ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1141/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1141/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1141/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1141 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1141/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουτσαγγέλη, για αναίρεση της αποφάσεως 4941/2024 του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Δ. Χ. του Μ., κάτοικο Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7-1-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Ι)Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε: Α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της, με το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής σε αυτόν ποινής για το αδίκημα αυτό και συνολικής ποινής, Β) να απαλειφθεί από το σκεπτικό (σελ. 108) και το διατακτικό (σελ. 112) αυτής η ακόλουθη αναφορά "Σημειωτέον, μάλιστα, ότι το γεγονός της υποβολής της υπ' όψη ψευδούς μήνυσης και το ουσιώδες περιεχόμενο της περιήλθε σε γνώση δικηγορικών κύκλων της Αθήνας, δεδομένου ότι πέραν της εν λόγω μήνυσης υποβλήθηκε και ταυτόσημου περιεχομένου πειθαρχική αναφορά στον Δ.Σ.Α. (βλ την κατάθεση του μάρτυρα δικηγόρου Σ. Τ. του Η. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), με αποτέλεσμα ορισμένοι από τους συναδέλφους του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας, που τον γνώριζαν προσωπικά, να του τηλεφωνήσουν για να του εκφράσουν την έκπληξη αλλά και την ανησυχία τους γι' αυτή την εξέλιξη.", Γ) να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως, Δ) να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η διάταξη περί επιβολής ποινής φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και από τη διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, η ποινή φυλάκισης των τριών (3) μηνών και Ε) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΙΙ)Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον υποστηρίζοντα την κατηγορία με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 7-1-2025 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 4941/2024 απόφασης του δικάσαντος κατ` έφεση, Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 19-12-2024 και με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, ανασταλείσα για τρία έτη, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, έχει ασκηθεί, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 7-1-2025, συνταχθείσας της υπ' αριθ. 4/2025 έκθεσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ`, Ε' και Θ' ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3 και 4, 474 παρ. 1 και 2, 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι` αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", ενώ κατά την ίδια διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σημαντική αλλαγή στο έγκλημα αυτό είναι η κατάργηση της αναφοράς στο σκοπό του δράστη. Μέχρι 1-7-2019, η ψευδής καταμήνυση τιμωρείται μόνο όταν ο δράστης την τελεί με σκοπό καταδίωξης του καταγγελλομένου προσώπου, δηλαδή για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται εκτός του άμεσου δόλου και επιπρόσθετος υπερχειλής δόλος, αφού απαιτείται σκοπός του δράστη να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου. Καθώς όμως στο ελληνικό δίκαιο ισχύει ως προς τη δίωξη η αρχή της νομιμότητας, ήδη η καταγγελία της πράξης δημιουργεί άμεσα τον κίνδυνο άσκησης ποινικής δίωξης, ώστε η αναφορά στον επιπρόσθετο σκοπό να εμφανίζεται περιττή.

Συνεπώς από 1-7-2019 ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης δεν απαιτείται πλέον σκοπός καταδίωξης του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου, δηλαδή δεν απαιτείται υπερχειλής δόλος αλλά μόνο άμεσος δόλος και συνακόλουθα η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού με αυτή για την καταδίκη του δράστη απαιτείται εκτός από τη συνδρομή και απόδειξη του άμεσου δόλου, η συνδρομή και απόδειξη του υπερχειλούς δόλου, που δεν απαιτείται, πλέον με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ. Επίσης, από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη και ως προς την ποινή, αφού με αυτήν προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου ΠΚ προβλέπεται πλέον ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή (ΑΠ 1890/2019). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται: α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον αρχής, γ) η καταμήνυση να αναφέρεται στη τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να αφορά σε άλλον, ε) η καταμήνυση να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και στ) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, ότι κατά το χρόνο της καταμήνυσης το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση (ΑΠ 997/2024, ΑΠ 814/2023, ΑΠ 60/2023).

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 1363/2020), ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α` και 171 παρ. 1 περ. δ` ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 501/2020). Δεν είναι όμως απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.

Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ` αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021).

3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ` αριθ. 4941/2024 απόφασής του, το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ` είδος σ` αυτήν, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:''Ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Δ. Χ., ο οποίος τυγχάνει δικηγόρος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία αμοιβών) την από 23.12.2016 αγωγή του με Γ.Α.Κ. ... και Ε.Α.Κ. ....2016 κατά του κατηγορουμένου Δ. Ν. Κ. και της εδρεύουσας στη Λευκωσία Κύπρου εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited", συμφερόντων του τελευταίου (του κατηγορουμένου], ο οποίος ετύγχανε και νόμιμος εκπρόσωπος της, με αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 35.809,26 ευρώ ως αμοιβή για την παροχή των δικηγορικών του υπηρεσιών προς αυτούς, πλέον του αναλογούντος στην ως άνω αμοιβή Φ.Π.Α. (ποσού 8594,22 ευρώ), ήτοι συνολικά το ποσό των 44.403,48 ευρώ. με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Ειδικότερα, με την αγωγή του αυτή, ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας εξέθετε ότι ο κατηγορούμενος και η ως άνω εταιρία συμφερόντων του ανέθεσαν σ' αυτόν κατά το έτος 2010 τον χειρισμό κατ' αποκλειστικότητα της υπόθεσης που αφορούσε την αντιδικία τους με τη Χ. Π. για την οφειλόμενη στην τελευταία μεσιτική αμοιβή από τη διαμεσολάβησή της στη σύναψη σύμβασης παραχώρησης των τηλεοπτικών δικαιωμάτων του ιταλικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου μεταξύ της ως άνω κυπριακής εταιρίας και της δικαιούχου των ανωτέρω δικαιωμάτων, εταιρίας με την επωνυμία "Media Partners & Silva", ενώ συνάμα τον απασχόλησαν ως νομικό τους σύμβουλο στην υπόθεση που αφορούσε την αντιδικία τους με την προαναφερόμενη εταιρία με την επωνυμία "Media Partners & Silva" λόγω της ανώμαλης εξέλιξης της ανωτέρω σύμβασης παραχώρησης τηλεοπτικών δικαιωμάτων, η οποία εκκρεμούσε ενώπιον του CAS (Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο Αθλητικών Διαφορών). Επίσης, εξέθετε ότι στο πλαίσιο του χειρισμού της υπόθεσης που αφορούσε τη μεσιτική αμοιβή της Χ. Π., ο ίδιος προέβη, κατ' εντολή του κατηγορουμένου και της ανωτέρω κυπριακής εταιρίας συμφερόντων του και έναντι της εκάστοτε προσυμφωνηθείσας αμοιβής, κατά το χρονικό διάστημα από 13.12.2010 έως και 19.12.2013, στις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή διαδικαστικές και εξώδικες πράξεις, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο, α) την υποβολή αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατά των Χ. Π. και εταιρίας με την επωνυμία "Netmed Hellas Ανώνυμη Εταιρεία Συνδρομητικής Τηλεόρασης" με αίτημα την προσωρινή επίδειξη εγγράφων, την παραίτηση από το δικόγραφο της ως άνω αιτήσεως ως προς τη δεύτερη των καθών η αίτηση και την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση του αιτήματος χορήγησης σχετικής προσωρινής διαταγής, β) την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση διαδοχικών αιτήσεων της Χ. Π. κατ' αυτού με αντικείμενο τη μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς που είχε ορισθεί για τον πλειστηριασμό του κατασχεθέντος από την τελευταία ακινήτου του (διαμερίσματος πολυώροφης οικοδομής κείμενης στην Αθήνα και επί της συμβολής των οδών ...) στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επέσπευσε κατ' αυτού, ως εγγυητή, για την ικανοποίηση της απαίτησής της έναντι της ανωτέρω κυπριακής εταιρίας για την καταβολή της συμφωνηθείσας μεσιτικής αμοιβής, καθώς και την εκπροσώπησή του κατά τις διαπραγματεύσεις, που ελάμβαναν χώρα εν όψει του εκάστοτε επικείμενου πλειστηριασμού του ως άνω ακινήτου, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χ. Π. προς τον σκοπό αναστολής του πλειστηριασμού υπό τον όρο εξόφλησης μέρους, κάθε φορά, της ανωτέρω απαίτησης της Χ. Π., γ) την άσκηση ανακοπών κατά του εκτελεστού τίτλου (διαταγής πληρωμής) με βάση τον οποίο η Χ. Π. επέσπευσε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του κατηγορουμένου για την ικανοποίηση της παραπάνω απαίτησής της, καθώς και κατά των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας (επιταγή προς πληρωμή και κατασχετήρια έκθεση), την υποβολή αιτήσεως αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας στο πλαίσιο της άσκησης των ανωτέρω ανακοπών και την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως, την άσκηση ανακοπών για τη διόρθωση της ορισθείσας με την κατασχετήρια έκθεση και την επαναληπτική περίληψη πλειστηριασμού τιμής πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ακινήτου του κατηγορουμένου και την εκπροσώπηση του τελευταίου κατά τη συζήτηση των ως άνω ανακοπών του άρθρου 954 § 4 του Κ.ΠολΔικ., την υποβολή αιτήσεως αναστολής του επισπευδόμενού πλειστηριασμού για διάστημα έξι μηνών, κατ' άρθρο 1000 του Κ.Πολ.Δικ. και την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως και, τέλος, δ) την άσκηση αγωγής κατά της Χ. Π. με αντικείμενο αφ' ενός μεν τη μείωση της συμφωνηθείσας με το από 22.11.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεσιτείας μεσιτικής αμοιβής της τελευταίας για τη διαμεσολάβησή της στη σύναψη προαναφερόμενης σύμβασης παραχώρησης των τηλεοπτικών δικαιωμάτων του ιταλικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, αφ' ετέρου δε την επιστροφή του αχρεωστήτως (εφ' όσον γινόταν δεκτό το αίτημα μείωσης της αμοιβής) καταβληθέντος ποσού των 70.000,00 ευρώ, καθώς και την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου και της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" (με κατάθεση προτάσεων) κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής κατά την ορισθείσα δικάσιμο, οπότε και αυτή (η συζήτηση της αγωγής) αναβλήθηκε για δικάσιμο του έτους 2016. Περαιτέρω, ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας εξέθετε στην ανωτέρω αγωγή του ότι κατά τα έτη 2011 και 2012 απασχολήθηκε επί πενήντα (50) συνολικά ώρες για τη μελέτη των στοιχείων της δικογραφίας επί της εκκρεμούς ενώπιον του CAS υπ' αριθμ. 2011/0/2320 υπόθεσης, που αφορούσε την ανώμαλη εξέλιξη της σύμβασης παραχώρησης των τηλεοπτικών δικαιωμάτων του ιταλικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου που είχε συναφθεί μεταξύ της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" και της εταιρίας με την επωνυμία "Media Partners & Silva", ενώ κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιανουαρίου του έτους 2011 μέχρι και Ιουνίου του έτους 2012 απασχολήθηκε επί 116 συνολικά ώρες, πραγματοποιώντας δεκαέξι (16) συνολικά δίωρες συναντήσεις, καθώς και τηλεφωνικές συνομιλίες συνολικής διάρκειας 84 ωρών με τον κατηγορούμενο ή με συνεργάτες του, προκειμένου να του παράσχει νομικές συμβουλές για τις επιμέρους πλευρές της αντιδικίας του πρώτου με την Χ. Π., καθώς και για την αντιδικία της ανωτέρω κυπριακής εταιρίας συμφερόντων του ("D.N.K. Sports Marketing& Promotions Limited") με την εταιρία με την επωνυμία "Media Partners & Silva". Τέλος, εξέθετε ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του για τη διεξαγωγή των υποθέσεων που του ανατέθηκαν στο πλαίσιο της ανωτέρω εντολής ανήλθε στο ποσό των 37.256,79 ευρώ συνολικά (με αναλυτική παράθεση της οφειλόμενης αμοιβής για κάθε επιμέρους πράξη στην οποία προέβη ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής), ενώ οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την εκτέλεση της εν λόγω εντολής και έπρεπε να του αποδοθούν από τους εντολείς του (ήτοι τον κατηγορούμενο και την ανωτέρω κυπριακή εταιρία συμφερόντων του) ανήλθαν στο ποσό των 2452,47 ευρώ συνολικά (με αναλυτική παράθεση κάθε επί μέρους δαπάνης), ότι οι εναγόμενοι είχαν συμφωνήσει να του καταβάλουν την αμοιβή του και να του αποδώσουν τα έξοδά του τμηματικά, αλλά το αργότερο μέχρι την εκδίκαση κάθε επί μέρους υπόθεσης, ότι αυτοί κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεών τους και ότι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, του κατέβαλαν τελικά, έναντι του συνολικά οφειλόμενου ποσού των [37.256.79 + 2452,47 =] 39.709,26 ευρώ, μόνο το ποσό των 3900,00 ευρώ, αφήνοντας ανεξόφλητο το υπόλοιπο, ύψους 35.809,26 ευρώ, καθώς και τον αναλογούντα σ' αυτό Φ.Π.Α., ύψους 8594,22 ευρώ. Προς απόδειξη των αγωγικών του ισχυρισμών, ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έλαβε χώρα στις 30.10.2018, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα έγγραφα: (ί) το σχέδιο του υπομνήματος που επρόκειτο να καταθέσει η κυπριακή εταιρία με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" ενώπιον του CAS στο πλαίσιο της εκδίκασης ενώπιον του ως άνω διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 2011/0/2320 υπόθεσης σε απάντηση του από 26.01.2012 υπομνήματος των αντιδίκων της, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το συγκεκριμένο σχέδιο του απεστάλη από τους εναγόμενους (δηλ τον κατηγορούμενο και την ανωτέρω κυπριακή εταιρία), προκειμένου να το μελετήσει και να τους υποβοηθήσει στον χειρισμό της ανωτέρω υπόθεσης, (ii) σειρά μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (e-mails), τα οποία αντάλλασσε με τον κατηγορούμενο για τις διάφορες υποθέσεις του ίδιου και της ανωτέρω εταιρίας συμφερόντων του και μέσω των οποίων αφ' ενός μεν γίνονταν οι μεταξύ τους συνεννοήσεις για τις ενέργειες που θα έπρεπε να γίνουν, αφ' ετέρου δε ο κατηγορούμενος του απέστελλε διάφορα έγγραφα και στοιχεία, ενώ επίσης προέβαιναν (μέσω των e-mails) σε ανταλλαγή σχεδίων εγγράφων κ.λπ. (μεταξύ των οποίων και το από 19.10.2010 e-mail, με το οποίο ο κατηγορούμενος του απέστειλε το αεροπορικό εισιτήριο για τη μετάβασή του στη Ρώμη, την οποία επισκέφθηκαν από κοινού κατά το χρονικό διάστημα από 21 έως 23.10.2010, προκειμένου να πραγματοποιήσουν συναντήσεις με δικηγόρους και άλλα πρόσωπα για την υπόθεση που αφορούσε την ανώμαλη εξέλιξη της προαναφερόμενης σύμβασης πώλησης των τηλεοπτικών δικαιωμάτων του ιταλικού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος), ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι από τα εν λόγω e-mails προέκυπτε η συστηματική ενασχόλησή του με τις υποθέσεις του κατηγορουμένου και της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited", [iii] τα από 21-02-2012 e-mails με τα οποία ο κατηγορούμενος του απέστειλε τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ανωτέρω κυπριακής εταιρίας, Γ. Π. και Χ. Α., που επρόκειτο να προσκομισθούν από την εν λόγω εταιρία ενώπιον του CAS στο πλαίσιο της εκδίκασης της ανωτέρω υπ' αριθ. 2011/0/2320 υπόθεσης, στην οποία ήταν αυτή διάδικος, μαζί με τη μετάφρασή τους στην αγγλική γλώσσα, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι ο ίδιος (ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας) είχε εκτενή συνεργασία με τον κατηγορούμενο για τη σύνταξη του κειμένου αυτών (των ενόρκων βεβαιώσεων), και (iν) το από 07.11.2014 e-mail που απέστειλε ο ίδιος προς τον κατηγορούμενο και με το οποίο τον ενημερώνει ότι η συζήτηση της ανακοπής του κατά της από 01.03.2011 επιταγής προς πληρωμή που είχε συνταχθεί κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της υπ' αριθ. .../2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την οποία ξεκίνησε η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που επέσπευσε εις βάρος του η Χ. Π. για την ικανοποίηση της απαίτησής της για την καταβολή της μεσιτικής της αμοιβής, έχει ορισθεί για τη δικάσιμο της 11.11.2014 και του ζητεί να τον ενημερώσει με τη σειρά του αν επιθυμεί να προχωρήσουν στη συζήτηση της εν λόγω ανακοπής ή όχι (δεδομένου ότι μέχρι τότε ο κατηγορούμενος είχε ήδη εξοφλήσει το ποσό της επιταγής), επισημαίνοντάς του ότι σε περίπτωση ευδοκίμησης της ανακοπής και ακύρωσης της προσβαλλόμενης επιταγής θα μπορούσε να διεκδικήσει την επιστροφή του καταβληθέντος χρηματικού ποσού, σε συνδυασμό με το από 10.11.2014 απαντητικό e-mail του κατηγορουμένου με το οποίο ο τελευταίος του δηλώνει συγκεκριμένα τα εξής: "... Δεν θα συνεχίσουμε με την ανακοπή, θα σου εξηγήσω από κοντά. Σου οφείλω και κάποιο ποσό, θα βρεθούμε άμεσα να τα πούμε, χαθήκαμε...", ισχυριζόμενος ειδικότερα (ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας) ότι με την ανωτέρω δήλωση του ο κατηγορούμενος ομολόγησε την ύπαρξη οικονομικής εκκρεμότητας έναντι του, την οποία ουδέποτε τακτοποίησε.- Μετά την κατάθεση των προτάσεων των διαδίκων επί της ανωτέρω αγωγής και προτού παρέλθει η (τότε ισχύουσα) τριήμερη προθεσμία για την κατάθεση προσθήκης στις προτάσεις τους και, πιο συγκεκριμένα, στις 02.11.2018, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας τόσο ατομικά όσο και ως εκπρόσωπος της κυπριακής εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited", υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την ένδικη από 02.11.2018 έγκληση κατά του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας, με την οποία ισχυριζόταν ότι ο τελευταίος διέπραξε, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής που έλαβε χώρα στις 30.11.2018, σε βάρος του ίδιου και της ανωτέρω εταιρίας τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας (τουλάχιστον) απάτης ενώπιον δικαστηρίου και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας, αποσκοπώντας να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με ταυτόχρονη βλάβη της περιουσίας του ίδιου [του κατηγορουμένου) και της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited", επιχείρησε να πείσει τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε την προαναφερόμενη από 23.12.2016 καιυπ' αριθμό έκθεσης κατάθεσης Γ.Α.Κ. ... & Ε.Α.Κ. ....2016 αγωγή του να την κάνει δεκτή και να επιδικάσει υπέρ του και σε βάρος του κατηγορουμένου και της ανωτέρω εταιρίας το προαναφερόμενο ποσό των 44.308,48 ευρώ, παριστώντας του εν γνώσει του ψευδή γεγονότα σαν αληθινά και, ειδικότερα, προβάλλοντας ψευδείς ισχυρισμούς περί ύπαρξης ισόποσης οφειλής των αντιδίκων του έναντι αυτού, τους οποίους υποστήριξε με ορισμένα από τα έγγραφα που προσκόμισε με τις προτάσεις του αλλά και προφορικά κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, κατά την οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, οι ψευδείς ισχυρισμοί του δε αυτοί, οι οποίοι προβλήθηκαν ενώπιον του ανωτέρω Δικαστή, του Γραμματέα της Έδρας και των προσώπων που παρίσταντο στη δικαστική αίθουσα κατά τη συζήτηση της αγωγής, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του κατηγορουμένου. Πιο συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε με την ανωτέρω έγκλησή του τα ακόλουθα: Α) ότι ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας ισχυρίσθηκε ψευδώς με την ανωτέρω αγωγή του και τις προτάσεις που κατέθεσε επ' αυτής αφ' ενός μεν ότι υφίστατο υπόλοιπο οφειλής του κατηγορουμένου έναντι αυτού, που αφορούσε την αμοιβή που είχε συμφωνηθεί να του καταβληθεί για τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα κατά τις Χ. Π. και τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε αυτός για την εκτέλεση της σχετικής εντολής, ενώ η αλήθεια ήταν ότι είχε εξοφληθεί πλήρως κάθε απαίτηση του που απέρρεε από τη συγκεκριμένη αιτία, αφ' ετέρου ότι υφίστατο οφειλή του κατηγορουμένου και της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" έναντι αυτού, που αφορούσε την αμοιβή του για την παροχή των νομικών του υπηρεσιών προς εκείνους στην υπόθεση που εκκρεμούσε ενώπιον του CAS ενώ η αλήθεια ήταν ότι ουδεμία ανάμειξη είχε αυτός στη συγκεκριμένη υπόθεση και, συνακόλουθα, ότι δεν του οφειλόταν οποιαδήποτε αμοιβή για την αιτία αυτή, υποστήριξε δε τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς του με έγγραφα και προφορικά κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής στο ακροατήριο, κατά την οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, Β) ότι, ειδικότερα, ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας, εν όψει του ότι δεν θα μπορούσε να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η ανάμειξή του στην υπόθεση που εκκρεμούσε στο CAS συνίστατο στη σύνταξη δικογράφων ή εξωδίκων, τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων ή την παράσταση του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του CAS, αφού όλα τα ανωτέρω διεκπεραιώθηκαν από άλλα Ελληνικά και Ελβετικά δικηγορικά γραφεία, προτίμησε να κατασκευάσει ένα διαφορετικό αγωγικό σενάριο περί δήθεν συμβουλευτικής ανάμειξής του στον χειρισμό της ως άνω υπόθεσης με ραντεβού, τηλεφωνήματα και μελέτη φακέλου, το οποίο υποστήριξε με την επιλεκτική προσκόμιση με τις προτάσεις του: (i.) μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία του απέστειλε η εταιρία με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" κατά το έτος 2010, σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο του επιδίκου και τα οποία προσκομίσθηκαν προκειμένου να παραπλανηθεί το Δικαστήριο για την ύπαρξη δήθεν αξίωσης αμοιβής του για παροχή νομικών υπηρεσιών και κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάσημα, (ii.) μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία του απέστειλε μεν η ως άνω εταιρία κατά τα επίδικα έτη 2011 και 2012, τούτο όμως έγινε στο πλαίσιο των καθομολογούμενα καλών σχέσεων που διατηρούσε τότε ο κατηγορούμενος μαζί του και προκειμένου, απλώς, να είναι ενήμερος και εκείνος των δικαστικών ενεργειών της εν λόγω εταιρίας και όχι για να εκφέρει την επαγγελματική του άποψη επ' αυτών, (iii) μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο του απέστειλε ο κατηγορούμενος μία ημέρα του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2011 προκειμένου να τον ενημερώσει ότι θα τον καλούσε τηλεφωνικά το ίδιο βράδυ και το οποίο προσκομίσθηκε προκειμένου να παραπλανηθεί το Δικαστήριο για την ύπαρξη δήθεν σειράς τηλεφωνικών επικοινωνιών μεταξύ τους στο πλαίσιο του νομικού χειρισμού εκ μέρους του των υποθέσεων του κατηγορουμένου και της κυπριακής εταιρίας συμφερόντων του και, συνακόλουθα, για την ύπαρξη δήθεν αξίωσης αμοιβής του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας για την απασχόληση του κατά τις ως άνω τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και (iv) σχεδίου υπομνήματος της ως άνω εταιρίας προς το CAS, το οποίο του απέστειλε η ως άνω εταιρία για την ίδια ως άνω αιτία (ήτοι για δική του ενημέρωση] και όχι προκειμένου να το μελετήσει και να το επεξεργασθεί προτού υποβληθεί στο CAS και το οποίο προσκομίσθηκε προκειμένου να παραπλανηθεί το Δικαστήριο για τη δήθεν μελέτη του φακέλου της δικογραφίας από τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας και για την πραγματοποίηση συναντήσεων επαγγελματικού χαρακτήρα με τον κατηγορούμενο ή συνεργάτες του και, συνακόλουθα, για την ύπαρξη δήθεν αξίωσης αμοιβής του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας για την απασχόλησή του κατά τις ως άνω συναντήσεις ή για την απασχόλησή του κατά τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας και Γ) ότι ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας προσκόμισε, προς απόδειξη του ψευδούς ισχυρισμού του περί ύπαρξης ανεξόφλητης οφειλής του κατηγορουμένου έναντι του αναφορικά με την υπόθεση της Χ. Π., καθώς και περί ύπαρξης εις ολόκληρο οφειλής του κατηγορουμένου και της ανωτέρω κυπριακής εταιρίας συμφερόντων του έναντι του αναφορικά με την υπόθεση που εκκρεμούσε στο CAS, το από 10.11.2014 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο του είχε αποστείλει ο κατηγορούμενος και με το οποίο ο τελευταίος του δήλωνε ότι του οφείλει κάποιο ποσό, προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο σχετικά με την ύπαρξη δήθεν αναγνώρισης εκ μέρους του κατηγορουμένου του συνόλου της ένδικης οφειλής του προς αυτόν (τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας), αν και στην πραγματικότητα η ως άνω δήλωση του κατηγορουμένου αφορούσε το ανεξόφλητο υπόλοιπο της αμοιβής που όφειλε να καταβάλει στον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας για την παροχή των νομικών του υπηρεσιών στην υπόθεση της Χ. Π., το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 600,00 ευρώ και εξοφλήθηκε λίγες μόνον ημέρες μετά την ως άνω δήλωση. Επί πλέον, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε με την ανωτέρω έγκλησή του ότι, με όσα ψευδώς ισχυρίσθηκε με την ως άνω αγωγή και τις προτάσεις του ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας, εμφάνισε αυτόν (τον κατηγορούμενο) και την εταιρία του ως αναξιόπιστους επιχειρηματίες μειωμένου οικονομικού κύρους, βλάπτοντας έτσι ευθέως το επαγγελματικό κύρος και την πίστη αυτών.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η επίδικη έγκληση προσκομίσθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την προσθήκη των προτάσεων των εναγομένων της προαναφερόμενης από 23.12.2016 και υπ' αριθμό έκθεσης κατάθεσης Γ.Δ.Κ. ... & Ε.Α.Κ. ....2016 αγωγής (δηλαδή του κατηγορουμένου και της κυπριακής εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited"), προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους ότι ουδεμία οφειλή τους έναντι του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας υφίστατο και ότι η εν λόγω αγωγή ετύγχανε ουσία αβάσιμη στο σύνολο της. Ωστόσο, η συγκεκριμένη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη με την υπ' αριθ. 144/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία αμοιβών), με την οποία υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, στον ενάγοντα το ποσό των 17.510,56 ευρώ. νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, ως αμοιβή του για τις νομικές υπηρεσίες που παρέσχε σ' αυτούς, κατόπιν σχετικής εντολής τους, στο πλαίσιο της ευρύτερης αντιδικίας τους με τη Χ. Π. και ως δαπάνες στις οποίες προέβη για την εκτέλεση της ανωτέρω εντολής, οι οποίες έπρεπε να του αποδοθούν από τους εντολείς του, πλέον του ποσού του αναλογούντος Φ.Π.Α. ύφους 4202,53 ευρώ. Απορρίφθηκαν τα αγωγικά κονδύλια που αφορούσαν την αμοιβή που αξίωνε ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας για την απασχόλησή του σε συναντήσεις και τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τον κατηγορούμενο και τους συνεργάτες του, οι οποίες είχαν επαγγελματικό χαρακτήρα, ως νόμω αβάσιμα, με το σκεπτικό ότι, σύμφωνα με τον νόμο, αμοιβή για την παροχή νομικών συμβουλών δικαιούται ο δικηγόρος μόνον αν περιορισθεί σ' αυτές, ενώ αν επακολουθήσουν δικαστικές ενέργειές του, όπως, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συνέβη εν προκειμένω (με τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας στο πλαίσιο διεξαγωγής των ανατεθεισών σ' αυτόν επί μέρους υποθέσεων που εντάσσονταν στην ευρύτερη αντιδικία του κατηγορουμένου και της κυπριακής εταιρίας συμφερόντων του με τη Χ. Π.), η παροχή νομικών συμβουλών δεν αμείβεται ιδιαίτερα, αλλά λαμβάνεται υπ' όψη για τον προσδιορισμό της προσήκουσας για τις ως άνω δικαστικές ενέργειες αμοιβής. Επίσης, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο που αφορούσε την αμοιβή που αξίωνε ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας για την απασχόλησή του κατά τα έτη 2011 και 2012 με τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας και την παροχή των νομικών του συμβουλών στην υπόθεση που εκκρεμούσε ενώπιον του CAS, με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε η ενασχόληση του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας με την ως άνω υπόθεση κατά τα έτη 2011 και 2012. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου και της κυπριακής εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" κατά της ανωτέρω απόφασης (ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας δεν άσκησε έφεση κατ' αυτής), εκδόθηκε η υπ' αριθ. 69/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή τελεσιδίκως ως ουσία βάσιμη η ανωτέρω αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εκκαλούντες - εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, στον ενάγοντα το ποσό των 16.210,56 ευρώ (το οποίο υπολείπεται του πρωτοδίκως επιδικασθέντος επειδή απορρίφθηκαν από το Εφετείο ως απαράδεκτα λόγω αοριστίας τα αγωγικά κονδύλια που αφορούσαν την οφειλόμενη αμοιβή του ενάγοντος για δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη κατά το έτος 2010, συνολικού ύψους 1300,00 ευρώ), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, ως αμοιβή του για τις νομικές υπηρεσίες που παρέσχε σ' αυτούς, κατόπιν σχετικής εντολής τους, στο πλαίσιο της ευρύτερης αντιδικίας τους με τη Χ. Π. και ως δαπάνες στις οποίες προέβη για την εκτέλεση της ανωτέρω εντολής, οι οποίες έπρεπε να του αποδοθούν από τους εντολείς του, πλέον του ποσού του αναλογούντος Φ.Π.Α. ύψους 3477,55 ευρώ. Ο ισχυρισμός [ένσταση) των εναγομένων (κατηγορουμένου και εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" περί ολοσχερούς εξόφλησης των απαιτήσεων του ενάγοντος (παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας), μετά και την καταβολή και του προαναφερόμενου ποσού των 600,00 ευρώ κατά το έτος 2014 για τις αμοιβές που εδικαιούτο και για τα έξοδα που πραγματοποίησε στο πλαίσιο εκτέλεσης της εντολής για τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα κατά της Χ. Π. και των κατά καιρούς διαπραγματεύσεων με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, απορρίφθηκε ως παντελώς αναπόδεικτος και, συνακόλουθα, ως ουσία αβάσιμος τόσο από το πρωτοβάθμιο όσο και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.- Περαιτέρω, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε αναθέσει αρχικά στον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας τον χειρισμό και της υπόθεσης που αφορούσε την παραχώρηση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων του ιταλικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου για τις αγωνιστικές περιόδους 2010/2011 και 2011/2012 στην εταιρία με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited". Μάλιστα, κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2010 μετέβησαν μαζί στη Ρώμη προκειμένου να πραγματοποιήσουν εκεί συναντήσεις με Ιταλούς δικηγόρους και επιχειρηματίες αναφορικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Ακολούθως, και όταν τελικά η υπόθεση οδηγήθηκε στο CAS, κατόπιν προσφυγής που άσκησαν ενώπιον του ανωτέρω διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου οι εταιρίες με την επωνυμία "Media Partners & Silva Limited", "MP & Silva Sari" και "ΜΡ & Silva PTE LTD" κατά της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited", ο χειρισμός της υπόθεσης ανατέθηκε σε Ελβετικό δικηγορικό γραφείο, ενώ η διεξαγωγή των σχετικών με τη συγκεκριμένη υπόθεση πράξεων στην Ελλάδα ανατέθηκε στον Έλληνα δικηγόρο Ιωάννη Αλεβίζο. Παρ' όλα αυτά. ο κατηγορούμενος δεν έπαψε ποτέ να συμβουλεύεται τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας ως προς αυτήν, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι φρόντιζε να τον ενημερώνει για την εξώδικη και διαδικαστική της πορεία και να του κοινοποιεί κάθε κρίσιμο γι' αυτήν αποδεικτικό στοιχείο ή διαδικαστικό έγγραφο. Έτσι, ο κατηγορούμενος απέστειλε στον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στις μεν 16.02.2012 τις κρίσιμες για την εν λόγω υπόθεση διατάξεις του εφαρμοστέου ελβετικού δικαίου, στις δε 21.02.2012 τις ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Π., υπαλλήλου της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" και Χ. Α., δημοσιογράφου και συνάμα συμβούλου της ως άνω εταιρίας σε θέματα απόκτησης τηλεοπτικών δικαιωμάτων αθλητικού περιεχομένου, που επρόκειτο να προσκομισθούν απ' αυτήν στο CAS μαζί με το απαντητικό υπόμνημα της παραπάνω εταιρίας στο υπόμνημα που είχαν καταθέσει οι αντίδικοί της στις 26.01.2012, σχέδιο του οποίου (του απαντητικού υπομνήματος) απέστειλε ο κατηγορούμενος προς τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την ίδια ημέρα (21.02.2012). Είναι δε αυτονόητο ότι τα ανωτέρω έγγραφα κοινοποιήθηκαν στον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας όχι προς απλή ενημέρωσή του, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος, αλλά προκειμένου να τα μελετήσει και να παράσχει, έναντι αμοιβής, τη νομική του συμβουλή προς τον κατηγορούμενο για ενδεχόμενες βελτιώσεις του περιεχομένου τους. Το γεγονός ότι δεν προσκομίσθηκαν έγγραφα με τα σχόλια του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας επί των εγγράφων αυτών δεν συνεπάγεται ότι ο τελευταίος δεν προέβη σε σχολιασμό τους, αφού κάτι τέτοιο θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει και προφορικά, κατά τις συναντήσεις των δύο διαδίκων ή τις τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις, που ήταν τακτικές κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, καθώς τότε βρίσκονταν σε εξέλιξη παράλληλα και οι διαπραγματεύσεις του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας (που ενεργούσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου) με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χ. Π. για την αναστολή του πλειστηριασμού του κατασχεθέντος απ' αυτήν ακινήτου του κατηγορουμένου, υπό τον όρο εξόφλησης μέρους της απαίτησης της τελευταίας για την ικανοποίηση της οποίας επισπευδόταν ο ανωτέρω πλειστηριασμός. Άλλωστε, και η μάρτυρας Γ. Κ., προσωπική γραμματέας του κατηγορουμένου, που εξετάσθηκε ενόρκως, με την επιμέλεια του τελευταίου, στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης αγωγής του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας, επιβεβαίωσε κατά την ως άνω εξέτασή της ότι κατά την ανωτέρω περίοδο ήταν συχνές οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και συναντήσεις του κατηγορουμένου με τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας, οι οποίες γίνονταν στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους συνεργασίας. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας παρείχε πράγματι, κατά τα έτη 2011 και 2012, τις νομικές συμβουλές του σε σχέση με τον χειρισμό της υπόθεσης που αφορούσε τα τηλεοπτικά δικαιώματα του ιταλικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου για τις αγωνιστικές περιόδους 2010/2011 και 2011/2012 και την κατάστρωση της υπερασπιστικής γραμμής της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" ενώπιον του CAS κατά την εκδίκαση της σχετικής προσφυγής των εταιριών με την επωνυμία Media Partners & Silva Limited", "MP & Silva Sari" και "ΜΡ & Silva PTE LTD" κατά της ως άνω κυπριακής εταιρίας. Για την παροχή δε των ανωτέρω νομικών του υπηρεσιών είχε έναντι του κατηγορουμένου και της εν λόγω εταιρίας αξίωση αμοιβής, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Το ίδιο ισχύει και για την απασχόληση του κατά τις ως άνω επαγγελματικές τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και συναντήσεις μεταξύ του κατηγορουμένου και του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας, που έλαβαν χώρα κατά την περίοδο των ετών 2011 και 2012, καθ' ο μέρος τους είχαν ως αντικείμενο την παροχή νομικών συμβουλών αναφορικά με την υπόθεση που αφορούσε τη διαφορά της εταιρείας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" με τις εταιρείες με την επωνυμία "Media Partners & Silva Limited", "MP & Silva Sari" και "ΜΡ & Silva PTE LTD " που απέρρεε από τη σύμβαση παραχώρησης των τηλεοπτικών δικαιωμάτων του ιταλικού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος για τις αγωνιστικές περιόδους 2010/2011 και 2011/2012. Επομένως, ο αγωγικός ισχυρισμός του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας περί απασχόλησης του για τη μελέτη των στοιχείων της δικογραφίας της ως άνω υπόθεσης και για την πραγματοποίηση συναντήσεων και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων με τον κατηγορούμενο για την παροχή σ' αυτόν νομικών συμβουλών ως προς τον ενδεδειγμένο χειρισμό της και, συνακόλουθα, περί αξίωσης αμοιβής του για την ως άνω απασχόλησή του ήταν αληθής, ενώ αληθής ήταν και ο ισχυρισμός του ότι οι εναγόμενοι ουδέν ποσόν του είχαν καταβάλει έναντι της απαίτησής του αυτής, καθιστάμενοι έτσι υπερήμεροι ως προς την εξόφληση της. Ομοίως, αληθής ήταν και ο αγωγικός ισχυρισμός του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας περί υπάρξεως ανεξόφλητης απαίτησής του έναντι των εναγομένων ως προς την οφειλόμενη αμοιβή για τη διενέργεια των προαναφερόμενων διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων στο πλαίσιο της διεξαγωγής της υπόθεσης που του ανέθεσαν αυτοί, η οποία αφορούσε τη μεσιτική αμοιβή της Χ. Π., και ως προς τα αποδοτέα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε αυτός για τη διεξαγωγή της εν λόγω υπόθεσης, καθώς, πλην του ποσού που ο ίδιος ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας ισχυρίσθηκε ότι του καταβλήθηκε σε μερική εξόφληση της ως άνω απαίτησης, ουδέν άλλο ποσό αποδείχθηκε ότι του κατέβαλαν ο κατηγορούμενος και η παραπάνω κυπριακή εταιρία συμφερόντων του για την ανωτέρω αιτία, καθιστάμενοι έτσι υπερήμεροι ως προς την εκπλήρωση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσής τους, λόγος για τον οποίο και έγινε τελεσίδικα δεκτή ως προς το σκέλος της αυτό η ανωτέρω αγωγή.

Συνεπώς ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας δεν επιδίωξε να βλάψει την περιουσία του κατηγορουμένου και της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited", πείθοντας, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών με την προαναφερόμενη αγωγή του κατ' αυτών υπό ημερομηνία 23.12.2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Γ.Α.Κ. ... & Ε.Α.Κ. ....2016 και με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τον Δικαστή που δίκασε την εν λόγω αγωγή να του επιδικάσει χρηματικό ποσό που δεν του όφειλαν οι ανωτέρω εναγόμενοι. Ούτε, άλλωστε, τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε ενώπιον του ως άνω Δικαστή, του Γραμματέα της έδρας και των προσώπων που παρίσταντο στο ακροατήριο του ανωτέρω Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής, ήταν ψευδή. Μολονότι δε οι αγωγικοί του ισχυρισμοί περί περιέλευσης του κατηγορουμένου και της ανωτέρω κυπριακής εταιρίας σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων έναντι αυτού θα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πρώτου αλλά και το επαγγελματικό κύρος και την επαγγελματική πίστη αμφοτέρων, δεν συνιστούν άδικη πράξη, εν όψει του ότι έγιναν για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του παριστάμενου προς υποστήριξή της κατηγορίας προς λήψη της αμοιβής που εδικαιούτο για την παροχή των νομικών του υπηρεσιών, ενώ δεν προέκυψε από τον τρόπο πραγματοποίησής τους σκοπός εξύβρισης των δύο ανωτέρω εναγομένων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας δεν τέλεσε σε βάρος του κατηγορουμένου και της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" την αξιόποινη πράξη της απάτης (ή της απόπειρας απάτης) ενώπιον δικαστηρίου αλλ' ούτε και την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ή έστω της απλής δυσφήμησης ή της εξύβρισης όπως ψευδώς τον καταμήνυσε ο κατηγορούμενος με την ένδικη από 02.11.2018 έγκληση του. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, και η εν λόγω έγκληση απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 2172/30.07.2021 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.

Εξ άλλου, ο κατηγορούμενος υπέβαλε την ως άνω έγκληση σε βάρος του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας τελώντας σε πλήρη γνώση της αναλήθειάς της. Από το σύνολο των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε σε βάρος του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης που του αποδίδεται.- Συγχρόνως, αποδείχθηκε ότι τέλεσε σε βάρος του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας και την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που του αποδίδεται, δεδομένου ότι τα ψευδή γεγονότα, τα οποία ισχυρίσθηκε, εν γνώσει του ψεύδους τους, σε βάρος του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας με την ανωτέρω από 02.11.2018 έγκληση που υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την ίδια ημέρα (02.11.2018) ότι δηλαδή ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας τέλεσε δήθεν σε βάρος του ίδιου (του κατηγορουμένου) και της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας (τουλάχιστον) απάτης ενώπιον δικαστηρίου και της συκοφαντικής δυσφήμησης, μπορούσαν ασφαλώς, να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη, καθώς και το επαγγελματικό κύρος του τελευταίου εν όψει και του γεγονότος ότι ο αυτός τυγχάνει ευυπόληπτος δικηγόρος Αθηνών με μακρά σταδιοδρομία και πολυετή παρουσία, μεταξύ άλλων, και στα ποινικά ακροατήρια του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα δε πρόσωπα ενώπιον των οποίων προέβη ο κατηγορούμενος στη διατύπωση των ανωτέρω ψευδών ισχυρισμών, ήτοι ο ως άνω Εισαγγελέας και ο Γραμματέας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ενώπιον του οποίου κατατέθηκε η ανωτέρω έγκληση ανήκουν στον χώρο στον οποίο δραστηριοποιείται και αυτός (παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας). Σημειωτέον, μάλιστα, ότι το γεγονός της υποβολής της υπ' όψη ψευδούς μήνυσης και το ουσιώδες περιεχόμενο της περιήλθε σε γνώση δικηγορικών κύκλων της Αθήνας, δεδομένου ότι πέραν της εν λόγω μήνυσης υποβλήθηκε και ταυτόσημου περιεχομένου πειθαρχική αναφορά στον Δ.Σ.Α. (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα δικηγόρου Σ. Τ. του Η. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), με αποτέλεσμα ορισμένοι από τους συναδέλφους του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας, που τον γνώριζαν προσωπικά, να του τηλεφωνήσουν για να του εκφράσουν την έκπληξη αλλά και την ανησυχία τους γι' αυτή την εξέλιξη. Πρέπει, επομένως, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αμφοτέρων των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό''.

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ, για την οποία του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο διατακτικό:

''ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 α' του Π.Κ, ως πρωτοδίκως, του ότι: Στην Αθήνα, στις 02.11.2018, με περισσότερες πράξεις του, τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον νόμο και ειδικότερα: 1. Στον ως άνω τόπο και κατά τον ως άνω χρόνο εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Συγκεκριμένα, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από 02.11.2018 και υπό στοιχεία ΑΒΜ: Δ2018/2001 έγκληση σε βάρος του νυν εγκαλούντος Δ. Χ. του Μ., στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...ο μηνυόμενος έχοντας κατασκευάσει ένα αγωγικό σενάριο περί δήθεν ενεργούς ανάμιξης του στο χειρισμό της υπόθεσης της δεύτερης από εμάς στο CAS για τη διαφορά μας με τις εταιρίες Media Partners & Silva Limited", "MP & Silva Sari" και "ΜΡ & Silva PTE LTD " ώστε να δικαιολογήσει, όχι φυσικά την σύνταξη δικογράφων και εξωδίκων, την συλλογή αποδεικτικών στοιχείων αλλά και την παράσταση του στη συζήτηση των αιτήσεων και αγωγών ενώπιον του CAS, στην οποία καμία ανάμειξη δεν είχε, αφού όλα διεκπεραιώθηκαν από άλλα Ελληνικά και Ελβετικά δικηγορικά γραφεία και επομένως ο ίδιος γνώριζε ότι ουδεμία αξίωση θα μπορούσε να υποστηρίξει καν ότι έχει αφού όλα αποδεικνύονται από τα Δικόγραφα, και εκεί ουδεμία παρουσία είχε, προτίμησε ένα διαφορετικό σενάριο της δήθεν "συμβουλευτικής ανάμειξής του" με ραντεβού, τηλεφωνήματα και μελέτη του φακέλου...Για να αποδείξει δε ότι αυτή η συμβουλευτική ανάμειξη του είναι πραγματική και ρεαλιστική και να πείσει το Δικαστήριο που εκδίκασε την αγωγή του προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις ένδικες προτάσεις του, επιλεκτικά, ηλεκτρονική αλληλογραφία της δεύτερης από εμάς εταιρίας προς εκείνον του έτους 2010 ... για περίοδο δηλαδή που δεν διατηρεί καμία αξίωση, και τα ενσωματώνει για να παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς τις αξιώσεις του... Προσκόμισε, όμως, και επικαλέστηκε τέτοια ηλεκτρονική αλληλογραφία της δεύτερης από εμάς εταιρίας προς εκείνον ακόμα και του έτους 2011 και 2012... την οποία είτε του είχαμε στείλει στο πλαίσιο των καθομολογούμενα καλών σχέσεων που είχαμε τότε μαζί του είτε του την είχαμε στείλει προς γνώση του ώστε να είναι ενήμερος και εκείνος των δικαστικών ενεργειών μας. Ουδέποτε ζητήθηκε η άποψη του και ουδέποτε μας την παρείχε και μάλιστα επαγγελματικά - και αυτό όμως το αποκρύπτει... Μάλιστα, στη σελίδα 30 των προτάσεων του την αλληλογραφία αυτή την καταγράφει ως "σειρά ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των δυο πλευρών". Είναι χαρακτηριστικό ότι η τελευταία φορά που ο μηνυόμενος παρείχε νομικές συμβουλές στο πλαίσιο της παραπάνω υπόθεσης με τις εταιρίες Media Partners & Silva Limited", "MP & Silva Sarl" και "ΜΡ & Silva PTE LTD " ... ήταν τον 10/2010 στη Ρώμη όπου και πληρώθηκε ολοσχερώς και τίποτα δεν διεκδικεί. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να επικαλείται και ένα e mail που η εταιρία του είχε στείλει τον 10/2011 και με τον οποίο τον ενημερώναμε ότι ο πρώτος από εμάς θα τον καλούσα στο τηλέφωνο το ίδιο βράδυ: Η πρόθεση του είναι και πάλι προφανής: να πείσει το Δικαστήριο ότι είχε την "σειρά τηλεφωνικών επικοινωνιών" που χρεώνει 8.400 ευρώ... και όλα αυτά επειδή του είπα ότι θα τον καλούσα κείνο το βράδυ στο τηλέφωνο. Προσπάθησε, δηλαδή, με αυτόν τον τρόπο να πείσει το Δικαστήριο ότι αφού μου έστειλε αυτά η εταιρεία "P.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" άρα εύλογα θα υποθέσει ο Δικαστής ότι εγώ τα μελέτησα και τη συμβούλευα. Τέλος προσκομίζει και επικαλείται αυτοτελώς σχέδιο υπομνήματος της β' αντιδίκου εταιρείας προς το CAS δηλ. το Διεθνές Δικαστήριο για τις αθλητικές διαφορές στη Λωζάνη της Ελβετίας το οποίο μου είχαν αποστείλει οι αντίδικοι προς μελέτη και υποβοήθηση τους στο χειρισμό της υπόθεσης της β' αντιδίκου εταιρίας με αριθμό 2011/0/2320 ενώπιον του CAS... Η ανάμειξη του μηνυόμενου όμως σε σχέση με αυτό τον Υπόμνημα που του εστάλη, όπως του είχαν σταλεί και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα, ήταν ανύπαρκτη, ο δε μηνυόμενος ψεύδεται για άλλη μια φορά αφού ουδέποτε του εστάλη για μελέτη και υποβοήθηση, ουδέποτε το μελέτησε και ουδέποτε συνέδραμε με οποιονδήποτε τρόπο , στη σύνταξη, επεξεργασία και ολοκλήρωση του πριν ή μετά από την αποστολή του προκειμένου να κατατεθεί. Επιπλέον επικαλείται και αυτό το σχέδιο για να πείσει το Δικαστήριο ότι πράγματι δικαιούται και τα ποσά για τα ραντεβού (3.200 ευρώ) και για τη μελέτη του φακέλου (5.000 ευρώ) και συνολικά 8.200 ευρώ, πλέον βεβαίως των 8.400 ευρώ για τα τηλεφωνήματα. Ως προς την ύπαρξη ανεξόφλητης οφειλής του πρώτου από εμάς προς εκείνον για την υπόθεση με τη Χ. Π. αλλά και την ύπαρξη οφειλής του πρώτου από εμάς εις ολόκληρο μετά της δεύτερης από εμάς εταιρείας για τη δήθεν παροχή υπηρεσιών σε κείνη για το CAS, προσκομίζει, ως μοναδικό στοιχείο που έχει στη διάθεση του και που δήθεν αποδεικνύει την οφειλή εκείνη, το από 10/11/2014 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έστειλα ο πρώτος από εμάς σε κείνον... Το παραπάνω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ο μηνυόμενος δεν το επικαλείται απλώς αλλά στηρίζει όλη του την επιχειρηματολογία του περί της οφειλής μας σε αυτόν συνολικά 44.403.48 ευρώ... Μάλιστα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αναφέρθηκε μετ' επιτάσεως στο έγγραφο αυτό και επεσήμανε ενώπιον του δικάζοντος δικαστή - με συκοφαντική, μάλιστα, διάθεση και πρόθεση - ότι αυτό αποτελεί την απόδειξη και την ομολογία μας ότι είμαστε υπερήμεροι και ότι του οφείλουμε όλο το παραπάνω ποσό. Ο παραπάνω ισχυρισμός, όμως, αυτός του μηνυόμενου περί δήθεν αναγνώρισης οφειλής του αγωγικού κονδυλίου, ο οποίος υποστηρίχτηκε από εκείνον με την επίκληση του παραπάνω εγγράφου, είναι ψευδής, απατηλός και δυσφημιστικός αφού ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά ότι κατά το χρόνο που του έστειλε το παραπάνω email, το έτος 2014, δηλαδή δύο (2) και πλέον έτη πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οφειλή του πρώτου από εμάς σε εκείνον (διότι η δεύτερη από εμάς δεν είχε καμία οφειλή) ανερχόταν μόλις σε 600 ευρώ στο σύνολο των 17.000 ευρώ που είχε ήδη καταβληθεί στο αντίδικο για τις παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες στην υπόθεση Χ. Π. από το 2011 μέχρι το 2013. Και, μάλιστα, ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά ότι μετά από λίγες μέρες εξοφλήθηκε και για το παραπάνω ποσό των 600 ευρώ ώστε ουδέποτε μέχρι την άσκηση της αγωγής (δύο και πλέον έτη μετά) να ισχυρισθεί ενώπιον μου ή ενώπιον τρίτων ότι του οφείλω ένα ευρώ! Αλλά και μετά την άσκηση της αγωγής και την αναβολή της κατά την ορισθείσα δικάσιμο το έτος 2017, ο μηνυόμενος απέφυγε να ισχυρισθεί ξανά ότι του οφείλουμε χρήματα... Επειδή, παρότι ο μηνυόμενος γνώριζε την αλήθεια, δηλαδή ότι έχει πλήρως εξοφληθεί από εμάς και ότι ουδέν προσέφερε στην υπόθεση ενώπιον του CAS, δεν δίστασε, προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο ώστε να κάνει δεκτή την αγωγή του, τόσο ως προς το καταψηφιστικό της μέρος όσο και ως προς το αίτημα να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να ισχυριστεί ψευδώς και δυσφημιστικά σε βάρος μας ότι ουδέν έχει λάβει από το έτος 2011 και μέχρι σήμερα και ότι μάλιστα αυτό επιβεβαιώνεται από τα παραπάνω email και έγγραφα...". Όμως το περιεχόμενο της πιο πάνω έγκλησής του ήταν ψευδές και ο κατηγορούμενος, καίτοι τελούσε σε γνώση του ψεύδους του, υπέβαλε αυτήν με σκοπό να προκαλέσει την κίνηση ποινικής δίωξης σε βάρος του εγκαλούντος Δ. Χ. του Μ. για τα αδικήματα της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο και της δυσφήμησης. 2. Ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, το γεγονός δε αυτό είναι ψευδές και αυτός γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από την από 02.11.2018 και υπό στοιχεία ΑΒΜ: Δ2018/2001 έγκληση σε βάρος του εγκαλούντος Δ. Χ. του Μ., του περιεχομένου της οποίας (έγκλησης) έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών και οι γραμματείς της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα ανωτέρω, υπό τον αριθμό 1, αναφερόμενα, τα οποία είναι ψευδή και αυτός γνώριζε ότι είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ως άνω εγκαλούντος. Όμως παρ' όλα αυτά τα ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων, με αποτέλεσμα, μάλιστα, λόγω του ότι ο παθών τυγχάνει δικηγόρος με πολυετή δραστηριότητα στα δικαστήρια της Αθήνας, το γεγονός της υποβολής της υπ' όψη ψευδούς μήνυσης και το ουσιώδες περιεχόμενο της να περιέλθει σε γνώση δικηγορικών κύκλων της Αθήνας, αφού υποβλήθηκε και ταυτόσημου περιεχομένου πειθαρχική αναφορά στον Δ.Σ.Α., ώστε ορισμένοι από τους συναδέλφους του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας δικηγόρου, που τον γνώριζαν προσωπικά, να του τηλεφωνήσουν για να του εκφράσουν την έκπληξη αλλά και την ανησυχία τους γι' αυτή την εξέλιξη''. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, απορρέουσα σχετική πλημμέλεια, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα. Με τις προαναφερθείσες όμως παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση αποδεικτικών μέσων αλλά και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης. Συγκεκριμένα, εκτίθενται με σαφήνεια παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί ακριβώς προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Ειδικότερα α) εκτίθεται ο τρόπος, με τον οποίο τελέστηκε η ως άνω αξιόποινη πράξη, ήτοι με την υποβολή από τον ήδη αναιρεσείοντα της με στοιχεία: ΑΒΜ: Δ2018/2001 έγκλησης, με την οποία καταμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα και υποστηρίζοντα την κατηγορία Δημήτριο Χ., Δικηγόρο Αθηνών, για το ότι ο τελευταίος είχε τελέσει σε βάρος του τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο και της συκοφαντικής δυσφήμησης, με αφορμή την άσκηση από αυτόν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία αμοιβών) της από 23-12-2016 αγωγής (ΓΑΚ..., ΕΑΚ ...-2016) κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και της εδρεύουσας στην Λευκωσία Κύπρου εταιρίας με την επωνυμία '' D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited'', συμφερόντων του τελευταίου, ο οποίος ήταν και νόμιμος εκπρόσωπός της, με αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον υποστηρίζοντα την κατηγορία, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 44.403,48 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους, ως αμοιβή για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς αυτούς, β)ότι όλα όσα διέλαβε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στην ως άνω έγκλησή του εις βάρος του Δ. Χ., ήταν ψευδή αφού οι αγωγικοί ισχυρισμοί του τελευταίου ήταν αληθείς και αυτός δεν επεδίωξε να βλάψει την περιουσία του αναιρεσείοντος και της εταιρίας που εκπροσωπούσε με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών στο Δικαστή που δίκασε την αγωγή αυτή και να πείσει αυτόν να επιδικάσει χρηματικό ποσό που δεν όφειλαν οι εναγόμενοι και γ) ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι ήταν ψευδή, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών και σκοπός του ήταν να προκαλέσει την ποινική δίωξη του υποστηρίζοντος την κατηγορία Δ. Χ. για τις προαναφερθείσες πράξεις. Επίσης αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για τις τεταμένες σχέσεις μεταξύ του τελευταίου και του Δ. Χ. , εξαιτίας της διαφωνίας τους σχετικά με την οφειλή ή μη χρηματικού ποσού για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών του Δ. Χ. προς τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος αναιρετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, οι άλλες εμπεριεχόμενες στο λόγο αυτό σχετικές αιτιάσεις, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση των σχετικών λόγων και αιτιάσεων, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

4.Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, με την οποία ορίζεται ότι "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, είναι δε επιεικέστερος ο νόμος που - στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα - οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται όχι μόνο αυτός που προσδιορίζει το είδος και το ύψος της ποινής, αλλά και κάθε διάταξη, που μπορεί να επηρεάσει την τύχη του κατηγορουμένου. Προδήλως, είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος του χρόνου τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 εδ. α` και 363 εδ. α` του ΠΚ, όπως ίσχυαν πριν τον ν. 5090/2024, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Όπως δε γινόταν δεκτό από τη νομολογία, ο ισχυρισμός για το δυσφημιστικό γεγονός μπορούσε να γίνει και με κατάθεση δικογράφου ή με επίδοση εξωδίκου μέσω δικαστικού επιμελητή, οπότε γνώση των ισχυρισμών, που περιέχονταν σ` αυτό, λάμβαναν οι δικαστές, ο εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της γραμματείας, ο δικαστικός επιμελητής και γενικά όλα τα πρόσωπα, τα οποία, από καθήκον, λάμβαναν γνώση του περιεχομένου του. Δηλαδή, στην έννοια του τρίτου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβανόταν οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κ.λ.π., που έλαβαν γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αρκεί το γεγονός να ήταν επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδιδόταν (Ολ. ΑΠ 3/2021, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 1489/2022). Ήδη, δυνάμει των άρθρων 54 και 138 παρ. 1 του ν. 5090/2024, από 1-5-2024 το άρθρο 363 του ΠΚ τροποποιήθηκε ως ακολούθως: "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης". Με τη νέα αυτή διάταξη, πέραν της κατάργησης της απλής δυσφήμησης, ορίζεται για τη συκοφαντική δυσφήμηση ότι, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρισης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι, που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης (ΑΠ 752/2024).

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Εξάλλου , από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. β` και δ` του ΚΠΔ και 6 παρ. 1 παρ. 1α και 3α`- β` της ΕΣΔΑ προκύπτει, ότι η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που επιλαμβάνεται εφέσεως του κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πρόσθετων πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να θεμελιώσει το βάσιμο κατά νόμο της κατηγορίας για την αξιόποινη πράξη, για την οποία κηρύσσει και αυτό ένοχο τον κατηγορούμενο, παρά το ότι τα περιστατικά αυτά δεν περιέχονται στην κατηγορία για την οποία ασκήθηκε εναντίον του η ποινική δίωξη και για την οποία απολογήθηκε και καταδικάστηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος, παραβιάζει τα από τις ως άνω διατάξεις υπερασπιστικά δικαιώματα αυτού και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 789/2023 , ΑΠ 28/2012). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α` του ΚΠΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` του ΚΠΔ, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και, ειδικότερα, είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, κυρίως με την αναγνώριση βαρύτερης ενοχής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή την καταδίκη για πράξη, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη ούτε έλαβε χώρα καταδίκη στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών της προσβαλλόμενης με το ένδικο μέσο απόφασης και της εκδιδόμενης από το δικαστήριο του ένδικου μέσου (ΑΠ 622/2023, ΑΠ 1288/2022, ΑΠ 1025/2022). Με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους, οι οποίοι είναι συναφείς και συνεξετάζονται, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για 1) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ) και ειδικά εκείνη του άρθρου 363 Π.Κ., 2) απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ), καθόσον το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για πράξη για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και 3) υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ), καθόσον το Δικαστήριο, δικάζοντας ως εφετείο, κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος σε σχέση με την πρωτόδικη καταδίκη του.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών , που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, εκτός της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης και για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 363 ΠΚ), με την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό :'' Ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, το γεγονός δε αυτό είναι ψευδές και αυτός γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από την από 02.11.2018 και υπό στοιχεία ΑΒΜ: Δ2018/2001 έγκληση σε βάρος του εγκαλούντος Δ. Χ. του Μ., του περιεχομένου της οποίας (έγκλησης) έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών και οι γραμματείς της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα ανωτέρω, υπό τον αριθμό 1, αναφερόμενα, τα οποία είναι ψευδή και αυτός γνώριζε ότι είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ως άνω εγκαλούντος. Όμως παρ' όλα αυτά τα ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων, με αποτέλεσμα, μάλιστα, λόγω του ότι ο παθών τυγχάνει δικηγόρος με πολυετή δραστηριότητα στα δικαστήρια της Αθήνας, το γεγονός της υποβολής της υπ' όψη ψευδούς μήνυσης και το ουσιώδες περιεχόμενο της να περιέλθει σε γνώση δικηγορικών κύκλων της Αθήνας, αφού υποβλήθηκε και ταυτόσημου περιεχομένου πειθαρχική αναφορά στον Δ.Σ.Α., ώστε ορισμένοι από τους συναδέλφους του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας δικηγόρου, που τον γνώριζαν προσωπικά, να του τηλεφωνήσουν για να του εκφράσουν την έκπληξη αλλά και την ανησυχία τους γι' αυτή την εξέλιξη''. Με βάση τις παραδοχές του σκεπτικού, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενος απόφασης, τα οποία, ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 363 Π.Κ. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, από την 1-5-2024, η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, κατέστη ανέγκλητη, όσον αφορά την τέλεσή της με ισχυρισμό ή διάδοση των φερομένων ως συκοφαντικών γεγονότων ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και των γραμματέων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, που αυτοί έλαβαν γνώση μόνο εξ αφορμής των καθηκόντων τους, στα πλαίσια χειρισμού της ποινικής υπόθεσης μεταξύ του αναιρεσείοντος και του υποστηρίζοντος την κατηγορία Δ. Χ., Δικηγόρου Αθηνών, ενώ το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά ανήκουν στον χώρο, στον οποίο δραστηριοποιείται επαγγελματικά ο υποστηρίζων την κατηγορία, δεν ασκεί επιρροή, καθόσον η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ, δεν κάνει κάποια διάκριση και δεν προβλέπει υπαγωγή των προσώπων αυτών στην έννοια του τρίτου στην περίπτωση που ο θιγόμενος δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον ίδιο χώρο (βλ. και Εισηγητική Έκθεση του Ν. 5090/2024).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών στις 7-6-2019 άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εκτός από ψευδή καταμήνυση, και για συκοφαντική δυσφήμηση και με κλητήριο θέσπισμα παρέπεμψε αυτόν, για να δικαστεί για την πράξη αυτή, που φέρεται τελεσθείσα ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και των γραμματέων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, με απευθείας κλήση ενώπιον του ακροατηρίου του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο, με την υπ' αριθμ. ΓΤ786/2023 απόφαση, κήρυξε τον αναιρεσείοντα, σε πρώτο βαθμό, ένοχο της ως άνω αξιόποινης πράξης, υπό τις ως άνω περιστάσεις, το δευτεροβάθμιο όμως Δικαστήριο ανεπίτρεπτα δέχθηκε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πρόσθετα πραγματικά περιστατικά (συμπερίληψη και άλλων προσώπων έναντι των οποίων έλαβαν χώρα οι ψευδείς ισχυρισμοί ή διαδόσεις) προκειμένου να θεμελιώσει το βάσιμο κατά το νόμο της κατηγορίας για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, παρότι τα περιστατικά αυτά δεν διαλαμβάνονται στην κατηγορία, για την οποία ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη και για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως. Συγκεκριμένα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι: "Συγχρόνως, αποδείχθηκε ότι τέλεσε σε βάρος του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας και την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που του αποδίδεται, δεδομένου ότι τα ψευδή γεγονότα, τα οποία ισχυρίσθηκε, εν γνώσει του ψεύδους τους, σε βάρος του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας με την ανωτέρω από 02.11.2018 έγκληση που υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την ίδια ημέρα (02.11.2018) ότι δηλαδή ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας τέλεσε δήθεν σε βάρος του ίδιου (του κατηγορουμένου) και της εταιρίας με την επωνυμία "D.N.K. Sports Marketing & Promotions Limited" τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας (τουλάχιστον) απάτης ενώπιον δικαστηρίου και της συκοφαντικής δυσφήμησης, μπορούσαν ασφαλώς, να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη, καθώς και το επαγγελματικό κύρος του τελευταίου εν όψει και του γεγονότος ότι ο αυτός τυγχάνει ευυπόληπτος δικηγόρος Αθηνών με μακρά σταδιοδρομία και πολυετή παρουσία, μεταξύ άλλων, και στα ποινικά ακροατήρια του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα δε πρόσωπα ενώπιον των οποίων προέβη ο κατηγορούμενος στη διατύπωση των ανωτέρω ψευδών ισχυρισμών, ήτοι ο ως άνω Εισαγγελέας και ο Γραμματέας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ενώπιον του οποίου κατατέθηκε η ανωτέρω έγκληση ανήκουν στον χώρο στον οποίο δραστηριοποιείται και αυτός (παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας). Σημειωτέον, μάλιστα, ότι το γεγονός της υποβολής της υπ' όψη ψευδούς μήνυσης και το ουσιώδες περιεχόμενο της περιήλθε σε γνώση δικηγορικών κύκλων της Αθήνας, δεδομένου ότι πέραν της εν λόγω μήνυσης υποβλήθηκε και ταυτόσημου περιεχομένου πειθαρχική αναφορά στον Δ.Σ.Α. (βλ την κατάθεση του μάρτυρα δικηγόρου Σ. Τ. του Η. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), με αποτέλεσμα ορισμένοι από τους συναδέλφους του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας, που τον γνώριζαν προσωπικά, να του τηλεφωνήσουν για να του εκφράσουν την έκπληξη αλλά και την ανησυχία τους γι' αυτή την εξέλιξη.". Εξάλλου, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι α) ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για συκοφαντική δυσφήμηση άπαξ και όχι κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα (βλ. σχετική σημείωση επί της δικογραφίας) και β) στην από 31-1-2029 έγκληση που υπέβαλε ο Δ. Χ. ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κατά του αναιρεσείοντος και με βάση την οποία σχηματίσθηκε η παρούσα δικογραφία, ο εγκαλών ρητώς επιφυλάσσεται παντός νομίμου δικαιώματος του σχετικά με το περιεχόμενο της με ημερομηνία 2-11-2018 αναφοράς που ο αναιρεσείων υπέβαλε ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ (βλ. σελίδα 26 της ως άνω εγκλήσεως).
Ενόψει των όσων εκτέθηκαν, το Δικαστήριο της ουσίας 1) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 363 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 54 Ν. 5090/2024 και ισχύει από 1-5-2024 και, συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, 2) η ως άνω παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του και η ως άνω διαφοροποίηση της κατηγορίας, καθιστά χειρότερη τη δικονομική του θέση, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρο 470 ΚΠΔ, και συνιστά υπέρβαση εξουσίας, καθιδρύοντας έτσι τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ. αναιρετικό λόγο και 3) στην κρινόμενη περίπτωση παραβιάστηκαν τα από τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' του ΚΠΔ και 6 παρ. 1 εδ. α', 3 εδ. α'- β' της ΕΣΔΑ, υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία που συνέβη στο ακροατήριο, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος της, με το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής σε αυτόν ποινής για το αδίκημα αυτό και συνολικής ποινής, να απαλειφθεί από το σκεπτικό (σελ. 108) και το διατακτικό (σελ. 112) αυτής η ακόλουθη αναφορά "Σημειωτέον, μάλιστα, ότι το γεγονός της υποβολής της υπ' όψη ψευδούς μήνυσης και το ουσιώδες περιεχόμενο της περιήλθε σε γνώση δικηγορικών κύκλων της Αθήνας, δεδομένου ότι πέραν της εν λόγω μήνυσης υποβλήθηκε και ταυτόσημου περιεχομένου πειθαρχική αναφορά στον Δ.Σ.Α. (βλ την κατάθεση του μάρτυρα δικηγόρου Σ. Τ. του Η. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), με αποτέλεσμα ορισμένοι από τους συναδέλφους του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας, που τον γνώριζαν προσωπικά, να του τηλεφωνήσουν για να του εκφράσουν την έκπληξη αλλά και την ανησυχία τους γι' αυτή την εξέλιξη.", και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων για την πράξη αυτή, για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως.

Περαιτέρω, να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η διάταξη περί επιβολής ποινής φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και από την επιβληθείσα συνολική ποινή φυλάκισης των δεκατριών (13) μηνών η ποινή φυλάκισης των τριών (3) μηνών και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4941/2024 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατά το μέρος της, με το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων Δ. Κ. του Ν. της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής σε αυτόν ποινής για το αδίκημα αυτό και συνολικής ποινής.

-Απαλείφει από το σκεπτικό (σελ. 108) και το διατακτικό (σελ. 112) αυτής την ακόλουθη αναφορά "Σημειωτέον, μάλιστα, ότι το γεγονός της υποβολής της υπ' όψη ψευδούς μήνυσης και το ουσιώδες περιεχόμενο της περιήλθε σε γνώση δικηγορικών κύκλων της Αθήνας, δεδομένου ότι πέραν της εν λόγω μήνυσης υποβλήθηκε και ταυτόσημου περιεχομένου πειθαρχική αναφορά στον Δ.Σ.Α. (βλ την κατάθεση του μάρτυρα δικηγόρου Σ. Τ. του Η. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), με αποτέλεσμα ορισμένοι από τους συναδέλφους του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας, που τον γνώριζαν προσωπικά, να του τηλεφωνήσουν για να του εκφράσουν την έκπληξη αλλά και την ανησυχία τους γι' αυτή την εξέλιξη."

-Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως ήτοι του ότι: ''Ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, το γεγονός δε αυτό είναι ψευδές και αυτός γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από την από 02.11.2018 και υπό στοιχεία ΑΒΜ: Δ2018/2001 έγκληση σε βάρος του εγκαλούντος Δ. Χ. του Μ., του περιεχομένου της οποίας (έγκλησης) έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών και οι γραμματείς της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα ανωτέρω, υπό τον αριθμό 1, αναφερόμενα, τα οποία είναι ψευδή και αυτός γνώριζε ότι είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ως άνω εγκαλούντος, όμως παρ' όλα αυτά τα ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων''.

-Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τη διάταξη περί επιβολής ποινής φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και από τη διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, την ποινή φυλάκισης των τριών (3) μηνών.

-Απορρίπτει κατά τα λοιπά την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή