ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1111/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1111/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1111/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1111 / 2025    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1111/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο, Μαρία Τατσέλου-Εισηγήτρια και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε ως Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 και 11 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου 1. Αικατερίνης Ψύρη Και 2. Ευσταθίας Καπαγιάννη, αντίστοιχα και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου R. R. (όν.) N. (επ.) του R. ή R. και της O., γεν. στο Igevsk Ρωσίας στις ...-1990, υπήκοου Βελγίου, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, κατά της υπ'αριθμ. 5/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 09-05-2025 με αριθμό LE.10.LC.30072/2018 Eυρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των Βελγικών Δικαστικών Αρχών, το οποίο εκδόθηκε από την Αναπληρώτρια Εισαγγελέα της Δημόσιας Εισαγγελίας της πόλης Λουβέν (LEUVEN) Nadine L' abbe, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 7716/6-6-2025 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Σ. Σ. Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Σωφρονιστικού Καταστήματος Κέρκυρας και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 728/2025.

Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε τον εκζητούμενο που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του άνω εκζητουμένου και να διατηρηθεί η προσωρινή του κράτηση, μέχρι την παράδοσή του στις Δικαστικές Αρχές του Βελγίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τροποποίηση του νόμο 2928/2001 για τις εγκληματικές οργανώσεις και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α', 147/09.07.2004), προκύπτει ότι αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται. Ακόμη, από την διάταξη του άρθρου 22 του ιδίου ως άνω νόμου προκύπτει ότι κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών είναι επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 451 του ΚΠΔ, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε Συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητουμένου. Για την έφεση, η οποία, ενόψει της τελευταίας διατάξεως (άρθρου 451 του ΚΠΔ) και εκείνης του άρθρου 474 του ιδίου Κώδικα (όπως ισχύουν μετά την κύρωση του νέου ΚΠΔ από 1η.07.2019 με το ν. 4620/2019), ασκείται εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, συντάσσεται σχετική έκθεση ενώπιον του Γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να περιέχονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο (ΑΠ 1418/2024, ΑΠ 240/2023, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 1070/2020).

2.- Η υπό κρίσιν, από 06.06.2025 (και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7716/06.06.2025) έφεση του εκκαλούντος-εκζητούμενου από τις δικαστικές Αρχές του Βασιλείου του Βελγίου N. R. R. του R. και της O., υπηκόου Βελγίου, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, ασκηθείσα από τον ίδιο με δήλωσή του ενώπιον του Προϊσταμένου Διευθύνσεως του Καταστήματος Κράτησης Κέρκυρας, κατά της υπ' αριθμόν 5/03.06.2025 οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, με την οποία τούτο αποφάσισε την κατ' αυτού εκτέλεση του από 09.05.2025 Ευρωπαϊκού εντάλματος Σύλληψης των Βελγικών Δικαστικών Αρχών, το οποίο εκδόθηκε από την Αναπληρώτρια Εισαγγελέα της Δημόσιας Εισαγγελίας της Λουβέν (LEUVEN) Nadine L' abbe, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός πέντε (5) ημερών από τη δημοσίευση της ως άνω εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρα 451 παρ. 1, 462 στοιχ. α', 466 παρ. 1 και 474 παρ.1 και 4 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. 3.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3251/2004 περί "Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την απόφαση - πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ (Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων) του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 (EE L190 της 18.07.2002), όπως ο νόμος αυτός ισχύει μετά από τις τροποποιήσεις του από το ν. 4947/2022 (ΦΕΚ Α' 124/23.06.2022) και στη συνέχεια με το άρθρο 36 του ν. 5108/2024 (ΦΕΚ Α' 65/02.05.2024), το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το οποίο περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τελέσεως, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της, ενώ ορίζεται ακόμη ότι το ένταλμα μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτελέσεώς του. Τα ανωτέρω ορίζονται στο πλαίσιο σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ώστε να δημιουργείται ένα κοινό και οικείο νομικό περιβάλλον και να μην υφίσταται δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΑΠ 498/2021). Προϋπόθεση της εκδόσεως Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του ως άνω νόμου, είναι οι πράξεις για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί ποινική δίωξη να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, δηλαδή όταν αυτά έχουν ήδη επιβληθεί, οι απαγγελθείσες καταδίκες ή το μέτρο ασφαλείας να είναι διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Κατά το άρθρο 9 παρ. 3 του ιδίου νόμου "όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος". Το ένταλμα, κατά το άρθρο 10 παρ.1 στοιχ. α' του νόμου τούτου εκτελείται, υπό την επιφύλαξη περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13, "εφόσον: α) Η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας κοινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών. Το ένταλμα αυτό επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, "εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως τέτοια", ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών. Ακόμη. στο άρθρο 11 του ιδίου νόμου, ορίζονται οι περιπτώσεις που απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 12 αυτού οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω νόμου, όπως οι περιπτώσεις δ', ε', στ', ζ' και η' διαγράφηκαν και το άρθρο 11 διαμορφώθηκε με το άρθρο 30 του ν. 4947/2022, ορίζεται ότι: "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Ελλάδα είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους" Το δε άρθρο 12 του ιδίου νόμου, ο τίτλος του οποίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 4596/2019 (ΦΕΚ Α' 32/26.02.2019), ορίζει στην παρ.1 αυτού, όπως είχε τροποποιηθεί αρχικά με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4596/2019 και διαμορφώθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4947/2022 και, στη συνέχεια, όπως η περίπτωση ι' διαγράφηκε και το άρθρο 12 διαμορφώθηκε με το άρθρο 36 του ν. 5108/2024 (άρθρο 4 της υπό στοιχεία 2002/584/ΔΕΥ Απόφασης-Πλαισίου), τις περιπτώσεις δυνατότητας μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και δη ότι "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, β) αν οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, γ) αν ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, δ) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ε) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα, και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, στ) αν ο εκζητούμενος, με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, ζ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, η) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία είτε θεωρείται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο με αυτόν τόπο είτε για αξιόποινη πράξη η οποία τελέστηκε εκτός του εδάφους του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους απαγορεύεται η δίωξη για το έγκλημα που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Ελλάδας και θ) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως προς τον σκοπό της διώξεως, είναι υπήκοος ή κάτοικος Ελλάδας και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη". Μεταξύ των λόγων δυνητικής αρνήσεως εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης περιλαμβάνεται και εκείνος της περιπτώσεως ε' του άρθρου 12 του ν. 3251/2004, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4596/2019 και το άρθρο 31 του ν. 4947/2022), κατά την οποία, όπως αναφέρθηκε ήδη, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση αυτού "αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ελληνική δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκειμένου να αποφασίσει, αν θα κάνει χρήση του ως άνω δυνητικού λόγου αρνήσεως εκτελέσεως, οφείλει αρχικά να προσδιορίσει αν ο εκζητούμενος "κατοικεί" ή "διαμένει" στην Ελλάδα και, επομένως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, και στη συνέχεια και μόνον εφόσον διαπιστώσει ότι το πρόσωπο αυτό ικανοποιεί ένα από τα κριτήρια αυτά, να εκτιμήσει αν υπάρχει εύλογο συμφέρον, το οποίο να δικαιολογεί την εκτέλεση της ποινής, που επιβλήθηκε από το Κράτος που εξέδωσε το ένταλμα, στην Ελλάδα. Στην εισηγητική έκθεση του ν. 3251/2004, αναφορικά με την παρόμοια διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 (η οποία αφορά ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της διώξεως εις βάρος εκζητουμένου που κατοικεί στην Ελλάδα), διευκρινίζεται ότι πρόσωπα που κατοικούν στην Ελλάδα νοούνται εκείνα που η διαμονή τους έχει το στοιχείο της μονιμότητας. Ένας εκζητούμενος, λοιπόν, "κατοικεί" στην Ελλάδα αν έχει εδώ την πραγματική κατοικία του και "διαμένει" σε αυτήν εφόσον, μετά από σταθερή παραμονή ορισμένης διαρκείας, δημιούργησε δεσμούς παρομοίους προς εκείνους που δημιουργεί ένας κάτοικος. Για να διαπιστωθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υφίστανται μεταξύ του εκζητουμένου και της Ελλάδας δεσμοί που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο αυτό "διαμένει" στο Κράτος, η δικαστική αρχή εκτελέσεως απαιτείται να προβεί σε συνολική εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την περίπτωση του προσώπου αυτού, στα οποία συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, η φύση και οι συνθήκες παραμονής του εκζητουμένου, καθώς και οι οικογενειακοί και οικονομικοί δεσμοί του με το κράτος - μέλος εκτελέσεως (Ελλάδα). Εφόσον κριθεί ότι συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις και ο εκζητούμενος έχει εύλογο συμφέρον να ζητήσει να εκτελεστεί η ποινή, που του έχει επιβληθεί και για την έκτιση της οποίας εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα, στην Ελλάδα, οι ελληνικές δικαστικές αρχές έχουν την ευχέρεια να μην τον παραδώσουν στο Κράτος εκδόσεως του εντάλματος, αλλά να διατάξουν την εκτέλεση της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (ΑΠ 987/2024, ΑΠ 303/2022, ΑΠ 1070/2020, ΑΠ 1826/2019). Αρμόδιο για την διάταξη ή την άρνηση εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτελέσεως ποινής και δη για έκτιση της ποινής ημεδαπού ή αλλοδαπού που κατοικεί στην Ελλάδα, στις περιπτώσεις του άρθρου 12 του ν. 3251/2004, είναι το επιλαμβανόμενο της εκτελέσεως του εντάλματος σε πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαστικό συμβούλιο, χωρίς να είναι απαραίτητη προηγούμενη σχετική απόφαση ή συναίνεση για την έκτιση της ποινής στην Ελλάδα του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή του κατά τόπον αρμοδίου για την εκτέλεση του εντάλματος Εισαγγελέως Εφετών (ΑΠ 303/2022, ΑΠ 1070/2020, ΑΠ 1826/2019, ΑΠ 1327/2014). Επομένως, στην ημεδαπή έννομη τάξη ο Έλληνας δικαστής, ως δικαστική αρχή εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερικά νομότυπη έκδοση (π.χ. έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (πχ έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές, οι οποίες επιτρέπουν την παράδοση του εκζητουμένου), οφείλει, ακολούθως, να ερευνήσει αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου ή, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος του άρθρου 12 του ιδίου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στον δικαστή την διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος (ΑΠ 985/2024, ΑΠ 533/2023, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 427/2022). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο κράτος μέλος αυτής, κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα, που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές απόλυτες (υποχρεωτικές) ή δυνητικές απαγορεύσεις από τα άρθρα 10, 11 και 12 του ν. 3251/2004 (ΑΠ 1567/2022, ΑΠ 427/2022, ΑΠ 909/2020). Κατά την διαδικασία εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν ερευνάται η βασιμότητα της κατηγορίας και η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων, ενώ, κατά τις διατάξεις του ν. 3251/2004, προβλέπεται μόνο τυπικός έλεγχος εκ μέρους του συμβουλίου και όχι και η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας εις βάρος του εκζητουμένου και των εις βάρος του ενδείξεων ενοχής (ΑΠ 427/2022). 'Όλες οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3251/2004 προκειμένου να εφαρμοστούν, όπως ισχύουν, από τα αρμόδια όργανα της Ελληνικής Ποινικής Δικαιοσύνης, πρέπει, σύμφωνα με την ως άνω παράγραφο 2 του άρθρου 1, να μην έχουν ως αποτέλεσμα την προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση.

4.- Από το σύνολο των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία προσκομίζονται σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και συνοδεύουν την ένδικη αίτηση εκδόσεως, μεταξύ των οποίων, και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε, προφορικώς, μέσω διερμηνέως, ο εκκαλών-εκζητούμενος, παριστάμενος αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, αλλά και ο συνήγορος υπερασπίσεώς του κατά την συζήτηση της υποθέσεως, προφορικώς και εγγράφως, με τα κατατεθέντα υπομνήματά του, που καταχωρήθηκαν στα οικεία πρακτικά, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με την εκκαλουμένη -υπ' αριθμόν 5/03.06.2025- απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχεία αναφοράς φακέλου LE.10.LC.30072/2018 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε στις 09.05.2025 από την Αναπληρώτρια Εισαγγελέα της Δημόσιας Εισαγγελίας της πόλης Λουβέν (LEUVEN) Nadine L' abbe, προς το σκοπό συλλήψεως και παραδόσεως στις Δικαστικές Αρχές Βελγίου, που είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του εκζητουμένου, ήδη εκκαλούντος (επ) N. (ον) R. R. του R. και της O., γεννηθέντος στις ....1990 στο Igevsk της Δημοκρατίας της Ρωσίας, υπηκόου Βελγίου, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, ο οποίος συνελήφθη δυνάμει της υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 10/16.05.2025 εντολής προσωρινής σύλληψης και κράτησης της Αντεισαγγελέως Εφετών Κέρκυρας Σπυριδούλας Σταυράτη και ακολούθως προσήχθη, οπότε και εκδόθηκε η υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 19/17.05.2025 διάταξη κράτησης της άνω Ανεισαγγελέως. Το ως άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε προκειμένου ο εκζητούμενος να εκτίσει στερητική της ελευθερίας ποινή ενός έτους, ποινή που απομένει να εκτίσει 360 ημέρες, βάσει της εκτελεστής αποφάσεως με αριθμό 25ΝΖ1692 - ΕΧ22/1355 από 10.06.2022 του ποινικού δικαστηρίου της πόλης Λουβέν (LEUVEN) (αριθμ. Δικογραφίας LE. 10. LC. 30072/2018), με την οποία αυτός καταδικάσθηκε στην ως άνω ποινή, η οποία ειδικότερα επιβλήθηκε σε αυτόν για τα αδικήματα: α) της κλοπής με βία ή απειλή με επιβαρυντικές περιστάσεις, β) του εκβιασμού με επιβαρυντικές περιστάσεις, γ) της παράνομης εισβολής σε κατοικημένη ιδιοκτησία με τη χρήση απειλής ή βίας και δ) της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, με οργανωμένες ή ένοπλες κλοπές, πράξεις οι οποίες διώκονται με τις νομικές διατάξεις των άρθρων 37 πέμπτο, 42, 43, 43 δεύτερο, 66, 439, 461, 468, 470, 479, 480, 481 και 483 του Βελγικού Ποινικού Κώδικα και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές, το ανώτατο όριο των οποίων ανέρχεται σε δέκα (10) έτη. Διώκονται, όμως, και από την Ελληνική Ποινική Νομοθεσία, προβλεπόμενες, τιμωρούμενες και χαρακτηριζόμενες ως ληστεία από κοινού και κατά συρροή (άρθρα 45, 380 παρ. 1 του ΠΚ), εκβίαση από κοινού (385 παρ. 1 του ΠΚ), αρπαγή (άρθρο 322 παρ. Ιεδ. β' ΠΚ), διακεκριμένη κλοπή (άρθρο 374 παρ. 1 του ΠΚ) και εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 του ΠΚ) αντιστοίχως. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, στην περιφέρεια του οποίου συνελήφθη ο εκκαλών-εκζητούμενος, αρμοδίως, δια του Εισαγγελέως Εφετών Κέρκυρας, ο οποίος διαπίστωσε τα στοιχεία ταυτότητας του εκζητουμένου και τον ενημέρωσε δια διερμηνέως για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, καθώς και για τα λοιπά ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 15 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του ν. 3251/2004, επελήφθη της υποθέσεως για την εκτέλεση του εντάλματος, κατά το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 3251/2004, ενόψει του ότι ο εκκαλών, κατά την προσαγωγή του ενώπιον της Εισαγγελέως Εφετών Κέρκυρας, δήλωσε ότι δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος προκειμένου να υποβληθεί στην εκτέλεση της ως άνω, εις βάρος του, ποινής. Ο εκκαλών-εκζητούμενος, όπως αποδείχθηκε περαιτέρω, είναι πράγματι το πρόσωπο, εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα αυτό και δεν προέκυψε ότι η εκτέλεση αυτού θα έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΣΔΑ) κατά το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. α' του ως άνω νόμου, ενώ για τις συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις επιτρέπεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου καθόσον εμπίπτουν στις αναφερόμενες στο άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 3251/2004 πράξεις. Ενόψει τούτων, προκύπτει ότι το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως, όνομα, επώνυμο και υπογραφή της δικαστικού λειτουργού που το εξέδωσε, περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του νόμου 3251/2004, όπως ισχύει, και δη αναφέρει τα στοιχεία ταυτότητας και της ιθαγένειας του εκζητουμένου, ονοματεπώνυμο, ημερομηνία και τόπο γεννήσεως, διεύθυνση και τα λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, μνεία της εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, μνεία των διατάξεων στις οποίες βασίστηκε η δίωξη και η έκδοση εντάλματος περί συλλήψεως, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αποδιδομένων στον εκζητούμενο αξιοποίνων πράξεων, η περιγραφή των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκαν οι πράξεις αυτές και για τις οποίες κρίθηκε η ενοχή του, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως των εν λόγω εγκλημάτων, η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις εν λόγω αξιόποινες πράξεις, οι νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις αυτές το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για αυτές, κατά το δίκαιο του εκζητούντος κράτους εκδόσεως του εντάλματος, καθώς και η καταδίκη του εκζητουμένου και η διάρκεια της επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία είναι, κατά τα προεκτεθέντα, φυλάκιση ενός (1) έτους και το υπόλοιπο της προς έκτιση ποινής, το οποίο, μετ' αφαίρεση των πέντε (5) ημερών προφυλάκισης, ανέρχεται σε 360 ημέρες και δεν έχει εκτιθεί, ήτοι άνω των τεσσάρων μηνών. Αναφέρει, επίσης, το ένδικο ένταλμα ότι ο εκζητούμενος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της άνω εις βάρος του εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είχε κλητευθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατά τις δικονομικές διατάξεις του Βελγικού Ποινικού Δικαίου και ως εκ τούτου είχε ενημερωθεί σχετικά με την ημερομηνία της ακροαματικής διαδικασίας έχοντας μάλιστα δώσει εντολή σε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει και εκπροσωπήθηκε όντως από τον δικηγόρο αυτόν στην δίκη.

Επομένως, το υπό κρίσιν Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πληροί όλες τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του ν. 3251/2004 για το επιτρεπτό εκδόσεως και εκτελέσεώς του και. επιπλέον, δεν συντρέχει, εν προκειμένω, κάποια από τις προβλεπόμενες στις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του νόμου αυτού περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεώς του ή της δυνατότητας να απαγορευθεί η εκτέλεσή του για τις προαναφερθείσες πράξεις που διώχθηκε και τιμωρήθηκε τελικά ο εκκαλών-εκζητούμενος. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της υπό κρίσιν εφέσεως, όπως συμπληρώθηκε με τα έγγραφα υπομνήματά του, ο εκκαλών-εκζητούμενος ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να εκτελεσθεί το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και αιτείται να μην εκτελεσθεί το ένταλμα αυτό και να εκτίσει το υπόλοιπο της επιβληθείσας ποινής του στην Ελλάδα, επειδή συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις της υπό το στοιχείο ε' περιπτώσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3251/2004, όπως ισχύει, καθότι ο ίδιος διαμένει μόνιμα από τον Αύγουστο του έτους 2020 και εργάζεται στην Ελλάδα και συγκεκριμένα, όπως αναφέρει, κατοικεί και διαμένει μόνιμα στο Ύψος Κέρκυρας, με την οποία έχει αναπτύξει ισχυρούς οικογενειακούς, βιοτικούς και οικονομικούς δεσμούς έχοντας ενταχθεί πλήρως στο τοπικό κοινωνικό σύνολο. Ωστόσο, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο εκκαλών-εκζητούμενος δεν προκύπτει ότι συντρέχει στο πρόσωπό του το στοιχείο της "κατοικίας", ούτε αποδεικνύεται η ύπαρξη σταθερών δεσμών του με την Ελλάδα, υπό την έννοια που εκτέθηκε στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, αφού αυτός ουδέποτε είχε στην Χώρα μας την πραγματική κατοικία του. Από τα ίδια στοιχεία δεν αποδείχθηκε ούτε σταθερή "διαμονή" αυτού στην Ελλάδα για ικανό χρονικό διάστημα, ή η ύπαρξη σταθερών οικογενειακών ή εργασιακών δεσμών σε αυτήν, που να καθιστούν αναγκαία την παρουσία του στην Χώρα μας, έστω και στις φυλακές, και να δικαιολογούν την παραμονή και την έκτιση της ποινής του στην Ελλάδα.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-εκζητούμενος έχει σταθερή διαμονή στην Χώρα μας ούτε ότι αυτός έχει αναπτύξει σταθερούς κοινωνικούς και επαγγελματικούς δεσμούς, ενταχθείς πλήρως στην ελληνική κοινωνία, δημιουργώντας κύκλους φίλων και διατηρώντας μόνιμη σταθερή σχέση, όπως ισχυρίζεται, ως εργαζόμενος σε οικοδομές. Και τούτο, διότι δεν προσκομίζονται σχετικά έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι μισθωτήρια κατοικίας, φορολογικές δηλώσεις ετών ή δελτία ενσήμων, αναφερόμενα στο πρόσωπό του και επιβεβαιωτικά των ως άνω ισχυρισμών του. Ούτε αποδείχθηκαν ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί του εκκαλούντος-εκζητούμενου με την Ελλάδα (κράτος εκτελέσεως του εντάλματος), αφού δεν προκύπτει ότι η οικογένειά του, αποτελούμενη από τη μητέρα του και τις αδελφές του, κατοικούν στην Χώρα μας ούτε ότι διαμένει εδώ κάποιος συγγενής του, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι εξακολουθεί να είναι κάτοικος ... η μητέρα του, όπως άλλωστε η ίδια επιβεβαίωσε κατά την ένορκη κατάθεσή της στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, και μάλιστα της πόλης Leuven όπου, όπως ισχυρίζεται, δραστηριοποιείται η Ρωσική μαφία, ενώ ο ίδιος, κατά τα εκτιθέμενα στην έφεσή του, καθ' όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διαμένει στην Ελλάδα είναι φιλοξενούμενος σε οικίες τρίτων προσώπων -φίλων και γνωστών του-, πολύ δε περισσότερο δεν αποδείχθηκαν σταθεροί οικονομικοί δεσμοί του με την Χώρα μας, υπό την έννοια της σταθερής αποκτήσεως εισοδημάτων από νόμιμες δραστηριότητες και της φορολογήσεώς τους, αφού αυτός, δεν εμφανίζει σχετικά περί τούτου αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία. Επομένως, αφού δεν δικαιολογείται το εύλογο συμφέρον του εκκαλούντος-εκζητουμένου να ζητήσει να παραμείνει στην ημεδαπή και να εκτελεσθεί στην Ελλάδα το υπόλοιπο της ως άνω επιβληθείσας σε αυτόν στερητικής της ελευθερίας ποινής, για την οποία εκδόθηκε το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ο κατά τα άνω, πρώτος λόγος της υπό κρίσιν εφέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, όπως αβάσιμο κατ' ουσίαν είναι και το προαναφερόμενο αίτημά του να εκτίσει το υπόλοιπο της επιβληθείσας ποινής του στην Ελλάδα, το οποίο, κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε επίσης ότι ο εκκαλών-εκζητούμενος, τόσο κατά την προσαγωγή του ενώπιον της Αντεισαγγελέως Εφετών Κέρκυρας όσο και κατά την εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, δήλωσε αφενός ότι δεν συγκατατίθεται να εκδοθεί στις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές του κράτους εκδόσεως του Εντάλματος (στο Βέλγιο), υποβάλλοντας, κατά τα προεκτεθέντα, σχετικό αίτημα να μην εκτελεσθεί το ευρωπαϊκό αυτό ένταλμα και να εκτίσει το προαναφερθέν υπόλοιπο της επιβληθείσας ποινής του στην Ελλάδα και αφετέρου ότι δεν παραιτείται από την προστασία που του παρέχεται βάσει της αρχής της ειδικότητας, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να υποβληθεί σε απάνθρωπη μεταχείριση στις φυλακές του Βελγίου όπου θα οδηγηθεί στην περίπτωση της εκδόσεώς του, διότι η αλλοδαπή καταδικαστική απόφαση αφορά σε αδικήματα, τα οποία σχετίζονται με εμπόριο ναρκωτικών ουσιών και ο ίδιος έχει αναγνωρίσει ορισμένα πρόσωπα τα οποία κρατούνται εντός των φυλακών, ότι οι συνθήκες στις φυλακές του Βελγίου δεν διασφαλίζουν ότι θα εκτίσει την ποινή του χωρίς να κινδυνεύσει η ζωή του από αυτούς και, επιπλέον, ότι για να προστατευθεί η οικογένειά του από πράξεις αντεκδικήσεως έφυγαν οι αδελφές του περί τον Σεπτέμβριο του 2020 σε άλλες χώρες επειδή δεχόταν απειλές από τη Ρωσική μαφία της LEUVEN. Το παραπάνω αίτημα του εκκλούντος-εκζητουμένου απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, πλην, όμως αυτός το επαναφέρει με ειδικούς λόγους εφέσεως ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και συγκεκριμένα με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, τον δεύτερο λόγο και τον τρίτο λόγο της υπό κρίσιν εφέσεως αποδίδοντας στην εκκαλουμένη απόφαση τις πλημμέλειες της αναιτιολόγητης κρίσεως του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας και της εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι στο σύνολό τους, δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε ότι θα απειληθεί η ζωή του εκκαλούντος-εκζητουμένου ούτε προέκυψαν στοιχεία ότι θα προσβληθεί η αξιοπρέπεια και τα ανθρώπινα δικαιώματά του και μάλιστα ότι διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση, στην περίπτωση κατά την οποία αυτός υποβληθεί σε έκτιση της επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής σε κατάστημα κράτησης του Βελγίου, κράτους -μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τουλάχιστον ίσης σοβαρότητας με την Ελλάδα εχέγγυα της αντίστοιχης, με τις επικρατούσες συνθήκες, δέουσας αντιμετωπίσεως των κρατουμένων στις φυλακές της, ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3251/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 του ν. 4947/2022 και να μην πρέπει να εκδοθεί στο Βέλγιο. Παραλλήλως, δεν συντρέχει λόγος να αναλάβει η Ελλάδα την υποχρέωση να εκτίσει ο εκκαλών-εκζητούμενος την προαναφερθείσα ποινή του. Οι λοιπές αιτιάσεις του εκκαλούντος-εκζητουμένου, όπως αναπτύχθηκαν προφορικώς κατά την συζήτηση της υποθέσεως από τον συνήγορό του και αναλύονται στα έγγραφα υπομνήματά του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι στο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, του οποίου ζητείται η εκτέλεση, δεν περιλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την στοιχειοθέτηση των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται και δεν διευκρινίζονται οι περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκαν οι πράξεις αυτές, είναι αβάσιμες, ενόψει, κυρίως, της πλήρους, ορισμένης και επαρκούς καταγραφής στο ένδικο ένταλμα, κατά τα προεκτεθέντα, των στοιχείων που απαιτούνται από την διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3251/2004, ενώ δεν υφίσταται κίνδυνος καταστρατηγήσεως των διατάξεων που αφορούν του λόγους μη εκτελέσεως του εντάλματος, αφού, όπως αναφέρθηκε ήδη, δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτελέσεως αυτού. Για τον ίδιο λόγο δεν υφίσταται κίνδυνος καταστρατηγήσεως της αρχής της ειδικότητας. Συνακόλουθα, το αίτημα του εκκαλούντος-εκζητουμένου περί αναβολής εκδόσεως αποφάσεως επί της εκτελέσεως ή μη του ενδίκου εντάλματος προκειμένου το Δικαστήριο τούτο, με προκριματική απόφασή του, να ζητήσει από το κράτος εκδόσεως του εντάλματος, συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις και, επιπροσθέτως, να επιβεβαιωθεί και να αξιολογηθεί η πληροφορία ότι η αρμόδια Βελγική Δικαστική Αρχή συγκατατίθεται στην έκτιση του υπολοίπου της ποινής του εντός της Ελληνικής Επικράτειας, το οποίο υποβάλλεται με το συμπληρωματικό υπόμνημά του, είναι αβάσιμο κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος, προσαγόμενος στο Βέλγιο, έχει την δυνατότητα να αναπτύξει τις όποιες αντιρρήσεις του κατά της εκτελέσεως της επιβληθείσας σε αυτόν ποινής στις Δικαστικές Βελγικές Αρχές, δυνατότητα, την οποία δεν έχει το Δικαστήριο τούτο εκδικάζοντας την υπόθεση σε Συμβούλιο. Επομένως, εφόσον εν προκειμένω συντρέχουν όλες οι θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές από τα άρθρα 11 και 12 του ν. 3251/2004 υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις για την εκτέλεση του ως άνω Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε, αφενός μεν ότι δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι λόγοι του εκκαλούντος-εκζητουμένου, ενώ αποφάνθηκε, αντιθέτως, ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για να επιτραπεί η εκτέλεση του ένδικου Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και αποφάσισε, κατά τα προεκτεθέντα, την εκτέλεση τούτου με σκοπό την παράδοση του τελευταίου στις Δικαστικές Αρχές του Βασιλείου του Βελγίου προς έκτιση του υπολοίπου της ποινής του, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δοθέντος ότι οι περιγραφόμενες σε αυτό αξιόποινες πράξεις συνιστούν τα ως άνω αδικήματα και είναι αξιόποινες και κατά την Ελληνική Ποινική Νομοθεσία, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει με την έφεσή του ο εκκαλών-εκζητούμενος είναι αβάσιμα και απορριπτέα. 5.- Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν όλοι οι λόγοι εφέσεως ως αβάσιμοι, ως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 06.06.2025 (και με αριθμό καταθέσεως 7716/06.06.2025) έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου από τις δικαστικές Αρχές του Βασιλείου του Βελγίου (επ) N. (ον) R. R. του R. και της O., γεννηθέντος στις ....1990 στην πόλη Igevsk της Δημοκρατίας της Ρωσίας, υπηκόου Βελγίου και ήδη προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, κατά της υπ' αριθμόν 5/03.06.2025 οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, με την οποία αυτό αποφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχεία αναφοράς φακέλου LE.10.LC.30072/2018 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των Βελγικών Δικαστικών Αρχών, το οποίο εκδόθηκε στις 09.05.2025 από την Αναπληρώτρια Εισαγγελέα της Δημόσιας Εισαγγελίας της πόλης Λουβέν (LEUVEN) Nadine L' abbe, προκειμένου να παραδοθεί ο εκκαλών-εκζητούμενος στις Βελγικές Δικαστικές Αρχές προς το σκοπό εκτίσεως ποινής φυλακίσεως ενός (1) έτους, με υπόλοιπο ποινής προς έκτιση 360 ημέρες, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμόν 25ΝΖ1692-ΕΧ22/1355 από 10-6-2022 εκτελεστή απόφαση του ποινικού δικαστηρίου της Λουβέν (LEUVEN).

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή