεως της Α. Ν., την οποία προεξόφλησε καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό 37.500 ευρώ, κρατώντας έτσι για τον εαυτό του ως τόκο, το υπόλοιπο ποσό των 2.500 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%. 13) Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα τοποθεσία στα Ιωάννινα, στις 18-01-2017, μέσω των M. S. και Ε. Γ., ήλθε σε επαφή με άγνωστο άτομο και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 22.227 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση προς είσπραξη τεσσάρων μεταχρονολογημένων επιταγών που ενσωμάτωναν μη νόμιμους τόκους, αξίας των επιταγών αυτών 6.060, 2.080, 1.508 και 14.386 ευρώ (ήτοι συνολικής αξίας 24.034 ευρώ), άγνωστου εκδότη, με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής την 05-02-2017, 10-02-2017, 28-02-2017 και 28-02-2017 αντίστοιχα, τις οποίες προεξόφλησε καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό 22.227 ευρώ, κρατώντας έτσι για το εαυτό του ως τόκο για το χρονικό διάστημα από την 18-01-2017 μέχρι την 28-02-2017 το υπόλοιπο ποσό των 1.807 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%, ήτοι περιουσιακό ωφέλημα αξίας 1.807 ευρώ αφού το νόμιμο επιτόκιο ανερχόταν στο ποσό των 134 ευρώ. 14) Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα τοποθεσία στην Αττική την 26-01-2017 ήλθε σε επαφή με τον Α. Δ. και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 6.440 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με 4 ισόποσες εβδομαδιαίες δόσεις των 1.690 έκαστη (σύνολο 6.760 ευρώ), κρατώντας έτσι νια το εαυτό του ως τόκο για το χρονικό διάστημα των τεσσάρων εβδομάδων, το ποσό των 320 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία για την περίοδο αυτή, προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή στο ποσό των 5,25%. 15) Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα τοποθεσία στην Αττική την 27-01-2017, μέσω του V. S. και ατόμου με το όνομα "Α.", άγνωστων λοιπών στοιχείων, ήλθε σε επαφή με άγνωστο άτομο και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 4.500 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση προς είσπραξη μίας (1) μεταχρονολογημένης επιταγής που ενσωμάτωνε μη νόμιμους τόκους, αξίας της επιταγής αυτής 5.000 ευρώ, άγνωστου εκδότη, με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής δύο (2) μήνες μετά την συνομολόγηση του δανείου, την οποία προεξόφλησε καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό 4.500 ευρώ, κρατώντας έτσι για το εαυτό του ως τόκο για το χρονικό διάστημα των δύο (2) μηνών το υπόλοιπο ποσό των 500 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%. 16) Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα τοποθεσία στα Ιωάννινα, στις 10-12-2016 μέσω του Ε. Γ. ήλθε σε επαφή με άγνωστο άτομο και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 5.865 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα γινόταν με την παράδοση σε αυτούς προς είσπραξη από αυτούς, μίας μεταχρονολογημένης επιταγής που ενσωμάτωνε μη νόμιμους τόκους, αξίας της επιταγής αυτής 6.510 ευρώ, άγνωστου εκδότη, με άγνωστη ημερομηνία έκδοσης και την οποία προεξόφλησε καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό 5.865 ευρώ, κρατώντας έτσι για τον εαυτό τους ως τόκο το υπόλοιπο ποσό των 645 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%. 17) Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα τοποθεσία στα Ιωάννινα, στις 21-12-2016, μέσω του Ε. Γ. ήλθε σε επαφή με άτομο με το όνομα Μ., άγνωστων μέχρις στιγμής λοιπών στοιχείων και συμφώνησε την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 5.950 ευρώ και 5.305 ευρώ, η εξόφληση των οποίων θα γινόταν με την παράδοση προς είσπραξη δύο (2) μεταχρονολογημένων επιταγών που ενσωμάτωναν μη νόμιμους τόκους, αξίας της καθεμίας 6.350 ευρώ και 5.940 ευρώ αντίστοιχα, άγνωστου εκδότη, με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής την 05-02-2017 και 10-03-2017 αντίστοιχα και τις οποίες προεξόφλησε, καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό των 5.950 ευρώ και 5.305 αντίστοιχα, κρατώντας έτσι για το εαυτό του ως τόκο για χρονικό διάστημα των σαράντα επτά (47) ημερών και ογδόντα (80) ημερών αντίστοιχα, το υπόλοιπο ποσό των 400 ευρώ και 635 ευρώ αντίστοιχα, που ενσωμάτωναν τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα ύφους 360 ευρώ και 574 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%, αφού ο νόμιμος τόκος ανέρχονταν στο ποσό των 40 ευρώ και 61 ευρώ αντίστοιχα, 18) Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα τοποθεσία στο νομό Ιωαννίνων τον Οκτώβριο του έτους 2014, ήλθε σε επαφή με τον Κ. Β. και συμφώνησαν την παροχή σε αυτόν δανείου ποσού 4.000 ευρώ, η εξόφληση τού οποίου θα γινόταν με την παράδοση σε αυτόν προς είσπραξη από αυτόν μίας μεταχρονολογημένης επιταγής που ενσωμάτωνε μη νόμιμους τόκους, αξίας της επιταγής αυτής 5.500 ευρώ, άγνωστου εκδότη, με ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πληρωμής την 25-01-2015, την οποία προεξόφλησε καταβάλλοντάς του ως δάνειο το ποσό 4.000 ευρώ, κρατώντας έτσι για το εαυτό του ως τόκο για το χρονικό διάστημα από την Οκτώβριο του έτους 2014 μέχρι την 25-01-2015, το υπόλοιπο ποσό των 1.500 ευρώ, που ενσωμάτωνε τοκογλυφικά περιουσιακά ωφελήματα τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,3% και 19) Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα τοποθεσία στο νομό Ιωαννίνων και σε μη επακριβώς εξακριβωθέν, εισέτι στην ανάκριση χρονικό διάστημα και πάντως από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2015 και μέχρι τις 02-03-2017, δάνεισε αδιευκρίνιστα ποσά στον Κ. Β., που βρισκόταν σε οικονομική δυσπραγία και αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας. Το δανεισθέν δε ποσό που δεν έχει επακριβώς εξακριβωθεί, δάνειζε με την υποχρέωση επιστροφής του κεφαλαίου πλέον τόκων, ποσοστού κυμαινόμενου από 3% έως 6% ή και περισσότερο, μηνιαίως επί του κεφαλαίου και ως εκ τούτου υποχρέωνε τον δανειζόμενο να του καταβάλει ποσά τα οποία προφανώς υπερέβαιναν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, που ετησίως ανέρχεται για την περίοδο αυτή, στο ποσό των 5,25%, με αποτέλεσμα να αποκτήσει, παράνομα τους τοκογλυφικούς τόκους. Από την επί σειρά ετών συγκεκριμένη δράση του, ο ανωτέρω αποκόμισε, ως παράνομο περιουσιακό όφελος, τουλάχιστον το χρηματικό ποσό των εξακοσίων πέντε χιλιάδων (605.000) ευρώ, οκτώ χιλιάδων επτακοσίων εξήντα (8.760) λιρών Αγγλίας, εξήντα έξη χιλιάδων και είκοσι δύο (66.022) δολαρίων Αμερικής, ένα (1) φύλλο χρυσού ακαθόριστου βάρους, τέσσερις (4) ράβδους χρυσού ακαθόριστου βάρους, μία πλάκα χρυσού με τον αριθμό ... βάρους ενός (1) κιλού, τέσσερα χρυσά νομίσματα με την ένδειξη: α) twenty dollars, β) αραβική γραφή, γ) twenty dollars και δ) 50 pesos, ένα χρυσό μενταγιόν, εκατό (100) χρυσές λίρες, τα οποία ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν στην οικία του στο Πικέρμι Αττικής. Πέραν της ακρόασης των άνω τηλεφωνικών συνομιλιών, άλλα στοιχεία που καταφάσκουν χωρίς αμφιβολία την εγκληματική δραστηριότητα του ανωτέρω είναι το γεγονός ότι οι συναλλαγές του εκτείνονταν σε όλη την Ελλάδα (Αττική, Κορινθία, Άρτα, Ιωάννινα), με πρόσωπα τα οποία δεν φαίνεται να έχουν κάποια επαγγελματική ή άλλη σχέση μαζί του, η χρήση τεσσάρων κινητών τηλεφωνικών γραμμών, η διαμονή του σε εξόχως πολυτελή οικία χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί η αγορά της από τα εισοδήματά του από την επαγγελματική του δραστηριότητα (η οποία σε κάθε περίπτωση παραμένει αδιευκρίνιστη) ή από την περιουσία του, η διακίνηση τεράστιου αριθμού επιταγών χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί από τη δραστηριότητά του, αλλά και η κατοχή εντός της οικίας του, σε σημείο που ήταν ιδιαιτέρως δυσχερές να εντοπιστεί (σε δύο μεταλλικά χρηματοκιβώτια τοποθετημένα κάτω από τη βάση του εσωτερικού ανελκυστήρα), του προαναφερόμενου πολύ μεγάλου χρηματικού ποσού και τιμαλφών, που με βεβαιότητα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, θα είχε φροντίσει να τοποθετήσει σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή σε θυρίδες εφόσον αποτελούσαν προϊόν νόμιμης δραστηριότητας. Κατόπιν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω ανευρεθέντα και κατασχεθέντα χρήματα και τιμαλφή αποτελούσαν μέρος μόνο του προϊόντος των επί σειρά ετών τελούμενων κατ' επάγγελμα τοκογλυφικών πράξεων του Ε. Φ., τα έσοδα των οποίων νομιμοποιούσε χρησιμοποιώντας τα για τη διευκόλυνση της διαβίωσής του και τις καθημερινές βιοτικές του ανάγκες μέσω χρηματικών συναλλαγών με τρίτα πρόσωπα, και όχι περιουσία της παρεμβαίνουσας συζύγου του, όπως αβάσιμα η τελευταία ισχυρίζεται. Πιο συγκεκριμένα, η παρεμβαίνουσα εκθέτει ότι τα χρήματα που ανευρέθηκαν στην συζυγική οικία τους αποτελούσαν τις αποταμιεύσεις της από τον μισθό της εκ της εργασίας της κατά τα έτη 1988 - 2009 στην Ολυμπιακή Αεροπορία (μετέπειτα Ολυμπιακές Αερογραμμές), αρχικά ως αεροσυνοδός και ακολούθως ως προϊσταμένη αεροσυνοδός και διευθύντρια καμπίνας, ειδικά δε ότι το συνάλλαγμα αποτελούσε επιπλέον αμοιβή της για τα ταξίδια που πραγματοποιούσε στο εξωτερικό ως εργαζομένη στην Ολυμπιακή, από τη σύνταξη και το εφάπαξ που έλαβε, από την ιδιότητά της ως μετόχου ποσοστού 27,5% στην οικογενειακή επιχείρηση "ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΑΒΕΕ", καθώς και την πώληση περιουσίας της (ιδανικό μερίδιο σε μεζονέτες στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας), ενώ τα τιμαλφή αποτελούσαν περιουσία που είχε αποκτήσει μέσω της πατρικής της οικογένειας, εκδοχή την οποία υποστήριξε ο εξετασθείς στο ακροατήριο μαρτυράς της, που συνέταξε τις αναγνωστέες από 18.04.2022 και 05.03.2024 λογιστικές - οικονομοτεχνικές γνωμοδοτήσεις. Ειδικότερα, ο άνω μάρτυρας υποστηρίζει, με βάση τα συνημμένα στη δεύτερη γνωμοδότησή του έγγραφα (βεβαιώσεις, φορολογικές δηλώσεις κλπ.), ότι τα καθαρά εισοδήματα της παρεμβαίνουσας από τις παραπάνω αιτίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 800.000,00 ευρώ περίπου, δηλαδή ποσό που δικαιολογεί την κατοχή εκ μέρους της των κατασχεθέντων χρημάτων και τιμαλφών. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αντέχουν στη βάσανο της κοινής λογικής και πρέπει ν' απορριφθούν για τους εξής λόγους: α) Η εκδοχή που υποστηρίζει η παρεμβαίνουσα προϋποθέτει ότι η ίδια αποταμίευε το σύνολο των εισοδημάτων της και δεν δαπανούσε τίποτα εξ ιδίων για την κάλυψη των δικών της και των οικογενειακών αναγκών, διότι κατά τους ισχυρισμούς της αυτές καλύπτονταν αποκλειστικά από τον θανόντα σύζυγο της. Ωστόσο, όποια και αν ήταν η επαγγελματική δραστηριότητα του Ε. Φ., η οποία σημειωτέον δεν διευκρινίζεται (πέραν των αναφορών για ενασχόληση με το χρηματιστήριο, της οποίας τα έσοδα πάντως δεν αποδεικνύονται, ούτε δηλώθηκαν στις φορολογικές δηλώσεις, αλλά ούτε διευκρινίζεται η πηγή των εισοδημάτων με τα οποία αγοράστηκαν τα χρηματιστηριακά προϊόντα), σύμφωνα με τις κοινές φορολογικές δηλώσεις του ζεύγους τα εισοδήματά του ήταν τόσο χαμηλά που σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούσαν τις ιδιαιτέρως αυξημένες οικογενειακές ανάγκες και την πολυτελή διαβίωσή τους, αφού από απλή επισκόπηση των κοινών φορολογικών δηλώσεων προκύπτει ότι η κύρια κατοικία τους έχει επιφάνεια κύριων χώρων 239 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 132 τ.μ., ενώ διέθεταν και δευτερεύουσα κατοικία εμβαδού 135 τ.μ., κολυμβητική δεξαμενή 95 τ.μ., ενώ τα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα που είχαν κατά καιρούς στην κυριότητά τους ήταν μεγάλου κυβισμού (2.995, 1.984, 3.498 κ.εκ.), δηλαδή περιουσιακά στοιχεία η συντήρηση και μόνο των οποίων απαιτεί ιδιαιτέρως υψηλά εισοδήματα, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερα χαμηλών τεκμηρίων διαβίωσης που έχει καθορίσει η φορολογική νομοθεσία. Επιπλέον, παρά τους ισχυρισμούς περί υψηλών εισοδημάτων του Φ. από την ενασχόλησή του με το χρηματιστήριο, ο ίδιος αλλά και η παρεμβαίνουσα φαίνεται να ανάλωσαν σταδιακά το εισπραχθέν τίμημα από την πώληση των μεζονετών στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας, συνολικού ύψους 553.285,00 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 138.937,50 ευρώ φέρεται να εισέπραξε η παρεμβαίνουσα και το ποσό των 414.347,50 ευρώ, β) παρά το ότι θα ήταν ιδιαιτέρως ευχερές για την παρεμβαίνουσα να αποδείξει ότι το σύνολο των χρημάτων της μισθοδοσίας της δεν αποταμιεύονταν σε τραπεζικά ιδρύματα, όπως πράττει σχεδόν το σύνολο των εργαζομένων, αλλά στην οικία της, με την προσκομιδή σχετικών βεβαιώσεων περί ανυπαρξίας καταθετικών λογαριασμών ή βιβλιαρίων καταθέσεων από τα οποία να προκύπτει η ανάληψη των συγκεκριμένων ποσών, η παρεμβαίνουσα προσκόμισε επιλεκτικά (ως συνημμένο στη γνωμοδότηση του μάρτυρα Δ. Κ.) μόνο ένα απόσπασμα κοινού λογαριασμού που διατηρούσε με τις κόρες της, Μ. - Μ. Φ. και Α. Φ., προκειμένου να αποδείξει ότι εσόδευε ικανά χρηματικά ποσά, από το οποίο προκύπτει ότι στις 06.02.2012 πιστώθηκε το ποσό των 300.000,00 ευρώ, το οποίο την ίδια ημέρα αναλήφθηκε εξ ολοκλήρου. Σε κάθε περίπτωση, δεν υφίσταται κανένα πειστικό επιχείρημα για τη μη ύπαρξη άλλων τραπεζικών λογαριασμών της παρεμβαίνουσας, έστω και κοινών με τον σύζυγο της, αντιθέτως μάλιστα, εύλογα θα περίμενε κανείς, δεδομένων των παράνομων δραστηριοτήτων του Ε. Φ. για τις οποίες έγινε λόγος, να υφίστανται τέτοιοι λογαριασμοί οι οποίοι θα μπορούσαν εν μέρει να δικαιολογήσουν την οικονομική επιφάνεια του ζεύγους και θα προσέδιδαν νομιμοφάνεια σε κάποιες συναλλαγές τους, γ) από τα προσκομισθέντα ξενόγλωσσα έγγραφα της Ολυμπιακής Αεροπορίας, που είναι συνημμένα στη γνωμοδότηση του Δ. Κ. και αφορούν στην καταβολή ποσών στην παρεμβαίνουσα σε δολάρια ΗΠΑ, ουδόλως αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι τα ανευρεθέντα και κατασχεθέντα χρήματα σε συνάλλαγμα αποτελούσαν αμοιβές της από τα ταξίδια εξωτερικού. Και τούτο διότι, από τα εν λόγω έγγραφα, που αφορούν μόνο σε τρία συγκεκριμένα ταξίδια (10.10.2003, 23.08.2009, 22.09.2009) δεν προκύπτει ούτε ότι τα αναγραφέντα ποσά αποτελούν επιπλέον αμοιβή της παρεμβαίνουσας και όχι "οδοιπορικά έξοδα", ούτε η συχνότητα και ο αριθμός των ταξιδιών εξωτερικού που πραγματοποίησε και το σύνολο των χρημάτων που αποκόμισε, δ) από τα συνημμένα στην εν θέματι γνωμοδότηση έγγραφα ουδόλως προκύπτει ότι η παρεμβαίνουσα κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω χρονικό διάστημα (πριν τη σύλληψη του συζύγου της το έτος 2017) είχε εισπράξει μερίσματα από την οικογενειακή επιχείρηση "ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΑΒΕΕ", η δε ένορκη βεβαίωση του Θ. Ο., θείου της παρεμβαίνουσας, που αναφέρει ότι η ανιψιά του είχε μεγάλες οικονομικές απολαβές από την άνω εταιρεία, δεν επιβεβαιώνεται από άλλο αποδεικτικό μέσο. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι τα χρηματικά ποσά και τα τιμαλφή που κατασχέθηκαν στην οικία του Ε. Φ. δεν ανήκαν στην προσωπική περιουσία της παρεμβαίνουσας, όπως ασφαλώς δεν ανήκουν σε αυτή και τα ποσά και άλλα αντικείμενα που κατασχέθηκαν μετά από σωματική έρευνα του συζύγου της, αλλά αποτελούν προϊόν των παράνομων δραστηριοτήτων του τελευταίου. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν ανατρέπεται από τις προσκομιζόμενες γνωμοδοτήσεις του Δ. Κ. και τις ένορκες καταθέσεις του στο πρωτοβάθμιο και το παρόν Δικαστήριο, διότι ο τελευταίος περιορίζεται στην παράθεση οικονομικών στοιχείων που αφορούν στα εισοδήματα της παρεμβαίνουσας και στις νόμιμες δραστηριότητες του Ε. Φ. (έγγραφα χρηματιστηριακών συναλλαγών, πώληση ακινήτων), χωρίς ωστόσο να προβαίνει σε ουσιαστική συνολική αποτίμηση της περιουσίας τους υπό την έννοια της σύγκρισης των εσόδων και των δαπανών διαβίωσής τους και δίχως να αποδεικνύει στο ελάχιστο τα πραγματικά εισοδήματα του αποβιώσαντος συζύγου και την προέλευσή τους. Επισημαίνεται, άλλωστε, ότι ο ίδιος ο ανωτέρω μάρτυρας κατά την κατάθεσή του διατύπωσε ενδοιαστικά τις απόψεις του για την προέλευση των χρημάτων, χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως "πιθανότατα", "μάλλον", "πρέπει να...", "τις θεωρώ ειλικρινείς (τις φορολογικές δηλώσεις) επειδή η εφορία τις θεωρεί ειλικρινείς", προδήλως μεταφέροντας όσα η ίδια η παρεμβαίνουσα του είπε. Τέλος, σημειώνεται ότι οι προσκομισθείσες από την παρεμβαίνουσα ένορκες βεβαιώσεις των συγγενών της, Α. Ο., Θ. Ο. και Ν. Ο., με τις οποίες οι τελευταίοι συλλήβδην βεβαιώνουν ότι τα κατασχεθέντα αποτελούσαν περιουσία της παρεμβαίνουσας, δεν κρίνονται πειστικές διότι έρχονται σε αντίθεση με την κοινή λογική, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα, ενώ η αναφορά του Ε. Φ., στην ανακριτική του απολογία, ότι τα κατασχεθέντα στην οικία του περιουσιακά στοιχεία ανήκαν στη σύζυγο του, δεν μπορεί καν να θεωρηθεί ως ομολογία (όπως υπολαμβάνει η παρεμβαίνουσα), αφού δεν αποτελεί πραγματικό περιστατικό επιβλαβές γι' αυτόν, αλλ' αντίθετα επωφελές, διότι προδήλως ενισχύει την υπεράσπισή του έναντι των κατηγοριών που του απαγγέλθηκαν για τοκογλυφία, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες πράξεις κλπ., με σκοπό την αποδέσμευση των χρηματικών ποσών και τιμαλφών και την απόδοσή τους στην οικογένειά του. Μετά ταύτα είναι προφανές ότι τα χρήματα και τιμαλφή που κατασχέθηκαν με την από 2-3-2017 έκθεση σωματικής έρευνας σε άνδρα και κατασχέσεως του Αρχιφύλακα Ι. Κ. που υπηρετεί στο Τ.Α. Άρτας, που συντάχθηκε ενώπιον του Α/Α' Ν. Φ. της ίδιας υπηρεσίας και την από 03.03.2017 έκθεση έρευνας σε οικία κατά την ημέρα, παρόντος ενοίκου και κατασχέσεως, του Αστυνόμου Β' Λ. Τ. που υπηρετεί στην Υ.Α. Ιωαννίνων, που συντάχθηκε παρουσία της Δικαστικής Λειτουργού, Λαμπρινής ΔΕΛΗ, Ειρηνοδίκη Κρωπίας, δεν ανήκουν στην προσωπική περιουσία της παρεμβαίνουσας, αλλά σε αυτή του αποβιώσαντος συζύγου της, Ε. Φ. του Ζ., συνεπώς πρέπει να επικυρωθεί η άνω κατάσχεση και να διαταχθεί η δήμευση αυτών κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 372, 373 παρ. 5 ΚΠΔ και 46 παρ. 4 ν. 3691/2008, παρόλο που έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του τελευταίου για τα αδικήματα της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, λόγω του θανάτου του. Η ανωτέρω κρίση δεν δύναται να διαφοροποιηθεί ούτε υπό το δεδομένο της κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος από την παρεμβαίνουσα και τις κόρες της - τέκνα του Ε. Φ. (σημειώνεται ωστόσο ότι οι δύο θυγατέρες του αποβιώσαντος, δεν παρενέβησαν στο Δικαστήριο), καθόσον οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. Τέλος, η επίκληση από την παρεμβαίνουσα της αντίθεσης της δήμευσης στο άρθρο 5 της υπ' αριθμ. ... οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (με περιεχόμενο: "Δήμευση μη βασιζόμενη σε καταδίκη. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η δήμευση προϊόντων και οργάνων εγκλήματος χωρίς ποινική καταδικαστική απόφαση, κατόπιν διαδικασίας που θα μπορούσε, αν το ύποπτο ή κατηγορούμενο πρόσωπο ήταν σε θέση να παραστεί στη δίκη, να έχει οδηγήσει σε ποινική καταδικαστική απόφαση, εφόσον: α) ο θάνατος ή η χρόνια ασθένεια του ύποπτου ή κατηγορούμενου προσώπου εμποδίζει περαιτέρω δίωξη· ή β) η ασθένεια ή η φυγή πριν από την ποινική δίωξη ή την καταδίκη του ύποπτου ή κατηγορούμενου προσώπου εμποδίζει την αποτελεσματική δίωξη εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και εγκυμονεί τον σοβαρό κίνδυνο παραγραφής λόγω θεσμοθετημένων περιορισμών"), βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η επικαλούμενη πράξη είναι πρόταση οδηγίας και όχι Οδηγία, η δε εκδοθείσα σχετικώς υπ' αριθμ. 42/2014 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου δεν περιέχει αντίστοιχη διάταξη. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός της ανάκλησης της έγκλησης και της μη δήλωσης συνέχισης της ποινικής διαδικασίας για την πράξη της τοκογλυφίας εκ μέρους κάποιων από τους παθόντες, δεν οδηγεί το παρόν Δικαστήριο σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς τη δήμευση των άνω κατασχεθέντων, διότι και πάλι, σε περίπτωση που ο Ε. Φ. δεν είχε αποβιώσει, δεν θα είχε παύσει η ποινική δίωξη σε βάρος του για το άνω αδίκημα αλλά θα του αποδίδονταν οι μερικότερες πράξεις της τοκογλυφίας για τις οποίες υπήρχε η απαραίτητη έγκληση του Κ. Β. του Θ. Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο απέρριψε την παρέμβαση της αναιρεσείουσας, επικύρωσε τις εκθέσεις κατάσχεσης των επίδικων χρηματικών ποσών, χρυσού και τιμαλφών και διέταξε τη δήμευσή τους". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, δυνάμει των οποίων το Δικαστήριο της ουσίας διέταξε τη δήμευση των αναφερόμενων στην απόφαση χρηματικών ποσών, χρυσού και τιμαλφών, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στην διάταξη του άρθρου 46 του ν. 3691/2008, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Άρτας, με το υπ' αριθμ. 36/2020 βούλευμά του, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, που είχε ασκηθεί σε βάρος του συζύγου της αναιρεσείουσας, Ε. Φ. του Ζ., για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της εγκληματικής οργάνωσης, που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων, προβλεπόμενων στα άρθρα 404 και 385 του ΠΚ, της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από κοινού και κατά μόνας, της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και της εκβίασης, λόγω του επισυμβάντος την 2-3-2018 θανάτου του. β) Ότι τελέσθηκαν αντικειμενικά οι αξιόποινες πράξεις της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από τον Ε. Φ., του οποίου περιγράφεται ο τρόπος δράσης και αναφέρονται με επάρκεια, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση, ορισμένες ενδεικτικές περιπτώσεις της τοκογλυφικής του δραστηριότητας, καθώς και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, για τις οποίες είχε παύσει οριστικά, λόγω θανάτου του, η σε βάρος του ποινική δίωξη. γ) Ότι τα κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία (χρηματικά ποσά, χρυσός και τιμαλφή) ανήκαν κατά κυριότητα στον ίδιο τον Ε. Φ. και αποτελούσαν προϊόν των παραπάνω παράνομων δραστηριοτήτων αυτού και δεν ανήκαν στην προσωπική περιουσία της παρεμβαίνουσας και ήδη αναιρεσείουσας, συζύγου του, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, παραθέτοντας με αιτιολογική επάρκεια, εκτενώς, τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι αυτά δεν αποτελούσαν περιουσία αυτής. δ) Ότι τα κατασχεθέντα χρήματα, χρυσός και τιμαλφή προέρχονταν αμέσως από την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και αποτελούσαν μέρος μόνο του προϊόντος των επί σειρά ετών τελούμενων τοκογλυφικών πράξεων του Ε. Φ., τα έσοδα των οποίων νομιμοποιούσε χρησιμοποιώντας τα για την διευκόλυνση της διαβίωσής του και τις καθημερινές βιοτικές του ανάγκες. Επίσης, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όσον αφορά όλους τους ειδικότερους προβληθέντες από την αναιρεσείουσα ισχυρισμούς της περί άρσης της κατάσχεσης και απόδοσης σ' αυτήν των κατασχεθέντων χρημάτων, χρυσού και τιμαλφών και δεν παρέλειψε να απαντήσει σε οποιοδήποτε αίτημα ή σχετική αιτίαση υποβλήθηκε νόμιμα, συνακόλουθα δε, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης. Περαιτέρω, σαφώς προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης ότι το Εφετείο, προκειμένου να αποφανθεί για την τύχη των κατασχεθέντων χρημάτων, χρυσού και τιμαλφών, προέβη μόνο στην αναγκαία έρευνα της προέλευσής τους από τις αξιόποινες πράξεις της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα του Ε. Φ., για τις οποίες είχε παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη, λόγω του επισυμβάντος θανάτου του, χωρίς να επεκταθεί στην κήρυξη της ενοχής του για τις ανωτέρω πράξεις και να προβεί σε δυσμενείς χαρακτηρισμούς και κρίσεις σε βάρος του και, συνεπώς, δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση, ούτε και παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητάς του, (υπό την προεκτεθείσα έννοια), που πηγάζει από το με αριθμό 36/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άρτας, με το οποίο έπαυσε οριστικά, λόγω θανάτου, η σε βάρος του ποινική δίωξη, για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, ούτε, επίσης, παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα. Εξάλλου, με την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, του άρθρου 46 του ν. 3691/2008, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, καθόσον η διάταξη αυτή ρυθμίζει το αρμόδιο όργανο να κρίνει για την τύχη των κατασχεθέντων, στην περίπτωση που το δικαστήριο, μεταξύ άλλων, παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω θανάτου κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως από την αθώωση ή μη των λοιπών κατηγορούμενων.
Περαιτέρω, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ουδόλως υπήρξε: α) παραβίαση του άρθρου 7 παρ. 3 του Συντάγματος, που απαγορεύει τη γενική δήμευση, καθόσον το μέγιστο μέρος της περιουσίας του Ε. Φ., μέρος της οποίας αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, παρέμεινε αλώβητο. β) Παραβίαση της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος), με την επιβολή της ποινής της δήμευσης χωρίς προηγούμενη καταδίκη, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η δήμευση επιβλήθηκε σύμφωνα με την οριζόμενη στον νόμο διαδικασία, σε περίπτωση θανάτου του κατηγορουμένου, που επήλθε πριν την κρίση του Δικαστηρίου για την ενοχή του. γ) Παραβίαση του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, περί προστασίας της ιδιοκτησίας, καθόσον με τη διάταξη αυτή προστατεύεται η νομίμως κατεχόμενη ιδιοκτησία και όχι η περιουσία, που αποκτήθηκε με εγκληματικές πράξεις. Ανεξαρτήτως δε του γεγονότος ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ότι τα κατασχεθέντα δεν ανήκαν στη αναιρεσείουσα, αλλά στον αποβιώσαντα σύζυγό της και προέρχονταν αμέσως από τις αξιόποινες πράξεις αυτού, της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, από τις αναφορές της προσβαλλόμενης απόφασης στα εμφανιζόμενα στην κυριότητα της αναιρεσείουσας και του αποβιώσαντος συζύγου της περιουσιακά στοιχεία (κύρια κατοικία με επιφάνεια κύριων χώρων 239 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 132 τ.μ., δευτερεύουσα κατοικία εμβαδού 135 τ.μ., κολυμβητική δεξαμενή 95 τ.μ., Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα ), είναι σαφές ότι το εκδόν την απόφαση Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας κατά την απόφανσή του περί δημεύσεως, εξετάζοντας το δυσανάλογο ή μη της επιβληθείσας δήμευσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, ουδόλως προκύπτει ότι παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου ή ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα.
Κατά το άρθρο 210 του νέου ΚΠΔ, "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά (στα οποία περιλαμβάνονται και τα προανακριτικά) καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση...". Η εξέταση ενός τέτοιου μάρτυρα στο ακροατήριο, παρά την ως άνω απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 210 ΚΠΔ, προκαλεί ακυρότητα, η οποία είναι σχετική και καλύπτεται, αν δεν προταθεί, μέχρις ότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό (άρθρο 174 παρ. 1), ενώ, αν προβληθεί από τον κατηγορούμενο, που εμφανίσθηκε στη δίκη και προέβαλε παραδεκτώς αντιρρήσεις στην πρόοδό της (άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠΔ), με ένσταση περί μη κατάθεσης ως μάρτυρα στο ακροατήριο προσώπου από τα εμπίπτοντα στις προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 210 ΚΠΔ περιπτώσεις και η ένσταση απορριφθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μπορεί να προβληθεί ως λόγος αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ (ΑΠ 339/2021, ΑΠ 878/2019). Ο λόγος της εξαίρεσης προς μαρτυρία των προσώπων αυτών, που άσκησαν ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα, στηρίζεται στην προκατάληψη, την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους και έτσι σκοπείται η εξασφάλιση της αξιοπιστίας και, κατ' επέκταση, της αμεροληψίας τους (Ολ. ΑΠ 4/2008, ΑΠ 1337/2016).
Κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης, ο απ' αυτήν αποκλεισμός εξέτασής τους ως μαρτύρων, αναφέρεται σε πρόσωπα τα οποία με την δικονομική ιδιότητα του ανακριτικού ή προανακριτικού υπαλλήλου συνέταξαν εκθέσεις εξέτασης μαρτύρων, εκθέσεις κατάσχεσης και ενήργησαν εν γένει ανακριτικά καθήκοντα και όχι εκείνων των προσώπων και ιδιαίτερα των αστυνομικών οργάνων, τα οποία με την ιδιότητά τους αυτή ασχολήθηκαν ουσιαστικώς και καθ' οιονδήποτε τρόπο, με τη συλλογή των στοιχείων για την εξιχνίαση και την βεβαίωση ορισμένου εγκλήματος και εκ του λόγου τούτου έχουν γνώση των συνθηκών τέλεσης αξιόποινης πράξης, γνώση την οποία ως μάρτυρες καλούνται να εισφέρουν και καταθέτουν κατά την έρευνα της υπόθεσης από το δικαστήριο (ΑΠ 1124/2023). Ενόψει αυτών, δεν αποτελεί ανακριτική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 210 ΚΠΔ, η παρακολούθηση τηλεφωνημάτων από αστυνομικό και η απομαγνητοφώνηση αυτών (ΑΠ 2369/2007).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, "Εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα, ή κάποιου από τους διαδίκους, ή και αυτεπαγγέλτως, εφόσον δεν αντιλέγει ο κατηγορούμενος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο στην κατ` έφεση δίκη μπορεί να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως εάν τα ονόματά τους γνωστοποιήθηκαν ή μη, ή αν εξετάσθηκαν ή όχι στην πρωτόδικη δίκη. Μόνο αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει ν' αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (ΑΠ 727/2021, ΑΠ 1254/2018, ΑΠ 570/2012).
Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο αστυνομικός Π. Σ., ο οποίος είχε λάβει μέρος στην αστυνομική προανάκριση, κατά την έρευνα της υπόθεσης της τοκογλυφίας και είχε ασχοληθεί με τις απομαγνητοφωνήσεις των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, που νομίμως παρακολουθούνταν. Οι ενέργειες αυτές του ως άνω μάρτυρα δεν συνιστούν άσκηση προανακριτικών καθηκόντων και, συνεπώς, δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ακυρότητα της διαδικασίας, όπως ορθώς έκρινε και το Εφετείο, απορρίπτοντας σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας για μη λήψη υπόψη της κατάθεσης του ως άνω μάρτυρα. Περαιτέρω, δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ακυρότητα από την παρουσία του ως άνω μάρτυρα στο ακροατήριο, ενόσω εξεταζόταν ο προταθείς από την αναιρεσείουσα μάρτυρας, ούτε από την εξέτασή του, χωρίς προηγουμένως να έχει επικαλεσθεί ο Εισαγγελέας της έδρας ότι θεωρούσε αναγκαία την εξέτασή του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθόσον ο ανωτέρω μάρτυρας είχε ήδη εξετασθεί στον πρώτο βαθμό ως μάρτυρας κατηγορίας και, συνεπώς, κλήθηκε προς εξέταση και στον δεύτερο βαθμό. Άλλωστε, ακόμη και αν δεν είχε κληθεί προς εξέταση, η κατάθεσή του ως μάρτυρα, θα μπορούσε να διενεργηθεί νομίμως σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που εμπεριέχονται στους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, σχετικές με τη δήμευση των κατασχεθέντων χρημάτων, χρυσού και τιμαλφών, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών της, που, κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αλλά και της υπέρβασης εξουσίας, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ', Ε' και Θ' του ΚΠΔ, πλήττουν ανεπίτρεπτα την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, όλες οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στους πέντε αναιρετικούς λόγους και στους δύο λόγους του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Ε', Θ' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' και 2 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 ν. 5090/2024, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 110/2024 δήλωση της Ε. Ο. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 304/2024 απόφασης του Δ' Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καθώς και το από 2-5-2025 δικόγραφο πρόσθετων λόγων της.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Αυγούστου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ