Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1138 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1138/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα - Μαρία Νικολοπούλου, για αναίρεση της αποφάσεως 3088/2024 του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Χ. Κ. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Παντελεάκη.
Το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17-3-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τους υπό στοιχ. 1α και 2α αναιρετικούς λόγους, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 17-3-2025 αίτηση της Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3088/2024 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη των πράξεων της εκβίασης με απειλή βλάβης του επαγγέλματος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση και απάτης με προκληθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση, και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δύο [2] ετών και πέντε [5] μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί μία τριετία, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση της ιδίας που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την οποία συντάχθηκε η σχετική έκθεση [άρθρο 474 παρ. 2 Α' ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 7-3-2025 και η δήλωση έγινε στις 17-3-2025, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [30] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α', 510 παρ. Α', Δ', Ε' Θ' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, με παρόντα τον υποστηρίζοντα την κατηγορία δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Σύμφωνα με το άρθρο 385 παρ. 1-3 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της τελευταίας μερικότερης πράξης του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της εκβίασης [30-7-2021] <<1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2. ... 3. Η εκβίαση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον ...>>. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης της παρ. 1 του ως άνω άρθρου, απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, βλαπτική για την περιουσία του, με βία ή με απειλή, ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφασή του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης, γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ίδιου ή άλλου και επιπλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο σκοπός αυτός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο εμφανιζόμενη ως άξια μομφής. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, ενώ η βία ή η απειλή στρέφεται κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζόμενου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβασθεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζόμενου. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα [ΑΠ 446/2023]. Η απειλή μπορεί να στρέφεται κατά οποιουδήποτε εννόμου αγαθού του παθόντος, όπως της προσωπικής ελευθερίας, της περιουσίας, της τιμής και υπόληψης, της πίστεως και φήμης της επιχείρησης, για δε την εφαρμογή της παρ. 3 η απειλή πρέπει να στρέφεται ειδικώς σε βλάβη της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος. Η βλάβη μπορεί να είναι είτε υλική [χρηματική] είτε ηθική ζημία [π.χ. δυσφήμηση], η οποία εν τέλει μπορεί να εξελιχθεί και σε περιουσιακή [ΑΠ 1000/2023, ΑΠ 1327/2023].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 92 Ν.4855/2021, η οποία είναι ταυτόσημη ως προς τη νομοτυπική μορφή του αδικήματος με τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 β' του προϊσχύσαντος ΠΚ και η οποία, ως ευμενέστερη ως προς την ποινή, εφαρμόζεται και για τις συναφείς πράξεις που τελέστηκαν προ της ισχύος του, ορίζεται ότι <<όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση ή χρηματική ποινή>>. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α] σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β] εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ] βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος [ΑΠ 861/2022]. Τέλος, μεταξύ εκβίασης και απάτης υπάρχει, κατά κανόνα, σχέση αμοιβαίου αποκλεισμού και όχι αληθινής ή φαινομένης συρροής. Και τούτο γιατί η περιουσιακή μετακίνηση στην μεν απάτη επέρχεται με εξαπάτηση, στη δε εκβίαση με εξαναγκασμό. Βέβαια, υπό όρους, είναι δυνατόν η απάτη και η εκβίαση να συρρέουν αληθώς κατ' ιδέαν, όταν επέλευση της περιουσιακής βλάβης στο πρόσωπο του παθόντος θεμελιώνεται στη σύγχρονη παράλληλη συμβολή της απειλής ή της βίας και στις ψευδείς παραστάσεις του υπαιτίου [ΑΠ 1594/2017].
Στην περίπτωση αυτή πρέπει τα γεγονότα που αποτελούν την πράξη της εξαπάτησης να μην έχουν συνάφεια με την απειλή διότι στην αντίθετη περίπτωση, τα παραπλανητικά γεγονότα απλώς θα ενισχύσουν την απειλή της εκβίασης, οπότε θα υπάρχει κατ' ιδέα φαινομενική συρροή και η απάτη θα απορροφηθεί από την εκβίαση. Όταν όμως ο δράστης κάνει ταυτόχρονη ή διαδοχική χρήση απατηλών και εξαναγκαστικών μέσων, εφόσον ως αποτέλεσμα της δράσης του αυτής προσβάλλεται η ίδια μονάδα του έννομου αγαθού της περιουσίας του παθόντος [π.χ. αφορά το ίδιο χρηματικό ποσό] θα πρόκειται για κατ' ιδέα φαινομενική συρροή των δύο πράξεων και ο δράστης θα τιμωρηθεί με τη βαρύτερη ποινή της εκβίασης, διότι η αντίθετη εκδοχή [πραγματική συρροή] θα οδηγούσε σε διπλή αξιολόγηση μίας και της αυτής περιουσιακής βλάβης. Το ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε δύο διαφορετικά μέσα, αφενός απατηλά αφετέρου εξαναγκαστικά, δεν αναιρεί το γεγονός ότι μία ήταν η βλάβη που υπέστη το ίδιο υλικό αντικείμενο ως στοιχείο της αυτής περιουσίας του εξαπατηθέντος και ταυτόχρονα απειληθέντος προσώπου. Η χρήση των δύο διαφορετικών αυτών μέσων θα πρέπει να αξιολογηθεί μόνο στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής. Μόνο αν ο παθών προβεί σε ξεχωριστές περιουσιακές διαθέσεις εκ των οποίων η μία οφείλεται στην απατηλή ενέργεια και η άλλη στην εξαναγκαστική , τότε η απάτη και η εκβίαση τελούν μεταξύ τους σε σχέση αληθούς συρροής διότι προσβάλλεται διαφορετική επιφάνεια του έννομου αγαθού της περιουσίας με τον κάθε τρόπο προσβολής, η ζημία της οποίας είναι μετρήσιμη και διακριτή από την άλλη [ΑΠ 1386/2004].
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη [ολΑΠ 1/2005]. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.], χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά [ΑΠ 117/2023]. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας [ολΑΠ 2/2022, ΑΠ 757/2022].
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεί και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ολΑΠ 2/2011, ΑΠ 645/2020].
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 3088/2024 απόφασής του, το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:<< Από τις αρχές του έτους 2015, ο εγκαλών Χ. Κ. του Ι., ο οποίος είναι ψυχίατρος και διατηρεί ιατρείο στους Αγίους Αναργύρους Αττικής (οδός ...) παρακολουθούσε υπό την εν λόγω επαγγελματική του ιδιότητα και κούραρε τον πατέρα της κατηγορουμένης Γ. Κ. του Δ., o οποίος έπασχε, κατά τον εγκαλούντα, από μικτή αγχώδη και καταθλιπτική διαταραχή. Από τα ίδια άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι o πατέρας της κατηγορουμένης αποπειράθηκε vα αυτοκτονήσει οδηγώντας το ΙΧΕ αυτ/το του πέφτοντας στο Λιμάνι του Λαυρίου την 17-8-2008 στην συνέχεια ο ίδιος μεταφέρθηκε αρχικά για νοσηλεία στο νοσοκομείο Αμαλία Φλέμιγκ και στην συνέχεια μέχρι την 3-9-2008 νοσηλεύτηκε στην ΜΕΘ του Νοσοκομείου Κορίνθου. Την 15/12/2015, όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε τον εγκαλούντα στο ιατρείο του και του ανέφερε υποτροπή της νόσου του, ο εγκαλών του συνταγογράφησε τρία κουτιά του φαρμάκου "lexotanil tbl 6mg", τα οποία εκ νέου ο εγκαλών του συνταγογράφησε την 15/07/2016 σε νεότερη επίσκεψη του εν λόγω ασθενούς στο ιατρείο του. Την 25/07/2016, η κατηγορουμένη τηλεφώνησε στον εγκαλούντα και αφού του συστήθηκε ως η θυγατέρα του ανωτέρω ασθενούς, στη συνέχεια, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς προς τον εγκαλούντα ότι o πατέρας της, εξαιτίας της κατ' επανάληψη λήψης του προαναφερόμενου σκευάσματος, κατά τις υποδείξεις του εγκαλούντος, εθίστηκε σε αυτό και ότι εξαιτίας της εσφαλμένης, κατά την ίδια, αντιμετωπίσεώς του ως ασθενούς από τον εγκαλούντα με τη χορήγηση από τον τελευταίο ακατάλληλης για τον πατέρα της σε ποσότητα φαρμακευτικής αγωγής, ο πατέρας της αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και συγκεκριμένα, μία ημέρα εντός του χρονικού διαστήματος από την 15/07/2016 έως την 25/07/2016, καθώς ο πατέρας της οδηγούσε το αυτοκίνητό του υπό την επήρεια του ανωτέρω σκευάσματος, προκάλεσε την πτώση του οχήματος του στη θάλασσα στο Λιμάνι του Λαυρίου, με σκοπό να αποθάνει, ενώ τελικώς σώθηκε κατόπιν της επέμβασης λιμενικών που τον ανέσυραν από τη θάλασσα σε ημιθανή κατάσταση. Επιπλέον, η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε εν γνώσει της Ψευδώς στον εγκαλούντα ότι εξαιτίας της διάγνωσης του τελευταίου και της φαρμακευτικής αγωγής που εκείνος χορήγησε, εσφαλμένως κατά την κρίση της, στον πατέρα της, ο τελευταίος "έμεινε φυτό", ότι είναι στην εντατική και ότι χρήζει πολλών πολυδάπανων χειρουργείων για να επανέλθει μετά το ανωτέρω ατύχημα ενώ το αληθές όσον αφορά την υγεία του που η ίδια γνώριζε ήταν ότι η υγεία του πατέρα της από το έτος 2016 ήταν καλή και όπως ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου είχε διακόψει κάθε φαρμακευτική αγωγή. Τα εν λόγω γεγονότα η κατηγορουμένη εξακολούθησε να ισχυρίζεται εν γνώσει της Ψευδώς προς τον εγκαλούντα καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι από την 25/07/2016 έως την 30/07/2021, τηλεφωνώντας σχεδόν καθημερινώς στον εγκαλούντα και παριστάνοντας εν γνώσει της ψευδώς τα ανωτέρω, προφασιζόμενη, μάλιστα, σε κάθε τηλεφώνημα νέες ιατρικές ανάγκες του πατέρα της. Με την ανωτέρω επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά της, η κατηγορουμένη έπεισε τον εγκαλούντα ότι εκείνος ευθυνόταν για την απόπειρα αυτοκτονίας του πατέρα της, η οποία δήθεν είχε λάβει χώρα εντός του διαστήματος από την 15/07/2016 έως την 25/07/2016 και για την επιδείνωση της υγείας του και έτσι, τον έπεισε να προβεί στις χρηματικές καταβολές που αναγράφονται αναλυτικώς κατωτέρω. Παράλληλα η κατηγορουμένη την 25-7-2016 με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία εγκαλούντος, ήτοι να λάβει από αυτόν χρήματα που δεν της τα όφειλε, μεταχειρίστηκε απειλή βλάβης του επαγγέλματος του εγκαλούντος, λέγοντάς του: "...δολοφόνε του πατέρα μου, πόσα φάρμακα του έδωσες που πήγε και φούνταρε στο λιμάνι της Κερατέας και έμεινε φυτό εξαιτίας των πολλών φαρμάκων που του έδωσες... είναι στην εντατική, χρειάζεται πολλά χειρουργεία με μεγάλο κόστος και για να μην σε καταστρέψω επαγγελματικά και σε βγάλω στα κανάλια, θα μου δώσεις αρχικά 150.000 ευρώ". Ακολούθως, την 26/07/2016, η κατηγορουμένη τηλεφώνησε πάλι στον εγκαλούντα και με τον ίδιο ως άνω σκοπό, τον απείλησε ότι θα τον "βγάλει" στα κανάλια, θα τον καταστρέψει οικογενειακά επαγγελματικά, διαβάλλοντας αυτόν σε όλον τον κοινωνικό του κύκλο και επιπλέον, του επεσήμανε ότι γνωρίζει πού κατοικεί και ότι ο τελευταίος θα το μετάνιωνε εάν δεν έπραττε ό,τι εκείνη του ζητούσε, ήτοι να της καταβάλλει όσα χρήματα επρόκειτο εκείνη να του ζητήσει. Επιπλέον, του είπε ότι εάν ο εγκαλών δεν ενέδιδε, εκείνη θα έβλαπτε τα τρία τέκνα του και ότι θα χρησιμοποιούσε τρίτους για να τα καταστρέψουν. Μάλιστα, έχοντας η κατηγορουμένη τον προαναφερόμενο σκοπό, υπαγόρευσε στον εγκαλούντα τον τραπεζικό της λογαριασμό με αριθμό ΙΒΑΝ ... Τις ίδιες απειλές με αυτές που μεταχειρίστηκε τις ανωτέρω δυο ημέρες, η κατηγορουμένη εξακολούθησε να μεταχειρίζεται προς τον εγκαλούντα, έχοντας τον προαναφερόμενο σκοπό, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι έως 30/07/2021, τηλεφωνώντας σχεδόν καθημερινώς στον εγκαλούντα, προφασιζόμενη σε κάθε τηλεφώνημα νέες ιατρικές ανάγκες του πατέρα της και κάθε φορά που ο εγκαλών αντιδρούσε, εκείνη του απαντούσε: "σε κούρασε να πληρώνεις για τον πατέρα μου μας κατέστρεψες και δεν θέλεις να πληρώσεις .. έκανες τον πατέρα μου φυτό αλήτη και γι' αυτό θα σε καταστρέψω ... θα πληρώσεις για όλα... θα σου κλείσω το ιατρείο". Επιπλέον, η εγκαλούσα κάθε φορά που τηλεφωνούσε στον εγκαλούντα καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα του έλεγε: "Αν δεν μου δώσεις ό,τι σου ζητάω θα σε εξευτελίσω τόσο στις εκπομπές που σε καλούν όσο και στη Μεσσηνία, είσαι σκεντζές γιατρός, θα σου καταστρέψω το ιατρείο σου, θα γίνεις ρεζίλι και μετά Θα φροντίσω να σ' αφήσω φυτό όπως και τον πατέρα σου". Η ανωτέρω επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά της κατηγορουμένης έπεισε τον εγκαλούντα ότι εκείνος ευθυνόταν για την απόπειρα αυτοκτονίας του πατέρα της, η οποία δήθεν είχε λάβει χώρα εντός του διαστήματος από την 15/07/2016 έως την 25/07/2016 και για την επιδείνωση της υγείας του και ο φόβος του εγκαλούντος ότι η ίδια θα πραγματοποιούσε τις ως άνω απειλές της επέφερε το υπ' αυτής επιδιωκόμενο αποτέλεσμα του εξαναγκασμού του εγκαλούντος να προβεί σε χρηματικές προς αυτήν παροχές επί ζημία της περιουσίας του η οποία συνολικώς ανέρχεται στο ποσό των 69.300 ευρώ και στην οποία η κατηγορουμένη απέβλεπε με τις μερικότερες ως άνω πράξεις της αποκομίζοντας παράνομα το εν λόγω ποσό προξενώντας ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος ιδιαίτερα μεγάλη. Ο εγκαλών προέβη τμηματικά στην καταβολή στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό της κατηγορουμένης των κάτωθι ποσών. Ειδικότερα: Α) Από την Τράπεζα Πειραιώς κατέβαλε : 1) την 01/08/2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, 2) τη 03/08/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 3) την 05/08/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 4) την 19/08/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 5) την 25/08/2016 το ποσό των 800 ευρώ, 6) την 09/09/2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, 7) την 19/09/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 8) την 23/09/2016 το ποσό των 1.000 ευρώ, 9) την 28/09/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 10) την 30/09/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 11) την 07/10/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 12) την 14/10/2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, 13) την 27/10/2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, 14) την 04/11/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 15) την 01/12/2016 το ποσό των 1.000 ευρώ και 16) την 12/12/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 17)την 15/02/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 18) την 09/03/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 19) την 21/04/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 20) την 19/06/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 21) την 24/08/2017 το ποσό των 800 ευρώ, 22) την 22/12/2017 το ποσό των 700 ευρώ, 23) την 17/01/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 24) την 10/07/2018 το ποσό των 500 ευρώ, 25) την 24/08/2018 το ποσό των 1.000 ευρά), 26) την 10/10/2018 το ποσό των 100 ευρώ, 27) την 08/08/2019 το ποσό των 1.300 ευρώ, 28) την 12/08/2019 το ποσό των 700 ευρώ, 29) την 09/12/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 30) την 17/01/2020 το ποσό των 1.000 ευρώ, 31) την 20/02/2020 το ποσό των 1.000 ευρώ, 32) την 30/07/2021 το ποσό των 2.000 ευρώ. Β) Μέσω αυτόματης ταμειολογιστικής μηχανής (Α.Τ.Μ.) κατέβαλε στην Τράπεζα Πειραιώς στον λογαριασμό με αριθμό ΙΒΑΝ ... της κατηγορουμένης: 1) την 19/12/2016 το ποσό των 1.000 ευρώ, 2) την 30/12/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 3) την 10/01/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 4) την 23/01/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 5) την 13/03/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 6) την 15/03/2017 το ποσό των 500 ευρώ), 7) την 10/05/2017 το ποσό των 2.000 ευρώ, 8) την 01/06/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 9) την 13/06/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 10) την 22/06/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 11) την 10/07/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 12) την 17/07/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 13) την 25/07/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 14) την 15/09/2017 το ποσό των 800 ευρώ, 15) την 19/09/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 16) την 29/09/2017 το ποσό των 2.000 ευρώ, 17) την 20/10/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 18) την 31/10/2017 το ποσό των 1.500 ευρώ, 19) την 03/11/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 20) την 24/11/2017 το ποσό των 300 ευρώ, 21) 08/12/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 22) την 15/12/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 23) την 08/01/2018 το ποσό των 400 ευρώ, 24) την 21/02/2018 το ποσό των 400 ευρώ, 25) την 03/04/2018 το ποσό των 500 ευρώ, 26) την 20/04/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 27) την 02/05/2018 το ποσό των 500 ευρώ, 28) την 18/05/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 29) την 19/06/2018 το ποσό των 500 ευρώ, 30) την 31/07/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 31) την 24/09/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 32) την 05/11/2018 το ποσό των 700 ευρώ, 33) την 09/11/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 34) την 23/11/2018 το ποσό των 300 ευρώ, 35) την 10/12/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 36) την 11/01/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 37) την 13/02/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 38) την 12/03/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 39) την 11/04/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 40) την 10/05/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 41) την 10/06/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 42) την 10/07/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 43) την 18/07/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 44) την 12/08/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 45) την 16/09/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 46) την 14/10/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ. Γ) Εντός του χρονικού διαστήματος από την 01/08/2016 έως την 30/07/2021, ο εγκαλών κατέβαλε τοις μετρητοίς στην εγκαλούσα το ποσό των 500 ευρώ. Με βάση τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε ότι καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ο εγκαλών αφενός εκβιαζόταν από την κατηγορουμένη (με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν), αναγκαζόμενος να υποκύπτει στις οικονομικές απαιτήσεις της ταυτοχρόνως, όμως, εξακολουθούσε να πιστεύει στους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς της ίδιας άνω κατηγορούμενης στοιχειοθετουμένου, και στην περίπτωση αυτή, του εγκλήματος της απάτης. Ήτοι στην προκειμένη περίπτωση αφενός μεν η ουσιαστική επιβολής της κατηγορουμένης στη βουλητική σφαίρα του εγκαλούντος αφ' ετέρου δε η ταυτόχρονη παραπλανητική συμπεριφορά της είχε ως αποτέλεσμα την επέλευση της ως άνω περιουσιακής βλάβης του παθόντος εγκαλούντος. Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι δεν θεμελιώνονται οι αξιόποινες πράξεις που τις αποδίδονται, διότι το περιουσιακό της όφελος δεν ήταν παράνομο αλλά υφίστατο νόμιμη απαίτηση του πατέρα της κατά του εγκαλούντος, το οποίο o εγκαλών οικειοθελώς της παρέδωσε ισχυρισμός ο οποίος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθώς δεν επιβεβαιώνεται ούτε όμως και ενισχύεται επαρκώς από κάποιο στοιχείο. Ειδικότερα ο Γ. Κ. (πατέρας της κατηγορουμένης) κατά την κατάθεση του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναφέρει ότι η κατηγορουμένη εισέπραξε από τον εγκαλούντα το προαναφερόμενο ποσόν, χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος την αιτία των προαναφερόμενων καταβολών ενώ όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του ότι αποκαταστάθηκε μετά το έτος 2008 ο ίδιος δεν ήταν "φυτό" καθόσον αυτοεξυπηρετούνταν και δεν ήταν κατάκοιτος. Την κατάσταση της υγείας του πατέρα της κατηγορουμένης επιβεβαιώνουν και οι μάρτυρες υπεράσπισης Χ. Κ. (μητέρα της κατηγορουμένης) και Χ. Μ. οι οποίοι καταθέτουν ότι ο πατέρας της κατηγορούμενης δεν υπήρξε "φυτό", ότι μετά το 2010 μπορούσε να ανταποκριθεί στις κοινωνικές του δραστηριότητες ούτε χρειάστηκε να νοσηλευθεί σε κλινική ή Νοσοκομείο μάλιστα ο ίδιος οδηγούσε επισκεπτόταν τον άνω μάρτυρα (Χ. Μ.) από το περιστέρι στα Νέα Λιόσια όπου διέμενε. Τα ανωτέρω επιρρωνύονται από όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και δεν αντικρούονται με πειστικότητα από την κατηγορουμένη απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του αιτήματος της συνηγόρου υπεράσπισης της κατηγορουμένης περί αναβολής εκδίκασης της προκείμενης υποθέσεως για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, προκειμένου να κλητευθούν και να καταθέσουν στο Δικαστήριο ως μάρτυρες οι Ι. Φ., Σ. Τ. και Η. Μ. καθόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία των ενώ εν λόγω προσώπων δεν θα συνεισφέρει οτιδήποτε επιπλέον αποδεικτικά, με δεδομένο ότι ο εγκαλών και η κατηγορουμένη κατέθεσαν κατά τρόπο αρκούντως ικανοποιητικό και επαρκή τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, ως εκ τούτου δε με τα στοιχεία που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία μπορεί να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση, σχετικά με την ενοχή ή μη της κατηγορουμένης τυχόν δε αναβολή της δίκης θα οδηγούσε σε άσκοπη παρέλκυσή της.
Εξάλλου, η δράση της κατηγορουμένης εκδηλώθηκε με διαβαθμισμένη - προωθημένη συμπεριφορά, τόσο ως προς την ένταση, όσο και ως προς τη μορφή (το περιεχόμενο) του εξαναγκασμού, ο οποίος έλαβε ειδικότερα χώρα με απειλές βλάβης που ευθέως στρέφονταν κατά του επαγγέλματος - λειτουργήματος του εγκαλούντος και όχι με γενικές απειλές βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, όπως προβλέπεται στο αδίκημα της απειλής του άρθρου 333 του ΠΚ. Επιπροσθέτως, σκοπός της ίδιας ήταν εν προκειμένω, μέσω αυτής της συμπεριφοράς που επέδειξε, να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος και όχι βέβαια να εμποιήσει απλώς τον φόβο στον εγκαλούντα. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει, να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που πρότεινε η συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορουμένης, περί μεταβολής της κατηγορίας της εκβίασης σε απειλή. Με βάση τα προαναφερόμενα, το παρόν Δικαστήριο διαμόρφωσε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, που τέλεσε η κατηγορουμένη και της αποδόθηκαν και με την εκκαλούμενη απόφαση όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικά, κατά τη νομοτυπική τους μορφή και τα κατ' ιδίαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική αντικειμενική υπόστασή τους, στο πιο κάτω διατακτικό για τις οποίες (πράξεις), συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, να της αναγνωρισθεί όμως η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, που της αναγνωρίσθηκε Και πρωτοδίκως, ώστε να μη καταστεί χειρότερη η θέση της>>. Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη των αξιόποινων πράξεων που προαναφέρθηκαν με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δύο [2] ετών και πέντε [5] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: <<ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παραπάνω κατηγορούμενη ένοχη με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α' Π.Κ. όπως πρωτοδίκως του ότι: στους Αγίους Αναργύρους Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από την 25/07/2016 έως την 30/07/2021: 1) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό εξανάγκασε άλλον μεταχειριζόμενη απειλή βλάβης του επαγγέλματος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος σε πράξη, από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου, ενώ η ίδια απέβλεπε στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος με τις επιμέρους πράξεις της. Ειδικότερα, από αρχές του έτους 2015, ο εγκαλών Χ. Κ. του Ι., ο οποίος είναι ψυχίατρος και διατηρεί ιατρείο στους Αγίους Αναργύρους Αττικής (οδός ...) παρακολουθούσε υπό την εν λόγω επαγγελματική του ιδιότητα και κούραρε τον πατέρα της κατηγορουμένης Γ. Κ. του Δ., ο οποίος έπασχε, κατά τον εγκαλούντα, από μικτή αγχώδη και καταθλιπτική διαταραχή. Την 15/12/2015, όταν ο Γ. Κ. επισκέφθηκε τον εγκαλούντα στο ιατρείο του και του ανέφερε υποτροπή της νόσου του, ο εγκαλών του συνταγογράφησε τρία κουτιά του φαρμάκου "lexotanil tbl 6mg", τα οποία εκ νέου ο εγκαλών του συνταγογράφησε την 15/07/2016 σε νεότερη επίσκεψη του εν λόγω ασθενούς στο ιατρείο του. Όμως, την 25/07/2016, η κατηγορουμένη τηλεφώνησε στον εγκαλούντα και αφού του συστήθηκε ως η θυγατέρα του ανωτέρω ασθενούς, στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της εξαιτίας της κατ' επανάληψη λήψης του προαναφερόμενου σκευάσματος, κατά τις υποδείξεις του εγκαλούντος, εθίστηκε σε αυτό και αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και ειδικότερα, εντός του χρονικού διαστήματος από την 15/07/2016 έως την 25/07/2016, καθώς ο πατέρας της οδηγούσε το αυτοκίνητό του υπό την επήρεια του ανωτέρω σκευάσματος, προκάλεσε την πτώση του οχήματος του στη θάλασσα στο Λιμάνι του Λαυρίου με σκοπό να αποθάνει, ενώ τελικώς σώθηκε κατόπιν της επέμβασης λιμενικών που τον ανέσυραν από τη θάλασσα σε ημιθανή κατάσταση. Επιπλέον, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια η κατηγορουμένη παράνομο περιουσιακό όφελος Προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία εγκαλούντος, ήτοι να λάβει από αυτόν χρήματα που δεν της τα όφειλε, μεταχειρίστηκε απειλή βλάβης του επαγγέλματος Του εγκαλούντος, λέγοντάς του: "...δολοφόνε του πατέρα μου, πόσα φάρμακα του έδωσες που πήγε και φούνταρε στο λιμάνι της Κερατέας και έμεινε φυτό εξαιτίας είναι στην εντατική, χρειάζεται πολλά πολλών φαρμάκων που του έδωσες... είναι στην εντατική, χρειάζεται πολλά χειρουργεία με μεγάλο κόστος και για να μην σε καταστρέψω επαγγελματικά και σε βγάλω στα κανάλια, θα μου δώσεις αρχικά 150.000 ευρώ', Ακολούθως, την 26/07/2016, η κατηγορουμένη τηλεφώνησε πάλι στον εγκαλούντα και με τον ίδιο ως άνω σκοπό, τον απείλησε ότι θα τον "βγάλει" στα κανάλια, θα τον καταστρέψει οικογενειακά επαγγελματικά, διαβάλλοντας αυτόν σε όλον τον κοινωνικό του κύκλο και επιπλέον, του επεσήμανε ότι γνωρίζει πού κατοικεί και ότι ο τελευταίος θα το μετάνιωνε εάν δεν έπραττε ό,τι εκείνη του ζητούσε, ήτοι να της καταβάλλει όσα χρήματα επρόκειτο εκείνη να του ζητήσει. Επιπλέον, του είπε ότι εάν ο εγκαλών δεν ενέδιδε, εκείνη θα έβλαπτε τα τρία τέκνα του και ότι θα χρησιμοποιούσε τρίτους για να τα καταστρέψουν. Μάλιστα, έχοντας η κατηγορουμένη τον προαναφερόμενο σκοπό, υπαγόρευσε στον εγκαλούντα τον τραπεζικό της λογαριασμό με αριθμό ΙΒΑΝ .... τις ίδιες απειλές με αυτές που μεταχειρίστηκε τις ανωτέρω δυο ημέρες, η κατηγορουμένη εξακολούθησε να μεταχειρίζεται προς τον εγκαλούντα, έχοντας τον προαναφερόμενο σκοπό, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι έως 30/07/2021, τηλεφωνώντας σχεδόν καθημερινώς στον εγκαλούντα, προφασιζόμενη σε κάθε τηλεφώνημα νέες ιατρικές ανάγκες του πατέρα της και κάθε φορά που ο εγκαλών αντιδρούσε, εκείνη του απαντούσε: "σε κούρασε να πληρώνεις για τον πατέρα μου ... μας κατέστρεψες και δεν θέλεις να πληρώσεις .. έκανες τον πατέρα μου φυτό αλήτη και γι' αυτό θα σε καταστρέψω ..., θα πληρώσεις για όλα... θα σου κλείσω το ιατρείο". Επιπλέον, η εγκαλούσα κάθε φορά που τηλεφωνούσε στον εγκαλούντα καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα του έλεγε: "Αν δεν μου δώσεις σου ζητάω θα σε εξευτελίσω τόσο στις εκπομπές που σε καλούν όσο και στη Μεσσηνία, είσαι σκεντζές γιατρός, θα σου καταστρέψω το ιατρείο σου, θα γίνεις ρεζίλι και μετά Θα φροντίσω να σ' αφήσω φυτό όπως και τον πατέρα σου". Αποτέλεσμα των ανωτέρω απειλών της κατηγορουμένης προς τον εγκαλούντα καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα ήταν να προκαλέσει μεγάλο πανικό και φόβο στον εγκαλούντα, οποίος προέβη τμηματικά στην καταβολή στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό της κατηγορουμένης των κάτωθι ποσών. Ειδικότερα: Α) Από την Τράπεζα Πειραιώς κατέβαλε : 1) την 01/08/2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, 2) τη 03/08/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 3) την 05/08/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 4) την 19/08/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 5) την 25/08/2016 το ποσό των 800 ευρώ, 6) την 09/09/2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, 7) την 19/09/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 8) την 23/09/2016 το ποσό των 1.000 ευρώ, 9) την 28/09/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 10) την 30/09/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 11) την 07/10/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 12) την 14/10/2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, 13) την 27/10/2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, 14) την 04/11/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 15) την 01/12/2016 το ποσό των 1.000 ευρώ και 16) την 12/12/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 17) την 15/02/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 18) την 09/03/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 19) την 21/04/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 20) την 19/06/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 21) την 24/08/2017 το ποσό των 800 ευρώ, 22) την 22/12/2017 το ποσό των 700 ευρώ, 23) την 17/01/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 24) την 10/07/2018 το ποσό των 500 ευρώ, 25) την 24/08/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 26) την 10/10/2018 το ποσό των 100 ευρώ, 27) την 08/08/2019 το ποσό των 1.300 ευρώ, 28) την 12/08/2019 το ποσό των 700 ευρώ, 29) την 09/12/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 30) την 17/01/2020 το ποσό των 1.000 ευρώ, 31) την 20/02/2020 το ποσό των 1.000 ευρώ, 32) την 30/07/2021 το ποσό των 2.000 ευρώ. Β) Μέσω αυτόματης ταμειολογιστικής μηχανής (Α.Τ.Μ.) κατέβαλε στην Τράπεζα Πειραιώς στον λογαριασμό με αριθμό ΙΒΑΝ ... της κατηγορουμένης. 1) την 19/12/2016 το ποσό των 1.000 ευρώ, 2) την 30/12/2016 το ποσό των 500 ευρώ, 3) την 10/01/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 4) την 23/01/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 5) την 13/03/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 6) την 15/03/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 7) την 10/05/2017 το ποσό των 2.000 ευρώ, 8) την 01/06/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 9) την 13/06/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 10) την 22/06/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 11) την 10/07/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 12) την 17/07/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 13) την 25/07/2017 των 500 ευρώ, 14) την 15/09/2017 το ποσό των 800 ευρώ, 15) την το ποσό των 1.000 ευρώ, 16) την 29/09/2017 το ποσό των 2.000 ευρώ, 17) την 20/10/2017 το ποσό των 1.000, 18) 31/10/2017 το των 1.500 ευρώ, 19) την 03/11/2017 το ποσό των 1.000 ευρώ, 20) την 24/11/2017 το ποσό των 300 ευρώ, 21) 08/12/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 22) την 15/12/2017 το ποσό των 500 ευρώ, 23) την 08/01/2018 το ποσό των 400 ευρώ, 24) την 21/02/2018 το ποσό των 400 ευρώ, 25) την 03/04/2018 το ποσό των 500 ευρώ, 26) την 20/04/2018 το ποσό των 1,000 ευρώ, 27) την 02/05/2018 το ποσό των 500 ευρώ, 28) την 18/05/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 29) την 19/06/2018 το ποσό των 500 ευρώ, 30) την 31/07/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 31) την 24/09/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 32) την 05/11/2018 το ποσό των 700 ευρώ, 33) την 09/11/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 34) την 23/11/2018 το ποσό των 300 ευρώ, 35) την 10/12/2018 το ποσό των 1.000 ευρώ, 36) την 11/01/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 37) την 13/02/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 38) την 12/03/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 39) την 11/04/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 40) την 10/05/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 41) την 10/06/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 42) την 10/07/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 43) την 18/07/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 44) την 12/08/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 45) την 16/09/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ, 46) την 14/10/2019 το ποσό των 1.000 ευρώ. Γ) Εντός του χρονικού διαστήματος από την 01/08/2016 έως την 30/07/2021, ο εγκαλών κατέβαλε τοις μετρητοίς στην εγκαλούσα το ποσό των 500 ευρώ. Ήτοι η κατηγορουμένη, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος των 69.300 ευρώ, μεταχειριζόμενη απειλές βλάβης του επαγγέλματος του εγκαλούντος, κατά τα ως άνω, τον εξανάγκασε κατ' επανάληψη, όπως περιγράφηκε ανωτέρω και καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα στις ως άνω επιμέρους καταβολές, από τις οποίες επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου, η οποία συνολικώς ανέρχεται στο ποσό των 69.300 ευρώ και στην οποία η κατηγορουμένη απέβλεπε με τις μερικότερες ως άνω πράξεις της. 2) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει της παράσταση Ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας, η οποία ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, ενώ απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις της στο συνολικό περιουσιακό της όφελος και στην αντίστοιχη συνολικώς προκληθείσα ιδιαίτερα μεγάλη ζημία. Ειδικότερα, από αρχές του έτους 2015, o εγκαλών Χ. Κ. του Ι., o οποίος είναι ψυχίατρος και διατηρεί ιατρείο στους Αγίους Αναργύρους Αττικής (οδός ...) παρακολουθούσε υπό την εν λόγω επαγγελματική του ιδιότητα και κούραρε τον πατέρα της κατηγορουμένης Γ. Κ. του Δ., ο οποίος έπασχε, κατά τον εγκαλούντα, από μικτή αγχώδη και καταθλιπτική διαταραχή. Την 15/12/2015, όταν ο Γ. Κ. επισκέφθηκε τον εγκαλούντα στο ιατρείο του και του ανέφερε υποτροπή της νόσου του, ο εγκαλών του συνταγογράφησε τρία κουτιά του φαρμάκου "lexotanil tbl 6mg", τα οποία εκ νέου ο εγκαλών του συνταγογράφησε την 15/07/2016. Όμως, την 25/07/2016, η κατηγορουμένη τηλεφώνησε στον εγκαλούντα και αφού του συστήθηκε ως η θυγατέρα του ανωτέρω ασθενούς του εγκαλούντος, στη συνέχεια, παρέστησε εν γνώσει της Ψευδώς προς τον εγκαλούντα ότι ο πατέρας της, εξαιτίας της κατ' επανάληψη λήψης του προαναφερόμενου σκευάσματος, κατά τις υποδείξεις του εγκαλούντος, εθίστηκε σε αυτό και ότι εξαιτίας της εσφαλμένης, κατά την ίδια, αντιμετωπίσεώς του ως ασθενούς από τον εγκαλούντα με τη χορήγηση από τον τελευταίο ακατάλληλης για τον πατέρα της σε ποσότητα φαρμακευτικής αγωγής, ο πατέρας της αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και συγκεκριμένα, μία ημέρα εντός του χρονικού διαστήματος από την 15/07 /2016 έως την 25/07/2016, καθώς οδηγούσε το αυτοκίνητό του υπό την επήρεια του ανωτέρω σκευάσματος, προκάλεσε την πτώση του οχήματος του στη θάλασσα στο Λιμάνι του Λαυρίου, με σκοπό να αποθάνει, ενώ τελικώς σώθηκε κατόπιν της επέμβασης λιμενικών που τον ανέσυραν από τη θάλασσα σε ημιθανή κατάσταση. Επιπλέον, η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε εν γνώσει της ψευδώς στον εγκαλούντα ότι εξαιτίας της διάγνωσης του τελευταίου και της φαρμακευτικής αγωγής που εκείνος χορήγησε, εσφαλμένως κατά την κρίση της, στον πατέρα της, ο τελευταίος "έμεινε φυτό", ότι είναι στην εντατική και ότι χρήζει πολλών πολυδάπανων χειρουργείων για να επανέλθει μετά το ανωτέρω ατύχημα. Τα εν λόγω γεγονότα η κατηγορουμένη εξακολούθησε να ισχυρίζεται εν γνώσει της ψευδώς προς τον εγκαλούντα καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι από την 25/07/2016 έως την 30/07/2021, τηλεφωνώντας σχεδόν καθημερινώς στον εγκαλούντα και παριστάνοντας εν γνώσει της ψευδώς τα ανωτέρω, προφασιζόμενη, μάλιστα, σε κάθε τηλεφώνημα νέες ιατρικές ανάγκες του πατέρα της. Με την ανωτέρω επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά της, η κατηγορουμένη έπεισε τον εγκαλούντα ότι εκείνος ευθυνόταν για την απόπειρα αυτοκτονίας του πατέρα της, η οποία δήθεν είχε λάβει χώρα εντός του διαστήματος από την 15/07/2016 έως την 25/07/2016 και για την επιδείνωση της υγείας του και έτσι, τελώντας παράλληλα και την υπό στοιχ. 1) πράξη, τον έπεισε να προβεί στις καταβολές που αναγράφονται αναλυτικώς στην υπό στοιχ. 1) πράξη. Αποτέλεσμα της ανωτέρω επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς της κατηγορουμένης ήταν να βλάψει την περιουσία του εγκαλούντος κατά το συνολικό ποσό των 69.300 ευρώ, ήτοι προκάλεσε ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος ιδιαιτέρως μεγάλη, ενώ στις ανωτέρω Ψευδείς παραστάσεις της η κατηγορουμένη προέβη κατ' επανάληψη με σκοπό να βλάψει την περιουσία του εγκαλούντος κατά τα ως άνω και να αποκομίσει η ίδια αντίστοιχα παρανόμως το εν λόγω ποσό των 69.300 ευρώ, στο οποίο, ως δικό της παράνομο περιουσιακό όφελος και ως αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, συνολικώς απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις της.>>. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 385 και 386 ΠΚ, για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, αφού γίνεται δεκτό ότι το συνολικό ποσό που δόθηκε τμηματικά από τον παθόντα στην αναιρεσείουσα [69.300 ευρώ], έλαβε χώρα στο χρονικό διάστημα από 25-7-2016 έως 30-7-2021, οπότε και προσδιορίζεται από την απόφαση ο χρόνος τέλεσης των δύο ως άνω εγκλημάτων [εκβίασης και απάτης], με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία ως προς το ποια πράξη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης οδήγησε τελικά αιτιωδώς στο βλαπτικό αποτέλεσμα, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, οι εν λόγω πράξεις αλληλοαποκλείονται και μόνο υπό όρους, οι οποίοι δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν συντρέχουν, είναι δυνατόν να συρρέουν αληθινά. Επομένως, οι υπ' αριθ. 1 α' και 2 α' λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι βάσιμοι . Με τα από αυτά και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των ανωτέρω λόγων που έγιναν δεκτοί ως βάσιμοι, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3088/2024 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ