ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1165/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1165/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1165/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1165 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1165/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Ελένη Θεοδωρακοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Δεγαΐτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 49/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 1552/24-2-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή ως βάσιμων των κατ' άρθρο 510 παρ. 1 Δ'- Ε' ΚΠΔ σχετικών αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη με αριθμό 73/2025 από 21-2-2025 αίτηση του Σ. Λ. του Ι., για αναίρεση της με αριθμό 49/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση με παραπλάνηση της φορολογικής Αρχής, με αποτέλεσμα την επιστροφή ΦΠΑ που υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ ανά διαχειριστικό έτος, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α' και ε' Π.Κ. και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24-2-2025, συνταχθείσας της υπ' αριθ. 73/2025 έκθεσης και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ.2 και 3 Κ.Π.Δ., δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 5-2-2025 στο, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α` του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, από πρόσωπο που έχει το σχετικό έννομο συμφέρον, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 462, 464, 473 παρ.2, 3, 474 , 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ.α` του Κ.Ποιν.Δ.), και περιλαμβάνει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β', Δ', Ε` και Θ' του ΚΠΔ (έλλειψη ακροάσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του λόγου της.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 περ. β` του ν. 2523/1997, αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατουμένων και επιρριπτομένων φόρων, τελών ή εισφορών, διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές, ή συμψήφισε ή εξαπατώντας την φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή φόρου προστιθέμενης αξίας και τιμωρείται με α) ..β) ...... και γ) "με κάθειρξη" εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ. ( Οι λέξεις "με κάθειρξη" της περ.γ' τέθηκαν αντί των λέξεων "με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) έτη" με την παρ.2ε άρθρου 2 Ν.3943/2011, ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 ). Περαιτέρω στο άρθρο 20 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "1. Στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: α) Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών..... β) Στις εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ή διαχειριστές αυτών και στις περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε εταίρος. γ) Στους συνεταιρισμούς, οι πρόεδροι ή οι γραμματείς ή οι ταμίες ή οι διαχειριστές αυτών. 2. Στις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες, ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται οι εκπρόσωποί τους και αν ελλείπουν αυτοί, τα μέλη τους...... 3. ... 4. Επίσης, αυτουργοί θεωρούντοι και: α) όσοι δυνάμει νόμου ή δικαστικής απόφασης ή διάταξης τελευταίας βούλησης είναι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας και β) ο επίτροπος ή κηδεμόνας ή διοικητής αλλοτρίων κατά τις διατάξεις του Α.Κ..5.... 6. Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητά τους και εν όψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι των αδικημάτων του παρόντος". Ακολούθως, με το άρθρο 71 παρ. 1 του ν. 4174/2013 καταργήθηκαν τα άρθρα 17, 18, 19, 20 και 21 του ν. 2523/1997, στη συνέχεια δε στο ν. 4174/2013 προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο με τον τίτλο "Εγκλήματα φοροδιαφυγής - ποινικές κυρώσεις" όπου στο άρθρο 66 παρ. 1 περ. β`, 3 περ. β` υποπερ. αα` και 4 ορίζεται ότι "1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος.. β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς... 3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών.. β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας...4) Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου, υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας....", ενώ στο άρθρο 67 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "1. Στα νομικά πρόσωπα, ως αυτουργοί των εγκλημάτων του παρόντος νόμου θεωρούνται, εφόσον με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη συντέλεσαν στην τέλεσή τους: α) Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες.... β) Στις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες .......... γ) Στις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες .............. δ) Στους συνεταιρισμούς και ενώσεις αυτών ........ ε) Στις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες.... στ) Στις αλλοδαπές επιχειρήσεις ........ ζ) Στα νομικά πρόσωπα εκτός των ανωτέρω αναφερομένων ή στις νομικές οντότητες κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 51Α του ν. 2238/1994 ή της περίπτωσης δ' του άρθρου 2 του ν. 4172/2013, Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, ως αυτουργοί θεωρούνται οι εκπρόσωποι αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών. 2. Επίσης, αυτουργοί των ανωτέρω εγκλημάτων, κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, θεωρούνται και: α) όσοι δυνάμει νόμου ή δικαστικής απόφασης ή διάταξης τελευταίας βούλησης είναι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας και β) ο επίτροπος ή κηδεμόνας ή διοικητής αλλοτρίων κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. 3...... 4. Αυτουργοί ή συμμέτοχοι των ανωτέρω εγκλημάτων θεωρούνται σε κάθε περίπτωση και όσοι ασκούν εν τοις πράγμασι τις εξουσίες και αρμοδιότητες που αντιστοιχούν στις ιδιότητες και θέσεις της παραγράφου 1''. Τέλος, κατά το άρθρο 79 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 5104/2024 ''1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: α)....... β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), του Φόρου Κύκλου Εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές.... 2. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παρ. 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) Τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά Φ.Π.Α. ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. 3. Επιβάλλεται κάθειρξη, αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της παρ. 2 υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά Φ.Π.Α., ή τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς'', ενώ με το άρθρο 80 του ίδιου νόμου, που αφορά τους αυτουργούς του ανωτέρω αδικήματος, επαναλαμβάνεται η διάταξη του άρθρου 67 του Ν. 4174/2013. Από την αντιπαραβολή των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι είτε υπό το καθεστώς του τελευταίου νόμου (5104/2024), είτε αυτό των νόμων που ίσχυαν προηγουμένως, για τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης για το αδίκημα της φοροδιαφυγής, απαιτείται, κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος αυτού, τα φυσικά πρόσωπα, να είχαν μία από τις ιδιότητες που απαριθμούνται και κατά μεν τον ν. 2523/1997 να γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις με τις οποίες τελέστηκε το αδίκημα, κατά δε την ισχύουσα επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 67 του ν. 4174/2013 (ήδη 80 του ν. 5104/2024), να έχουν συντελέσει στην τέλεση του αδικήματος με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψή τους.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση, που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται αυτά. Αναφορικά με το δόλο δεν είναι κατ` αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της φοροδιαφυγής από μη απόδοση Φ.Π.Α . Ειδικότερα, η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του Φ.Π.Α., στοιχειοθετείται μόνον αν ο φορολογούμενος ενήργησε με σκοπό ("προκειμένου") να αποφύγει την πληρωμή Φ.Π.Α. ή να πληρώσει λιγότερο Φ.Π.Α. Πρόκειται για έγκλημα σκοπού και ο υπαίτιος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 του ΠΚ), δηλαδή πρέπει αυτός, με την πράξη της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης του Φ.Π.Α. στο Δημόσιο, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας ότι ενεργεί για να αποφύγει και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του οφειλόμενου Φ.Π.Α. Αν ο υπαίτιος δεν έχει τέτοιο εγκληματικό σκοπό, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση και δεν στοιχειοθετείται το ως άνω έγκλημα, η δε σχετική καταδικαστική απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που να καλύπτει όχι μόνον όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (μη απόδοση, ανακριβής απόδοση, συμψηφισμός ή απατηλή λήψη Φ.Π.Α. κλπ), αλλά και το συγκεκριμένο εγκληματικό σκοπό για αποφυγή της πληρωμής του Φ.Π.Α. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το εν λόγω αδίκημα (ΑΠ 594/2019). 3.Στην προκειμένη περίπτωση το προαναφερθέν Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε για τον αναιρεσείοντα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, τα εξής:'' Από όλα τα έγγραφα που δημόσια αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, τα πρακτικά της δίκης και την εκκαλουμένη απόφαση, τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, την με αριθ. 36/29-9-2023 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, οι οριστικές διατάξεις και οι σχετικές αιτιολογίες της οποίας αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας απόφασης, εκτιμωμένων όλων κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τα στοιχεία της υποκειμενικής και της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται και τιμωρείται από τον οικείο ποινικό νόμο. Σημειώνεται ότι με την με αριθ. 36/29-9-2023 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του κατηγορουμένου, απορρίφθηκαν με οριστική διάταξη οι προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί περί παραγραφής και αναβλήθηκε κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ η εκδίκαση της υπόθεσης προκειμένου να προσέλθει ο μάρτυρας από την οικεία Δ.Ο.Υ, προκειμένου να παρέχει διευκρινίσεις επί της μηνυτήριας αναφοράς.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη Ναύπακτο Αιτωλοακαρνανίας κατά τις φορολογικές χρήσεις των ετών 1998-1999 όντας φορολογούμενος και υπόχρεος προς καταβολή ως νόμιμος εκπρόσωπος του ΝΠ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ" με έδρα τη Σκάλα Ναυπάκτου ενεργώντας με πρόθεση παραπλάνησε τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών με αποτέλεσμα να του επιστραφεί φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), των κατωτέρω αναφερόμενων διαχειριστικών περιόδων, το οποίο υπερβαίνει ετησίως το ποσό των 100.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε αρμοδίως από εφοριακούς υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου στη Ναύπακτο και σύμφωνα με το πόρισμα της από 14-12-2007 θεωρημένης έκθεσης ελέγχου και των υπ' αριθμ. ...-2007 και ...-2007 πράξεων προσδιορισμού φόρου προστιθέμενης αξίας διαπιστώθηκε ότι υπέβαλε ψευδείς για το φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) για τα διαχειριστικά έτη 1998 και 1999, η ανακρίβεια δε αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι δεν επέδειξε κατά τον ανωτέρω έλεγχο ούτε προσκόμισε τα εκδοθέντα τιμολόγια δαπανών για τις ανωτέρω οικονομικές χρήσεις, ενώ δεν δήλωσε τα φορολογητέα έσοδα του υπάρχοντος στη Μονή ξενώνα μέχρι το φορολογικό έτος 2000. Με τον τρόπο αυτό, όπως διαπιστώθηκε, κατόπιν του ανωτέρω αρμοδίως διενεργηθέντος φορολογικού ελέγχου, δεν υπέβαλε ειλικρινείς δηλώσεις για τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας με αποτέλεσμα να του επιστραφεί χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα: α) για τη διαχειριστική περίοδο έτους 1998 ποσό εκ του ως άνω φόρου 137.535,32 ευρώ, και β) για τη διαχειριστική περίοδο έτους 1999 ποσό εκ του ως άνω φόρου 147.981,10 ευρώ. Όπως ρητά κατέθεσε ο μάρτυρας από την Δ.Ο.Υ. "η ιερά μονή, με βάση τα ποσά επιστροφής ΦΠΑ και απαλλαγής ΦΠΑ που έλαβε, κακώς τα έλαβε, και συνεπώς καταλογίστηκαν", ενώ διευκρίνησε ότι δεν πρόκειται για επανέλεγχο, αλλά για συμμόρφωση της φορολογικής αρχής με τις αποδόσεις του Διοικητικό Δικαστηρίου, στο οποίο προσέφυγε ο κατηγορούμενος. Εξάλλου και ο μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε στο ακροατήριο ότι τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή των συνεργείων για την ανέγερση του ξενώνα στη μονή. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι κατόπιν του με αριθ. ...-2001 εγγράφου του Οικονομικού Επιθεωρητή Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας πραγματοποιήθηκε έλεγχος των στοιχείων της Ιεράς Μονής που αφορούν τις επενδύσεις που έλαβε η Ιερά Μονή για την εκμετάλλευση ξενώνα στην έδρα της. Οι εκθέσεις αυτές δεν υπογράφηκαν από τον Επόπτη Ελέγχου Π. Κ. (λόγω μη τήρησης των διατάξεων του Π.Δ. 16/1989). Τις αντίστοιχες σχετικές καταλογιστικές πράξεις ο κατηγορούμενος προσέβαλε ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και εκδόθηκαν οι με αριθ. 143 και 144/2006 αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που έκριναν κατά πλειοψηφία ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις ήταν νομικά πλημμελείς (και όχι άκυρες, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου). Με από την από 14-12-2007 έκθεση ελέγχου, με βάση την οποία εκδόθηκαν οι 11 και 12 ταυτόχρονες πράξεις καταλογισμού ΦΠΑ "ο έλεγχος διενεργείται ύστερα από τις παραπάνω αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, οι οποίες απέρριψαν τις κατατεθείσες προσφυγές για τυπικούς λόγους ως προς τη μη υπογραφή της σχετικής έκθεσης από τον πρώην επόπτη ελέγχου Π. Κ.". Επομένως, απορριπτέοι τυγχάνουν οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί παραγεγραμμένου καταλογισμού από την αρμόδια φορολογική αρχή και περί απόφανσης του παρόντος ποινικού δικαστηρίου για ζητήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, στα οποία ουδόλως προσέφυγε ο κατηγορούμενος περί ακύρωσης των επιδίκων πράξεων της φορολογικής αρχής.

Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος του αποδιδόμενου σ' αυτόν ως άνω αδικήματος, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α'και ε' του ΠΚ, καθώς έζησε σύννομο βίο μέχρι την τέλεση του αδικήματος, αλλά και συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του''.

Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο της αξιόποινης πράξης της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση με παραπλάνηση της φορολογικής Αρχής, με αποτέλεσμα την επιστροφή ΦΠΑ που υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ ανά διαχειριστικό έτος, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α' και ε' Π.Κ., για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο διατακτικό:

''ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: στη Ναύπακτο Αιτωλοακαρνανίας στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος τέλεσε το αδίκημα της φοροδιαφυγής στον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Συγκεκριμένα στη Ναύπακτο Αιτωλοακαρνανίας κατά τις φορολογικές χρήσεις των ετών 1998-1999 όντας φορολογούμενος και υπόχρεος προς καταβολή ως νόμιμος εκπρόσωπος του ΝΠ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ" με έδρα τη Σκάλα Ναυπάκτου ενεργώντας με πρόθεση παραπλάνησε τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών με αποτέλεσμα να του επιστραφεί φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π Α.), των κατωτέρω αναφερόμενων διαχειριστικών περιόδων, το οποίο υπερβαίνει ετησίως το ποσό των 100.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε αρμοδίως από εφοριακούς υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου στη Ναύπακτο και σύμφωνα με το πόρισμα της από 14-12-2007 θεωρημένης έκθεσης επανελέγχου και των υπ' αριθμ ...-2007 και ...-2007 πράξεων προσδιορισμού φόρου προστιθέμενης αξίας διαπιστώθηκε ότι υπέβαλε ψευδείς για το φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) για τα διαχειριστικά έτη 1998 και 1999,ανακρίβεια δε αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι δεν επέδειξε κατά τον ανωτέρω έλεγχο ούτε προσκόμισε τα εκδοθέντα τιμολόγια δαπανών για τις ανωτέρω οικονομικές χρήσεις, ενώ δεν δήλωσε τα φορολογητέα έσοδα του υπάρχοντος στη Μονή ξενώνα μέχρι το φορολογικό έτος 2000. Με τον τρόπο αυτό. όπως διαπιστώθηκε, κατόπιν του ανωτέρω αρμοδίως διενεργηθέντος φορολογικού ελέγχου, δεν υπέβαλε ειλικρινείς δηλώσεις για τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας με αποτέλεσμα να του επιστραφεί χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα: Α] για τη διαχειριστική περίοδο έτους 1998 ποσό εκ του ως άνω φόρου 137.535,32 ευρώ, και Β] για τη διαχειριστική περίοδο έτους 1999 ποσό εκ του ως άνω φόρου 147.981,10 ευρώ''. Με τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την κρίση της ενοχής του αναιρεσείοντος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη φοροδιαφυγής, με την υποβολή ψευδών για το φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) δηλώσεων, για τα διαχειριστικά έτη 1998 και 1999. Ειδικότερα, μολονότι η ευρισκόμενη στη Ναύπακτο Αιτωλοακαρνανίας "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ", που φέρεται ως υπόχρεη για την υποβολή δηλώσεων φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), αποτελεί κατά την αναιρεσιβαλλομένη νομικό πρόσωπο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, δεν προσδιορίζονται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση η μορφή του νομικού προσώπου και περαιτέρω τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στο ως άνω νομικό πρόσωπο και το χρονικό διάστημα που την κατείχε. Αναφέρεται, μόνο, ότι ο αναιρεσείων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος του ιερού ναού, χωρίς να διευκρινίζεται από πού προκύπτει η εξουσία του να τον εκπροσωπεί και η υποχρέωση αυτού προς υποβολή δηλώσεων φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) για λογαριασμό της ως άνω Ιεράς Μονής και ειδικότερα αν αυτός ήταν πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτής και για ποιο χρονικό διάστημα. Επιπροσθέτως δεν αιτιολογείται ο απαιτούμενος για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της φοροδιαφυγής υπερχειλής δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, με αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός με την πράξη της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης του Φ.Π.Α. στο Δημόσιο, αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας ότι ενεργεί για να αποφύγει και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του οφειλόμενου Φ.Π.Α. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τρίτος αναιρετικός λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των άλλων λόγων και λοιπών αιτιάσεων της υπό κρίση αναιρέσεως, πρέπει, να αναιρεθεί η απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Αναιρεί την υπ` αριθμ. 49/2024 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

-Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο παραπάνω δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή