ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1182/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1182/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1182/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1182 / 2025    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1182/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αικατερίνη Πατσιαρά, Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Μ. Τατσέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Α. Ν. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Σπυρόπουλο, 2. Ε. Φ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Αλεξανδρή και 3. Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Σπυρόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1052/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Μ. Μ. του Α., κάτοικο ... και 2. Μ. Χ. του Α., κάτοικο ..., που εμφανίστηκαν χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις υπ' αριθμ. 49/3-7-2025, υπ' αριθμ. πρωτ. 5173/7-7-2025 και υπ' αριθμ. 50/3-7-2025, αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης της 1ης αναιρεσείουσας Αναστασίας Ν. και της 2ης αναιρεσείουσας Ε. Φ., να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του 3ου αναιρεσείοντος Ν. Κακαρίκου, να αναιρεθεί ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί ως προς αυτόν η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση: α) από 3-7-2025 [αρ. εκθ. 49/2025], β) από 7-7-2025 [αρ. πρωτ. 5173] και γ) από 3-7-2025 [αρ. εκθ. 50/2025] αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων (αντιστοίχως): 1) Α. Ν. του Μ., κατοίκου ..., οδός ..., 2)Ε. Φ. του Ε., κατοίκου ..., οδός ... και 3) Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., οδός ..., για την αναίρεση της 1052/2025 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της συνάφειας τους, να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν, ερήμην των υποστηριζόντων την κατηγορία, οι οποίοι κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως να παραστούν όπως προκύπτει από τα από 17-7-2025 (δύο) αποδεικτικά επιδόσεως, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης.

I) Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης άρθρου 386 παρ. 1 περ. α' του νΠΚ απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος αυτό, β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση δε ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και γ)ζημία ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και τη, συνεπεία αυτής, πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος (ΑΠ 213/2025, ΑΠ 1379/2024). Ακόμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 του ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (AΠ 1198/2023, ΑΠ 253/2021).

ΙΙ) Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί, όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 174/2023, ΑΠ 382/2019). Η ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα, δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και συνακόλουθα το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αλλά αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή (ΑΠ 974/2025, 1416/2020).

ΙΙΙ) Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη, την οποία εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑ.Π 1/2020, ΑΠ 7/2024, ΑΠ 675 /2022 ).

Α] Η πρώτη αναιρεσείουσα, Α. Ν., με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης της, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ειδικότερα ότι με ασαφείς αιτιολογίες, οι οποίες στέρησαν την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, αλλά και χωρίς ειδική αιτιολογία, απέρριψε τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό της ότι δεν τέλεσε την πράξη της απάτης σε βάρος του Μ. Χ., η αλήθεια του οποίου προέκυπτε από την από 6-10-2020 ανακριτική απολογία της, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, και τις ένορκες καταθέσεις του Μ. Χ. και Ε. Λ. ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τις οποίες το δικαστήριο εάν τις εκτιμούσε ορθά θα οδηγείτο σε απαλλακτική κρίση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι απεδείχθησαν τα εξής: " Το έτος 2017, η 1η κατηγορουμένη (Μ. -Τ. Μ., μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) ήταν νόμιμη εκπρόσωπος, ο δε 4ος κατηγορούμενος (Ν. Κ., ήδη τρίτος αναιρεσείων), κύριος μέτοχος της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "GOLDEN CLINIC", με αντικείμενο δραστηριότητας "δραστηριότητες κομμωτηρίων, κουρείων και κέντρων αισθητικής και δραστηριότητες άσκησης ειδικών ιατρικών επαγγελμάτων", με έδρα την οδό ..., Σύνταγμα Αθήνα και υποκατάστημα, επί της ..., στην Κηφισιά Αττικής. Στις 14.3.2017, η εγκαλούσα, Μ. Μ., επισκέφθηκε το υποκατάστημα της ως άνω εταιρείας, στην Κηφισιά και συνήψε σύμβαση για περιποίηση σώματος με τη μέθοδο της κρυολιποδιάλυσης. Την ίδια ημέρα, αυτή πραγματοποίησε μία συνεδρία, για την οποία κατέβαλε το ποσό των 99,99 ευρώ (όπως προκύπτει από την με την αυτή ημερομηνία υπ' αριθμ. 169 απόδειξη παροχής υπηρεσιών), της προτάθηκε, δε, να συνάψει σύμβαση-πακέτο για δέκα (10) συνεδρίες, συνολικής αξίας 600 ευρώ. Η εγκαλούσα δέχθηκε και κατέβαλε προς τούτο, στις 31.3.2017, το ποσό των 600 ευρώ (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....2017 ισόποση απόδειξη παροχής υπηρεσιών). Αυτή πραγματοποίησε περίπου 4-5 συνεδρίες κατά το χρονικό διάστημα από τις 31.3.2017 έως τα τέλη Μαΐου 2017, οπότε και επέλεξε να διακόψει το πρόγραμμα θεραπειών, καθώς δεν είχε μείνει ευχαριστημένη, χωρίς ωστόσο να έχει πρόθεση να διεκδικήσει τα χρήματα της για τις ατέλεστες συνεδρίες. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2017, η εγκαλούσα δέχθηκε τηλεφώνημα από πρόσωπο, που δήλωσε ότι ονομάζεται "Μ. Π." και η οποία την καλούσε να μεταβεί στο ίδιο υποκατάστημα της εταιρείας, προκειμένου να ολοκληρώσει τις συνεδρίες του πακέτου, που δεν είχαν πραγματοποιηθεί και διαβεβαίωσε αυτήν (την εγκαλούσα) ότι η εταιρεία θα της έκανε προσφορές και δώρα και συγκεκριμένα ότι, λόγω της συμμετοχής της στο ως άνω θεραπευτικό πρόγραμμα, δήθεν δικαιούτο πόντους επιβράβευσης, που αντιστοιχούν σε εκπτώσεις σε μελλοντικές αγορές της με πιστωτικές κάρτες σε διάφορα συνεργαζόμενα καταστήματα. Πεισθείσα η εγκαλούσα στις ως άνω διαβεβαιώσεις, μετέβη, στις 15.9.2017, στο κατάστημα της Κηφισιάς, όπου, τόσον, το πρόσωπο, που της παρουσιάσθηκε, ως δήθεν "Μ. Π." (ενώ, αποδείχθηκε ότι, τα αληθινά του στοιχεία ήταν "Β. Β."), όσον και η 3η κατηγορουμένη (Ε. Φ. ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), υποδέχθηκαν αυτήν (την εγκαλούσα) και αμφότερες επανέλαβαν τις ως άνω διαβεβαιώσεις και ζήτησαν από αυτήν δύο πιστωτικές κάρτες για να περαστούν δήθεν σε αυτές οι πόντοι επιβράβευσης [Σημειώνεται ότι, δεν αποδείχθηκε ότι, τη συγκεκριμένη ημέρα, βρισκόταν στο χώρο και η 1η κατηγορουμένη (η εγκαλούσα κατέθεσε ότι, την είχε δει στο συγκεκριμένο κατάστημα, μόνον, κατά την πρώτη της επίσκεψη, τον Μάρτιο του έτους 2017)]. Η εγκαλούσα έδωσε πράγματι στην 3η κατηγορουμένη (Ε. Φ.) δύο πιστωτικές της κάρτες της Εθνικής Τράπεζας και, συγκεκριμένα, τις υπ' αριθμ. ... και ... πιστωτικές κάρτες, βάζοντας το PIN της, όταν της ζητήθηκε από την 3η κατηγορουμένη, παρατήρησε, όμως, στις αποδείξεις, που της δόθηκαν, ότι υπήρχε χρέωση στις κάρτες της, ποσού 4.000 ευρώ στην πρώτη και 3.843 ευρώ στη δεύτερη. Η εγκαλούσα διαμαρτυρήθηκε αμέσως στην 3η κατηγορουμένη, η οποία τη διαβεβαίωσε ψευδώς ότι, οι χρεώσεις είχαν γίνει κατά λάθος και ότι, μέχρι να επιστρέψει η εγκαλούσα στην οικία της, το λάθος θα είχε διορθωθεί και θα γινόταν επιστροφή των χρημάτων της. Μετά την πάροδο του Σαββατοκύριακου (οι παραπάνω χρεώσεις έγιναν ημέρα Παρασκευή) και, παρά τις υποσχέσεις της 3ης κατηγορουμένης, επιστροφή των χρημάτων δεν έγινε προς την εγκαλούσα, η οποία, θορυβημένη, πλέον, επισκέφθηκε το κατάστημα στην Κηφισιά, όπου, με έκπληξη της, διεπίστωσε ότι αυτό δεν λειτουργούσε πλέον. Στις αρχές Νοεμβρίου 2017, η εγκαλούσα δέχθηκε τηλεφώνημα από τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας, κατά το οποίο της ανακοινώθηκε ότι, εγκρίθηκε από το λογιστήριο η επιστροφή των χρημάτων της (7.500) πλέον τόκων ποσού 900 ευρώ, αλλά, ότι θα έπρεπε αυτή να μεταβεί στα κεντρικά γραφεία στο Σύνταγμα. Πράγματι, η εγκαλούσα μετέβη, αρχικώς, στις 8.11.2017, στα γραφεία της εταιρείας στο Σύνταγμα, όπου, την υποδέχθηκαν οι 1η και 3η των κατηγορουμένων και, ψευδώς την διαβεβαίωσαν ότι, ήταν έτοιμες να προβούν στην επιστροφή των χρημάτων της, προς τούτο δε ζήτησαν από αυτήν να τους παραδώσει την πιστωτική της κάρτα. Παριστώντας δε ότι η πρώτη πιστωτική κάρτα, που αυτή τους έδωσε, δήθεν δεν λειτουργούσε, κατάφεραν να την πείσουν να τους παραδώσει και άλλη μία. Με τον ίδιο τρόπο, αναγκάσθηκε η εγκαλούσα να μεταβεί στο ίδιο ως άνω κατάστημα της εταιρείας την επομένη ημέρα (9.11.2017), όπου οι ίδιες ως άνω κατηγορούμενες παρέστησαν σε αυτήν ψευδώς ότι "η τράπεζα είχε μπλοκάρει" με αποτέλεσμα, η εγκαλούσα να τους παραδώσει άλλες τρεις κάρτες, τα ίδια, δε, έλαβαν χώρα με αντίστοιχη παράδοση καρτών της εγκαλούσας προς τις κατηγορούμενες, σε συνεχόμενες επισκέψεις της εγκαλούσας στο ίδιο υποκατάστημα μέχρι και τις 23.11.2017. Αντί όμως να εισαγάγουν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα από την εγκαλούσα χρηματικά ποσά στον τραπεζικό της λογαριασμό, οι 1η και 3η κατηγορούμενες, από κοινού ενεργώντας, με κοινό δόλο, κατάφεραν να προβούν σε αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών από τον λογαριασμό της εγκαλούσας και, συγκεκριμένα: 1) μέσω της υπ' αριθμ. ... πιστωτικής κάρτας της εγκαλούσας τύπου mastercard gold της Εθνικής Τράπεζας, στις 8.11.2017 το συνολικό ποσό των 3.000 ευρώ, 2) μέσω της υπ' αριθμ. ... πιστωτικής κάρτας, στις 8.11.2017, το ποσό των 3.000 ευρώ, 3) από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της στην Εθνική Τράπεζα, ανέλαβαν: α) την ίδια ημέρα (8. 11.2017), το ποσό των 1.500 ευρώ, β) στις 9.11.2017, το ποσό των 1.500 ευρώ, γ) στις 10.11.2017, το ποσό των 1.500 ευρώ, δ) στις 13.11.2017, το ποσό των 1. 500 ευρώ, ε) στις 16.11.2017, το ποσό των 1.500 ευρώ και στ) στις 20.11.2017, των 1.500 ευρώ, από τον ίδιο ως άνω λογαριασμό, 4) μέσω της υπ' αριθμ. ... visa debit κάρτας της Τράπεζας Πειραιώς: α) στις 13.11.2017, το ποσό των 600 ευρώ, β) στις 14.11.2017, το ποσό των 1.200 ευρώ, γ) στις 16.11. 2017, το ποσό των 600 ευρώ, δ) στις 21.11.2017, το ποσό των 600 ευρώ και ε) στις 23.11.2017, το ποσό των 600 ευρώ, 5) μέσω της υπ' αριθμ. ... κάρτα τύπου mastercard debit της Τράπεζας Πειραιώς, με κάτοχο τη μητέρα της εγκαλούσας, στις 14.11.2017, το ποσό των 600 ευρώ, 6) μέσω της υπ' αριθμ. ... κάρτα της εγκαλούσας, τύπου enter mastercard, της ALPHA BANK: α) στις 8.11.2017, το ποσό των 1.000 ευρώ, β) στις 9.11.2017, το ποσό των 1.000 ευρώ, γ) στις 10.11.2017, το ποσό των 1.000 ευρώ, δ) στις 13.11.2017, το ποσό των 1.000 ευρώ, ε) στις 16.11.2017, το ποσό των 1.000 ευρώ και στ) στις 20.11.2017, το ποσό των 1.000 ευρώ και 7) μέσω της υπ' αριθμ. ... κάρτας της εγκαλούσας, τύπου bonus visa της ALPHA BANK: α) στις 10.11. 2017, το ποσό των 2.500 ευρώ και β) στις 16.11.2017, το ποσό των 500 ευρώ. Δηλαδή, συνολικά, αφαίρεσαν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εγκαλούσας και της μητέρας της το ποσό των 36.043 ευρώ. Η εγκαλούσα απέστειλε στην εταιρεία την από 23.12.2017 εξώδικη όχληση, η οποία επεδόθη στις 5.1.2018, οπότε, τελικώς, επεστράφη από την εταιρεία προς την εγκαλούσα το ποσό των 9.000 ευρώ, όπως η ίδια κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Δηλαδή, εξαιτίας των ως άνω απατηλών διαβεβαιώσεων των 1ης και 3ης των κατηγορουμένων προκλήθηκε στην εγκαλούσα ζημία, ίση με το ποσό των 36.043 ευρώ -9.000 ευρώ = 27.043 ευρώ. Στις κατ' εξακολούθηση απατηλές αυτές συμπεριφορές των 1ης και 3ης των κατηγορουμένων, εξαιτίας των οποίων, η εγκαλούσα υπέστη την προεκτεθείσα περιουσιακή ζημία, προέβησαν αυτές (οι 1η και 3η των κατηγορουμένων), με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις, ταυτόχρονες και διαδοχικές, έχοντας κοινό δόλο, με σκοπό να περιποιήσουν στην εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος. Περί των ως άνω απατηλών παραστάσεων των 1 ης και 3ης των κατηγορουμένων, καθώς και της ζημίας, που επήλθε στην περιουσία της, (η οποία εξάλλου αποδεικνύεται και από τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών της) κατέθεσε με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα η εγκαλούσα, Μ. Μ., τόσον στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Η περιουσιακή δε ζημία της εγκαλούσας ενδεχομένως να ήταν μεγαλύτερη, εάν δεν την ειδοποιούσε για την παράνομη δράση των ως άνω κατηγορουμένων η πρώην υπάλληλος της εταιρείας "GOLDEN CLINIC" Ε. Λ., η - εξ ιδίας αντιλήψεως- κατάθεση της οποίας, τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, υπήρξε σαφής και κατηγορηματική, χωρίς να τίθεται σε αμφιβολία η αξιοπιστία της, εξαιτίας της-για άλλους λόγους-αντιδικίας της με την ως άνω εταιρεία, καθώς, τα όσα κατέθεσε συμβαδίζουν και επιβεβαιώνονται πλήρως και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Η εν λόγω μάρτυρας ήταν εκείνη, που ειδοποίησε και τον έτερο εγκαλούντα, Μ. Χ., ο οποίος επίσης υπέστη περιουσιακή ζημία από παρόμοιες απατηλές διαβεβαιώσεις, αυτή τη φορά, των 1ης και 2ης των κατηγορουμένων (Α. Ν. ήδη αναιρεσείουσα). Ειδικότερα, στις αρχές Οκτωβρίου 2017, ο εγκαλών Μ. Χ. δέχθηκε τηλεφωνική κλήση από άγνωστο πρόσωπο, που του συστήθηκε, ως υπάλληλος στην δερματολογική κλινική, που διατηρούσε στην οδό ..., Σύνταγμα, η εταιρεία "GOLDEN CLINIC". Λίγες ημέρες αργότερα, ο εγκαλών επισκέφθηκε τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στο Σύνταγμα. Εκεί βρισκόταν η 1η κατηγορουμένη, η οποία του παρέστησε ψευδώς ότι, ήταν ιατρός γαστρεντερολόγος και άρχισε δήθεν να τον εξετάζει, επειδή είχε ευγεμέθη κοιλία. Μετά τη δήθεν εξέταση, αυτή του παρέστησε ψευδώς ότι, η κοιλιά του ήταν γεμάτη κύστες και ότι έπρεπε άμεσα να υποβληθεί σε θεραπεία, διαφορετικά θα κινδύνευε η ζωή του, πρότεινε, δε, ως θεραπεία την κρυολιπόλυση. Πεισθείς στις ως άνω απατηλές διαβεβαιώσεις και "διαγνώσεις" της 1ης κατηγορουμένης, ο εγκαλών θορυβήθηκε και δέχθηκε να υποβληθεί στην εν λόγω "θεραπεία", η οποία, στην πραγματικότητα, δεν ήταν θεραπεία, αλλά χρήση μηχανημάτων αδυνατίσματος. Παράλληλα, σε χρόνο, που δεν προέκυψε επακριβώς από τις αποδείξεις, αλλά, πάντως, πριν την έναρξη των καταβολών εκ μέρους του εγκαλούντος, εμφανίσθηκε η 2η κατηγορουμένη, η οποία του συστήθηκε ψευδώς, ως ιατρός καρδιολόγος, συνεργαζόμενη, μάλιστα, με τον Ιατρικό όμιλο "ΥΓΕΙΑ". Για να πειστεί ακόμη περισσότερο ο εγκαλών, έγινε σε αυτόν ένεση, που είχε, ως αποτέλεσμα την εμφάνιση εξανθημάτων στο σώμα του, η οποία, κατά την παραπάνω "ιατρό" 1η κατηγορουμένη αποδόθηκε στο σοβαρό πρόβλημα υγείας, που δήθεν αυτός αντιμετώπιζε. Έχοντας, λοιπόν, την εντύπωση ο εγκαλών, αφ' ενός, μεν, ότι, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας στην κοιλιακή χώρα, όπως του είχε παραστήσει ψευδώς η 1η κατηγορουμένη, αφ' ετέρου, δε, ότι βρίσκεται στο σωστό και ασφαλή χώρο για την αντιμετώπιση του με την παρουσία ιατρών καρδιολόγων, όπως η 2η κατηγορουμένη, αλλά και έτερο πρόσωπο, ονόματι "Ν.", (πρόκειται για πρόσωπο που ονομάζεται Ν. Ρ.), που, επίσης, του είχε συστηθεί, ως καρδιολόγος, πείσθηκε και προέβη σταδιακά σε καταβολές χρημάτων για τη δήθεν θεραπεία, με καταβολές μετρητών, κατά τις κάτωθι ημερομηνίες: 1) στις 12.10.2017, του ποσού των 1.200 ευρώ, 2) στις 13.10.2017, του ποσού των 499,99 ευρώ, 3) στις 14.10.2017, του ποσού των 1.000 ευρώ, 4) στις 31.10.2017, του ποσού των 499,99 ευρώ, 5) στις 10.11.2017, του ποσού των 1.000 ευρώ, 6) στις 16.11.2017, του ποσού των 99,99 ευρώ, 7) στις 18.11.2017, του ποσού των 299,99 ευρώ, 8) στις 25.11.2017, του ποσού των 149,99 ευρώ, 9) στις 30.11.2017, του ποσού των 200 ευρώ, 10) στις 7.12.2017, του ποσού των 149,99 ευρώ, 11) στις 12.12.2017, του ποσού των 250 ευρώ, 12) στις 14.12.2017, του ποσού των 1.500 ευρώ, 13) στις 15.12.2017, του ποσού των 499,99 ευρώ, 14) στις 16.12.2017, του ποσού των 499,99 ευρώ, 15) στις 16.12. 2017, του ποσού των 99,99 ευρώ, 16) στις 16.12.2017, του ποσού των 800 ευρώ, 17) στις 19.12.2017, του ποσού των 2.500 ευρώ, 18) στις 22.12.2017, του ποσού των 2.000 ευρώ, 19) στις 23.12.2017, του ποσού των 580 ευρώ, 20) στις 28.12. 2017, του ποσού των 1.860 ευρώ, 21) στις 4.1.2018, του ποσού των 2.000 ευρώ και 22) στις 13.1.2018, του ποσού των 2.360 ευρώ. Ο εγκαλών δε θα συνέχιζε τις καταβολές, αν δεν τον ειδοποιούσε η μάρτυρας, Ε. Λ., περί της απάτης, που είχε διαπραχθεί εις βάρος του. Τότε, ο εγκαλών σταμάτησε τις καταβολές, έχοντας υποστεί περιουσιακή ζημία ύψους 20.049,91 ευρώ και, στις 13.2.2018 απέστειλε την από 7.2.2018 εξώδικη όχληση του προς την εταιρεία "GOLDEN CLINIC", ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων του, ουδέποτε, όμως, του αποδόθηκαν τα καταβληθέντα από αυτόν ποσά. Περί της απατηλής συμπεριφοράς των δύο πρώτων κατηγορουμένων και της περιουσιακής ζημίας, που υπέστη (η οποία άλλωστε αποδεικνύεται και από τις σχετικές αποδείξεις πληρωμής) κατέθεσε ενόρκως ο εγκαλών, τόσον στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επιβεβαιώνεται, δε, πλήρως από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος, Ε. Λ. Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι, ο εγκαλών δεν είχε πρόθεση να προβεί σε θεραπεία αδυνατίσματος, καθώς είχε προηγουμένως ολοκληρώσει πολυδάπανο (αξίας 70.000 ευρώ περίπου) και επιτυχές, όπως ο ίδιος κατέθεσε, πρόγραμμα αδυνατίσματος στην εταιρεία "NEW DAY", στις προεκτεθείσες δε καταβολές προς την εταιρεία "GOLDEN CLINIC" οδηγήθηκε, παραπεισθείς από τις απατηλές διαβεβαιώσεις των 1ης και 2ης των κατηγορουμένων περί της υπάρξεως δήθεν σοβαρού ιατρικού προβλήματος στην κοιλιακή του χώρα, δυνάμενο μάλιστα να επιφέρει απώλεια της ζωής του και το οποίο, δήθεν, θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί στη δήθεν δερματολογική κλινική της εταιρείας, που απαρτιζόταν από έμπειρους ιατρούς (γαστρεντερολόγο και καρδιολόγους). Στην απατηλή αυτή συμπεριφορά, εξαιτίας της οποίας ο εγκαλών υπέστη την προεκτεθείσα περιουσιακή ζημία, προέβησαν οι δύο πρώτες κατηγορούμενες, έχοντας κοινό δόλο, με σκοπό να περιποιήσουν στην εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος. Τις αποφάσεις των τριών ως άνω πρώτων κατηγορουμένων να τελέσουν το έγκλημα της απάτης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (η 1η) και κατ' εξακολούθηση και μη (οι λοιπές) και μη προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα ο 4ος κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του ιδρυτή και βασικού μετόχου (με 4.950 εκ των 5.000 μεριδίων) και εν τοις πράγμασι διαχειριστή της εταιρείας, προκειμένου να περιποιηθεί σε αυτήν παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των ως άνω παθόντων. Περί τούτου, η μάρτυρας Ε. Λ. ήταν κατηγορηματική, γνωρίζοντας και προηγούμενες παρόμοιες δράσεις των 3ης και 4ου των κατηγορουμένων, καταθέτοντας, μάλιστα, περί συστηματικής και στοχευμένης -εκ μέρους των τελευταίων-προσεγγίσεως πελατών-θυμάτων προς προσπορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους, καθώς και περί αλλαγής επωνυμίας της εταιρείας εκ μέρους του ιδρυτή της -4ου κατηγορουμένου- κάθε φορά, που αποκαλυπτόταν η δράση του". Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε τη δεύτερη κατηγορούμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα Α. Ν. ένοχη για την πράξη της απάτης (άρθρο 386 παρ. 1α' ΠΚ) και ειδικότερα του ότι "στο Σύνταγμα Αττικής, περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2017, ενεργώντας από κοινού, ήτοι, κατόπιν συναποφάσεως και με κοινό δόλο, με την 1η συγκατηγορουμένη της, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος και, ειδικότερα, σε επίσκεψη του εγκαλούντος Μ. Χ. του Α. Χ. στο ευρισκόμενο επί της οδού ... κατάστημα, που διατηρούσε η εταιρεία "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ", κατόπιν τηλεφωνικής κλήσεως υπαλλήλου της τελευταίας, του παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι η πρώτη εξ αυτών, Μ.-Τ. Μ. του Σ.-Σ. τυγχάνει ιατρός-γαστρεντερολόγος, η, δε, δεύτερη εξ αυτών, Α. Ν. του Μ. συστήθηκε, ως ιατρός-καρδιολόγος και με τις ιδιότητες τους αυτές του συνέστησαν να υποβληθεί στην υποδειχθείσα από αυτές θεραπεία προς αντιμετώπιση των κυστών, που δήθεν εμφάνιζε στην κοιλιακή χώρα, γεγονότα τα οποία γνώριζαν, οι κατηγορούμενες ότι ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια ήταν ότι ο εγκαλών δεν είχε κύστες στην κοιλιακή χώρα ούτε έπασχε από σοβαρό σχετικό πρόβλημα υγείας. Με τον τρόπο, δε, αυτόν έπεισαν τον ανωτέρω εγκαλούντα να καταβάλλει στην εταιρεία "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ", τα κάτωθι χρηματικά ποσά, ως αντίτιμο για τις δήθεν αναγκαίες θεραπείες: [αναφέρονται αντιστοίχως οι προπαρατεθείσες στο σκεπτικό μερικότερες καταβολές]... συνολικώς, το ποσό των 20.049,91 ευρώ, με σκοπό να αποκομίσει η εταιρεία με την επωνυμία "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ", παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στο παραπάνω συνολικό χρηματικό ποσό, το οποίο ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία της, προκαλώντας στον εγκαλούντα αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, ενώ ο τελευταίος ουδόλως θα προέβαινε στην κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων και την καταβολή των ανωτέρω ποσών, εάν γνώριζε την αναλήθεια των όσων του παρέστησαν." Με αυτά που δέχθηκε επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι ότι η πρώτη αναιρεσείουσα: α) κατόπιν συναποφάσεως και με κοινό δόλο, με τη συγκατηγορουμένη της Μ.-Τ. Μ., παρέστησαν στον εγκαλούντα Μ. Χ. ότι η πρώτη εξ αυτών (Μ. Μ.) τυγχάνει ιατρός-γαστρεντερολόγος, η δε δεύτερη εξ αυτών (Α. Ν.) συστήθηκε, ως ιατρός-καρδιολόγος και ότι αυτός πάσχει από κύστες στην κοιλιακή χώρα και πρέπει να υποβληθεί σε θεραπεία για την αντιμετώπιση τους β) ότι οι παραστάσεις αυτές ήταν ψευδείς, αφού αυτές δεν ήταν ιατροί ούτε ο εγκαλών είχε κύστες στην κοιλιακή χώρα, ούτε έπασχε από σοβαρό σχετικό πρόβλημα υγείας, γ) ότι εξαιτίας των ψευδών παραστάσεων αυτός πείσθηκε και κατέβαλε στην "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ", συνολικό ποσό 20.049,91 ευρώ, δ) ότι στην πράξη τους προέβησαν με σκοπό να αποκομίσει η εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στο παραπάνω χρηματικό ποσό, που ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία της, προκαλώντας στον εγκαλούντα αντίστοιχη περιουσιακή ζημία και ε) ότι ο εγκαλών ουδόλως θα προέβαινε στην κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων και την καταβολή των ανωτέρω ποσών, εάν γνώριζε την αναλήθεια των όσων του παρέστησαν, διέλαβε (το δικαστήριο) στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία [όπως αυτή στην προπαρατεθείσα ΙΙ νομική σκέψη αναλύθηκε], ως προς την κατάφαση της ενοχής της ήδη αναιρεσείουσας Α. Ν., μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος εισφερθέντων αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει (ήτοι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, αναγνωσθέντα πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, τα αναγνωσθέντα έγγραφα). Εκθέτει δε σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εισφέρθηκαν στη δίκη και από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 45 και 386 παρ. 1α' νΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ώστε να στερήσει την απόφασή από νόμιμη βάση, παρά τα περί του αντιθέτου αβασίμως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα. Οι περαιτέρω ειδικότερες αιτιάσεις της τελευταίας σχετικά με την εσφαλμένη εκτίμηση της ανακριτικής απολογίας της, η οποία (με τη συναίνεσή της) αναγνώσθηκε στο ακροατήριο (χωρίς μάλιστα η αναιρεσείουσα να αναφέρει κάτι ιδιαίτερο ως προς τους εκεί προβληθέντες ισχυρισμούς της, που φέρονται ως αγνοηθέντες) και των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων Μ. Χ. και Ε. Λ. ενώπιον του δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο σαφώς τις έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί τις άλλες αποδείξεις (σελ. 44-46), χωρίς (όπως προαναφέρθηκε στη ΙΙ νομική σκέψη) να είναι αναγκαίο να αξιολογείται κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά. Η δε κρίση του δικαστηρίου σχετικά με αυτές δεν ελέγχεται αναιρετικά και συνεπώς ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αναιρεσείουσας προβάλλεται απαραδέκτως. IV ) Με την παράγραφο 7 του άρθρου 79 του (νέου) ΠΚ, ως ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2019 μέχρι τη 17/11/2019, μέχρι δηλαδή την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 4637/2019 (ΦΕΚ 180/Α/18-11-2019), ορίζετο ότι "η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων" (ήτοι η βαρύτητα της πράξης, ο βαθμός ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή, οι συνέπειες της ποινής για τον ίδιο - τον υπαίτιο - και τους οικείους του κλπ) "δεν συνιστά αιτιολογία". Συνακόλουθα η διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, όπως ίσχυε από 1/7/2019 μέχρι 17/11/2019, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης διάταξης του προϊσχύσαντος ΠΚ (με την οποία απλώς απαιτείτο στη σχετική απόφαση να "αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που υπέβαλε"), αλλά ακόμη και αυτής που ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με τον ν. 4637/2019 και ισχύει, μετά την εκ νέου αντικατάστασή της με βάση το άρθρο 3 του ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α' 215/12-11-2021).

Εξάλλου, από τα οριζόμενα στις παραγράφους 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 79 του ισχύοντος ΠΚ, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπ' όψιν του το δικαστήριο, για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και του βαθμού ενοχής του υπαιτίου (εκτιμωμένης και της προσωπικότητάς του), καθώς και τα λοιπά κριτήρια, κατά τον νέο ΠΚ, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο αποφαίνεται με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς αυτήν. Πάντως το δικαστήριο για τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, λαμβάνει υπ' όψιν του τα δεδομένα που προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα απόφαση για την ενοχή του (ΑΠ 548/2021, ΑΠ 1376/2020). Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών που αναφέρονται στο οικείο μέρος της απόφασης, με αυτές του αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου, με τις οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο και θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη από την παρ. 7 του άρθρου 79 αιτιολογία, αν από το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη οι κανόνες που ορίζει η ανωτέρω διάταξη για την επιμέτρηση της ποινής. Υποχρέωση επανάληψης των περιστατικών αυτών στην περί της ποινής απόφαση δεν υφίσταται (ΑΠ 1949/2019). Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 του ΠΚ και τη διαμέσου αυτών σιωπηρή έστω επίκληση των όσων ήδη έγιναν δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής (ΑΠ 479/2020, ΑΠ 97/2020).

V) Με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18-4-2001 "Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι: α) αναγκαίοι με την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στα δικαιώματα του θιγομένου να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες για το θιγόμενο. Η παραβίαση της αρχής αυτής πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής, που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει τη κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας (ΟλΑΠ 14/2001, ΑΠ 851/2017, ΑΠ 986/2014).

Περαιτέρω η ίδια ως άνω αναιρεσείουσα (1η) με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως της, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ, ενώ δεν περιέλαβε ειδική αιτιολογία ως προς την ποινή που της επέβαλε όπως ορίζει το άρθρο αυτό και η αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επανέλαβε τη διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ χωρίς να περιλάβει ειδική αιτιολογία ως προς το ύψος της ποινής, ενώ επέβαλε την ίδια ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών τόσο στην πρώτη κατηγορουμένη Μ. Μ. Τ., η οποία κηρύχθηκε ένοχη για απάτη τελεσθείσα από κοινού με την αναιρεσείουσα, άπαξ, σε βάρος του Μ. Χ. και για απάτη από κοινού τελεσθείσα με την συγκατηγορουμένη της και ήδη αναιρεσείουσα Ε. Φ., κατ' εξακολούθηση σε βάρος της Μ. Μ., κατά συρροή, όσο και στον συγκατηγορούμενο της και ήδη αναιρεσείοντα Ν. Κ. ο οποίος κηρύχθηκε ένοχος για ηθική αυτουργία κατά συρροή στις πράξεις της απάτης των ανωτέρω κατηγορουμένων - αυτουργών, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της αναλογικότητας, αφού η πράξη της απάτης τελεσθείσα άπαξ [για την οποία εκείνη καταδικάσθηκε] έχει ελαφρύτερη ποινική απαξία από τις πράξεις των λοιπών καταδικασθέντων.

Εν προκειμένω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τις ενδιαφέρουσες για την εξέταση του παραπάνω αναιρετικού λόγου παραδοχές του(σελ. 63, 64), δέχθηκε ότι '' ... σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 7 του ΝΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι την τροποποίηση της με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 4637/2019, οριζόταν ότι: " ... ". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως η παράγραφος αυτής ισχύει μετά την έναρξη ισχύος του ΝΠΚ, που ορίζει ότι: " ... ". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 (όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 3 του ν. 4855/2021), 3, 4, 5 και 6 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια, που λαμβάνει υπ' όψιν του το Δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, του βαθμού ενοχής του δράστη, της προσωπικότητας αυτού, καθώς και με τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ ή κατά του υπαιτίου, προκύπτει, ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος, το βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου (χαρακτήρα, ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, βαθμό δυνατότητας, διαγωγή κατά και μετά την τέλεση της πράξεως), στοιχεία, που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ, η διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την έναρξη ισχύος του ΝΠΚ, με την οποία προβλέπεται συνεκτίμηση των συνεπειών της ποινής στον υπαίτιο και τους οικείους του, είναι ευμενέστερη έναντι των διατάξεων του ίδιου άρθρου του προϊσχύσαντος ΠΚ, στο οποίο δεν προβλεπόταν τέτοιο κριτήριο ...''.

Εν συνεχεία μετά την παράθεση της ανωτέρω νομικής σκέψεως το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:

"Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ' όψιν: 1) τη βλάβη, που τα εγκλήματα προξένησαν, 2) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο των πράξεων, καθώς, επίσης και όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου, που συνόδευσαν την προπαρασκευή και την εκτέλεση τους, 3) την ένταση του δόλου των κατηγορουμένων, όπως τα θεμελιωτικά στοιχεία αυτού ανωτέρω περιγράφηκαν, 4) τα αίτια, που τους ώθησαν στην εκτέλεση των εγκλημάτων, την αφορμή, που τους δόθηκε και το σκοπό, που επεδίωξαν, 5) τον χαρακτήρα τους και τον βαθμό της αναπτύξεως τους, που επηρέασαν τις πράξεις, 6) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή τους, στο μέτρο, που σχετίζονται με τις πράξεις, 7) το βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητος τους να πράξουν διαφορετικά, 8) τη διαγωγή τους κατά τη διάρκεια των πράξεων, καθώς και μετά από την τέλεση τους, λαμβανομένου υπόψιν ότι, στην εγκαλούσα, Μ. Μ., επεστράφη το ποσό των 9.000 ευρώ, πριν την άσκηση της ποινικής διώξεως, κρίνει, μετά από στάθμιση και των συνεπειών της ποινής για τους κατηγορούμενους και τους οικείους τους, σε συνδυασμό και με την ελαφρυντική περίσταση, που αναγνωρίσθηκε στο πρόσωπο της 3ης εξ αυτών, ότι πρέπει να επιβληθούν σε αυτούς οι εκτιθέμενες στο διατακτικό ποινές. Σημειώνεται ότι, ως προς την 1η και 4ο των κατηγορουμένων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καίτοι, έκρινε αυτούς ενόχους για την πράξη της κατά συρροή τελεσθείσας απάτης (την 1η εξ αυτών) και κατά συρροή τελεσθείσας ηθικής αυτουργίας σε απάτες (τον 4ο εξ αυτών), επέβαλε μία ποινή σε έκαστο εξ αυτών και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο τούτο, δεν δύναται να χειροτερεύσει τη θέση τους (άρθρο 470 του ΚΠΔ) και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να επιβάλει πλέον της μίας ποινής".

Από τα ανωτέρω με σαφήνεια προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στην αναιρεσείουσα, έκρινε με βάση τη διάταξη του άρθρου 79 του νέου ΠΚ, ως ίσχυε από 1/7/2019 μέχρι 17/11/2019, η δε αιτιολογία που διέλαβε σ' αυτήν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερη αιτιολογία και αναφορά αποδείξεων και περιστατικών δεν χρειαζόταν, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, διότι αυτά εκτίθενται αναλυτικώς στην περί ενοχής απόφαση (όπως προεκτέθηκε) και κατά συνέπεια δεν ήταν αναγκαίο να παρατεθούν εκ νέου στο οικείο μέρος της προσβαλλομένης αποφάσεως (κατά την επιμέτρηση της ποινής), τα περιστατικά που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που παρατίθενται στην κυρία, περί ενοχής, απόφαση (βλ και ΑΠ 5/2023).

Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πλήρως αιτιολογημένα έλαβε υπ' όψιν τη βαρύτητα της αξιόποινης πράξης που αυτή διέπραξε και την προσωπικότητά της, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε τα κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ και υπό την ευμενέστερη εκδοχή του Ν. 4637/2019 [που καταλαμβάνει και την ένδικη περίπτωση]. Ειδικότερα, μεταξύ των κριτηρίων, στα οποία απέβλεψε, εκτός των άλλων, είναι η φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, που με σαφήνεια προσδιορίζονται στο προπαρατεθέν αιτιολογικό περί ενοχής της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης (το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το περί ποινής σκεπτικό) και ειδικότερα το γεγονός ότι συστήθηκε στον εγκαλούντα Μ. Χ. ως ιατρός καρδιολόγος και τον έπεισε ότι ήταν σοβαρά άρρωστος εκμεταλλευόμενη έτσι τον φόβο κάθε ανθρώπου για την υγεία του όταν μάλιστα τον διαβεβαιώνει ιατρός ότι κινδυνεύει σοβαρά, ενώ τέλος η επιμέτρηση της ποινής έγινε μέσα στα όρια που ο νόμος διαγράφει για την ως άνω αξιόποινη πράξη (φυλάκιση 10 ημέρες έως 5 έτη), εν όψει δε της απαξίας της πράξης αυτής, που τέλεσε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, δια της επιβολής σε αυτήν ποινής φυλάκισης δύο ετών. Επί πλέον περιέλαβε ειδικότερη αιτιολογία σχετικά με το ύψος της ποινής που επέβαλε στους κατηγορούμενους Μ. Μ. και Ν. Κ., λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι επεστράφη ποσό 9.000 ευρώ στην παθούσα Μ. Μ. που αποτελούσε μέρος της ζημίας της από την πράξη της απάτης, που υπέστη αυτή και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, για την οποία καταδικάσθηκαν μόνον οι ανωτέρω δύο κατηγορούμενοι, ρητώς διευκρινίζοντας μάλιστα τους απορρέοντες από το άρθρο 470 ΚΠοινΔ περιορισμούς ως προς τους ανωτέρω κατηγορουμένους (Μ. - Κ.).

Συνεπώς ο αντίθετος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί παραβίασης της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, ουδόλως προέκυψε και για τούτο πρέπει να απορριφθεί, είναι αβάσιμος, όπως και ο ανωτέρω (2ος) λόγος στο σύνολο του.
Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου αναιρέσεως, η από 3-7-2025 [αρ. εκθ. 49/2025] αίτηση αναιρέσεως της Α. Ν. πρέπει να απορριφθεί. Β) Η δεύτερη αναιρεσείουσα, Ε. Φ., με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της αναίρεσης της, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Β ΚΠοινΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επειδή το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό της για αναγνώριση στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από τα παραδεκτώς, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους, δεν αποδεικνύεται ότι ο συνήγορος της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας Ε. Φ., υπέβαλε αίτημα για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη της που προβλέπεται στο άρθρο 84 παρ. 2ε' ΠΚ. Η υποβολή αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο με προσβολή τους για πλαστότητα ή με διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του ΚΠοινΔ (ΑΠ 301/2020, ΑΠ 44/2017). Επομένως δεν υπήρξε υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει επί του σχετικής ελαφρυντικής περιστάσεως. Αντιθέτως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα αιτήθηκε την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου (σελ.55), την οποία μάλιστα το δικαστήριο αναγνώρισε στο πρόσωπο της (σελ.61), κατ' επιείκιαν και παρά τον όλως συνοπτικό τρόπο της προβολής του (για το ορισμένο της προβολής του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού βλ. ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 2027/2018). Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, ο λόγος αυτός, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης, είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης της, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ, η αναιρεσείουσα Ε. Φ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της καταδίκης της στο αδίκημα της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, σχετικά με το ύψος της ποινής φυλάκισης δεκαοκτώ μηνών, που της επέβαλε το Δικαστήριο στο πλαίσιο του άρθρου 79 ΠΚ, αλλά και ως προς το απορριφθέν αίτημα της αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ 2 ε' ΠΚ.

Εν προκειμένω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το διατακτικό του, που παραδεκτώς συμπληρώνει το σκεπτικό του, που ανωτέρω παρατέθηκε στο σύνολό του κατά την εξέταση του πρώτου αναιρετικού λόγου της πρώτης αναιρεσείουσας, έκρινε τη δεύτερη αναιρεσείουσα ένοχη του ότι: "στην Κηφισιά και στο Σύνταγμα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 15.9.2017 έως τις 23.11.2017, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, από κοινού ενεργώντας με πρόσωπο, που συστήθηκε, ως "Μ. Π." (σε μία περίπτωση) και από κοινού ενεργώντας με την 1η συγκατηγορουμένη τη Μ. Τ. Μ., ήτοι κατόπιν συναποφάσεως και έχοντας κοινό δόλο, με συγκλίνουσες και ταυτόχρονες ή διαδοχικές συμπεριφορές, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ειδικότερα, του ότι: α) σε επίσκεψη της εγκαλούσας Μ. Μ. του Α. στις 15.9.2017, στο ευρισκόμενο, τότε, επί της ... στην Κηφισιά Αττικής υποκατάστημα της εταιρείας "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ", η 3η κατηγορουμένη, από κοινού ενεργώντας με πρόσωπο, που συστήθηκε ως "Μ. Π." και, έχοντας κοινό δόλο με την 1η κατηγορουμένη, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στην ανωτέρω εγκαλούσα, η οποία είχε ήδη προβεί στην αγορά ενός πακέτου δέκα (10) συνεδριών κρυολιποδιάλυσης της ως άνω εταιρείας, ότι, λόγω της συμμετοχής της στο ανωτέρω θεραπευτικό πρόγραμμα, δήθεν δικαιούτο πόντους επιβράβευσης, που αντιστοιχούν σε εκπτώσεις επί μελλοντικών αγορών της σε συνεργαζόμενα καταστήματα και β) σε συνεχόμενες επισκέψεις της εγκαλούσας, κατά το χρονικό διάστημα από τις 8.11.2017 έως τις 23.11.2017, στα κεντρικά γραφεία της ίδιας ως άνω εταιρείας επί της οδού ..., στο Σύνταγμα, αμφότερες οι 1η και 3η κατηγορούμενες με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούσαν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, παρέστησαν ψευδώς στην ίδια ως άνω εγκαλούσα ότι οι τάχα λανθασμένες αρχικές χρεώσεις, που έλαβαν χώρα στις πιστωτικές της κάρτες, στις 15.9.2017, θα διορθώνονταν, με τη διαδικασία επιστροφής μέσω πίστωσης, γεγονότα τα οποία γνώριζαν οι ανωτέρω κατηγορούμενες ότι ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια ήταν ότι ουδέποτε προσφέρθηκε στην εγκαλούσα πακέτο "πόντων" και ουδέποτε πιστώθηκαν στις πιστωτικές της κάρτες οι δήθεν λανθασμένες αρχικές χρεώσεις ούτε υπήρχε πρόθεση να πιστωθούν τα χρήματα, που είχαν χρεωθεί εις βάρος της εγκαλούσας στις 15.9.2017, με διάφορες δε προφάσεις ότι δήθεν η πιστωτική κάρτα, που τους παρέδιδε η εγκαλούσα, δεν λειτουργούσε ή ότι για διάφορους τεχνικούς λόγους δεν γινόταν η πίστωση των χρημάτων σε αυτές, έπεισαν την ανωτέρω εγκαλούσα να τους παραδώσει τις κάτωθι εκτιθέμενες χρεωστικές και πιστωτικές της κάρτες, προβαίνοντας ακολούθως στη χρέωση αυτών, ως κατωτέρω εκτίθεται: αα) την 15.9.2017, από κοινού ενεργώντας με πρόσωπο, που συστήθηκε στην εγκαλούσα, ως "Μ. Π., χρέωσαν τη με αριθ. ... πιστωτική κάρτα της εγκαλούσας, τύπου mastercard gold της Εθνικής Τράπεζας, με το ποσό των 4.000 ευρώ και τη με αριθ. ... πιστωτική κάρτα της εγκαλούσας, τύπου visa της Εθνικής Τράπεζας, με το ποσό των 3.843 ευρώ, ββ) κατά το χρονικό διάστημα από τις 8.11.2017 έως τις 23.11.2017, ενεργώντας από κοινού με την 1η συγκατηγορουμένη της, χρέωσαν ... [παρατίθενται μερικότερες χρεώσεις όπως προεκτέθηκαν αντιστοίχως], [και] συνολικά με το ποσό των 36.043 ευρώ, με σκοπό να αποκομίσει η εταιρεία με την επωνυμία "GOLDEN CLINIC I.Κ.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ", παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στο παραπάνω χρηματικό ποσό των 36.043 ευρώ, το οποίο εισέρευσε στην ως άνω εταιρεία, χωρίς να αντιστοιχούν σε παρασχεθείσες στην ανωτέρω εγκαλούσα αντίστοιχες υπηρεσίες και ενσωματώθηκε παράνομα στην περιουσία της ανωτέρω εταιρείας, κατόπιν δε οχλήσεων της εγκαλούσας της επιστράφηκε το συνολικό ποσό των 9. 000 ευρώ, προκαλώντας σ' αυτήν περιουσιακή ζημία (36.043 - 9.000= 27.043 ευ¬ρώ), ενώ η εγκαλούσα ουδόλως θα τους παρέδιδε τις προεκτιθέμενες χρεωστικές και πιστωτικές της κάρτες, εάν γνώριζε την αναλήθεια των όσων της παρέστησαν".

Με αυτά που δέχθηκε επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία [όπως αυτή αναλύθηκε στις προπαρατεθείσες
ΙΙ και ΙΙΙ νομικές σκέψεις], ως προς την κατάφαση της ενοχής της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης για την οποία καταδικάστηκε, τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εισφέρθηκαν στη δίκη και από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 386 παρ. 1α' νΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό στην απόφαση ότι: α) η αναιρεσείουσα Ε. Φ. από κοινού ενεργώντας με πρόσωπο, που συστήθηκε, ως "Μ. Π." (σε μία περίπτωση) και από κοινού ενεργώντας με την συγκατηγορουμένη της Μ. Μ., ήτοι κατόπιν συναποφάσεως και έχοντας κοινό δόλο, με συγκλίνουσες και ταυτόχρονες ή διαδοχικές συμπεριφορές παρέστησαν στην εγκαλούσα Μ. Μ., αρχικά στις 15.9.2017 ότι, λόγω της συμμετοχής της σε θεραπευτικό πρόγραμμα κρυολιποδιάλυσης της "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ", δήθεν δικαιούτο πόντους επιβράβευσης, που αντιστοιχούν σε εκπτώσεις επί μελλοντικών αγορών της σε συνεργαζόμενα καταστήματα και έτσι την έπεισαν να τους παραδώσει τις πιστωτικές της κάρτες της Εθνικής Τράπεζας τις οποίες αυτές χρέωσαν με το συνολικό ποσό των 7.843 ευρώ, ενώ στη συνέχεια, κατά το χρονικό διάστημα από τις 8.11.2017 έως τις 23.11.2017, της παρέστησαν ότι οι δήθεν λανθασμένες αρχικές χρεώσεις, που έλαβαν χώρα στις πιστωτικές της κάρτες, στις 15.9.2017, θα διορθώνονταν με τη διαδικασία επιστροφής μέσω πίστωσης και έτσι την έπεισαν να τους παραδώσει τις αναφερόμενες χρεωστικές και πιστωτικές της κάρτες και τους συνδεόμενους με αυτές λογαριασμούς, προβαίνοντας στη χρέωση αυτών κατ' εξακολούθηση με το συνολικό ποσό των 36.043 ευρώ, β) ότι τα ανωτέρω ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια ήταν ότι ουδέποτε προσφέρθηκε στην εγκαλούσα πακέτο "πόντων επιβράβευσης" και ουδέποτε πιστώθηκαν στις πιστωτικές της κάρτες οι δήθεν λανθασμένες αρχικές χρεώσεις ούτε υπήρχε πρόθεση να πιστωθούν τα χρήματα που είχαν χρεωθεί εις βάρος της εγκαλούσας στις 15.9.2017, γ) ότι στην πράξη τους προέβησαν με σκοπό να αποκομίσει η ως άνω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 27.043 ευρώ όπως διαμορφώθηκε κατόπιν επιστροφής στην εγκαλούσα 9.000 ευρώ και ε) ότι η εγκαλούσα ουδόλως θα τους παρέδιδε τις προεκτιθέμενες χρεωστικές και πιστωτικές της κάρτες, εάν γνώριζε την αναλήθεια των όσων της παρέστησαν. Επομένως αβασίμως η δεύτερη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ως προς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε. Ο δε ισχυρισμός της ότι δεν αιτιολογείται ειδικά ο κοινός δόλος που είχε αυτή με την συγκατηγορούμενη της Μ. Μ. και την "Μ. Π." και η σύμπραξη της στην τέλεση της απάτης σε βάρος της εγκαλούσας Μ. Μ. είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, στις 15-9-2017, όταν η εγκαλούσα μετέβη στο κατάστημα της εταιρείας στην Κηφισιά, την υποδέχθηκαν η "Μ. Π." και η αναιρεσείουσα και της παρέστησαν ψευδώς τα ανωτέρω, ότι της ζήτησαν τις πιστωτικές της κάρτες για να περαστούν δήθεν οι πόντοι επιβράβευσης, ότι η εγκαλούσα παρέδωσε τις κάρτες της Εθνικής Τράπεζας στην αναιρεσείουσα, η οποία της ζήτησε τον κωδικό των καρτών και ότι, όταν η εγκαλούσα είδε την υπέρογκη χρέωση των 7.843 ευρώ, διαμαρτυρήθηκε και η αναιρεσείουσα τη διαβεβαίωσε ψευδώς ότι οι χρεώσεις είχαν γίνει κατά λάθος και ότι μέχρι να επιστρέψει στην οικία της θα γινόταν η διόρθωση, γεγονός βεβαίως που ουδέποτε έλαβε χώρα, ενώ περαιτέρω όταν η εγκαλούσα επισκέφθηκε μετά από τηλεφώνημα τα γραφεία της εταιρείας στο Σύνταγμα προκειμένου να της επιστραφούν τα χρήματα, οι ίδιες κατηγορούμενες με διάφορες ψευδείς παραστάσεις που αναφέρονται αναλυτικά στο σκεπτικό της απόφασης της έπαιρναν κατ' επανάληψη τις κάρτες της και τις χρέωναν με τα προαναφερόμενα ποσά. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται (κατά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του) ότι η συμπεριφορά αυτή της αναιρεσείουσας ήταν μέρος του συνολικού σχεδίου της τέλεσης της απάτης σε βάρος της εγκαλούσας, το οποίο είχε συναποφασίσει εξαρχής με τις συγκατηγορούμενες της και συνέπραξε με τις ενέργειες της στην ολοκλήρωση του. Επομένως ο περί του αντιθέτου παραπάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω το δικαστήριο με ειδική αιτιολογία, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του στο σχετικό κεφάλαιο για την επιμέτρηση της ποινής και αναφέρονται ανωτέρω στην εξέταση του ίδιου αναιρετικού λόγου της πρώτης αναιρεσείουσας, επέβαλε σε αυτήν ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (μηνών) μετά και την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, ήτοι μικρότερη ποινή σε σχέση με τους λοιπούς κατηγορουμένους. Ειδικότερη αιτιολογία και αναφορά αποδείξεων και περιστατικών δεν χρειαζόταν, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού αυτά προκύπτουν από την περί ενοχής απόφαση και κατά συνέπεια δεν ήταν αναγκαίο να παρατεθούν εκ νέου στην προσβαλλομένη απόφαση, στο οικείο μέρος για την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που παρατίθενται στην κυρία απόφαση [ΑΠ 1949/2019], με την οποία κηρύχθηκε ένοχη αυτή για την πράξη της απάτης με προκληθείσα ζημία και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος ποσού 27.043 ευρώ. Τα αντίθετα επομένως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα στον δεύτερο λόγο της αιτήσεως της απορριπτέα τυγχάνουν. Τέλος ως προς την εκ νέου επαναλαμβανομένη αιτίαση της δεύτερης αναιρεσείουσας ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν περιέλαβε καμία αιτιολογία ως προς το (φερόμενο) υποβληθέν αίτημα της για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, ισχύουν όσα εξετέθησαν κατά την εξέταση του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, που απερρίφθη ως αβάσιμος. Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου αναιρέσεως, η από 7-7-2025 [αρ. πρωτ. 5173] αίτηση αναιρέσεως της Ε. Φ. πρέπει να απορριφθεί.

VΙ) Κατά το άρθρο 386Α ΠΚ προβλέπεται το αδίκημα της απάτης με υπολογιστή σύμφωνα με το οποίο "1. Όποιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, επηρεάζοντας το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας επεξεργασίας δεδομένων υπολογιστή: α) με τη μη ορθή διαμόρφωση προγράμματος υπολογιστή, β) με τη χωρίς δικαίωμα παρέμβαση σε πληροφοριακό σύστημα, γ) με τη χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών ψηφιακών δεδομένων υπολογιστή, ιδίως δεδομένων αναγνώρισης της ταυτότητας, δ) με τη χωρίς δικαίωμα εισαγωγή, αλλοίωση, διαγραφή, μετάδοση ή εξάλειψη ορθών ψηφιακών δεδομένων υπολογιστή, ιδίως ψηφιακών δεδομένων αναγνώρισης της ταυτότητας, ή ε) με τη χωρίς δικαίωμα αξιοποίηση λογισμικού προορισμένου για τη μετακίνηση χρημάτων ή νομισματικής αξίας τιμωρείται με φυλάκιση, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή". Το έγκλημα του άρθρου 386 Α του νέου ΠΚ ως προς μεν τη δομή του ομοιάζει με αυτό της απάτης του άρθρου 386 νΠΚ και προστατεύει το ίδιο έννομο αγαθό (περιουσία), διαφέρει όμως, γιατί η περιουσιακή βλάβη επέρχεται, όχι με την παραπλάνηση ενός φυσικού προσώπου που είναι αρμόδιο να λαμβάνει αποφάσεις ή να διενεργεί έλεγχο κλπ, αλλά αποκλειστικά και μόνο με τον επηρεασμό των στοιχείων του υπολογιστή, δηλαδή με την επέμβαση του δράστη κατά τον προγραμματισμό του συστήματος και την επεξεργασία των δεδομένων, σε οποιαδήποτε φάση της λειτουργίας του Η/Υ (ΑΠ 1215/2023, ΑΠ 734/2021). Ειδικότερα, η εγκληματική συμπεριφορά τυποποιείται με την πραγματοποίηση ενός από τους περιοριστικά αναφερόμενους πέντε τρόπους (έγκλημα υπαλλακτικά ή διαζευκτικά μικτό) με άμεσο αποτέλεσμα τον επηρεασμό των στοιχείων/δεδομένων του Η/Υ, που προκαλεί αιτιωδώς ως τελικό αποτέλεσμα άμεση περιουσιακή ζημία και κατ' ακρίβεια μείωση ξένης περιουσίας, χωρίς δηλαδή παρεμβολή ανθρώπινης συμπεριφοράς μεταξύ επεξεργασίας των δεδομένων και της ζημίας, προς όφελος του δράστη ή τρίτου (ΑΠ 1215/2023, ΑΠ 1087/2019).

Γ] Ο τρίτος αναιρεσείων Ν. Κ. με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της αναίρεσης του, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠοινΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης επειδή, ως ισχυρίζεται, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, όφειλε να τα υπαγάγει στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 386Α ΠΚ (σε συνδυασμό με άρθρο 46 παρ.1 εδ. α' ΠΚ), ενώ εσφαλμένα τα υπήγαγε στη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "στην Κηφισιά και στο Σύνταγμα Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από τις 15.9. 2017 έως τις 23.11.2017, με την ιδιότητα του ιδρυτή, βασικού μετόχου (με 4.950 εκ των 5.000 μεριδίων) και εν τοις πράγμασι διαχειριστή της εταιρείας με την επωνυμία "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ", με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, ήτοι, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις που διέπραξαν και, ειδικότερα, με πειθώ και φορτικότητα, συμβουλές και παραινέσεις, προκάλεσε: α) στην 1η κατηγορουμένη Μ.-Μ. Τ. του Σ. - Σ. την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση και μη και κατά συρροή, που τελικά εκείνη διέπραξε, κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχεία κατηγορίας "1" και "2" αντίστοιχα τρόπο, β) στη 2η κατηγορουμένη Α. Ν. του Μ. την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, που τελικά εκείνη διέπραξε, κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχεία "2" αντίστοιχα τρόπο και γ) στην 3η κατηγορουμένη Ε. Φ. του Ε. την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, που τελικά εκείνη διέπραξε, κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχεία "1" τρόπο, προκειμένου η εταιρεία "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ" να αποκομίσει παρανόμως τα προεκτεθέντα χρηματικά ποσά σε βάρος της περιουσίας των ανωτέρω παθόντων, Μ. Μ. και Μ. Χ.". Τα πραγματικά αυτά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ορθώς τα υπήγαγε στη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1α' νΠΚ (εν συνδυασμώ με τα άρθρα 45, 46, 94, 98 ΠΚ), που ερμήνευσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, ώστε να στερήσει την απόφασή του από τη νόμιμη βάση, όπως αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω κατά την εξέταση του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου που προέβαλαν οι συγκατηγορούμενες του, στις οποίες, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, εκείνος (αναιρεσείων) προκάλεσε την απόφαση να τελέσουν τις πράξεις για τις οποίες καταδικαστήκαν. Επιπλέον τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν μπορούν να υπαχθούν στον κανόνα δικαίου του άρθρου 386 Α του ΠΚ, ως διατείνεται ο αναιρεσείων, αφού στο αδίκημα αυτό, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα VI νομική σκέψη, η περιουσιακή βλάβη επέρχεται όχι με την παραπλάνηση ενός φυσικού προσώπου, αλλά αποκλειστικά και μόνο με τον επηρεασμό των στοιχείων του υπολογιστή, δηλαδή με την επέμβαση του δράστη κατά τον προγραμματισμό του συστήματος και την επεξεργασία των δεδομένων, σε οποιαδήποτε φάση της λειτουργίας του Η/Υ, γεγονός που ουδόλως προέκυψε εν προκειμένω από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που εγένοντο δεκτά ως αποδειχθέντα.
Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως του τρίτου αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

VII) Από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ότι "κατ` εξακολούθηση έγκλημα" είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες (μερικότερες) ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά, μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους (ενότητα δόλου). Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος (ΑΠ 213/2024). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως του ανωτέρω αναιρεσείοντος (ομοίως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠοινΔ) ο τελευταίος μέμφεται το δικαστήριο ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 94 και 98 ΠΚ, διότι, ενώ δέχθηκε στο σκεπτικό του ότι αυτός τέλεσε την πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή πείθοντας τις λοιπές συγκατηγορούμενες του να τελέσουν την πράξη της απάτης από κοινού, άπαξ ή κατ' εξακολούθηση, εν τούτοις όλως αντιφατικά με το διατακτικό του τον κήρυξε ένοχο για ηθική αυτουργία στην πράξη της απάτης από κοινού τελεσθείσας άπαξ ή κατ' εξακολούθηση, προσθέτοντας "και κατά συρροή" στην περίπτωση της συγκατηγορουμένης του Μ. Τ. Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, αφού ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης. Ειδικότερα στο σκεπτικό του το δικαστήριο δέχεται ότι η κατηγορουμένη Μ. Μ., πρέπει να κηρυχθεί ένοχη "για την πράξη της απάτης, κατά συρροή, ήτοι, εις βάρος της Μ. Μ. και του Μ. Χ. και κατ' εξακολούθηση, εις βάρος της Μ. Μ., από κοινού με την 3η κατηγορουμένη και άπαξ, εις βάρος Μ. Χ., από κοινού με τη δεύτερη κατηγορουμένη, ....και 4) ο 4ος κατηγορούμενος, για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή, στις από κοινού τελεσθείσες, κατ' εξακολούθηση και μη απάτες, που τέλεσαν οι 3 συγκατηγορούμενές του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις" και κατόπιν τούτου (στο διατακτικό) κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και δη την 1η κατηγορουμένη του ότι: "με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν περισσότερα εγκλήματα, ενεργώντας από κοινού με τις 2η (με συγκλίνουσες και ταυτόχρονες αλλά και διαδοχικές πράξεις) και 3η συγκατηγορούμενές της, ήτοι, κατόπιν συναποφάσεως και με κοινό δόλο, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών, έβλαψαν με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος (εις βάρος της Μ. Μ.) και άπαξ (εις βάρος του Μ. Χ.) ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος από την βλάβη αυτής της περιουσίας".
Συνεπώς ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, η οποία καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, αφού στο (προπαρατεθέν κατά την εξέταση της πρώτης αναιρέσεως) σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται αναλυτική αναφορά στις απατηλές ενέργειες της (αρχικώς κατηγορουμένης) Μ. Μ. τόσο εις βάρος της Μ. Μ. (στις 15-9-2017 και 11ος 2017) όσο και εις βάρος του Μ. Χ. (Οκτώβριος 2017). Οι περαιτέρω προβαλλόμενες με τον παραπάνω λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 94 ΠΚ (αντί του ορθού 98 ΠΚ) ως εκ του πραγματοπαγούς χαρακτήρα του προστατευομένου με το άρθρο 386 ΠΚ εννόμου αγαθού, απορριπτέα τυγχάνουν, αφού (ανεξαρτήτως ότι σχετικός ισχυρισμός δεν προκύπτει ότι προεβλήθη στο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο), το ανωτέρω αδίκημα τελείται και κατά συρροή, όταν οι απατηλές ενέργειες στρέφεται κατά πλειόνων προσώπων (ΑΠ 966/2019, ΑΠ 1191/2019). Στο δικαστήριο δε της ουσίας εναπόκειται η κρίση, αν πλείονες ομοειδείς πράξεις του αυτού προσώπου τελούν σε ενότητα εγκληματικής αποφάσεως, ως εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος (ΑΠ 1487/2010).

VIII) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και ειδικότερα είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, κυρίως με την αναγνώριση βαρύτερης ενοχής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή την καταδίκη για πράξη, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη ούτε έλαβε χώρα καταδίκη στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και της εκδιδόμενης από το δικαστήριο του ένδικου μέσου (ΑΠ 622/2023, ΑΠ 1025/2022) Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως του, εκ του άρθρου 510 παρ 1 Θ' ΚΠοινΔ, ο τρίτος αναιρεσείων παραπονείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, τον καταδίκασε για πράξη βαρύτερη από αυτήν, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος με την πρωτοβάθμια απόφαση. Ο λόγος όμως αυτός τυγχάνει απορριπτέος, ως εδραζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε αυτόν για (κατά συρροή) ηθική αυτουργία σε απάτη τελεσθείσα κατ' εξακολούθησή αλλά και κατά συρροή, ανεξαρτήτως ότι επέβαλε στον αναιρεσείοντα (και στην πρώτη κατ/νη Μ. Μ.) μία μόνο ποινή. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (αλλά και από την πρωτόδικη απόφαση - σελ. 1), η ποινική δίωξη ασκήθηκε για το αδίκημα της "απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση και μη, κατά συρροή και μη". Κατά το κλητήριο θέσπισμα, το οποίο ως προς την πράξη αυτή δεν προσεβλήθη από κάποιον εκ των κατηγορουμένων (σε αντίθεση με την αρχικώς αποδιδομένη πράξη της αντιποίησης αρχής) στην πρώτη των κατηγορουμένων Μ. Μ., αποδόθηκαν τα εξής:
"1) στην Κηφισιά και στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 15.9.2017 έως τις 23.11.2017, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού, ήτοι, κατόπιν συναποφάσεως και με κοινό δόλο, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων, ως αληθινών, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με σκοπό, από τη βλάβη αυτής της περιουσίας, να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος και, ειδικότερα, σε συνεχόμενες επισκέψεις της εγκαλούσας Μ. Μ. του Α. στο ευρισκόμενο επί της ... στην Κηφισιά Αττικής υποκατάστημα - δερματολογική κλινική της εταιρείας με την επωνυμία "GOLDEN CLINIC I.Κ.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ" και αφού προηγουμένως η τρίτη εξ αυτών Ε. Φ. του Ε. παρουσιάστηκε στην ανωτέρω εγκαλούσα με το όνομα Μ. Π., παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στην ανωτέρω εγκαλούσα, η οποία είχε προβεί στην αγορά ενός πακέτου δέκα συνεδριών κρυολιποδιάλυσης της άνω εταιρίας, ότι λόγω της συμμετοχής της ανωτέρω στο θεραπευτικό πρόγραμμα δήθεν δικαιούται πόντους επιβράβευσης που αντιστοιχούν σε εκπτώσεις επί μελλοντικών αγορών της σε συνεργαζόμενα-καταστήματα και ότι οι τάχα λανθασμένες αρχικές χρεώσεις, που έλαβαν χώρα στις πιστωτικές της κάρτες θα διορθώνονταν, με τη διαδικασία επιστροφής μέσω πίστωσης, γεγονότα τα οποία γνώριζαν οι ανωτέρω κατηγορούμενες ότι ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια ήταν ότι ουδέποτε προσφέρθηκε στην εγκαλούσα πακέτο "πόντων" και ουδέποτε πιστώθηκαν στις πιστωτικές της κάρτες οι δήθεν λανθασμένες αρχικές χρεώσεις. Με τον τρόπο δε αυτό έπεισαν την ανωτέρω εγκαλούσα να τους παραδώσει τις κάτωθι αναφερόμενες-, χρεωστικές και πιστωτικές της κάρτες, προβαίνοντας ακολούθως στη χρέωση αυτών, ...[εκτίθενται επιμέρους χρεώσεις πιστωτικών καρτών]... με το ποσό των 36.043 ευρώ, με σκοπό να αποκομίσει η εταιρεία με την επωνυμία "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΟ IATΡΕΙΟ περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στο προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 36.043 ευρώ, το οποίο εισέπραξαν για λογαριασμό της εταιρείας, χωρίς να παρέχουν στην ανωτέρω εγκαλούσα αντίστοιχες υπηρεσίες και ενσωματώθηκε παράνομα στην περιουσία της ανωτέρω εταιρείας. 2) Περαιτέρω, η πρώτη και δεύτερη εξ αυτών, Μ. - Τ. Μ. του Σ. - Σ. και Α. Ν. του Μ., στην Αθήνα, αρχές Οκτωβρίου του 2017, ενεργώντας από κοινού, σε επίσκεψη του εγκαλούντος Χ. του Α. Χ. στο ευρισκόμενο επί της οδού ... δερματολογικό που διατηρούσε η εταιρεία "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ", κατόπιν τηλεφωνικής κλήσης υπαλλήλου της τελευταίας, του παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι η πρώτη εξ αυτών Μ. Τ. Μ. του Σ. - Σ. τυγχάνει ιατρός - γαστρεντερολόγος και η δεύτερη εξ αυτών Α. Ν. του Μ. τυγχάνει ιατρός - καρδιολόγος και με τις ιδιότητες τους αυτές συνέστησαν να υποβληθεί στην υποδειχθείσα από αυτές θεραπεία προς αντιμετώπιση των κυστών που δήθεν εμφάνιζε στην κοιλιακή χώρα, γεγονότα τα οποία γνώριζαν οι κατηγορούμενες ότι ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια ήταν ότι ο εγκαλών υποβλήθηκε σε λιπομέτρηση και ουδέποτε εμφάνιζε κύστες. Με τον τρόπο δε αυτό έπεισαν τον ανωτέρω εγκαλούντα να καταβάλλει στην εταιρεία "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ": ...[εκτίθενται επί μέρους καταβολές]..., συνολικά το ποσό των 20.049,91 ευρώ, με σκοπό να αποκομίσει η εταιρεία με την επωνυμία "GOLDEN Ι.Κ.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ", παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στο προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 20.049,91 ευρώ, το οποίο ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία της, προκαλώντας στον εγκαλούντα αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, ενώ ο τελευταίος ουδόλως θα προέβαινε στην κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων και την καταβολή των ανωτέρω ποσών, εάν γνώριζε την αναλήθεια των όσων του παρέστησαν". Ήτοι, στην πρώτη κατηγορουμένη Μ. Μ. αποδόθηκε κατά το κατηγορητήριο η πράξη της απάτης από κοινού, κατά συρροή (ήτοι κατά των παθόντων Μ. Μ. και Μ. Χ.) και κατ' εξακολούθηση (κατά της Μ. Μ., στις 15-9-17 και 23-11-17) και μη, δηλαδή άπαξ (κατά του Μ. Χ., 8ος 2017). Σημειώνεται ότι μόνο στην παραπάνω κατηγορουμένη (Μ. Μ.) αποδόθηκε η εξαπάτηση περισσότερων προσώπων, ενώ αντίθετα στις άλλες δύο συγκατηγορούμενες της, η εξαπάτηση ενός παθόντος κάθε φορά και ειδικότερα στην Ε. Φ. η εξαπάτηση της Μ. Μ. και στην Α. Ν. η εξαπάτηση του Μ. Χ. (αμφότερες από κοινού με τη Μ. Μ.).

Περαιτέρω στον εδώ τρίτο αναιρεσείοντα αποδόθηκαν τα εξής: "στην Αθήνα και στην Κηφισιά Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από 15-09-2017 έως 23-11-2017, με την ιδιότητα του ιδρυτή, βασικού μετόχου (με 4.950 εκ των 5.000 μεριδίων) και εν τοις πράγμασι διαχειριστή της εταιρείας με την επωνυμία "GOLDEN CLINIC Ι.Κ.Ε. ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ", με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές και ειδικότερα, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις που διέπραξαν και ειδικότερα με πειθώ και φορτικότητα, συμβουλές και παραινέσεις, προκάλεσε: 1) στην πρώτη κατηγορουμένη Μ. - Τ. Μ. του Σ. - Σ. την απόφαση να τελέσει τα πλημμελήματα της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή και της αντιποίησης, που τελικά εκείνη διέπραξε, κατά τον αναφερόμενο υπό στοιχεία κατηγορίας "1", "2" και "3" αντίστοιχα τρόπο [ο υπ' αρ. 3 τρόπος αφορά αντιποίηση αρχής], 2) στη δεύτερη κατηγορουμένη Α. Ν. του Μ. την απόφαση να τελέσει τα πλημμελήματα της απάτης από κοινού και της αντιποίησης, που τελικά εκείνη διέπραξε, κατά τον αναφερόμενο υπό στοιχεία "2" και "4" αντίστοιχα τρόπο [ο υπ' αρ. 4 τρόπος αφορά αντιποίηση αρχής] και 3) στην τρίτη κατηγορουμένη Ε. Φ. του Ε. την απόφαση να τελέσει το πλημμέλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση, που τελικά εκείνη διέπραξε, κατά τον αναφερόμενο υπό στοιχεία "1" τρόπο".

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την αντίστοιχη απόφασή του, υιοθέτησε πλήρως το ως άνω κατηγορητήριο (κλητήριο θέσπισμα, με εξαίρεση το αρχικώς αποδιδόμενο αδίκημα της αντιποιήσεως αρχής), τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως, χωρίς σε κανένα σημείο της να προβαίνει (αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν σχετικού αιτήματος) σε μεταβολή της κατηγορίας της Μ. Μ. από απάτη κατά συρροή (κατά των παθόντων Μ. Μ. και Μ. Χ.) σε κατ' εξακολούθηση τοιαύτη ή να γίνεται έστω ακροθιγώς μνεία για ενότητα δόλου ή εγκληματικής αποφάσεως. Όπως δε κατά την εξέταση του αμέσως παραπάνω (2ου) λόγου αναφέρθηκε, στο δικαστήριο της ουσίας εναπόκειται η κρίση, αν πλείονες ομοειδείς πράξεις του ιδίου δράστη τελούν σε ενότητα εγκληματικής αποφάσεως, ως εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος (ΑΠ 14872010), κάτι που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Ωστόσο, εν συνεχεία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκ προφανούς παραδρομής, επέβαλε μια ποινή, όχι μόνο στην 1η κατηγορουμένη Μ. Μ., για την οποία ο εδώ τρίτος αναιρεσείων διατείνεται ότι υπήρξε μεταβολή κατηγορίας (από συρροή σε κατ' εξακ/ση), αλλά και στον τελευταίο, μολονότι αυτός αναμφισβήτητα καταδικάστηκε σε κατά συρροή τελεσθέν αδίκημα, ήτοι σε ηθική αυτουργία κατά συρροή στην πράξη της απάτης, που τέλεσαν (επιμέρους) οι τρεις συγκατηγορούμενες του. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται, όχι μόνο από την παράθεση του οικείου άρθρου (94) του ΠΚ, κατά το οικείο μέρος της πρωτόδικης αποφάσεως (σ. 51), αλλά και από τη χρήση πληθυντικού αριθμού ("πλημμελήματα") στο οικείο μέρος του διατακτικού της, που αφορά την ηθική αυτουργία στην τέλεση της πράξης, που ο εδώ αναιρεσείων προκάλεσε στην πρώτη κατηγορουμένη Μ. Μ., σε αντίθεση με τη χρήση ενικού αριθμού ("πλημμέλημα") στο οικείο μέρος του διατακτικού που αφορά την πράξη που προκάλεσε στην κατηγορουμένη Ε. Φ. (βλ. σελ. 48-49 της πρωτόδικης αποφάσεως "προκάλεσε [ο Ν. Κ.]... α) στην πρώτη κατηγορουμένη Μ. - Τ. Μ. του Σ. - Σ. την απόφαση να τελέσει τα πλημμελήματα της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση ... 3) στην τρίτη κατηγορουμένη Ε. Φ. του Ε. την απόφαση να τελέσει το πλημμέλημα της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση". Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να κηρύξει την 1η κατηγορουμένη, Μ. Μ., ένοχη ότι "στην Κηφισιά και στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 15.9.2017 έως τις 23.11.2017, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν περισσότερα εγκλήματα, ενεργώντας από κοινού με συγκατηγορούμενές της, έβλαψαν με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος (εις βάρος της Μ. Μ.) και άπαξ (εις βάρος του Μ. Χ.)" και τον εδώ τρίτο αναιρεσείοντα ότι προκάλεσε "στην 1η κατηγορουμένη Μ.-Τ. Μ. του Σ. - Σ. την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση και μη και κατά συρροή, που τελικά εκείνη διέπραξε, κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχεία κατηγορίας "1" και "2" αντίστοιχα τρόπο", δεν μετέβαλε την κατηγορία, ούτε χειροτέρευσε τη νομική θέση του εκκαλούντος - τρίτου αναιρεσείοντος σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά απλώς βελτίωσε νομοτεχνικά και κατέστησε σαφέστερο το αδίκημα για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, χωρίς να του επιβάλει επαυξημένη ποινή, δεσμευόμενο από την (έστω εσφαλμένη) απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Μάλιστα, το τελευταίο ενισχύεται και από τα εκτιθέμενα στη σελ. 64 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο οικείο μέρος της επιμέτρησης της ποινής. Μετά ταύτα και ο τρίτος λόγος της ως άνω αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. ΙΧ) Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 περ. δ' νέου ΠΚ το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης ή η ομολογία για την τέλεση της πράξης (ΑΠ 1341/2022, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1156/2019, ΑΠ 1466/2019). Η ελαφρυντική αυτή περίσταση του στοιχείου δ' του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ ισχύει για όλα ανεξαιρέτως τα εγκλήματα και διαφέρει δογματικά της έμπρακτης μετάνοιας ως λόγου εξάλειψης του αξιόποινου και εκείνης του άρθρου 79 παρ.3δ' του ΠΚ (ήδη άρθρου 79 παρ.3 στ' νέου ΠΚ), ως σύστοιχου κριτηρίου επιμέτρησης της ποινής. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις απαιτείται να είναι ειλικρινής, δηλαδή να είναι σύμφωνη με την αληθινή βούληση του υπαιτίου. Η έμπρακτη μετάνοια ως ελαφρυντική περίσταση, έναντι εκείνης που προβλέπεται σε ορισμένα μόνο εγκλήματα ως λόγος εξάλειψης του αξιόποινου, διαθέτει ιδιότητες λιγότερες, και επομένως είναι δυνατόν η μετάνοια αυτή να μην αναγνωρισθεί για εξάλειψη του αξιοποίνου, αλλά να θεωρηθεί ότι η αποκαταστατική συμπεριφορά του δράστη, που διαθέτει μόνο το ψυχολογικό στοιχείο της ατιμώρητης έμπρακτης μετάνοιας, συντρέχει ως ελαφρυντική περίσταση, όχι δε και το αντίθετο. Υπάρχει περίπτωση να μη συντρέχει η έμπρακτη μετάνοια ως ελαφρυντική περίσταση και να μην αναγνωρισθεί για εξάλειψη του αξιόποινου, αλλά να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, ιδίως όταν εκδηλώνεται η επιθυμία αποκατάστασης των συνεπειών υπό του δράστη ή όταν υπάρχει μερική αποκατάσταση του θύματος (ΑΠ 912/2020). Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως του ο τρίτος αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον αυτοτελή ισχυρισμό του για την αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' ΠΚ, η οποία έπρεπε να του αναγνωρισθεί, επειδή η εταιρεία του επέστρεψε στην παθούσα Μ. Μ. ποσό 9.000 ευρώ, επιδιώκοντας έτσι να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2δ του ΠΚ. Το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, με την ακόλουθη αιτιολογία: "ο 4ος κατηγορούμενος ζήτησε, διά του συνηγόρου υπερασπίσεως του, να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμέλειας, βασιζόμενος στο γεγονός ότι, μετά την τέλεση της πράξεως, η εταιρεία επέστρεψε στην εγκαλούσα, Μ. Μ., τον Απρίλιο του έτους 2018, το ποσό των 9.000 ευρώ. Ωστόσο, μόνο το γεγονός ότι, επεστράφη από την εταιρεία προς την μία, μόνον, εκ των δύο παθόντων-εγκαλούντων, Μ. Μ., μικρό σχετικά μέρος της συνολικής ζημίας της ποσού 36.043 ευρώ και, δη, μετά την αποκάλυψη της πράξεως του και, προφανώς, προς αποφυγή διώξεως του, για κακουργηματική απάτη με συνολικό όφελος/ζημία άνω των 30.000 ευρώ (υπό την παλαιά μορφή της διατάξεως του άρθρου 386 παρ.3 εδ. α' του ΠΚ), δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει την αναγνώριση στο πρόσωπο του 4ου κατηγορουμένου της αιτηθείσας ελαφρυντικής περιστάσεως. Πρέπει, επομένως, ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός να απορριφθεί, το ανωτέρω, δε, στοιχείο της επιστροφής στην εγκαλούσα μέρος των χρημάτων της, θα συνεκτιμηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής.". Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη (όπως αυτή αναλύθηκε στις προπαρατεθείσες ΙΙ και ΙΙΙ νομικές σκέψεις), δεχόμενη, κατά ανέλεγκτη κρίση, ότι η επιστροφή του ποσού των 9.000 € έγινε προσχηματικά, προκειμένου να αποφευχθεί η δίωξη για απάτη σε βαθμό κακουργήματος αφού έτσι η ζημία περιοριζόταν στο ποσό των 27.043 € (δηλαδή κάτω του ισχύοντος τότε ορίου των 30.000 €), και δεν έγινε από ειλικρινή μεταμέλεια, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στην προπαρατεθείσα ΙΧ νομική σκέψη. Συνεκτιμήθηκε ωστόσο κατά την επιμέτρηση της ποινής ως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης (σελ. 64). Επομένως και ο λόγος αυτός της ως άνω αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, όπως και η υπό κρίση αίτηση του ανωτέρω αναιρεσείοντος στο σύνολο της. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν και οι τρεις ως άνω (συνεκδικαζόμενες) αιτήσεις αναιρέσεως κατά της 1052/2025 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος εκάστου αναιρεσείοντος (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 115 του ν. 5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από: α) από 3-7-2025 [αρ. εκθ. 49/2025] , β) από 4-7-2025 [αρ. πρωτ. 5173/7-7-2025] και γ) από 3-7-2025 [αρ. εκθ. 50/2025] αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων (αντιστοίχως): 1) Α. Ν. του Μ., 2)Ε. Φ. του Ε. και 3)Ν. Κ. του Θ., για αναίρεση της 1052/2025 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της παρούσης δίκης, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ για έκαστο εξ αυτών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου κωλυομένουη αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή