ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1167/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1167/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1167/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1167 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1167/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο -Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου και Διονυσία Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε ως Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 και 24 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου 1. Ελένης Σκεπαρνιά Και 2. Βασιλικής Βλάχου, αντίστοιχα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου (επ) W. (ον) P. S. A. του H., που γεννήθηκε στις ...-1967 στο Λουξεμβούργο, ήδη κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κορυδαλλού I, ο οποίος εμφανίσθηκε με τον δικηγόρο υπερασπίσεως του Σωτήριο Εξαρχάκο, ο οποίος διορίσθηκε αυτεπάγγελτα, με την υπ' αριθμ. 1017/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά την συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 2025, κατά της υπ'αριθμ. 40/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. αναφ. αρχείου 5526/18/CD από 26/3/24 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 116/14-3-2025 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Διευθύντριας του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού Κ. Γ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον αυτεπαγγέλτως διορισθέντα δικηγόρο υπερασπίσεώς του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, η οποία πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσία η από 14-3-2025 και με αριθμό 116/2025 έφεση του εκζητούμενου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, που αφορά αίτηση για έκδοση, επιτρέπεται στον ίδιο τον εκζητούμενο, αλλά και στον Εισαγγελέα Εφετών να ασκήσουν έφεση στον Άρειο Πάγο μέσα σε πέντε ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τις διατυπώσεις του άρθρου 474 του ίδιου Κώδικα. Στην κρινομένη υπόθεση ο υπήκοος Γαλλίας, εκκαλών - εκζητούμενος (επ) W. (ον) P. S. A. του H. και της C., που γεννήθηκε στο Λουξεμβούργο στις ...-1966 και κρατείται προσωρινά στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, άσκησε στις 14-3-2025 ενώπιον της Διευθύντριας του ως άνω Καταστήματος Κράτησης, την κρινομένη από 14-3-2025 (Αριθμός: 166/14-3-2025) έφεση (που σημειωτέον στην συνταχθείσα σχετική έκθεση από προφανή παραδρομή χαρακτηρίζεται ως "αναίρεση"), κατά της υπ' αριθμ. 40/13-3-2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του υπ' αριθμ. αναφ. αρχείου 5526/18/CD από 26/3/24 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από το Δικαστικό Επιμελητήριο του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, κατά του ως άνω εκκαλούντος - εκζητουμένου, προκειμένου αυτός να δικαστεί για τις πράξεις της δόλιας πτώχευσης, κατάχρησης εταιρικών περιουσιακών στοιχείων, απλής χρεοκοπίας και έλλειψης συνεργασίας, αδυναμίας έγκρισης και δημοσίευσης ισολογισμών, ξεπλύματος χρήματος, ξεπλύματος προϊόντων εγκλήματος, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 490-3, 1500-2, 1500-11, 171-1, 574, 574 παρ. 4 και 574 παρ. 6 του ΠΚ του Λουξεμβούργου, οι οποίες (πράξεις) είναι επίσης αξιόποινες και κατά την ελληνική νομοθεσία (άρθρο 375 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 197 παρ. 1, 3, 4 του Ν. 4738/2020 (ΦΕΚ Α' 207/27.10.2020) που τιτλοφορείται "Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις" και το άρθρο 39 παρ. 1 του Ν. 4557/2018 (ΦΕΚ Α' 139/30.07.2018) με τον τίτλο "Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2015/849/EE) και άλλες διατάξεις" αλλά και τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26, 27, 94 και 98 ΠΚ, ενώ με το ίδιο ένταλμα διατηρήθηκε η προσωρινή κράτηση του εν λόγω εκκαλούντος - εκζητουμένου μέχρι την παράδοσή του στις αρμόδιες αρχές του Λουξεμβούργου και παράλληλα, διατάχθηκε η διαβίβαση της σχετικής δικογραφίας στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για την περαιτέρω διενέργεια των προβλεπομένων ενεργειών. Η έφεση είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον ίδιο τον εκκαλούντα - εκζητούμενο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 451 παρ. 1, 462, 463 , 466 παρ. 1 και 474 παρ. 1, εδ. α', 2, 4 ΚΠΔ, δεδομένου ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 13-3-2024 και η έφεση ασκήθηκε στις 14-3-2025, την επομένη δηλαδή ημέρα και συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των (δύο) λόγων της.

Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι έφεσης που διατυπώνονται στη συνταχθείσα κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, έκθεση έφεσης και το ίδιο ακριβώς ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της έφεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών που αφορά την έκδοση αλλοδαπού (ΑΠ 824/2025, ΑΠ 492/2025, ΑΠ 1275/2024). Κατά το άρθρο 1 του Ν. 3251/2004 με τον τίτλο "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης", "1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. 2. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση...". Στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που περιέχει ειδικότερα: α) Ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής κλπ σύνδεσης της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, του εντάλματος συλλήψεως ή της συναφούς διατάξεως δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τελέσεως, καθώς και τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της και, περαιτέρω, ορίζεται ότι το ένταλμα μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτελέσεως του. Τα ανωτέρω ορίζονται στο πλαίσιο σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ώστε να δημιουργείται ένα κοινό και οικείο νομικό περιβάλλον και να μην υφίσταται δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου "Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών". Κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, "1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: α) Η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών... β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα", ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ενώ στο άρθρο 11 του ιδίου νόμου, ορίζονται οι περιπτώσεις, που απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 12 αυτού οι περιπτώσεις, που η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται, ότι ο Έλληνας δικαστής, ως δικαστική αρχή εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, οφείλει στη συνέχεια, να ερευνήσει αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του Ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος και σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου ή αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος του άρθρου 12 του ιδίου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στο δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Δηλαδή, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέλος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (ΑΠ 800/2022). Με την κρινομένη έφεσή του ο εκκαλών ζητά την εξαφάνιση της ως άνω εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 40/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν (έφεση) δύο λόγους και συγκεκριμένα - κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου αυτών - α) λόγω απόλυτης ακυρότητας που επήλθε εξαιτίας της κακής σύνθεσης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού όπως επί λέξει εκ μέρους του αναφέρεται: "Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από την ίδια σύνθεση που ήταν και σε προηγούμενο Δικαστικό Συμβούλιο για την ίδια υπόθεση" και β) λόγω παράβασης της διάταξης του άρθρου 454 ΚΠΔ και εσφαλμένης εκτίμησης και αξιολόγησης των αναγνωσθέντων εγγράφων και της κατάθεσης του ιδίου ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου, αναφορικά με την ύπαρξη "νέων στοιχείων", μετά την απόρριψη από αυτό το Δικαστήριο (Άρειο Πάγο) του προγενεστέρως εκδοθέντος από 3-2-2021 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης κατ' αυτού (ήδη εκκαλούντος - εκζητουμένου), καθόσον, όπως αυτολεξεί εκ μέρους του αναφέρεται: "Δεν έλαβε υπόψη (το Συμβούλιο Εφετών) τον ισχυρισμό μου ότι έχω αποδεικτικά επικοινωνίας με τις αρχές του Λουξεμβούργου μέχρι και το 2024, ενώ δέχθηκε τον ψευδή ισχυρισμό των αρχών του Λουξεμβούργου ότι η επικοινωνία περατώθηκε το 2022". Στην διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΠΔ προβλέπονται οι λόγοι αποκλεισμού των δικαστικών προσώπων από τη συμμετοχή τους στην ποινική δίκη και ειδικότερα, αναφέρονται τα εξής: "Εκτός από όσα ορίζονται στον κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και στον κώδικα αυτόν, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό...", ενώ κατά την παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως η περίπτωση στ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 4637/2019, "Από την άσκηση των παραπάνω έργων σε ποινική υπόθεση αποκλείεται επίσης... στ) ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος ειδικά στη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκτός αν δεν είναι εφικτή η συγκρότηση του δικαστηρίου από άλλα πρόσωπα" και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, "Ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου και μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι και η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας, αν πρόκειται για ποινική υπόθεση. Άλλωστε, η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες από αυτήν εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικά αμερόληπτο δικαστή (ΑΠ 354/2018, ΑΠ 1717/2018). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, καθίσταται σαφές ότι υπόνοια μεροληψίας μπορεί να προκληθεί και όταν ο δικαστής έχει επιληφθεί της εκδίκασης μιας υπόθεσης σε περισσότερα διαδικαστικά στάδια και έτσι, στη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, αποκλείεται η συμμετοχή στη σύνθεση δικαστή που είχε μετάσχει σε σύνθεση που είχε εκδώσει το παραπεμπτικό βούλευμα (εκτός αν δεν είναι εφικτή η συγκρότηση του δικαστηρίου από άλλα πρόσωπα), αλλά και στην περίπτωση προγενέστερης κρίσης του δικαστή επί του πραγματικού της ίδιας υπόθεσης, όταν δηλαδή πρόκειται για το ίδιο βιοτικό συμβάν, εφ' όσον ταυτίζονται οι προϋποθέσεις της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 889/2024). Η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων συνιστά κακή σύνθεση του δικαστηρίου κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, εκ της οποίας επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο (άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ) και δεν αφορά την μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988, περί του Κανονισμού της εσωτερικής υπηρεσίας κάθε δικαστηρίου (ήδη άρθρο 20 του Ν. 4938/2022), η οποία καλύπτεται, αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 889/2024, 1717/2018).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η ως άνω υπ' αριθμ. 40/2025 προσβαλλόμενη απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η εκτέλεση του ως άνω υπ' αριθμ. αναφ. αρχείου 5526/18/CD από 26-3-2024 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης κατά του εκκαλούντος - εκζητουμένου, εκδόθηκε ύστερα από αναβολή από την προηγούμενη δικάσιμο της 16ης Ιανουαρίου 2025, αφού με την υπ' αριθμ. 7/16-1-2025 (προηγούμενη) απόφαση του εν λόγω Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είχε αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης, προκειμένου να επισυναφθούν, επιμελεία της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, διευκρινίσεις από το κράτος έκδοσης για τον λόγο ανάκλησης/κατάργησης του προγενεστέρως εκδοθέντος από 3-2-2021 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης κατά του ιδίου εκκαλούντος - εκζητουμένου που είχε εκδοθεί βάσει του ιδίου φακέλου με αριθμ. 5526/18/CD, η εκτέλεση του οποίου είχε τελεσίδικα απορριφθεί με την υπ' αριθμ. 197/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που εξέδωσε την εν λόγω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 40/2025 απόφαση, όπως και στη σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που εξέδωσε την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 7/2025 (προηγούμενη) αναβλητική απόφαση, συμμετείχαν οι ίδιοι Δικαστές και συγκεκριμένα, ο Νικόλαος Μήλιος Πρόεδρος Εφετών, ως Πρόεδρος και οι Εφέτες Αγγελική Μακρυγεώργου και Χρυσή Γκουντουλάκη, ως μέλη του ίδιου Δικαστικού Συμβουλίου, πλην όμως ούτε από την διάταξη του άρθρου 14 ΚΠΔ, ούτε από κάποια διάταξη του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 4938/2022), προκύπτει θέμα αποκλεισμού αυτών από την συμμετοχή τους στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η (μεταγενέστερη) προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της συμμετοχής αυτών στην δίκη της (προηγούμενης) αναβλητικής απόφασης, στην οποία άλλωστε δεν υπήρξε επί της ουσίας δικαστική κρίση επί του πραγματικού της κρινόμενης υπόθεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ώστε να αποτελεί αυτή (η συμμετοχή) κακή σύνθεση του δικαστηρίου κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, εκ της οποίας επέρχεται απόλυτη ακυρότητα. Κατά συνέπεια, ο προαναφερθείς πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται, κατ' ορθή ερμηνεία του περιεχομένου του, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που εξέδωσε αυτήν, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, η έκδοση του αλλοδαπού από τις ελληνικές δικαστικές αρχές δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι η αίτηση έκδοσης του εκζητούντος κράτους απορρίφθηκε από άλλο συμβαλλόμενο κράτος, ακόμα και αν στηριζόταν στα ίδια περιστατικά, αλλά ούτε και η σχετική αίτηση για έκδοση είναι καταχρηστική. Ωστόσο, αν έχει προηγηθεί για την ίδια υπόθεση, με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, αρνητική απόφαση για την έκδοση του ίδιου εκζητούμενου από τα ελληνικά δικαστήρια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι κωλύεται η διαδικασία έκδοσης από την Ελλάδα και η έκδοση του νέου όμοιου εντάλματος σύλληψης πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά κατάχρηση δικαιώματος που απαγορεύεται. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 454 ΚΠΔ, που εφαρμόζεται αναλόγως για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην περίπτωση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, η αμετάκλητη απόρριψη της αίτησης έκδοσης δεν αποτελεί κώλυμα για υποβολή από το ίδιο κράτος νέας αίτησης για έκδοση του ίδιου εκζητουμένου προσώπου και για την ίδια πράξη, εφόσον όμως η νέα αυτή αίτηση στηρίζεται σε στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί στην κρίση του δικαστικού συμβουλίου επί της πρώτης αίτησης έκδοσης (ΑΠ 1275/2024, ΑΠ 1234/2023).

Κατά την έννοια του άρθρου 454 ΚΠΔ, "στοιχεία", αποτελούν τόσο γεγονότα, δηλαδή εξωτερικά, άμεσα ή έμμεσα αντιληπτά, συμβάντα όσο κι αποδεικτικά μέσα επιτρεπόμενα από το νόμο, με τα οποία το δικαστήριο πληροφορείται πραγματικά περιστατικά του παρελθόντος και του παρόντος, τα οποία, μπορεί είτε να προϋπήρχαν, αλλά να μην τέθηκαν στην κρίση του δικαστικού συμβουλίου, είτε να εμφανίστηκαν για πρώτη φορά μετά την απόρριψη της προηγούμενης αίτησης έκδοσης (ή της εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης). Ακόμη, πρέπει να αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στον λόγο επί του οποίου ερείδεται η προηγούμενη κρίση του δικαστικού συμβουλίου και όχι σε οποιονδήποτε άλλο άσχετο περιστατικό ή συμβάν, ακόμη κι αν αυτό αφορά στη βασιμότητα των σε βάρος του εκζητούμενου αποδιδόμενων κατηγοριών, η οποία οπωσδήποτε, δεν ερευνάται. Δεν αποτελούν όμως, άγνωστα στοιχεία εκείνα που υποβλήθηκαν ή αναζητήθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο κι αφού αξιολογήθηκαν, απορρίφθηκαν έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση ή ερμηνεία του κανόνα δικαίου ή εκείνα που αποτελούν ερμηνευτικά επιχειρήματα σχετικά με την έννοια του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε. Έτσι στοιχεία που δικαιολογούν την υποβολή νέου αιτήματος και την εκ νέου έναρξη της διαδικασίας εκτέλεσης ΕΕΣ είναι ασφαλώς όσα αναφέρονται στο άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 για το περιεχόμενο και τον τύπο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, τα οποία δεν τέθηκαν υπόψη των δικαστικών αρχών και για το λόγο αυτό αυτές αποφάνθηκαν αρνητικά (ΑΠ 392/2025).

Στην κρινόμενη υπόθεση από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας που αναγνώσθηκαν δημοσίως στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στα οποία συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των άλλων, τα υπ' αριθμ. 7/2025 πρακτικά και η ταυτάριθμη με αυτά απόφαση του προαναφερθέντος Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς επίσης και η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 40/2025 απόφαση του ιδίου Συμβουλίου, αλλά και τα υπ' αριθμ. 1017/2025 πρακτικά και η ταυτάριθμη με αυτά απόφαση αυτού του Συμβουλίου (Αρείου Πάγου), σε συνδυασμό με όσα ο ίδιος ο εκκαλών - εκζητούμενος αλλά και ο συνήγορος υπεράσπισής του εξέθεσαν, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 197/2022 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο), αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του ήδη εκκαλούντος - εκζητουμένου κατά της (προγενεστέρως εκδοθείσας) υπ' αριθμ. 144/2021 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία είχε διαταχθεί η εκτέλεση του εκδοθέντος από 3-2-2021 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εις βάρος του, που είχε εκδοθεί από το Δικαστικό Επιμελητήριο του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, επί του ιδίου φακέλου με αριθμό 5526/18/CD, προκειμένου να δικαστεί αυτός για τις αυτές ως άνω αναφερόμενες πράξεις, έγινε και κατ' ουσίαν δεκτή η ασκηθείσα έφεσή του και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 144/2021 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και αποφασίσθηκε να μην εκτελεστεί το ως άνω υπ' αριθμ. φακέλου 5526/18CD από 3-2-2021 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που αφορούσε τον ήδη εκκαλούντα - εκζητούμενο και είχε εκδοθεί από την τακτική ανακρίτρια του περιφερειακού Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου σε βάρος του ήδη εκκαλούντος - εκζητουμένου για τον λόγο ότι το εν λόγω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης είχε καταργηθεί και παράλληλα διατάχθηκε η άρση του επιβληθέντος σ' αυτόν (εκκαλούντα - εκζητούμενο) με την υπ' αριθμ. 61/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου περιοριστικού όρου της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, ενώ διατάχθηκε ακόμη και η απόλυση του από τις φυλακές αν δεν εκρατείτο για άλλη αιτία.

Περαιτέρω, από την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 40/13-3-2025 απόφαση προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάνθηκε ότι πρέπει να εκτελεσθεί το ως άνω (μεταγενεστέρως εκδοθέν) από 26-3-2024 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, που εκδόθηκε σε βάρος του εκκαλούντος - εκζητουμένου από την ίδια, ως άνω αρχή και για την ίδια ακριβώς ποινική υπόθεση. Ειδικότερα, με την τελευταία αυτή απόφαση, αφού ελήφθησαν υπόψη το υπ' αριθμ. αναφ. αρχείου 5526/18/CD από 26-3-2024 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης της Τακτικής Ανακρίτριας του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, σε συνδυασμό με το με στοιχεία 202400788PBMC5322/27-3-2024 αίτημα (φόρμα Α) του Τμήματος SIReNE Λουξεμβούργου, το οποίο διαβιβάστηκε στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας (Ελληνικό Τμήμα SIReNE) και αφορά σε αίτηση σύλληψης με σκοπό την παράδοση του εν λόγω εκζητουμένου (ον) P. S. A. (επ) W. του H. και της C., που γεννήθηκε το έτος 1966 στο Λουξεμβούργο, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο συνήγορος υπεράσπισής του ενώπιον του ως άνω Δικαστικού Συμβουλίου, τόσο προφορικά, όσο και με το υπό χρονολογία 16-1-2025 υπόμνημά του και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά την προηγούμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου (από 16-1-2025, βλ. απόφαση του Συμβουλίου με αριθμό 7/2025), έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Την 2-12-2024 συνελήφθη ο εκζητούμενος, P. S. A. W. του H. και της C., διότι, δυνάμει του με στοιχεία αιτήματος 202400788PBMC5322/27-3-2024 (φόρμα Α) του γραφείου S.I.Re.N.E. Λουξεμβούργου, που κοινοποιήθηκε στις Ελληνικές Αρχές, ζητούνταν η σύλληψη - κράτηση αυτού με σκοπό την έκδοσή του στις Αρχές του Λουξεμβούργου, σε εκτέλεση του με αριθμό φακέλου 5526/18/CD από 26-3-2024 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Τακτικής Ανακρίτριας του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, για τις πράξεις: a) της δόλιας χρεοκοπίας, άλλως κατάχρησης εταιρικών περιουσιακών στοιχείων, b) της απλής χρεοκοπίας και έλλειψης συνεργασίας, c) της αδυναμίας έγκρισης και δημοσίευσης ισολογισμών, και d) του ξεπλύματος προϊόντος (εσόδων) εγκλήματος. Ο ως άνω εκζητούμενος, προσαχθείς στις 3-12-2024 ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δεν αμφισβήτησε τα στοιχεία της ταυτότητάς του, αλλά δήλωσε ότι δεν συναινεί στην προσαγωγή του ενώπιον των Δικαστικών Αρχών του Λουξεμβούργου, συνταχθείσας της από 3-12-2024 Έκθεσης Δικαστικής Αρχής κατά τα άρθρα 15 και 17 του Ν. 3251/2004. Στη συνέχεια, βάσει της με αρ. πρωτ. ΕΚΔ 56161/ΦΕ 252/3-12-24 παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, φυλακίσθηκε στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού. Ακολούθως, συζητήθηκε μετ' αναβολή από 16-1-2025, η υπόθεση εκτέλεσης του με στοιχεία φακέλου 5526/18/CD από 26-3-2024 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Τακτικής Ανακρίτριας του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου σε βάρος του ως άνω Γάλλου υπηκόου (ον) P. S. A. (επ) W. του H. και της C., το οποίο (ΕΕΣ) διαβιβάσθηκε αρμόδια, από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, σε ακριβή και πλήρη μετάφραση από το γαλλικό κείμενο στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Ενόψει του ότι ο εκζητούμενος δήλωσε ότι δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος και συγκεκριμένα στο Λουξεμβούργο, αρμόδια δικαστική αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος ήταν κατ' άρθρο 9 παρ. 3 του Ν. 3251/2004, το ως άνω Συμβούλιο, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει και συνελήφθη ο εκκαλών - εκζητούμενος, ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι η σχετική συζήτηση λαμβάνει χώρα κατά παράβαση του άρθρου 454 ΚΠΔ, εφόσον για το ίδιο ακριβώς ΕΕΣ έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 197/2022 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), επί προηγούμενης σχετικής αίτησης των Αρχών του Λουξεμβούργου, ενώ όσον αφορά στη νέα, ήδη κρινόμενη, αίτηση, δεν υφίστανται "νέα στοιχεία", με συνέπεια να πρέπει να αποφανθεί το Συμβούλιο τούτο κατά της έκδοσής του. Από την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 197/2022 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, η έφεση του εκζητουμένου κατά της υπ' αριθμ. 144/2021 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία είχε διαταχθεί η εκτέλεση του προηγούμενου (όμοιου με το υπό κρίση) ΕΕΣ, έγινε δεκτή και αποφασίστηκε τελεσίδικα ότι δεν έπρεπε να εκτελεστεί αυτό, στηρίχθηκε στην κατάργηση, λόγω ανάκλησης, του από 3-2-2021 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Ενόψει της μεταγενέστερης, ήδη κρινόμενης αίτησης των Αρχών του Λουξεμβούργου, για την εκτέλεση του από 26-3-2024 Ε.Ε.Σ. (επί του ίδιου φακέλου, με αριθμό 5526/18/CD όπως και το από 3-2-2021) ζητήθηκαν από αυτές, με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 7/2025 (αναβλητική) απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διευκρινίσεις για το λόγο ανάκλησης/κατάργησης. Με το υπ' αριθμ. 1533/25/114859 από 17-1-2025 σχετικό έγγραφο, διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών η έγγραφη απάντηση του αρμοδίου Τμήματος του Λουξεμβούργου, με την οποία μεταφέρεται η απάντηση του αρμόδιου ανακριτικού γραφείου του κράτους έκδοσης, σύμφωνα με την οποία: "Πράγματι εκδόθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης το 2021, αλλά στη συνέχεια ανακλήθηκε, επειδή ο δικηγόρος του κ. Wasila είχε επικοινωνήσει μαζί μας, εκφράζοντας την προθυμία του να συνεργαστεί. Αποφασίσαμε να του δώσουμε αυτή την ευκαιρία. Ωστόσο, τελικά δεν συνεργάστηκε. Για το λόγο αυτό εκδόθηκε ένα νέο Ε.Ε.Σ. το Μάρτιο 2024 επί τη βάσει του ίδιου φακέλου". Από τα προαναφερθέντα προκύπτει με σαφήνεια ότι η ως άνω υπ' αριθμ. 197/2022 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου) απέρριψε την εκτέλεση του (προηγουμένως εκδοθέντος) από 3-2-2021 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, διότι αυτό δεν ήταν πλέον σε ισχύ, αφού είχε καταργηθεί λόγω ανάκλησής του και δεν υπήρχαν πλέον τα εξωτερικά στοιχεία νομιμότητας για την εκτέλεση αυτού, ήτοι η νόμιμη έκδοση και ισχύς του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 και συνεπώς συνέτρεχε ο εκ του άρθρου 11 του Ν. 3251/2004 υποχρεωτικός λόγος άρνησης εκτέλεσης αυτού, ενώ αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών έκρινε επί άλλου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (του από 26-3-2024), στο οποίο υπήρχαν πλέον τα ως άνω εξωτερικά στοιχεία νομιμότητας, ήτοι νέο και εν ισχύ Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και αποφάσισε την εκτέλεση αυτού, αφού ήλεγξε και τα στοιχεία της εσωτερικής νομιμότητας αυτού και όλες τις προϋποθέσεις του νόμου (έλλειψη λόγων υποχρεωτικής και δυνητικής άρνησης εκτέλεσης, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του Ν. 3251/2004) και συνεπώς, δεν υπήρχε δέσμευση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών από την προηγούμενη υπ' αριθμ. 197/2022 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (του Αρείου Πάγου), ενώ όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 454 ΚΠΔ, ακόμα και μετά την αμετάκλητη απόφαση κατά της έκδοσης μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση για έκδοση, εφόσον αυτή δεν είναι καταχρηστική και στηρίζεται σε στοιχεία που δεν είχαν τεθεί υπόψη του Συμβουλίου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις του εκκαλούντος - εκζητουμένου με τις οποίες υποστηρίζει ότι εσφαλμένα έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι υπήρχαν νέα στοιχεία για την εκτέλεση του δεύτερου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, διότι έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης μόνον το ανωτέρω έγγραφο των δικαστικών αρχών του Λουξεμβούργου, περί μη συνεργασίας του εκζητουμένου με αυτές μετά την ανάκληση του πρώτου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και όχι την περί του αντιθέτου κατάθεση του ιδίου, είναι αβάσιμες, καθόσον, ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα προαναφερθέντα αποδεικτικά, στα οποία περιλαμβάνεται και η κατάθεσή του, χωρίς να απαιτείται η χωριστή αναφορά και αξιολόγηση καθενός από αυτά, ενώ περαιτέρω, τα στοιχεία της μη συνεργασίας του εκζητουμένου με τις Δικαστικές Αρχές του Λουξεμβούργου μετά την κατάργηση του πρώτου Εντάλματος και της εκ του λόγου αυτού έκδοσης νέου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, προέκυψαν για πρώτη φορά μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 197/2022 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), γεγονός που δεν καθιστά καταχρηστική την ένδικη αίτηση για εκτέλεση αυτού. Επομένως, ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή ερμηνεία του περιεχομένου του, ο εκκαλών - εκζητούμενος υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε ότι πρέπει να εκτελεσθεί το ένδικο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί κατ' ουσίαν, ενώ πρέπει ακόμη να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος - εκζητουμένου τα δικαστικά έξοδα της προκειμένης ποινικής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 5095/2024 (ΦΕΚ Α' 40/15.3.2024), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν την από 14-3-2025 (Αριθμός: 166/14-3-2025) έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου (επ) W. (ον) P. S. A. του H. και της C., κατά της υπ' αριθμ. 40/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίσθηκε η εις βάρος του εκτέλεση του υπ' αριθμ. αναφ. αρχείου 5526/18/CD από 26/3/24 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε εις βάρος του από το Δικαστικό Επιμελητήριο του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, προκειμένου αυτός να δικαστεί για τις προαναφερθείσες στο σκεπτικό αυτής της απόφασης αξιόποινες κατά τον Ποινικό Κώδικα του Λουξεμβούργου πράξεις, που τυγχάνουν επίσης αξιόποινες και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, ποσού τετρακοσίων ευρώ (400,00 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή