Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1179 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1179/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο - Εισηγητή και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Σαλάτα, για αναίρεση της αποφάσεως 347/2023 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Α. χα Θ. Κ. το γένος Χ. Φ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριαλένα Παπανδρέου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26-2-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπό κρίση αίτηση του Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ... (κατατεθείσα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την 26-2-2024) για αναίρεση της με αρ. 347/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, έχει ασκηθεί νομοτύπως (άρθ. 466 παρ. 1, 474 παρ.1 και 4 του ΚΠΔ) και εμπροθέσμως (άρθ. 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ), περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ (έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών" ενώ κατά την αντίστοιχη επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 378 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, για την ως άνω πράξη, σε σχέση με την απειλούμενη ποινή, πέραν της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις ποινής φυλάκισης έως δύο έτη, από τη νεότερη απειλείται διαζευκτικά χρηματική ποινή (ΑΠ 483/2023, ΑΠ 411/2015).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 383 του ισχύοντος μέχρι την 30-6-2019 ΠΚ η ποινική δίωξη για τις πράξεις των άρθρου 381 ΠΚ ασκείτο μόνο ύστερα από έγκληση του παθόντος. Ακολούθως, με τον ισχύοντα από 1-7-2019 ΠΚ από τη διάταξη του άρθρου 381 προβλέπεται ότι απαιτείται έγκληση για την ποινική δίωξη μόνον της πράξης του άρθρου 378 παρ.1 εδάφιο β' του νΠΚ, ενώ στην περίπτωση του εδαφίου α' της παρ.1 του άρθρου 378 η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας με διάταξή του απέχει από την ποινική δίωξη αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Όσον αφορά όμως στη διαδικαστική προϋπόθεση της έγκλησης, που πρέπει να υπάρχει για να είναι παραδεκτή η άσκηση της ποινικής δίωξης ευνοϊκότερη είναι η διάταξη του προϊσχύσαντος άρθρου 381 παρ.1, η οποία και είναι εφαρμοστέα.
4. Κατά την διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του παλαιού ΠΚ και ήδη άρθρου 114 παρ.1 του νέου ΠΚ, "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της ή για έναν από τους συμμέτοχους της". Η έγκληση είναι θεσμός τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση, για τη νομότυπη γένεση της ποινικής δίκης και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η έλλειψή της. Αν η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και αυτό εξάγεται ημερολογιακά σε σχέση με την ημέρα τέλεσης της πράξης, δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου της υποβολής της έγκλησης στην αιτιολογία, αλλά αρκεί να προκύπτει το εμπρόθεσμο από τη δικογραφία. Αν, όμως, η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξης, είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ο χρόνος της γνώσης της πράξης και του δράστη από τον παθόντα. Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσης, η οποία, πρόδηλα, πρέπει να μνημονεύεται στην απόφαση, αν τούτο συνδέεται αναγκαίως με το εμπρόθεσμο της υποβολής της έγκλησης. Ως γνώση θεωρείται η πληροφόρηση του δικαιούχου σε έγκληση κατά τρόπο πλήρη, σαφή και συγκεκριμένο περί των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία κατόρθωσε να μορφώσει πλήρη γνώμη για την πράξη, δηλαδή μόλις ο δικαιούμενος λάβει γνώση όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την τελεσθείσα πράξη. Γι' αυτό πρέπει στην απόφαση να αναφέρεται ο χρόνος της γνώσεως της πράξεως και του δράστου από τον παθόντα ως και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την γνώση αυτή, όταν η έγκληση υπεβλήθη μετά την πάροδο του τριμήνου από της γνώσεως ή εάν προβάλλεται ένσταση απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, λόγω μη εμπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως. Αρκεί βέβαια η άνω αιτιολόγηση, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του χρόνου γνώσεως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 288/2022, ΑΠ 696/2019, ΑΠ 1612/2019, ΑΠ 904/2018, ΑΠ 1521/2017). Η τρίμηνη προθεσμία λήγει όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα του τρίτου μήνα που αντιστοιχεί αριθμητικά με την ημέρα έναρξης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 243 εδ. β' ΑΚ και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έχουν εφαρμογή και εν προκειμένω, λόγω της ενότητας της έννομης τάξης. Γι' αυτό πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται ο χρόνος γνώσης της πράξης, ώστε να κριθεί, αν η έγκληση υποβλήθηκε νομότυπα. Άν λείπει τέτοια αιτιολογία, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1619/2019, ΑΠ 904/2018, ΑΠ 561/2017).
5. Από τις παρακάνω διατάξεις, συνάγονται τα ακόλουθα: α) αν ο παθών από το έγκλημα είχε υποβάλει έγκληση, ακόμα και υπό το προγενέστερο καθεστώς της αυτεπάγγελτης δίωξης του συγκεκριμένου εγκλήματος, είναι αυτονόητο ότι δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η δήλωση αυτή περί επιθυμίας συνέχισης της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας, καθόσον η υποβολή της έγκλησης, δηλώνει και τη βούληση του παθόντος για την πρόοδο της διαδικασίας και υποκαθιστά την προβλεπόμενη από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ απλή άλλωστε δήλωση και επομένως πληροί τον σκοπό αυτής (ΑΠ 2010/2019), β) το αυτό ισχύει ακόμα και αν η καταγγελία του εγκλήματος από τον παθόντα είχε χαρακτηριστεί ως μήνυση, χωρίς να επιζητείται όπως η δήλωση βούλησης του εγκαλούντος για την τιμωρία του δράστη να είναι ρητή και πανηγυρική, αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 773/2020) και γ) το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να επεκτείνει την αναδρομική εφαρμογή τήρησης της τρίμηνης προθεσμίας της έγκλησης που ορίζεται στο άρθρο 114 παρ.1 Π Κ, διότι κατ' αυτόν τον τρόπο απαιτεί ουσιαστικά συμμόρφωση του παθόντος σε μη ισχύον κατά το χρόνο υποβολής της μήνυσης - έγκλησης νομοθετικό πλαίσιο, δεδομένου ότι, η δίωξη τότε ασκούνταν αυτεπάγγελτα (ΑΠ 1440/2022, ΑΠ 1067/2021). Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι η έγκληση έχει μικτό νομικό χαρακτήρα. Έτσι η έγκληση συνιστά τόσο δικονομικό θεσμό, διότι αποτελεί δικαστική προϋπόθεση για την έγκαιρη γένεση της ποινικής δίκης όσο και ουσιαστικό θεσμό, διότι αφενός ενεργοποιεί την υπόσταση της αξιόποινης πράξης στο χώρο της έννομης τάξης και αφετέρου η παραμέληση της υποβολής της εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης (Ολ.ΑΠ 1/2007).
6. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του παλαιού ΠΚ και ήδη άρθρου 114 παρ.1 του νέου Π.Κ., "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρείς μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της ή για έναν από τους συμμέτοχους της". Η έγκληση είναι θεσμός τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση, για τη νομότυπη γένεση της ποινικής δίκης και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η έλλειψή της. Αν η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και αυτό εξάγεται ημερολογιακά σε σχέση με την ημέρα τέλεσης της πράξης, δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου της υποβολής της έγκλησης στην αιτιολογία, αλλά αρκεί να προκύπτει το εμπρόθεσμο από τη δικογραφία. Αν, όμως, η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξης, είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ο χρόνος της γνώσης της πράξης και του δράστη από τον παθόντα. Από την ανωτέρω διάταξη , σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίον ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 958/2021).
7. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 422/2023, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 819/2022, ΑΠ 645/2020, ΑΠ 189/2020, ΑΠ 2037/2021, ΑΠ 652/2021, ΑΠ 78/2021).
8. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο πιο πάνω αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 2/2011 και 3/2008, ΑΠ 68/2022).
9. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 347/2023 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (ένορκη κατάθεση μηνύτριας, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία του κατηγορούμενου) δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η εγκαλούσα και ήδη παριστάμενη πρός υποστήριξη της κατηγορίας έχει καταστεί κυρία με παράγωγο τρόπο και δη δυνάμει του .../1992 συμβολαίου γονικής παροχής της ψιλής κυριότητας, από τον πατέρα της Χ. Φ., ο οποίος παρακράτησε την επικαρπία, σε συνδυασμό με τον από έτος 2009 θάνατο του τελευταίου, ενός ακινήτου (οικοπέδου) εντός του οικισμού της Οίας Θήρας Κυκλάδων, στην ειδικότερη θέση "Άγιος Γεώργιος" (ή "Άγιος Λάζαρος"). Με τη σειρά τους οι θυγατέρες του κατηγορουμένου, Ζ. Κ. του Δ. και Σ. Κ. του Δ. κατέστησαν κυρίες (συγκύριες) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστη, με παράγωγο τρόπο ενός οικοπέδου (εντός του οποίου έχουν συσταθεί "οριζόντιες - κάθετες ιδιοκτησίες" όπως περιγράφονται στους τίτλους και δη λόγω πώλησης από αληθείς κυρίους, δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων ....2001 και ....2001 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Θήρας, Φ. Ν. Οι ανωτέρω κάθετες ιδιοκτησίες συστάθηκαν με την ....2001 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Το οικόπεδο των ανωτέρω, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης βρίσκεται εντός οικισμού της Κοινότητας Οίας Θήρας, στην ειδικότερη δέση "Άγιος Λάζαρος" (ή "Άγιος Γεώργιος"), είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφάνειας 162,33 τ.μ., το οποίο περιλάμβανε (κατά τον χρόνο κατάρτισης των ανωτέρω συμβολαίων) χτίσματα εμβαδού 75,59 τ.μ., υπόσκαφα (περιγραφόμενα ως χτίσματα εκτός αυτού) εμβαδού 105,30 τ.μ., δηλαδή συνολικά χτίσματα εμβαδού 180,89 τ.μ., αποτυπώθηκε, δε, αρχικά στο από Αυγούστου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ., με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α, να συνορεύει βόρεια με κεντρικό κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Χ. και κοινοτικό δρόμο, νότια και δυτικά με ιδιοκτησία της εγκαλούσας. Πριν την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων και τυπογραφικού διαγράμματος είχε προηγηθεί η κατάρτιση του από 28.08.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των θυγατέρων του κατηγορουμένου και των δικαιοπαρόχων τους στο οποίο περιγραφόταν ως τμήμα του προς πώληση οικοπέδου είχε καταπατηθεί, ενώ γινόταν μνεία πως οι πωλητές θα εκχωρούσαν στις αγοράστριες όλα τα δικαιώματα για τη συνέχιση του δικαστικού αγώνα.
Το ίδιο συνέβη και κατά την κατάρτιση του .../2001 συμβολαιογραφικού προσυμφώνου πώλησης του ανωτέρω οικοπέδου, της συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Κ. - Π., στο οποίο μνημονεύθηκε η ύπαρξη καταπάτησης τμήματος του πωλούμενου οικοπέδου, ενώ στο προσαρτηθέν στο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Γ. Κ., απεικονίζεται (αποτυπώνεται) το καταπατηθέν τμήμα εμβαδού 51,58 τ.μ. με τα περιμετρικά κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΖΑΘΙ'ΜΖ'Ζ σαν ΑΑ'Κ'ΛΑ', ενώ αναφέρθηκε και η εκκρεμής μεταξύ των δικαιοπάροχων δίκη στα πολιτικά δικαστήρια. Ειδικότερα; η καταπάτηση είχε λάβει χώρα από την εγκαλούσα - παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας κατόπιν της έκδοσης των 176/1992 και 177/1992 οικοδομικών αδειών, δυνάμει των οποίων είχε ανεγείρει ενιαίο κτίσμα στο δικό της όμορο ακίνητο και στο αναφερόμενο ως ανωτέρω καταπατημένο τμήμα του ακινήτου που περιήλθε στις θυγατέρες του κατηγορουμένου. Ακολούθησε η εκ νέου εκπόνηση τυπογραφικού διαγράμματος από τον πολιτικό μηχανικό, Α. Α., με το οποίο αποτυπώθηκαν με ακρίβεια οι διαστάσεις και τα όρια του οικοπέδου των θυγατέρων του κατηγορουμένου, καθώς και το καταπατημένο τμήμα αυτού, δυνάμει του οποίου συντάχθηκαν οι ....2002, ....2002 και ....2002 πράξεις διόρθωσης της συμβολαιογράφου Θήρας, Φ. Ν., με τα οποία διορθώθηκαν αντίστοιχα τα .../2001, .../2001 και .../2001 συμβόλαια σύστασης διαιρεμένων ιδιοκτησιών και πώλησης. Η διαφωνία σχετικά με την κυριότητα του αναφερόμενου στα ανωτέρω έγγραφα ως "καταπατημένου τμήματος" επιλύθηκε δικαστικά κατόπιν άσκησης της από 22.12.2009, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 180/2009 αγωγής των θυγατέρων του κατηγορουμένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου και της έκδοσης της 53/2012 απόφασης του δικαστηρίου αυτού, της 17/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και της 738/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου. Ήδη έχει κριθεί αμετάκλητα πως οι θυγατέρες του κατηγορουμένου είναι συγκύριες, κατά ποσοστό 50% έκαστη, του ανωτέρω εδαφικού τμήματος επιφάνειας 51,58 τ.μ., το οποίο αποτυπώθηκε στο από Δεκεμβρίου 2001 τυπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού, Α. Α., με τα στοιχεία Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν- Η-Ο-Π-Ρ- Ρ1-Π1-Ξ1-Ν1-60-Θ1-Θ, συνορεύει νότια με κοινοτικό δρόμο, δυτικά νοτιοδυτικά με το όμορο ακίνητο της εγκαλούσας - παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, ανατολικά με κοινοτικό δρόμο και βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία αυτών. Σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα, Α. Γ., ο οποίος διορίστηκε στο πλαίσιο της ανωτέρω δίκης το εδαφικό αυτό τμήμα έχει επιφάνεια 57,22 τ.μ., αποτυπώθηκε, δε, από αυτόν στο τοπογραφικό του διάγραμμα με τα στοιχεία Α8-Α9-Α10-Α11-Α16-Α1-Α17- Α15-Α14-Α13-Α12-Γ2-Γ1-Β14-Β15- Β16-Α8. Η ανωτέρω αναφερόμενη 17/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου εκτελέσθηκε με την 81γ/05.05.2017 έκθεση αναγκαστικής εκτέλεσης του δικαστικού επιμελητή αποσπασμένου στο Εφετείο Αιγαίου, Β. Λ., ο οποίος με τη συνδρομή του πολιτικού μηχανικού, Α. Μ., οριοθέτησε το ένδικο(υ) εδαφικό τμήμα εντός του κτίσματος της εγκαλούσας, με σπρέυ έντονου κόκκινου χρώματος. Όπως ήδη αναφέρθηκε εντός του ακινήτου της εγκαλούσας και του επιδικασθέντος εδαφικού τμήματος είχαν κατασκευασθεί προ(ς) της εκκρεμοδικίας κτίσματα και ειδικότερα - με βάση την ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής εκτέλεσης - στο πρώτο επίπεδο λινοθήκη 7 τ.μ. περίπου, δωμάτιο 19 τ.μ. περίπου και δωμάτιο 22 τ.μ. περίπου, άνωθεν του τελευταίου δωματίου των 22 τ.μ. υφίσταται άλλο δωμάτιο 19 τ.μ. και άνωθεν αυτού στην ταράτσα εξωτερική μονάδα κλιματιστικού. Τμήμα των ανωτέρω κτισμάτων βρίσκεται εντός της ένδικης εδαφικής λωρίδας, μετά; δε, την αποβολή της εγκαλούσας τα τμήματα αυτά,, τα οποία όπως προαναφέρθηκε σημειώθηκαν με κόκκινο σπρέυ, ώστε να ταυτίζονται με τα σημεία Α8-Α9-Α10- Α11-Α16-Α1-Α17- Α15-Α14-Α13-Α12-Γ2-Γ1-Β14-Β15-Β16-Α8 του διατακτικού της δικαστικής απόφαση, περιήλθαν στην κατοχή των θυγατέρων του κατηγορουμένου. Επιπλέον οι εξωτερικοί τοίχοι του κτίσματος αυτού, οι οποίοι βρίσκονταν εντός της ένδικης εδαφικής λωρίδας βάφτηκαν στο χρώμα του ακινήτου των θυγατέρων του κατηγορουμένου (ώχρα - κίτρινο), ώστε να διακρίνονται από τους τοίχους του χτίσματος, οι οποίοι βρίσκονταν εντός του οικοπέδου της εγκαλούσας - παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας. Μετά την εκτέλεση της ανωτέρω δικαστικής απόφασης και εξαιτίας της διαμορφωθείσας ήδη από ετών κατάστασης σχετικά με τα ακίνητα της εγκαλούσας και των θυγατέρων του κατηγορουμένων; ο τελευταίος ήρθε σε επαφή με την πρώτη ώστε να επιλυθεί συμβιβαστικά το ζήτημα των χτισμάτων, τα οποία εν μέρει είχαν ανεγερθεί στο οικόπεδο των θυγατέρων του. Ειδικότερα; προτάθηκε στην εγκαλούσα να περιέλθει εξ ολοκλήρου το δεύτερο επίπεδο των κτισμάτων στις θυγατέρες του κατηγορουμένου κι αυτή να παραμείνει κυρία μόνο του πρώτου επιπέδου. Η συγκεκριμένη πρόταση απορρίφθηκε από την εγκαλούσα. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του έτους 2017, ο κατηγορούμενος, στερούμενος νόμιμο προς τούτο δικαίωμα προέβη, εντός του ακινήτου των θυγατέρων του, στις εξής οικοδομικές εργασίες: α. στην κατασκευή αυθαίρετου τοιχίου (περιτοίχισης 9 μ. και μέσου ύψους 0,80 μ.) μεταξύ άλλων και στο σημείο όπου μέχρι την εκτέλεση της ανωτέρω δικαστικής απόφασης βρισκόταν η είσοδος στο δεύτερο επίπεδο του κτηρίου της εγκαλούσας ειδικότερα, δε στο σημείο από το οποίο είχε δίοδο η εγκαλούσα ώστε να εισέλθει (μέσω του ακινήτου των θυγατέρων του κατηγορουμένου) στα δωμάτια που βρίσκονταν στο δεύτερο επίπεδο του χτίσματος που είχε ανεγείρει, β. στην κατάργηση κλίμακας η οποία οδηγούσε στο δεύτερο επίπεδο του χτίσματος της εγκαλούσας, μέσω του όμορου κοινοτικού δρόμου. Επιπλέον, εντός της από ετών διαμορφωθείσας διόδου, εντός του ακινήτου των θυγατέρων του, μέσω της οποίας η εγκαλούσα είχε πρόσβαση στο δεύτερο επίπεδο του χτίσματος της κατασκεύασε κολυμβητική δεξαμενή (πισίνα) και τοποθέτησε ξαπλώστρες. Ανεξάρτητα από την από πολεοδομικής άποψης νομιμότητα των ανωτέρω οικοδομικών εργασιών (από το αν ήταν αυθαίρετες ή όχι), ζήτημα το οποίο δεν ερευνάται εν προκειμένω, με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με την εκτέλεση των ανωτέρω οικοδομικών εργασιών από τον κατηγορούμενο, η εγκαλούσα απώλεσε μόνιμα την πρόσβαση, μέσω της διαμορφωμένης διόδου, στο τμήμα του χτίσματος του δεύτερου επιπέδου, το οποίο μετά την εκτέλεση της ανωτέρω δικαστικής απόφασης ανήκει αδιαμφισβήτητα σε αυτή κατά κυριότητα. Πλέον, η πρόσβαση - με βάση τη διαμορφωμένη μετά τις εργασίες του κατηγορουμένου κατάσταση - είναι εφικτή μόνο με τη χρήση φορητής (μη σταθερής σκάλας) μέσω της ταράτσας του δεύτερου ορόφου (τρίτου επιπέδου), δηλαδή κατά τρόπο δυσχερή για έναν μέσο άνθρωπο και σε κάθε περίπτωση επικίνδυνο για τον μέσο χρήστη της σκάλας. Επιπλέον, μέσω της σκάλας αυτής, η οποία αρχικώς χρησίμευε μόνο για την απλή πρόσβαση στην ταράτσα του δεύτερου επιπέδου, δηλαδή στο τρίτο επίπεδο, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου απολύτως αδύνατη η μεταφορά αντικειμένων και φορτίων προς το δεύτερο επίπεδο του χτίσματος τη εγκαλούσας. Κατά συνέπεια με τον ανωτέρω τρόπο κατέστη ανέφικτη η χρήση του τμήματος του δεύτερου επιπέδου του κτίσματος, που έχει ανεγείρει η εγκαλούσα; το οποίο αδιαφιλονίκητα ανήκει στην κυριότητα της εγκαλούσας, μετά, δε, την εκτέλεση της 17/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου διακρίνεται κατά τρόπο βέβαιο με κόκκινη γραμμή. Τα ανωτέρω έπραξε ο κατηγορούμενος εν γνώσει του πως με τον τρόπο αυτό παρεμποδίζεται η χρήση της διόδου, η οποία είχε διαμορφωθεί εντός του ακινήτου των θυγατέρων του, κατ' επέκταση και πως αποκλείεται η πρόσβαση της εγκαλούσας ή του εκάστοτε προτιθέμενου να εισέλθει στο δεύτερο επίπεδο του κτίσματος. Άλλωστε, ο κατηγορούμενος ομολογεί ενώπιον του παρόντος, δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, τόσο την ύπαρξη της σχετικής διόδου....... όσο και την παρεμπόδιση της διέλευσης και της χρήσης του δεύτερου επιπέδου του κτίσματος......., από την ομολογία του αυτή, δε, κρίνεται πως όχι μόνο γνώριζε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αλλά επεδίωκε και το ανωτέρω αποτέλεσμα, δηλαδή να καταστεί ανέφικτη η χρήση του τμήματος του δευτέρου επιπέδου, που ανήκε στην εγκαλούσα, από την ίδια. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος γνώριζε πως τμήμα του δεύτερου επιπέδου, μάλιστα, δε, το μείζον τμήμα, ανήκε κατά κυριότητα στην εγκαλούσα και όχι στις θυγατέρες του, αφού μετά την εκτέλεση της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, προσέγγισε την εγκαλούσα και προσπάθησε να την πείσει, ώστε συμβιβαστικά (με βάση τους ισχυρισμούς του) να περιέλθει και το μη ένδικο τμήμα του δεύτερου επιπέδου στις θυγατέρες του.
Εξάλλου, απορριπτέος τυγχάνει ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, πως οι ανωτέρω εργασίες έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της εκτέλεσης της ανωτέρω δικαστικής απόφασης αφού οι οικοδομικές εργασίες έλαβαν χώρα 7 μήνες μετά την αποβολή της εγκαλούσας από το διαφιλονικούμενο εδαφικό τμήμα και τα επ' αυτού τμήματα του κτίσματος που είχε ανεγείρει. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου αφορμή για την τέλεση της ένδικης πράξης αποτέλεσε η άρνηση της εγκαλούσας να συναινέσει στην μεταβίβαση του συνόλου του δεύτερου επιπέδου στις θυγατέρες του κατηγορουμένου, μεταβίβαση από την οποία οι ίδιες αντλούσαν ωφέλεια, αφού με τον τρόπο αυτό θα καθίστατο ευκολότερη η εκμετάλλευση των ενοικιαζόμενων δωματίων που υπήρχαν στο ακίνητο τους. Επομένως, ο κατηγορούμενος, αν και γνώριζε την πολυετή δικαστική διαμάχη των θυγατέρων του με την εγκαλούσα, το γεγονός πως τα χτίσματα της εγκαλούσας ανήκαν κατά ένα τμήμα τους - μη διεκδικούμενο από τις θυγατέρες του - χωρίς αμφισβήτηση στην κυριότητα της εγκαλούσας και το γεγονός ότι μετά την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης η εγκαλούσα δεν είχε παρεμποδίζει τις θυγατέρες του από το να κάνουν χρήση των τμημάτων των κτισμάτων που τους αποδόθηκαν (παραδίδοντος κλειδιά για τις σχετικές θύρες, οι οποίες βρίσκονται εκτός του ένδικου εδαφικού τμήματος, εξ ολοκλήρου στο ακίνητο της εγκαλούσας), έχοντας σκοπό να παρεμποδίσει κατά τρόπο μόνιμο τη διέλευση της εγκαλούσας από την από ετών διαμορφωμένη μέσω της χρήσης δίοδο (επί της οποίας η εγκαλούσα ασκούσε πράξεις ως οιονεί νομέας), η οποία (διέλευση) λάμβανε χώρα ανεμπόδιστα και χωρίς τη διαμαρτυρία των αληθινών κυριών του ακινήτου, δηλαδή των θυγατέρων του, προέβη στην εκτέλεση των ανωτέρω οικοδομικών εργασιών και κατά συνέπεια κατέστησε εν γνώσει του ανέφικτη τη χρήση του τμήματος του δεύτερου επιπέδου, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα σε αυτή. Απορριπτέος τυγχάνει ο ισχυρισμός του πως ο ίδιος είχε δικαίωμα να προβεί στις ανωτέρω οικοδομικές εργασίες, τούτο διότι οι εργασίες αυτές ούτε πρόσφορες, αλλά ούτε και αναγκαίες ήταν για την εκτέλεση της σχετικής δικαστικής απόφασης, η οποία (εκτέλεση) κατά τα λοιπά είχε ολοκληρωθεί από μηνών, το ένδικο εδαφικό τμήμα των θυγατέρων του τούς είχε αποδοθεί νόμιμο και είχαν κατόπιν συμφωνίας με την εγκαλούσα πρόσβαση σε αυτό, ενώ και στο αντίστοιχο πρώτο επίπεδο του κτίσματος υφίστατο κατά τον χρόνο εκτέλεσης των εργασιών, κι εξακολουθεί να υφίσταται συμφωνία κατ' επέκταση και δυνατότητα πρόσβασης αμφότερων των αντίδικων πλευρών (εγκαλούσας και θυγατέρων) στο κτίσμα το οποίο κατά τμήμα τους ανήκει.
Περαιτέρω, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου πως δικαιολογημένα νόμιζε ότι είχε δικαίωμα να παρεμποδίσει την πρόσβαση της εγκαλούσας στο δεύτερο επίπεδο του κτίσματος, εφόσον το κτίσμα αυτό είναι κατεδαφιστέο σύμφωνα με όσα ειδικότερα διαλαμβάνονται στο ....2022 έγγραφο του τμήματος υπηρεσιών δόμησης και πολεοδομικών εφαρμογών του Δήμου Θήρας, δεδομένου ότι η ιδιότητα αυτού ως αυθαιρέτου ουδόλως επιδρά στην κυριότητα του, κατά συνέπεια και στην τέλεση του αδικήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, αλλά επισύρει μονάχα διοικητικές συνέπειες, προβλεπόμενες από την πολεοδομική νομοθεσία (σχ. ΑΠ (ΠΟΙΝ) 353/2011). Σε κάθε περίπτωση η ιδιότητα του κτίσματος της εγκαλούσας ως κατεδαφιστέου δεν επιδρά ούτε στον δόλο του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά τον χρόνο εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών γνώριζε την ιδιότητα του κτίσματος ως ξένου πράγματος, με την έννοια ότι ανήκε στην κυριότητα της εγκαλούσας, ενώ η έκδοση του ....2022 εγγράφου του τμήματος υπηρεσιών δόμησης και πολεοδομικών εφαρμογών του Δήμου Θήρας, το οποίο ο κατηγορούμενος κάνει χρήση, έλαβε χώρα σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο της εκτέλεσης των εργασιών και δεν δύναται με βάση τους κανόνες της λογικής, ως έγγραφο μεταγενέστερο, να επέδρασσε στη διαμόρφωση της απόφασης του κατηγορουμένου." Κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών και εφόσον πληρούται τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας πρέπει.....αυτός να κηρυχθεί ένοχος..."
Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, με την αναγνώριση στο πρόσωπο του, ως πρωτοδίκως, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα του ότι στις αρχές του μήνα Δεκεμβρίου του 2017, στην Οία θήρας Κυκλάδων, με πρόθεση κατέστησε ανέφικτη τη χρήση ξένου πράγματος και συγκεκριμένα ενεργώντας με δόλο και εκτελώντας οικοδομικές εργασίες κατασκευής τοιχίου (περιτοίχισης 9 μ. και μέσου ύψους 0,80 μ.) και κατάργησης κλίμακας, η οποία οδηγούσε στη δίοδο και μέσω αυτής στο δεύτερο επίπεδο του κτίσματος της εγκαλούσας, κατέστησε ανέφικτη τη χρήση τμήματος της οικοδομής που βρίσκεται στο ακίνητο της ιδιοκτησίας της εγκαλούσας Α. χας Θ. Κ. και ειδικότερα τμήματος του δεύτερου επιπέδου της οικοδομής της εγκαλούσας. Τα ανωτέρω έπραξε ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πως με τον τρόπο αυτό καθίστατο κατά τρόπο μόνιμο ανέφικτη η χρήση του ανωτέρω κτίσματος της εγκαλούσας, αποτέλεσμα στο οποίο ο ίδιος απέβλεπε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης". 10. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται, δεν διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλόμενη από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το ζήτημα του εμπρόθεσμου της έγκλησης, που ήταν αναγκαία, στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα άνω εκτιθέμενα, για την κίνηση της ποινικής δίωξης. Ειδικότερα, αφού δέχεται το Δικαστήριο ότι ο χρόνος τέλεσης του ως άνω εγκλήματος είναι ο Δεκέμβριος 2017, η δε έγκληση της παθούσας υποβλήθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση αυτής, στις 28-06-2018, δηλαδή μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας, ήταν επιβεβλημένο να προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος της γνώσης της πράξης και του δράστη από την παθούσα για να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη αυτής (έγκλησης). Όμως ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχεται αιτιολογία, που να αναφέρεται στον χρόνο, κατά τον οποίο η εγκαλούσα έλαβε γνώση της λόγω πράξεως. Ειδικότερα όφειλε το Δικαστήριο να εξετάσει και προσδιορίσει με ακρίβεια το πέρας των οικοδομικών εργασιών του αναιρεσείοντος που κατά την εγκαλούσα προκάλεσαν φθορά στην ιδιοκτησία της ώστε να κριθεί εάν η έγκλησή της υποβλήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας από το χρόνο τέλεσης της πράξης. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το σημείο αυτό, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
11. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως του εμπροθέσμου της εγκλήσεως, ως εκ περισσού το ανωτέρω Δικαστήριο με τις ως άνω παραδοχές, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, η κύρια παραδοχή, αναφορικά με την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, είναι ότι άσκησε δικαίωμα εντός της ιδιοκτησίας των θυγατέρων του σε προσδιορισμένο από δικαστική απόφαση τμήμα ακινήτου, εμποδίζοντας την εγκαλούσα στη χρήση του τμήματος του ιδίου ακινήτου που της ανήκε. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη αν και αποδέχεται ότι, ανεξάρτητα από τυχόν πολεοδομικές παραβάσεις, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εκτέλεσε οικοδομικές εργασίες και συγκεκριμένα κατασκεύασε τοιχίο (περιτοίχισης 9 μ. και μέσου ύφους 0,80 μ.) και κατάργησε κλίμακα εντός των ορίων του ακινήτου των θυγατέρων του, όπως τα συγκεκριμένα όρια προσδιορίστηκαν με την με αρ. 17/2017 απόφαση του του Εφετείου Αιγαίου και την με αρ. 738/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου εντός των οποίων περιλαμβάνεται και τμήμα του ακινήτου της εγκαλούσας ταυτόχρονα δέχεται α) ότι στερείτο τέτοιου νομίμου δικαιώματος λόγω των δικαιωμάτων της εγκαλούσας σε διαφορετικό τμήμα του ιδίου ακινήτου , χωρίς να εξηγεί δυνάμει ποιας έννομης σχέσης ή με ποια νομική αιτία αποκτήθηκαν τέτοια δικαιώματα από την εγκαλούσα, ενώ εκτελέσθηκαν οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις με χρωματισμό μάλιστα των ορίων των ιδιοκτησιών, προκειμένου να είναι σαφή, β) ότι αποκλείστηκε η είσοδος της εγκαλούσας μέσω κλίμακος στα δωμάτια του δεύτερου επίπεδου του κτηρίου, χωρίς να διευκρινίζει αν η είσοδος αυτή περιλαμβάνεται στον καθορισμό των ορίων των ιδιοκτησιών έτσι όπως καθορίστηκαν με την ως άνω απόφαση γ) ότι (ο αναιρεσείων κατηγορούμενος) κατασκεύασε κολυμβητική δεξαμενή (πισίνα) και τοποθέτησε ξαπλώστρες εντός του ακινήτου των θυγατέρων του και εντός της "από ετών διαμορφωθείσας διόδου μέσω της οποίας η εγκαλούσα είχε πρόσβαση στο δεύτερο επίπεδο του κτίσματος της", χωρίς να διευκρινίζει με ποιες νομικές και πραγματικές συνθήκες διαμορφώθηκε αυτή η δίοδος και αν περιλαμβάνεται στον καθορισμό των ορίων των ιδιοκτησιών έτσι όπως καθορίστηκαν με την ως άνω απόφαση, δ) ότι η διέλευση της εγκαλούσας "από την από ετών διαμορφωμένη μέσω της χρήσης δίοδο (επί της οποίας η εγκαλούσα ασκούσε πράξεις ως οιονεί νομέας), η οποία (διέλευση) λάμβανε χώρα ανεμπόδιστα και χωρίς τη διαμαρτυρία των αληθινών κυριών του ακινήτου", χωρίς να αιτιολογεί αν το δικαίωμα αυτό της εγκαλούσας αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκαν και εκτελέστηκαν οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, ή άλλης, ή αποτέλεσμα συμφωνίας για απόκτηση εμπραγμάτου δικαιώματος, ε) ότι οι οικοδομικές εργασίες στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος αναιρεσείων δεν ήταν πρόσφορες, αλλά ούτε και αναγκαίες για την εκτέλεση της σχετικής δικαστικής απόφασης, όταν δέχεται ότι αυτή είχε ολοκληρωθεί από μηνών, χωρίς να αιτιολογεί βάσει ποιων πραγματικών περιστατικών καταλήγει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα.
12.Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, είναι βάσιμοι. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 522 του ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 159 του Ν.4855/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αρ. 347/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ