Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1103 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1103/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Φ. του Κ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στο Κ.Κ. Ελεώνα Θηβών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πατεράκη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 78/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία: "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Παπαδοπούλου. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2023 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 09.10.2023 έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 7436/2023 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 5-10-2023 (με αριθμό πρωτ. ΕισΑΠ 7436/9-10-2023) αίτηση της Ε. Φ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2023 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της Υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου του οποίου η αξία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 € και της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, έχει ασκηθεί εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Εφετείου Ιωαννίνων, στις 20-9-2023 (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ. 1,2,3), με δήλωση αυτής που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε α) έλλειψη από την απόφαση της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νομίμου βάσεως (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ'του ΚΠΔ, αντιστοίχως). Επομένως, είναι παραδεκτή (464, 474 παρ.4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για την βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων της.
Με τους συναφείς και επί της ίδιας αιτιολογικής βάσης στηριζόμενους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, διότι : α) χωρίς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, κατά πλήρη παράκαμψη της αρχής εφαρμογής του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου, τις διατάξεις του κατηργημένου άρθρου του 258§1γ περ.α-β και 263Α του προϊσχύσαντος ΠΚ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950, κάνοντας μάλιστα υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε ως αποδεδειγμένα, στις υποστάσεις των άρθρων 13στ, 386§3α-1 και 386Α του ττροϊσχύσαντος ΠΚ, περαιτέρω δε γίνεται αναφορά στα ιδιαίτερα τεχνάσματα που μεταχειρίστηκε, μνημονεύεται η υπαλληλική της ιδιότητα προκειμένου να καταδειχθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 263Α ΠΚ, και έτσι προκαλείται σύγχυση ως προς την ταυτότητα του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκε, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει στην περίπτωσή της το άρθρο 375§1β του προϊσχύσαντος ΠΚ ως ευμενέστερου έναντι του νυν ισχύοντος 375§2 ΠΚ και β) χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 79 ΠΚ, αφού δεν χρησιμοποίησε τα ειδικώς μνημονευόμενα στο άρθρο αυτό κριτήρια για την επιβολή της ποινής σε βάρος της και επιπλέον δεν στάθμισε το στοιχείο που λειτουργούσε υπέρ της, ότι δηλαδή αυτή διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος, μολονότι της αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 δ ΠΚ.
Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 (ΦΕΚ Α'95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2§1 του νέου ΠΚ ορίζεται, ότι "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ1852/2019).
Περαιτέρω δε επιεικέστερος είναι ο νόμος που απαιτεί πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης, εκείνος που δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίσταση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη (ΑΠ 885/2022, ΑΠ 130/2020), καθώς και ο νόμος που προβλέπει βραχύτερο χρόνο παραγραφής της αξιόποινης πράξης (ΑΠ 664/2024, ΑΠ 953/2023, ΑΠ 1035/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του μέχρι 30-6-2019 προϊσχύσαντος Π.Κ. περί υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, "Υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ή ββ) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 παρ. 1 του Π.Κ. με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) πράξη παράνομης ιδιοποίησης ξένων κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, δηλαδή πραγμάτων ή χρημάτων των οποίων η κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, ανήκει (πλήρως ή εν μέρει) σε τρίτα πρόσωπα, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α του Π.Κ., όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263Α του Π.Κ. και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, άσχετα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία εκδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος αυτού. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (πλήρως ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη θέληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν (δράστη) από τον νόμο. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται είτε ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης να είναι, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, είτε το αντικείμενο της πράξης να έχει αξία συνολικά ανώτερη των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 242, 256, 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α του Π.Κ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης. Ενώ, εάν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, και ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Από 1-7-2019, που κατά τα προαναφερθέντα άρχισε να ισχύει ο νέος Ποινικός Κώδικας, καταργήθηκε, μεταξύ των άλλων, η διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ και η διάταξη του 263Α ΠΚ με την μέχρι τότε μορφή της από το κεφάλαιο των εγκλημάτων κατά της υπηρεσίας, καθώς και ο νόμος 1608/1950 (άρθρο 462 του νέου ΠΚ). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ, στα άρθρα αυτά περιγράφονται πράξεις που θίγουν πρωτίστως περιουσιακά αγαθά και όχι την ίδια τη λειτουργία της υπηρεσίας ή πράξεις που με τις οποίες παραβιάζονται συγκεκριμένες υποχρεώσεις που βαρύνουν τους δημοσίους υπαλλήλους, χωρίς όμως η προσβολή της υπηρεσίας να είναι σε τέτοιο βαθμό σοβαρή, ώστε να απαιτείται η απειλή ποινικών κυρώσεων. Έτσι πλέον η εν λόγω πράξη ρυθμίζεται από την κοινή διάταξη του άρθρου 375§2-1 του νέου ΠΚ, περί υπεξαίρεσης, λόγω της μεταξύ τους σχέσης ειδικότητας, η οποία ορίζει τα ακόλουθα: "1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην §1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή." , ενώ, σύμφωνα με την §3 του ίδιου άρθρου, "αν η υπεξαίρεση στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι έτη". Άλλωστε και υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος ΠΚ ήταν επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας από υπεξαίρεση στην υπηρεσία σε κοινή υπεξαίρεση (ΑΠ 28/2023, ΑΠ 154/2021, ΑΠ 557/2020, ΑΠ 363/2020, ΑΠ 185/2020, ΑΠ 2032/2020). Κατά το άρθρο 375 ΠΚ, που φέρει τον τίτλο "Υπεξαίρεση", όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, πριν δηλαδή από την αντικατάστασή του με τον Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), "1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενο εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τις εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση", ενώ το αυτό ως άνω άρθρο 375 ΠΚ μετά την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος Ν. 4619/2019, δηλαδή από 1-7-2019, διαμορφώθηκε ως εξής: "1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παράγραφο 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Το ίδιο άρθρο στην συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 87 του Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α' 215/12.11.2021) και έχει πλέον ως εξής: "1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παρ. 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως προς το σκέλος τους που αφορά ειδικά την περίπτωση που η συνολική αξία του υπεξαιρεθέντος αντικειμένου υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, προκύπτει ότι η νομοτυπική μορφή της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει αλλάξει με το νέο Π Κ, πλην όμως, η εφαρμοσθείσα διάταξη του παλαιού ΠΚ (άρθρο 375 παρ.1 εδ. β') είναι επιεικέστερη, αφού η νέα, πλην της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις ποινής κάθειρξης έως δέκα έτη, απειλεί σωρευτικά και χρηματική ποινή (άρθρο 375 παρ. 2 νέου ΠΚ - ΑΠ 909/2022, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 486/2020) και, συνεπώς, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής ηπιότερου νόμου ούτε ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος ούτε ως προς την απειλούμενη ποινή (ΑΠ 486/2020). Επίσης, από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης (και στην περίπτωση άνω των 120.000 ευρώ) απαιτούνται: α) Ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα και ως τέτοιο θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξης στην κατοχή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη. Ιδιοποίηση (στο έγκλημα της υπεξαίρεσης, το οποίο είναι στιγμιαίο) σημαίνει εξωτερίκευση ενέργειας ή παράλειψης, η οποία εμφαίνει την θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει το ξένο κινητό πράγμα στην περιουσία του, ενώ χρόνος τέλεσης του εγκλήματος είναι κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος της σχετικής αυτής ενέργειας, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσής του στην περιουσία του με εμφανείς υλικές πράξεις (ΑΠ 26/2017, ΑΠ 65/2016). Για την στοιχειοθέτηση δε της κακουργηματικής μορφής της υπεξαίρεσης θα πρέπει το συνολικό αντικείμενο αυτής να υπερβαίνει το ποσό των 120.000€ (375§1 εδ.β'π.ΠΚ, όπως είχε τροπ. με άρθρ.25 Ν.4055/2012).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 177 του Κ.Ποιν.Δ., όταν γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ενώ δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για την όταν όμως - όπως συμβαίνει επί του εν προκειμένω ερευνώμενου εγκλήματος της υπεξαίρεσης - αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η τέλεση της πράξης με το "σκοπό" πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη από την καταδικαστική απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. Α.Π. 1/2005, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1531/2022, Α.Π. 999/2020).
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 1308/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 78/2023 καταδικαστικής απόφασής του, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων ειδικά αποδεικτικών μέσων [τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο (και αναφέρονται στα πρακτικά της αποφάσεως) και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως] δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακολούθως περιγραφόμενα, κατά το μέρος που αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτήν με το κατηγορητήριο πράξεις, ως τα κατ' ιδίαν πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αυτές διαλαμβάνονται στο διατακτικό της παρούσας και ως εκ τούτου πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη, υπάλληλος στο κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην Άρτα και μάλιστα στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών κατά το χρονικό διάστημα από 2009 έως και 2016 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από πρόθεση ιδιοποιήθηκε διάφορα ποσά πελατών της Τράπεζας, το δε όφελος που αποκόμισε από τις άνω πράξεις της και η αντίστοιχη ζημία της Τράπεζας, η οποία αποζημίωσε τους 19 πελάτες της που είχαν απωλέσει τα χρήματά τους, ανέρχεται στο συνολικό ύψος των 573.848,91 €. Συγκεκριμένα, εκμεταλλευόμενη την θέση ευθύνης που κατείχε στην τράπεζα, εν αγνοία των πελατών της τελευταίας και έχοντας τη διαχείριση κατατεθειμένων χρημάτων γνωστών ή συγγενικών της προσώπων, κατήρτισε πλαστούς τίτλους προθεσμιακών καταθέσεων στους άνω πελάτες της, αξίας αντίστοιχης με τα ποσά που ήδη είχε αφαιρέσει από τους λογαριασμούς τους, ακολούθως εξέδιδε κάρτες ανάληψης ή χρεωστικές και κωδικούς ηλεκτρονικής πληρωμής και έκανε χρήση αυτών με αναλήψεις και αγορές καταναλωτικών αγαθών, καταρτίζοντας δε πλαστά παραστατικά εντολής μεταφοράς χρημάτων μεταξύ λογαριασμών και θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή των δικαιούχων των λογαριασμών και τέλος ενεργώντας διαδοχικές μεταφορές χρημάτων μεταξύ λογαριασμών, προκειμένου να μην εμφανίζεται σταθερό έλλειμμα σε συγκεκριμένους λογαριασμούς αλλά και να μεταβάλλεται συνεχώς το υπόλοιπο κάθε λογαριασμού ώστε να μην αντιληφθούν οι δικαιούχοι την εκ μέρους της παράνομη ιδιοποίηση των χρηματικών ποσών. Τα πιο πάνω προκύπτουν από την απολογία της κατηγορουμένης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την οποία συνομολογεί πλήρως την τέλεση της αποδιδόμενης σε αυτήν αξιόποινης πράξης, περιγράφοντας και την μεθοδολογία των ενεργειών της, επιβεβαιώνονται δε και από την από 26.02.2018 έκθεση ειδικού ελέγχου του Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας Πειραιώς. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη, όπως και πρωτοδίκως, να αναγνωρισθεί δε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2α' & δ' ΠΚ, που αναγνωρίστηκαν και πρωτοδίκως, καθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση της κατηγορουμένης (άρθρ. 470 ΚΠΔ)" .
Ακολούθως δε, επί τη βάσει των ανωτέρω παραδοχών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε όπως και πρωτοδίκως (δηλαδή με τα ήδη αναγνωρισθέντα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α'και δ'), την κατηγορούμενη ένοχη με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και δ' Π.Κ., για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση αντικειμένου συνολικής αξίας ανώτερης των 120.000 ευρώ, και ειδικότερα του ότι: "Στον κατωτέρω τόπο και στους κατωτέρω χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ούσα υπάλληλος που υπηρετεί μόνιμα με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή κατά το καταστατικό της, παράνομα ιδιοποιήθηκε χρήματα που τα έλαβε και τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς της, μεταχειρίστηκε δε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 120.000 €, και το όφελος που πέτυχε και η ζημία που προξενήθηκε στο νομικό πρόσωπο της Τράπεζας, στο δε συνολικό παράνομο όφελος της και στην αντίστοιχη συνολική προξενηθείσα ζημία απέβλεπε με όλες τις επιμέρους πράξεις της.
Ειδικότερα, στην Άρτα και στους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, ούσα υπάλληλος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." η οποία εδρεύει σύμφωνα με το καταστατικό της στην ημεδαπή και δη στην Αθήνα, επί της οδού ..., ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό ποσό των 573.848,91 € το οποίο περιήλθε στην κατοχή της λόγω της ιδιότητάς της ως υπαλλήλου της ως άνω Τράπεζας, και δη υπεύθυνης υποστήριξης εργασιών στο υποκατάστημα Άρτας, χρησιμοποίησε δε τα εξής ιδιαίτερα τεχνάσματα:
α) εκμεταλλευόμενη την ανωτέρω ιδιότητά της ως υπαλλήλου της Τράπεζας, εξέδωσε εν αγνοία των κάτωθι πελατών της Τράπεζας, κάρτες ανάληψης/χρεωστικές κάρτες και κωδικούς ηλεκτρονικής τραπεζικής, και έκανες χρήση των καρτών αυτών με αναλήψεις και αγορές καταναλωτικών αγαθών, ιδιοποιούμενη το προϊόν των αναλήψεων/χρεώσεων (αντίστοιχα) όπως κατωτέρω εξειδικεύονται, β) κατήρτισε πλαστά παραστατικά αναλήψεων (εντάλματα πληρωμής) και πλαστά παραστατικά εντολής μεταφοράς χρημάτων μεταξύ λογαριασμών, στα οποία έθεσε, κατ' απομίμηση την υπογραφή των δικαιούχων, και τα οποία αφορούσαν περισσότερους λογαριασμούς (καταθέσεων, τρεχούμενους, ανοικτούς) των κάτωθι πελατών της Τράπεζας, διενεργώντας αναλήψεις και μεταφορές εν αγνοία των πελατών, ιδιοποιούμενη το προϊόν εκάστης συναλλαγής, γ) κατήρτισε και παρέδωσε πλαστούς τίτλους προθεσμιακών καταθέσεων στους, αναφερόμενους στους κατωτέρω πίνακες, πελάτες της παθούσας, αξίας αντίστοιχης (κατά προσέγγιση) προς τα ποσά που είχε υπεξαιρέσει από τους λογαριασμούς τους, προκειμένου να μην αντιληφθούν τη διαφορά υπολοίπου στους λογαριασμούς τους από τους οποίους είχε αφαιρέσει τα υπεξαιρεθέντα από εσένα ποσά, όπως κατωτέρω αναλύονται, πίστωνε δε κατά διαστήματα τους λογαριασμούς των, με μικρά ποσά τα οποία αντιστοιχούσαν (κατά προσέγγιση) στα ποσά που θα ελάμβαναν από την απόδοση των προθεσμιακών καταθέσεων, εάν ήταν πραγματικές.
δ) ενήργησε διαδοχικές μεταφορές χρημάτων μεταξύ λογαριασμών πελατών της Τράπεζας, όπως κατωτέρω εξειδικεύονται, προκειμένου να μην εμφανίζεται σταθερό έλλειμμα σε συγκεκριμένους λογαριασμούς, αλλά να μεταβάλλεται συνεχώς το υπόλοιπο, και να μην αντιληφθούν οι δικαιούχοι των λογαριασμών την εκ μέρους σου παράνομη ιδιοποίηση. Ειδικότερα, τέλεσε τις εξής επιμέρους πράξεις, ανά δικαιούχο και αριθμό λογαριασμού, όπως αυτές ειδικότερα εμφαίνονται στους 19 υποφακέλους που αφορούν τους πελάτες της ως άνω Τράπεζας, συνημμένους στην από 26-2-2018 Έκθεση Ειδικού Ελέγχου του Εσωτερικού Ελέγχου Ομίλου Τράπεζας Πειραιώς για το υποκατάστημα Άρτας της ιδίας Τράπεζας :
Με τη χρήση δε των προπεριγραφέντων τεχνασμάτων - μεθόδων και με τις επιμέρους πράξεις της που ανωτέρω αναλυτικά εκτέθηκαν, ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό ποσό των πεντακοσίων εβδομήντα τριών χιλιάδων οκτακόσιων σαράντα οκτώ ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (573.848,91 €), η δε παθούσα Τράπεζα υπέστη ισόποση ζημία, διότι λόγω της παράνομης ιδιοποίησης εκ μέρους της των ανωτέρω επιμέρους ποσών κατέβαλε σε έκαστο των δικαιούχων των λογαριασμών στους οποίους εμφανίστηκε το έλλειμμα που αντιστοιχεί στο ποσό της υπεξαίρεσης, τα κάτωθι ποσά: 1) Ο. Ζ. του Δ.: 50.498,20 €, 2) Ο. Σ. του Η.: 189.444,03 €, 3) Α. Γ. του Ι.: 60.057,79 €, 4) Γ. Μ. του Λ.: 22.626,38 €, 5) Γ. Χ. του Γ.: 37.952,37 €, 6) Φ. Χ. του Α.: 25.944,56 €, 7) Ζ. Α. του Σ.: 22.589,05 €, 8) Φ. Χ. τον Χ.: 23.052,19 €, 9) Ζ. Ε. του Λ.: 33.829,51 €, 10) Φ. Ε. του Χ.: 9.394,04 €, 11) Ζ. Κ.Φ. Χ. O.Ε. - Ζ. Κ. του Θ.: 10.360,94 €, 12) Β. Ε. του Λ.: 19.693,48 €, 13) Μ. Γ. του Π.: 15.939,65 €, 14) Π. Η. του Κ.: 17.587,38 €, 15) Κ. Δ. του Γ.: 15.997 €, 16) Φ. Λ. του Χ.: 2.740,85 €, 17) Φ. Ε. του Χ.: 7.451,17 €, 18) Τ. Χ. του Δ.: 8.660,00 €. Την ανωτέρω περιγραφείσα πράξη της υπεξαίρεσης τέλεσε κατ' επάγγελμα, ήτοι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχε διαμορφώσει προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος. Το δε αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη η "συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων υπερβαίνει το ποσό των. 120,000 ευρώ και ανέρχεται σε 573.848,71 ευρώ, στο οποίο αποτέλεσμα απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις της"...
Ακολούθως δε, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται στη σελίδα 201 των πρακτικών (στο μέρος, μεταξύ κήρυξης της ενοχής και επιβολής ποινής όπου και αναγράφονται οι διατάξεις των άρθρων για τις οποίες κρίθηκε ένοχη η κατηγορούμενη) ότι οι διατάξεις που προβλέπουν την πράξη για την οποία κηρύχθηκε αυτή (κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα) ένοχη είναι εκείνες των άρθρων 258, 263Α, 386Α-386§3α-1 ΠΚ (ισχύς έως 30-6-2019), αντί των ορθών "375 § 1εδ.β '-α' ΠΚ, ως ίσχυε έως τις 30-6-2019." Ωστόσο η παράλειψη παράθεσης στην προσβαλλόμενη απόφαση των σχετικών άρθρων του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκαν (ή, αναλόγως, η εσφαλμένη αναφορά αυτών), δεν αποτελεί πλέον λόγο αναιρέσεως, επιτρεπομένης της παράθεσής τους από τον Άρειο Πάγο, όπως στο παρελθόν ίσχυε, αφού κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 514 εδ.γ' περ.α' ΚΠοινΔ, ακόμη και στην περίπτωση απουσίας του αναιρεσείοντος, κατ'εξαίρεση ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε καθόσον, δεν περιλαμβάνεται ο λόγος αυτός (παράλειψη παράθεσης στην απόφαση του άρθρου του Ποινικού Νόμου που εφαρμόσθηκε) στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως (πρβλ. ΑΠ 680/2019, ΑΠ 2075/2009), ενόψει του ότι, όπως με σαφήνεια προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού-διατακτικού της ως άνω αποφάσεως και τις ουσιαστικές παραδοχές αυτής, η αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη, με επαρκή αιτιολογία, για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000€, κατ' εξακολούθηση, δηλαδή του άρθρου 375§1 βΠΚ και όχι για υπεξαίρεση στην υπηρεσία με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950 ούτε βέβαια για απάτη και συνεπώς δεν υφίσταται ασάφεια για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε η τελευταία. Οι αναφορές δε στην απόφαση της ιδιότητας της αναιρεσείουσας ως υπαλλήλου της παθούσας τράπεζας και των ιδιαιτέρων τεχνασμάτων που αυτή μετήλθε προκειμένου να τελέσει την ως άνω αξιόποινη πράξη, έγιναν προκειμένου να αιτιολογηθούν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δηλαδή ο τρόπος κτήσης και κατοχής των χρημάτων και οι λοιπές περιστάσεις τέλεσης αυτού. Σαφές δε καθίσταται και ότι το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την επιεικέστερη, εν προκειμένω, για την αναιρεσείουσα ποινική διάταξη του άρθρου 375 § 1 εδ.β' του παλαιού ΠΚ, ενόψει του ότι αναγράφεται ρητώς, στο προαναφερθέν σημείο παράθεσης των εφαρμοσθέντων διατάξεων, ότι πρόκειται για τον ΠΚ ισχύος μέχρι τις 30-6-2019. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' - Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς το πρώτο σκέλος των αιτιάσεων της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμοι. Θα πρέπει δε να παρατεθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση, αντί των αναγραφομένων εσφαλμένων διατάξεων των άρθρων 258, 263Α, 386Α - 386 § 3α-1 ΠΚ οι ορθές "375 § 1 εδ.β'-α' ΠΚ, ως ίσχυε έως τις 30-6-2019".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 79 του νέου ΠΚ, πριν τις τροποποιήσεις του με τα άρθρα 12§ 1 Ν.4637/2019 και 3 Ν.4855/2021, που εφαρμόζεται εν προκειμένω κατ'αρθρ. 2 ΠΚ, ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, ενόψει και του ουσιαστικού χαρακτήρα αυτού, για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του. 3. Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4. Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος 5. Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών 6. Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι στο άρθρο 79 περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης όλων των ποινών. Ορίζεται αρχικά ότι με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται από το δικαστή η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του δράστη γι'αυτήν, ενώ διευκρινίζεται ακόμη ότι το δικαστήριο δεν οφείλει απλώς να σταθμίσει τα στοιχεία του εγκλήματος, που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, αλλά πρέπει επιπλέον να συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Στη δεύτερη παράγραφο αναφέρονται τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για να εκτιμήσει τη βαρύτητα του εγκλήματος, στην τρίτη περιγράφονται τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη του ο δικαστής για να εκτιμήσει την ενοχή του δράστη και στην τέταρτη μνημονεύονται οι όροι που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου κατά την επιμέτρηση της ποινής του, η απαρίθμηση των οποίων, όπως προκύπτει από τη χρήση της λέξης "ιδίως", είναι ενδεικτική. Αντίστροφα, στην πέμπτη παράγραφο μνημονεύονται, και πάλι ενδεικτικά, τα στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου, ενώ στην έκτη παράγραφο διευκρινίζεται ότι στοιχεία, που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής, δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη για την επιμέτρησή της. Τέλος, στην έβδομη παράγραφο του εν λόγω άρθρου 79 ΠΚ, περιλαμβάνεται ένας ιδιαίτερα σημαντικός κανόνας, καθώς ορίζεται ρητά ότι η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη (βλ. Αιτιολογική Έκθεση του ν 4619/2019). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας της απόφασης, ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών, που αναφέρονται στο οικείο μέρος της απόφασης, με αυτές του αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου, με τις οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο και θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 79§7 αιτιολογία, αν από το σύνολο των αιτιολογιών της (απόφασης) προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη οι κανόνες που ορίζει η ανωτέρω διάταξη για την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 991/2023).
Περαιτέρω, η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται με το άρθρο 25§1 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος, κατά το οποίο "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Σύμφωνα με την αρχή αυτή οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι: α)αναγκαίοι υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στον θιγόμενο στα δικαιώματά του να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στον θιγόμενο.
Συνεπώς η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιοποίνου πράξεως, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας (ΑΠ Ολ 14/2001, ΑΠ 1602/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής έχει ως εξής : "... Επειδή συντρέχει λόγος μείωσης της ποινής, συνεπεία των ανωτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων, στο πρόσωπο της κατηγορουμένης.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 3 του Ν.4239/2014 και 79 του ΠΚ, που κυρώθηκε με τον νόμο Ν. 4619/2019, το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής που θα εφαρμόσει σύμφωνα με το διατακτικό, μέσα στα όρια που διαγράφονται με τα παραπάνω άρθρα, αξιολογεί ευεργετικώς τη μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και τις εξ αυτής επιπτώσεις σε βάρος του κατηγορουμένου, που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του (ΑΠ 1070/2018 ΝΟΜΟΣ) και λαμβάνει περαιτέρω υπόψη του τις επί μέρους διατάξεις του ως άνω άρθρου 79 του ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 79 του ΠΚ, με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του (παρ. 2). Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του (παρ. 3). Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος (παρ. 4). Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών (παρ. 5). Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της (παρ. 6).
Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα των προπεριγραφομένων πράξεων που τέλεσε η κατηγορούμενη και το βαθμό της ενοχής της, να επιβληθεί σε βάρος της, η αναφερόμενη ειδικότερα στο διατακτικό ποινή, η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία γι' αυτήν, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για την ίδια και τους οικείους της, και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη της, η φύση και το είδος της εν λόγω πράξης της και τα αίτια που την ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, καθώς επίσης και όλες τις προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή της κατά τη διάρκεια και μετά απ' αυτές" .
Με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο περί ενοχής σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας για την επιμέτρηση της ποινής, που επέβαλε στην αναιρεσείουσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 79 του νέου ΠΚ και δεν παραβίασε αυτήν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και με πλήρη αιτιολογία έκρινε περί της επιβληθείσης στην αναιρεσείουσα ποινής για την αξιόποινη πράξη που την καταδίκασε σε συνδυασμό με τις ελαφρυντικές περιστάσεις που της είχε αναγνωρίσει, λαμβανομένου υπόψη ότι η αρχικώς απειλούμενη σε βάρος της αναιρεσείουσας ποινή για την παράβαση του άρθρου 375§1α ΠΚ είναι κάθειρξη έως δέκα έτη. Ειδικότερα έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος, που αυτή διέπραξε, την προσωπικότητά της και το βαθμό της ενοχής της γι' αυτή, χωρίς να παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας, έλαβε δε υπόψη και συνεκτίμησε τις συνέπειες της συγκεκριμένης ποινής για την ίδια και τους οικείους της, την βλάβη που προξένησε η αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε (το συνολικό υπεξαιρεθέν χρηματικό ποσό ανέρχεται στις 573.848,91€) καθώς και τη φύση, το είδος και τα αίτια που την οδήγησαν στην τέλεσή της καθώς και όλες τις περιστάσεις (χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την εκτέλεση της πράξης), σύμφωνα με όλους τους προαναφερόμενους κανόνες, που ορίζονται στο εφαρμοσθέν εν προκειμένω από το δικαστήριο άρθρο 79 του νέου ΠΚ και για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων αξιολόγησε και τα κριτήρια του ως άνω άρθρου, και τα οποία μνημονεύει στην απόφασή του, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών λαμβανομένης υπόψη και της αναφοράς στην απόφαση "με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα" με την οποία είναι προφανές ότι αναφέρεται στο περί ενοχής της αναιρεσείουσας σκέλος της απόφασης. Αβασίμως δε αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι το Δικαστήριο δεν στάθμισε υπέρ της και το στοιχείο του άρθρου 79§1-4δ'ΠΚ, ότι δηλαδή αυτή διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος, ενώ της είχε ήδη αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2δ'ΠΚ καθόσον το γεγονός ότι αναγνωρίστηκε στην αναιρεσείουσα πως επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της, στοιχείο που όπως ήδη αναφέρθηκε λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, κατ' αρθρ.79§3ΠΚ, κατά την επιμέτρηση της ποινής δεν αποτελεί τεκμήριο πως η ίδια διευκόλυνε πράγματι στην διακρίβωση και εξιχνίαση του εγκλήματος ούτε και υπάρχει κάποια τέτοια σχετική διαπίστωση του Δικαστηρίου στα πρακτικά (π.χ. ενεργός βοήθεια στις διωκτικές αρχές αναφορικά με τον εντοπισμό του αντικειμένου του εγκλήματος, των μέσων τέλεσης, των τυχόν αγνώστων συνεργών κ.λπ).
Εξάλλου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2δ'ΠΚ έχει ως άξονα τη συμπεριφορά του δράστη απέναντι στο θύμα και δεν συνέχεται με το στοιχείο του άρθρου 79§4δ' ΠΚ. Μόνη δε η ομολογία της κατηγορουμένης για την πράξη δεν αρκεί για την θετική αξιολόγηση του τελευταίου, σημειουμένου και ότι δεν υποβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ούτε και ο σχετικός από το άρθρο 85§2ΠΚ λόγος μείωσης της ποινής. Τέλος, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 525/2024), το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου (ΑΠ 99/2022).
Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ'- Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, σχετικά με το δεύτερο σκέλος των αιτιάσεων της αναιρεσείουσας για την επιμέτρηση της ποινής που της επιβλήθηκε, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει έτερος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει - και εφόσον παρατεθούν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω αναφερόμενες ορθές διατάξεις του άρθρου 375§1εδ.β'-α' ΠΚ, ως ίσχυε έως τις 30- 6-2019 - να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 §1ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΑΡΑΘΕΤΕΙ στην αναιρεσιβαλλόμενη, με αριθμ.78/2023, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση συνολικής αξίας άνω των 120.000 ευρώ, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, αντί των εσφαλμένων διατάξεων των άρθρων ... "258, 263Α, 386Α-386§3α-1 ΠΚ (ισχύς έως 30-6-2019)", τις εφαρμοσθείσες συναφώς ορθές διατάξεις του άρθρου ... "375 § 1 εδ.β'-α' ΠΚ, ως ίσχυε έως τις 30- 6-2019".
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-10-2023 (με αριθμό πρωτ. ΕισΑΠ 7436/9-10-2023) αίτηση της Ε. Φ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2023 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη εν ενεργεία Αρεοπαγίτης, ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ