ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1102/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1102/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1102/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1102 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1102/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ρ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Μπουρδάκη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 534/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Αυγούστου 2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Πειραιά, Δ. Μ. έλαβε αριθμό Ε.Μ.: 13/2023 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 2-8-2023 (με αριθμό Ε.Μ. 13/2023) αίτηση του Ρ. Τ. του Ε. , για αναίρεση της υπ'αριθμ. 534/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2α' ΠΚ., για τις αξιόποινες πράξεις της 1)πλαστογραφίας πιστοποιητικού (217 παρ.3 ΠΚ), 2)υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως (220 παρ.1 ΠΚ) και 3) ψευδούς υπευθύνου δηλώσεως (άρθρ. 22 παρ.6α ν. 1599/86) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, έχει ασκηθεί εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Εφετείου Πειραιώς, στις 17-7-2023 (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ. 2,3), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε α) έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ) αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 133 εδ. α'περ. β'ΠΚ, β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ) και γ) υπέρβαση εξουσίας (510 παρ.1 στοιχ. Θ'ΚΠΔ), αναφορικά με τον τρόπο επιμετρήσεως των συρρεουσών ποινών κατά τη συγχώνευσή τους στην ποινή βάση. Επομένως, είναι παραδεκτή (464, 474 παρ.4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για την βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων της. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική ανάπτυξή τους, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε, περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 655/2023). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 133 ΠΚ, όπως ισχύει από 1.7.2019 μετά την θέση σε ισχύ του νέου ΠΚ ( Ν. 4619/2019) και πριν την εκ νέου τροποποίησή του με το άρθρο 30 του ν. 5090/2024), το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ) σε όποιον κατά τον χρόνο που τέλεσε αξιόποινη πράξη είχε συμπληρώσει το δέκατο όγδοο όχι όμως και το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του. Το δικαστήριο μπορεί: α) να διατάξει τον περιορισμό του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (άρθρο 54) εφόσον κρίνει ότι η τέλεση της πράξης οφείλεται στην ελλιπή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, λόγω της νεαρής ηλικίας του και ότι ο περιορισμός αυτός θα είναι αρκετός για να αποφευχθεί η τέλεση άλλων εγκλημάτων, ή β) να επιβάλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 εδ. β` του άρθρου 130 ΠΚ (ΑΠ 655/2023, ΑΠ 1251/2022, ΑΠ 755/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την περί ενοχής του κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος, δια της συνηγόρου του, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά πλην άλλων ισχυρισμών και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του του ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας (άρθρο 133 ΠΚ) ως ακολούθως "κατά το χρόνο τέλεσης του αδικήματος (20-1- 2016), αποδεδειγμένα, δεν είχε συμπληρώσει το 25° έτος της ηλικίας του, δεδομένου ότι είναι γεννηθείς στις 9/06/1994, άρα ήταν μόλις 22 ετών. Η απειρία του στις κοινωνικές επαφές, η κλειστή κοινωνία των Χανιών και η ελλιπής ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, που συνδέεται άμεσα με το μεταβατικό στάδιο της μετεφηβικής του ηλικίας, είναι στοιχεία ενδεικτικά της επιβεβλημένης αναγνώρισης της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης που συντρέχει για το πρόσωπό του τόσο τυπικά όσο και ουσιαστικά. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά που επέδειξε αλλά και η αφέλειά του, αποδεικνύουν την νεανική του ανωριμότητα και δικαιολογούν την επιεική μεταχείρισή του". Το ως άνω Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε μεν ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 133 του ΠΚ, αλλά περαιτέρω ότι "πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, διότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε από τυχόν ανωριμότητα της μετεφηβικής ηλικίας ούτε τα εγκλήματα αυτά ανάγονται σε παραβατική συμπεριφορά που χαρακτηρίζει νέους μετεφηβικής ηλικίας. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι αυτός ενήργησε κάνοντας συνειδητή επιλογή των πράξεών του και δεν συντρέχει λόγος επιβολής μειωμένης ποινής λόγω μετεφηβικής ηλικίας, κατ' άρθρο 133 ΠΚ". Η αιτιολογία της απορριπτικής αυτής κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους έκρινε το δικάσαν το Δικαστήριο ότι η εγκληματική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος αποτελούσε συνειδητή επιλογή και δεν είχε σχέση με νεανική ανωριμότητά του, ώστε να δικαιολογείται η επιεικής μεταχείριση αυτού. Επομένως, ο συναφής, ως ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης, σε σχέση με την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 79 του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019), όπως η διάταξη της παραγράφου 7 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 4637/2019 ( ΦΕΚ Α'180/18-11-2019), προκύπτει ότι στο άρθρο 79 περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης όλων των ποινών. Στην πρώτη παράγραφο ορίζεται ότι με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται από το δικαστή η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή, ενώ διευκρινίζεται ακόμη ότι το δικαστήριο δεν οφείλει απλώς να σταθμίσει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, αλλά πρέπει επιπλέον να συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Στη δεύτερη παράγραφο αναφέρονται τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για να εκτιμήσει τη βαρύτητα της πράξης, στη τρίτη περιγράφονται τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη του ο δικαστής για να εκτιμήσει την ενοχή του δράστη και στην τέταρτη μνημονεύονται οι όροι που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου κατά την επιμέτρηση της ποινής του, η απαρίθμηση των οποίων, όπως προκύπτει από τη χρήση της λέξης <<ιδίως>> είναι ενδεικτική.

Εξάλλου, στην πέμπτη παράγραφο, μνημονεύονται και πάλι ενδεικτικά, τα στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου, ενώ στην έκτη παράγραφο διευκρινίζεται ότι στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής, δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη για την επιμέτρησή της. Τέλος, στην έβδομη παράγραφο του εν λόγω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω περιλαμβάνεται ένας ιδιαίτερα σημαντικός κανόνας, καθώς ορίζεται ρητά ότι στην απόφαση αναφέρονται οι λόγοι ρητώς που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε. Για την αιτιολογία της απόφασης, ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών, που αναφέρονται στο οικείο μέρος της απόφασης, με αυτές του αιτιολογικού και διατακτικού της για την ενοχή του κατηγορουμένου, με τις οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη από την παράγραφο 7 του άρθρου 79 αιτιολογία, αν από το σύνολο των αιτιολογιών της (απόφασης) προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη οι κανόνες που ορίζει η ανωτέρω διάταξη για την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 686/2024, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 1949/2019).

Περαιτέρω, η επιμέτρηση της ποινής ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα της πράξης, το βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου (χαρακτήρα, ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, βαθμό δυνατότητας και ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, διαγωγή κατά και μετά την τέλεση της πράξης), τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στη σχετική με την ποινή απόφασή του, άλλη ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά (ΑΠ 686/2024, ΑΠ 627/2022, ΑΠ 1376/2020, ΑΠ 716/2020). Κατά το άρθρο 83 του ισχύοντος ΠΚ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4855/2021, ΦΕΚ Α'215/12-11-2021) "όπου στο νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία>>, ενώ κατά το άρθρο 85 του ίδιου ΠΚ, ορίζεται ότι:<<1. Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή. 2. Οι ποινές της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται και όταν πέραν της συνδρομής ενός λόγου μείωσης της ποινής ή ελαφρυντικής περίπτωσης, ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει την ενοχή του κατά την προδικασία, συμβάλλοντας έτσι στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης>>.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως, όταν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις. Η υπέρβαση εξουσίας διακρίνεται σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει ν' αποφασίσει για κάτι, που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Κατά δε το άρθρο 470 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται" Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), ως επί επιβολής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περισσότερων ποινών από εκείνες, που επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή, κυρίως, εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής, που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας, που, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το προαναφερόμενο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' (υπό τον νέο)ΚΠΔ - [πρβλ. ΑΠ 1132/2018].

Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως από το Α'Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την 1766/2021 απόφασή του, σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών για την καθεμία από τις άδικες πράξεις της πλαστογραφίας πιστοποιητικού, υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α', επιβαλλομένης συνολικής ποινής φυλάκισης 10 μηνών, αποτελούμενης από την ποινή των 6 μηνών της α' πράξης ως ποινή βάσης, η οποία προσαυξήθηκε κατά 2 μήνες από την συντρέχουσα ποινή των 6 μηνών που επιβλήθηκε για τη β' πράξη και κατά 2 μήνες από την συντρέχουσα ποινή των 6 μηνών που επιβλήθηκε για την γ' πράξη (ΣΠΦ=6μ+2μ+2μ=10 μήνες).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (534/2023), το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, εκδικάζοντας την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του και της ελαφρυντικής περίστασης που προβλέπεται στο άρθρο 84 παρ. 2ε ΠΚ και καταδίκασε τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για καθεμία εκ των τριών πράξεων της πλαστογραφίας πιστοποιητικού, της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η επιβληθείσα σε βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, αποτελούμενη από μία εκ των ισοβαρών ποινών φυλάκισης των τεσσάρων (4) μηνών που επιβλήθηκε σε αυτόν για την πράξη της πλαστογραφίας πιστοποιητικού, ως ποινή βάση, επαυξημένη κατά δύο (2) μήνες για καθεμία εκ των λοιπών δύο (2) ισοβαρών ποινών φυλάκισης των τεσσάρων (4) μηνών που του επιβλήθηκαν για τις πράξεις της υφαρπαγής Ψευδούς βεβαίωσης και της Ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης [Σ.Π.Φ. = 4 μήνες + 2 μήνες + 2 μήνες = 8 μήνες] δεν έλαβε υπόψη κατά την επιμέτρηση τους συρρέοντες πλείονες λόγους ελάφρυνσης, ενώ θα έπρεπε κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 85 ΠΚ να μειώσει και το όριο των συντρεχουσών ποινών κατά τρόπο 4+1+1, με αποτέλεσμα να εφαρμόσει εσφαλμένα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 79 ΠΚ, 83 ΠΚ, 84 παρ.1 ΠΚ, 85 ΠΚ, 94 παρ. 1 καθιδρύοντας τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όπως και το άρθρο 510 παρ.1 περ Θ'ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 470 εδ. α'ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως (αφού υπερέβη την εξουσία του καθιστώντας τη θέση του χείρονα). Περαιτέρω, μετά την αναγνώριση και του δεύτερου ελαφρυντικού (84 παρ. 2ε'ΠΚ) το Δικαστήριο, προέβη στην επιμέτρηση της επιβληθείσας για κάθε συρρέουσα πράξη ποινής, προβαίνοντας ορθώς σε διπλή μείωση εκάστης (4 μήνες για καθεμία από αυτές αντί των 6 μηνών για καθεμία που είχε επιβάλλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συνολική ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, αντί των 10 μηνών που είχε επιβάλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 83 και 85 ΠΚ και, αφού έλαβε προηγουμένως υπόψη, ορθώς, το πλαίσιο των προβλεπόμενων από τις οικείες διατάξεις για κάθε μία από αυτές ποινών που κείνται εντός του ανωτέρω πλαισίου ποινών και είναι ανάλογη με την βαρύτητα της πράξης, χωρίς σημειωτέον να είναι αναγκαίο να αναφέρει το Δικαστήριο στην απόφασή του, το ποσοστό μείωσης της ποινής με την κάθε μία ελαφρυντική περίσταση που αναγνώρισε στον κατηγορούμενο, αφού οι ποινές που επιβλήθηκαν, είναι, όπως προαναφέρεται εντός των πλαισίων των από το νόμο προβλεπομένων μειωμένων ποινών (ΑΠ 686/2024, ΑΠ 413/2022). Ακολούθως δε, προέβη σε συγχώνευση των νέων ποινών με βάση τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1ΠΚ. Ως εκ τούτου, η αιτίαση που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το άρθρο 85 ΠΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 79, 83, 84 παρ.1 και 94 παρ.1 ΠΚ, και έτσι δεν προέβη σε διπλή μείωση των ποινών (για όλες τις συρρέουσες πράξεις), είναι αβάσιμη.

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος, συνακολούθως δε αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ'λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-8-2023 (με αριθμό Ε.Μ. 13/2023) αίτηση του Ρ. Τ. του Ε. , για αναίρεση της υπ'αριθμ. 534/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή