ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1185/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1185/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1185/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1185 / 2025    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1185/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αικατερίνη Πατσιαρά-Εισηγήτρια, Γεώργιο Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Μαρία Τατσέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Φ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Κωτή, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1847/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρία "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ", νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία δεν εμφανίσθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ. 25/16-6-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη υπ' αριθ.πρωτ. 25/16-6-2025 αίτηση του Γ. Φ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1847/25-10-2024 απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για τις αξιόποινες πράξεις της α) υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ'εξακολούθηση από διαχειριστή ξένης περιουσίας και β) υπεξαγωγής εγγράφων (άρθρα 98, 222, 375 παρ. 1β' του ΠΚ) και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πρώτη πράξη, ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών για τη δεύτερη πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον της γραμματέα του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 25/16-6-2025 έκθεση κατάθεσης) και εμπρόθεσμα (δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 29-5-2025 - άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α' του ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδ.με άρθρο 171 παρ.3 ΚΠΔ), την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ) και την υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' περ. γ'του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Σημειώνεται, επίσης, ότι, για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκε, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 25-6-2025 δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Μ. Μ., στην παρασταθείσα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για την υποστήριξη της κατηγορίας, εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με θυροκόλληση, καθώς και στον ορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο της, Νικόλαο Χατζηνικολάου (ΑΜΔΣΘ 6224), νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 155 παρ. 2 και 3 και 166 του ΚΠΔ, η υπ' αριθ.... από 24-6-2025 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να εμφανισθεί κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (2-9-2025), όπου συζητήθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθ.πρωτ. 25/16-6-2025 αίτηση του αναιρεσείοντος, πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίστηκε.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του νέου ΚΠΔ, "Απόλυτη ακυρότητα προκαλείται, μεταξύ άλλων, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ".....β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας, που ορίζονται στον νόμο.....δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων, που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 του νέου ΚΠΔ, "1. Η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Αν η απόλυτη ακυρότητα αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας, μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ή να προταθεί ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. 2. Η σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή από τους διαδίκους που έχουν συμφέρον. Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της.....". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 175 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "1. Ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται", ενώ κατά το άρθρο 176 παρ. 1 αυτού, "1. Αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας....". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι ακυρότητες της προδικασίας (σχετικές και απόλυτες) προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο ή δεν προτάθηκαν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή, δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου ή να προταθούν για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου, που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας (ΑΠ 918/2022, ΑΠ 871/2021). Ούτε έχει την εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης, με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωση του στη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής (ΑΠ 1122/2020, ΑΠ 1213/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων, 320 και 321 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει με ποινή ακυρότητας, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το δικαίωμα αυτού από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ να πληροφορηθεί την κατηγορία που του αποδίδεται και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ο καθορισμός της πράξης είναι ακριβής, όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη σ' αυτό ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιόποινου της πράξης και την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά, αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία, είναι άκυρο, κατά το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Δύναται όμως ακυρότητα πράξης της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ' άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Στην περίπτωση αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών δύναται εφόσον κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι, ενώ από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανάκρισης. Αν οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προεβλήθησαν δια της κατ' άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγής ή προβληθείσες απορρίφθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητας αυτής. Συνακόλουθα δεν έχει εξουσία το δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής και να παραπέμψει και πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη (ΟλΑΠ 1/2008). Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 172, 174 παρ. 2 και 175 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί (176 παρ. 2 ΚΠΔ), αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 97/2017, ΑΠ 1027/2016). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 148/2024, ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 359/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενος απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, προβάλλει τις ακόλουθες αιτιάσεις: α) ότι ενώ διατάχθηκε η διεξαγωγή δικαστικής πραγματογνωμοσύνης κατά την προδικασία, δεν του γνωστοποιήθηκε ο διορισμός της πραγματογνώμονος Σ. Ο. και έτσι αποστερήθηκε το απορρέον από το άρθρο 204 ΚΠΔ υπερασπιστικό του δικαίωμα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο, β) ότι το κλητήριο θέσπισμα με το οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης ήταν αόριστο, καθότι δεν ανέφερε στο κείμενό του την από 9-6-2020 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, δεν διέκρινε το ύψος του κάθε ποσού ξεχωριστά που υπεξήρεσε έκαστος των τριών εξ αρχής κατηγορουμένων, δεν ανέφερε ξεχωριστά το κάθε διαχειριστικό έτος που έλαβε χώρα η υπεξαίρεση, ούτε ανέφερε αναλυτικά τα έγγραφα που κατηγορείτο ότι υπεξήγαγε, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει επακριβώς τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείτο ώστε να υπερασπισθεί τον εαυτό του, γ) ότι παρέστη παράνομα στο ακροατήριο ο Κ. Ω. ως νόμιμος εκπρόσωπος της αντιδίκου και παθούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", η οποία δεν είχε ενεργό αξίωση εναντίον του και δ) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παράνομα απέρριψε το αίτημά του για διακοπή της ακροαματικής διαδικασίας ώστε να λάβει γνώση του εισφερθέντος για πρώτη φορά και αγνώστου σ'αυτόν εγγράφου, ήτοι της ανωτέρω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 362 παρ. 2 ΚΠΔ. Όσον αφορά την υπό στοιχείο "α" αιτίαση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ.1847/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και των οικείων πρακτικών, ο αναιρεσείων προέβαλε το πρώτον ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, που δίκασε την εν λόγω υπόθεση σε πρώτο βαθμό, τον ισχυρισμό περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας που εμφιλοχώρησε για το λόγο ότι δεν του γνωστοποιήθηκε η διεξαγωγή της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας, με την υπ' αριθμ. 74/21-4-2020 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, πραγματογνώμονος Σ. Ο., που διενεργήθηκε στο στάδιο της συμπληρωματικής προανάκρισης και έτσι αποστερήθηκε του προβλεπόμενου στο άρθρο 204 ΚΠΔ δικαιώματος του για διορισμό τεχνικού συμβούλου. Το Εφετείο, στο οποίο επαναφέρθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός μετά την απόρριφή του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε αυτόν ως απαράδεκτο, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, παραδοχή: "[...] Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί εμφιλοχωρησάσης απόλυτης ακυρότητας που επικαλούνται οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι διότι δεν τους γνωστοποιήθηκε η διεξαγωγή της άνω πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας με την άνω εισαγγελική Διάταξη πραγματογνώμονα, Σ. Ο., τούτος είναι, [...] απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο διότι η επικαλούμενη απόλυτη ακυρότητα αφορά σε πράξεις της προδικασίας (κατά την διεξαχθείσα προανάκριση) και, [...] θα έπρεπε να προταθούν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Εφόσον, όμως, δεν προτάθηκαν μέχρι τότε, καλύφθηκαν, και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ούτε αυτεπαγγέλτως, από το Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο και παρόν δευτεροβάθμιο), ούτε μπορεί, σε κάθε περίπτωση και, κατά παρέκκλιση της διαδικασίας στο αρμόδιο συμβούλιο, το ζήτημα του κύρους των πράξεων αυτών να αποτελεί αντικείμενο έρευνας κατά την προφορική διαδικασία στο ακροατήριο και σε κάθε στάδιο της δίκης [...]". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ορθά απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να υποπέσει σε καμία πλημμέλεια εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' και Δ1 ΚΠΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτίθεται στη νομική σκέψη υπό στοιχείο II της παρούσας, εφόσον η ανωτέρω αναγόμενη στην προδικασία, ακυρότητα δεν προτάθηκε μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καλύφθηκε και ως εκ τούτου, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο "α" σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ.1847/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και των οικείων πρακτικών, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη, υπ' αριθ. 1486/29-11-2022 απόφαση και τα σχετικά πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, προβλήθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία μετά την απόρριψή της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και την καταδίκη αυτού για τις αξιόποινες πράξεις της α) υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ'εξακολούθηση από διαχειριστή ξένης περιουσίας και β) υπεξαγωγής εγγράφων (άρθρα 98, 222, 375 παρ. 1β'του ΠΚ), επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με λόγο έφεσης. Το Εφετείο, την απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, παραδοχή: "[...] παραπέμφθηκαν αυτοί (σ.σ. ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοι του, μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην Κατερίνη Πιερίας κατά τους ακόλουθους χρόνους, από κοινού ενεργώντας και κατόπιν συναπόφασης, τέλεσαν τις ακόλουθες πράξεις: Α) ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα (ολικά) κινητά πράγματα που περιήλθαν με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή τους και δη αντικείμενα συνολικά ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που τα είχαν εμπιστευτεί στους ίδιους λόγω της ιδιότητάς τους ως διαχειριστές ξένης περιουσίας, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος. Συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 03-06-2016 έως 06-12-2017, ενεργώντας ως διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" ιδιοποιήθηκαν παρανόμως το συνολικό χρηματικό ποσό των 71.684,24 ευρώ, προερχόμενο από έσοδα της ανωτέρω εγκαλούσας εταιρείας, το οποίο ούτε απέδωσαν στα ταμεία της εταιρείας ούτε το δαπάνησαν για τις ανάγκες λειτουργίας αυτής, αντίθετα το κατακράτησαν παράνομα ενσωματώνοντας το στη δική τους περιουσία, όπως εξακριβώθηκε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τον ορκωτό ελεγκτή, Β. Τ., αναφορικά με την κατηγοριοποίηση των εισροών και εκροών που εμφανίζονταν επι των τραπεζικών λογαριασμών κίνησης της εταιρείας κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, από τον οποίο διαπιστώθηκε έλλειμμα στρα ταμειακά διαθέσιμα της εγκαλούσας εταιρείας ύψους 71.684,24 ευρώ, που αφορά σε εκροές μη αιτιολογημένες, οι οποίες κινούνταν εκτός των επιχειρηματικών σκοπών της εταιρείας. Από το ανωτέρω χρηματικό ποσό, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, οι κατηγορούμενοι τμηματικά μέρος αυτού μετέφεραν σε προσωπικούς τραπεζικούς τους λογαριασμούς ενσωματώνοντας το έτσι στην περιουσία τους και μέρος αυτού ανέλαβαν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας κατακρατώντας το παράνομα και χρησιμοποιώντας το για τις δικές τους ανάγκες και όχι για τις ανάγκες της εταιρίας που διαχειρίζονταν. Β) Κατά τον παραπάνω τόπο την 19-06-2018, την 12-07-2018 και την 11-09-2018, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, δεν συμμορφώθηκαν σε προσωρινή διαταγή και σε διάταξη δικαστικής απόφασης σχετικής με τη ρύθμιση της νομής. Συγκεκριμένα: 1)...2)...3)...Γ) Στην Κατερίνη την 18-01-2018, με σκοπό να βλάψουν άλλον απέκρυψαν έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριοι και που άλλος είχε δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή επίδειξή τους. Συγκεκριμένα, έχοντας στην κατοχή τους τα φορολογικά και λογιστικά στοιχεία/βιβλία της εταιρίας "ΕΡΓΟΦΩΣ για τις χρήσεις 2016 και 2017, χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχαν διατελέσει διαχειριστές της εταιρίας από 30-5-2015 έως και τον Νοέμβριο του 2017, όταν επανήλθαν στην εκπροσώπηση και διαχείριση της εταιρίας οι Κ. Ω. και Μ. Γ., ενώ οι τελευταίοι ζήτησαν από τους κατηγορουμένους με την από 29-11-2017 εξώδικη επιστολή τους, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στους κατηγορουμένους, να τους αποδώσουν το σύνολο των ως άνω οικονομικών στοιχείων και βιβλίων της εταιρίας, οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ρητά με την από 18-01-2018 εξώδικη απάντηση τους την απόδοση αυτών, παρά την αντίθετη βούληση των νομίμων διαχειριστών της εταιρίας, παρά τις επίμονες και συνεχείς οχλήσεις τους και παρά τις προσωρινές διαταγές και τις δικαστικές αποφάσεις που τους υποχρέωναν προς τούτο και έτσι τα κατακράτησαν και τα απέκρυψαν από τους Κ. Ω. και Μ. Γ., οι οποίοι είχαν δικαίωμα να τα παραλάβουν ως οι διαχειριστές της εταιρίας και υπόχρεοι προς τήρηση τους. Στην πράξη τους αυτή προέβησαν με σκοπό να βλάψουν τους ανωτέρω και να τους στερήσουν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν την ως άνω επιχείρηση. Ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 13γ', 14, 18, 26α ,27 παρ. 1, 45, 51, 53, 57, 61, 63, 65, 79, 94 παρ. 1, 98, 169 Α'παρ. 1, 222 και 375 παρ. 1 εδ. Β'- α'του ΠΚ [...]. Απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Τούτο διότι, ανεξάρτητα του ότι ο ισχυρισμός αυτός φέρεται να προβλήθηκε με πρόσθετο λόγο έφεσης που φέρεται ως έτερο έγγραφο συναπτόμενο στο κυρίως σώμα της έκθεσης έφεσης, χωρίς στο τελευταίο (έγγραφο της εκθέσεως εφέσεως) να περιέχεται ρητή αναφορά στο εν λόγω σχετικό έγγραφο, που φέρεται ως προσαρτημένο σ αυτήν και φέρει (μόνον) την υπογραφή της πληρεξούσιας συνηγόρου των εκκαλούντων, χωρίς να υφίσταται οιοδήποτε άλλο στοιχείο που να πιστοποιεί την διαδικαστική σύνδεση και ενοποίηση του με την έκθεση εφέσεως, ώστε να δύναται να θεωρηθεί ως ένα ενιαίο όλον με αυτήν, σε κάθε περίπτωση, το κλητήριο θέσπισμα, όπως παρατίθεται ανωτέρω, περιέχει όλα τα αναγκαία κατά τις προμνησθείσες διατάξεις στοιχεία για το ορισμένο αυτού και προσδιορίζονται σε αυτό με συνοπτικό, πλην όμως σαφή, τρόπο τα υπόψιν αναγκαία στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής τους υπόστασης [...], ώστε να δίδεται στους κατηγορουμένους η δυνατότητα να αντιληφθούν επαρκώς τις κατηγορίες, που περιγράφονται επαρκώς και να τις αντικρούσουν. Ειδικότερα, δεν αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου η αναγραφή της αναφερόμενης έκθεσης της πραγματογνώμονος Σ. Ο., αφού τούτο αποτελεί στοιχείο που λαμβάνεται υπόψιν για την ουσιαστική ή μη βασιμότητα της κατηγορίας της υπεξαίρεσης και δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του κατηγορητηρίου.

Περαιτέρω, η από κοινού και μετά από συναπόφαση από τους τρεις κατηγορουμένους φερόμενη διάπραξη της ίδιας πράξεως της υπεξαιρέσεως, που φέρονται να ενεργούν ως διαχειριστές ξένης περιουσίας, ήτοι διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της άνω εταιρείας, κατά το χρονικό διάστημα από 03.06.2016 έως 06.12.2017, ομοίως περιγράφεται (με βάση το προπαρατεθέν περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος) επαρκώς, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση, η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της ουσιαστικής διερεύνησης της υπόθεσης (σημειωτέον ότι με την εκκαλουμένη οι δύο τελευταίοι των κατηγορουμένων απαλλάχθηκαν για την πράξη της υπεξαίρεσης και κηρύχθηκε ένοχος γι'αυτήν μόνον ο πρώτος των κατηγορουμένων Γ. Φ.). Επίσης, πέραν του ότι αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα ότι πρόκειται για κατ'εξακολούθηση έγκλημα υπεξαίρεσης που τελέστηκε με περισσότερες πράξεις κατά το χρονικό διάστημα από 03.06.2016 έως 06.12.2017 και εφόσον οι κατηγορούμενοι φέρονται να απέβλεπαν στο συνολικό αποτέλεσμα (άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ), ως χρόνος τέλεσης της πράξης της υπεξαίρεσης φέρεται η 06.12.2017 (ώστε να μη τίθεται θέμα παραγραφής [...]), δεν δημιουργείται ουδεμία ασάφεια λόγω του επικαλούμενου μη διαχωρισμού των χρήσεων 2016 και 2017, ούτε ασκεί επιρροή η επικαλούμενη απαλλαγή των διαχειριστών από την ευθύνη τους για την χρήση 2016 με απόφαση της γενικής συνέλευσης της 28.8.2017, ζήτημα που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης. Επίσης, από τον συνδυασμό της περιγραφής στο προσβαλλόμενο κατηγορητήριο της δεύτερης (παραβίασης δικαστικής απόφασης από κοινού κατ'εξακολούθηση) και της τρίτης πράξης (υπεξαγωγής εγγράφων από κοινού) καθίσταται σαφές ότι περιγράφονται λεπτομερώς τα φερόμενα ως υπεξαχθέντα έγγραφα, χωρίς να ασκεί επιρροή, [...] η τυχόν ουσιαστική αβασιμότητα της κατηγορίας που κατ'εκτίμηση των ισχυρισμών τους επικαλούνται οι κατηγορούμενοι, ενώ τα ίδια ισχύουν και ως προς τις ιδιότητες που φέρονται (κατά το κατηγορητήριο) να είχαν οι κατηγορούμενοι ως προς την επίμαχη εταιρεία (φερόμενοι άπαντες ως διαχειριστές αυτής), χωρίς να προκύπτει ακυρότητα του κατηγορητηρίου, από την επικαλούμενη με την προβολή του σχετικού ισχυρισμού περί ακυρότητας έλλειψη τέτοιας ιδιότητας από τον πρώτο κατηγορούμενο, ζήτημα που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης...". Με τις προεκτεθείσες παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε την ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού αυτό περιλαμβάνει όσον αφορά την πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού, κατ'εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας, α) την τμηματική ιδιοποίηση από τους τρεις κατηγορούμενους, κατόπιν συναπόφασης, ποσού ύψους 71.684,24 ευρώ από τα ταμειακά διαθέσιμα της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", στο οποίο απέβλεπαν συνολικά εξ αρχής, β) την ιδιότητά τους ως διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, γ) ότι το ποσό αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δ) το χρονικό διάστημα από 3-6-2016 έως 6-12-2017 εντός του οποίου ελάμβαναν χώρα οι παράνομες εκροές των χρηματικών ποσών από τα ταμειακά διαθέσιμα της εταιρείας τη διαχείριση της οποίας είχαν, ε) τα άρθρα που προβλέπουν την εν λόγω πράξη και όσον αφορά την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, α) αναλυτικά τα έγγραφα που είχαν οι κατηγορούμενοι στην κατοχή τους και άνηκαν στην εγκαλούσα εταιρεία, β) την υποχρέωσή τους δυνάμει δικαστικών αποφάσεων και προσωρινών διαταγών να τα παραδώσουν στους επόμενους διαχειριστές και νομίμους εκπροσώπους αυτής, Κ. Ω. και Γ. Μ., γ) την άρνησή τους να παραδώσουν αυτά και την απόκρυψή τους, δ) τον σκοπό τους να τους προκαλέσουν βλάβη και να τους στερήσουν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν την επιχείρηση, ε) το άρθρο που προβλέπει και τιμωρεί την εν λόγω πράξη. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σχετικά με την αοριστία του κλητηρίου θεσπίσματος είναι αβάσιμες αφού, σύμφωνα με τ'αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν απαιτείται ν'αναφέρονται σ'αυτό περιστατικά και στοιχεία, που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, όπως εν προκειμένω η από 9-6-2020 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης της Σ. Ο., την οποία, σύμφωνα με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης (σελίδα 25η), σε κάθε περίπτωση, γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, όπως προκύπτει από την τεχνική έκθεση του ορκωτού λογιστή Γ. Γ., που συντάχθηκε, κατ'εντολή τους, τον Απρίλιο του 2022 και στον οποίο είχε δοθεί από τους ίδιους η έκθεση της δικαστικής πραγματογνώμονος για να την λάβει υπόψη του. Επίσης, εξετάσθηκε και απορρίφθηκε αιτιολογημένα ο ισχυρισμός του ότι έπρεπε στο κλητήριο θέσπισμα να γίνεται διαχωρισμός των διαχειριστικών ετών 2016 και 2017, καθότι αυτός για το έτος 2016 είχε απαλλαχθεί από την ευθύνη του ως διαχειριστής με απόφαση της γενικής συνέλευσης, όπως και ο ισχυρισμός ότι έπρεπε να διευκρινίζεται το ποσό που φέρεται ότι υπεξαίρεσε έκαστος των κατηγορουμένων ξεχωριστά, με την παραδοχή ότι άπτονται της ουσίας της υπόθεσης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το υπο στοιχείο "β" σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) και Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.

IV. Κατά τα άρθρα 63, 66, 67, 82-84 του ν. Κ.Π.Δ (Ν.4620/2019), νομιμοποιείται να παραστεί προς υποστήριξη κατηγορίας κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ή αποκατάσταση ως παθών από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, εκείνος ο οποίος άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη, και όχι αυτός που βλάπτεται έμμεσα απ` αυτήν, ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο. Η παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στο ποινικό δικαστήριο επιτρέπεται, κατά το άρθρο 67 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, χωρίς έγγραφη προδικασία το αργότερο ώσπου να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο. Η δήλωση δε παράστασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία, από το περιεχόμενο της οποίας εξαρτάται και η νομιμοποίηση αυτού, πρέπει, κατά το άρθρο 84 του ΚΠΔ, να περιέχει, με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων, συνοπτική έκθεση της υπόθεσης για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αστική του αξίωση, δηλαδή, κατά τρόπο σαφή και πλήρη και τα περιστατικά εκείνα από τα οποία προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη. Δεν είναι όμως αναγκαία η με τη δήλωση παράστασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία αναφορά των στοιχείων αυτών όταν αυτά προκύπτουν αμέσως και αυτονοήτως από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη. Η δε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 365/2017).

Περαιτέρω, το επιτρεπτό της παράστασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία. Δικαίωμα παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας έχουν και τα νομικά πρόσωπα τα οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους, υλική ή ηθική βλάβη και δικαιούνται ως εκ τούτου αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, από τον αντίκτυπο της σε βάρος τους αδικοπραξίας στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους (ΑΠ 142/2023, ΑΠ 386/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνο όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την υποστήριξη της κατηγορίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 66 του ΚΠΔ, καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας κατά το άρθρο 67 του ΚΠΔ. Η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται από την μη προβολή αντιρρήσεων κατά της παράνομης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας, αν από την ίδια διαδικασία προκύπτει έλλειψη νομιμοποίησης, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και οδηγεί στην απόρριψη της παράστασης αυτής ως απαράδεκτης. Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν την παράσταση ή την εκπροσώπηση του υποστηρίζοντος την κατηγορία δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της υποστήριξης της κατηγορίας και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 973/2021).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Ν. 3190/1955, επί εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση αυτής ανήκει, εάν δεν συμφωνήθηκε άλλως, σε όλους τους εταίρους, οι οποίοι δρουν συλλογικά και κατά το άρθρο 17 του ιδίου νόμου, με το καταστατικό ή με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρείας μπορεί να ανατεθεί σε ένα ή περισσότερους εταίρους για ορισμένο χρόνο. Εάν η κατά την προηγούμενη παράγραφο διαχείριση ανετέθη σε περισσότερους και δεν ορίσθηκε διαφορετικά, οι διαχειριστές δρουν συλλογικά. Η απόφαση της Συνέλευσης για το διορισμό των διαχειριστών, η οποία απαραίτητα πρέπει να αναφέρεται στο αν οι διαχειριστές αυτοί δεσμεύουν την εταιρεία όταν ενεργούν μεμονωμένα ή από κοινού, υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 8 του ιδίου νόμου. Στη δημοσιότητα υποβάλλεται επίσης η με οποιοδήποτε τρόπο λήξη της διαχείρισης προς ένα ή περισσότερους διαχειριστές (ΑΠ 183/2024, ΑΠ 773/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας απόφασης (ήτοι της υπ' αριθ. 1486/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης), τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δηλώθηκε πρωτοδίκως, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας κατά του ως άνω αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου (και των λοιπών δύο συγκατηγορουμένων του Μ. Α. και Α. Α., οι οποίοι με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκαν αθώοι των αποδιδόμενων σ'αυτούς κατηγοριών) εκ μέρους της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", δια του Κ. Ω., νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της, ενόψει του ότι είναι δικαιούχος αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους αξιόποινες πράξεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ως άνω παράστασή της. Από δε τα πρακτικά του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι από την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 1847/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εμφανίστηκε και πάλι η ως άνω εταιρεία δια του νομίμου εκπροσώπου της και επανέλαβε τη δήλωσή της, ότι παρίσταται στη δίκη αυτή κατά των ως άνω κατηγορουμένων για την υποστήριξη της κατηγορίας, δικαιούμενη κατά τον αστικό κώδικα σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τα αδικήματα, διόρισε δε ως συνήγορό της τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης, Νικόλαο Χατζηνικολάου (ΑΜ 6224). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ως άνω παράστασή της. Οι κατηγορούμενοι δια της συνηγόρου τους προέβαλαν αντιρρήσεις και ζήτησαν την αποβολή της, για το λόγο ότι "δεν υφίσταται απόφαση γενικής συνέλευσης για την έγερση αστικών αξιώσεων κατά των πρώην διαχειριστών της επίμαχης ΕΠΕ, αλλά αντίθετα υφίσταται νόμιμη απόφαση γενικής συνέλευσης η οποία αποφάσισε κατ'άρθρο 14 του νόμου 3190/1955 την πλήρη απαλλαγή μας. Ειδικότερα, σύμφωνα με την απόφαση επι του δεύτερου θέματος της από 28-08-2017 γενικής συνέλευσης της ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ, η συνέλευση αποφάσισε με πλειοψηφία να απαλλάξει τους διαχειριστές της πρώτης ενάγουσας εταιρείας Μ. και Α. Α. από οποιαδήποτε ευθύνη αποζημίωσης αλλά και ποινικής ευθύνης για τις οικονομικές καταστάσεις και την εν γένει διαχείριση κατά την εν λόγω χρήση (1.1.2016-31.12.2016). Η εν λόγω απόφαση ελήφθη νόμιμα και επικυρώθηκε από απόφαση η οποία έκρινε τη νομιμότητα της και συγκεκριμένα την υπ'αριθμ. 11.393/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία απέρριψε σχετική αγωγή ακύρωσης των σημερινών διαχειριστών της ενάγουσας. Η εν λόγω απόφαση, μάλιστα, είναι τελεσίδικη. Ως εκ των ανωτέρω ο Κ. Ω. δεν νομιμοποιείτο να υποβάλει την επίδικη έγκληση, τόσο λόγω έλλειψης προηγηθείσης απόφασης γενικής συνέλευσης, όσο και λόγω αντίθετης απόφασης γενικής συνέλευσης αλλά ακόμη δε και λόγω σύγκρουσης συμφερόντων σε δίκη μεταξύ εταιρείας και διαχειριστών αυτής και συνεπώς η έγκληση αυτή είναι μη νομότυπη. Είναι δε μη νόμιμη και η παράσταση υποστήριξης της κατηγορίας από την πλευρά της ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΠΕ αφού δεν υφίσταται ενεργός αστική αξίωση διότι αφενός λείπει η απαιτούμενη προηγούμενη απόφαση γενικής συνέλευσης για την έγερση της αξίωσης αυτής, αφετέρου υπάρχει απόφαση γενικής συνέλευσης περί απαλλαγής μας και εκ τρίτου δε δεν ορίστηκε ειδικός προσωρινός διαχειριστής-εκπρόσωπος της εταιρείας παρά την προφανή σύγκρουση συμφερόντων.

Εξ άλλου, για τον λόγο αυτό απορρίφθηκε εν τέλει και η αντίστοιχη, με αριθμό κατάθεσης 421/60/2022 αγωγή του Κ. Ω. καθ'ημών για το αστικό σκέλος της ίδιας υπόθεσης. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται η απαιτούμενη ενεργή αστική αξίωση η οποία απαιτείται για την νομότυπη παράσταση διαδίκου υποστήριξης της κατηγορίας, αφού ελλείπει ουσιώδης όρος γέννησης και έγερσης αυτής". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, παραδοχή: "[...] με βάση τα διαλαμβανόμενα στις υπ'αριθμ. 15642/14.09.2017, 5864/18.04.2018, 7051/09.05.2018, 8632/06.06.2018, 11398/25.07.2018 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διαχειριστές στην παρούσα φάση της εταιρείας "ΕΡΓΟΦΩΣ Ε.Π.Ε.", είναι οι Κ. Ω. και Γ. Μ. Υπό την έννοια αυτή νομιμοποιούνταν ενεργητικά στην υποβολή της από 23.07.2019 έγκλησης, που δημιούργησε την προκείμενη δικογραφία [...]. Τούτο δε συνέβαινε, όχι μόνον κατά τον χρόνο υποβολής της εγκλήσεως, αλλά και κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο παρόν (σ.σ. δευτεροβάθμιο δικαστήριο), από τον Κ. Ω., που εκπροσωπεί νομίμως την εγκαλούσα εταιρεία δυνάμει του καταστατικού της, ως καταστατικό όργανο αυτής, που μπορεί και μόνος του να εκπροσωπεί την εταιρεία και επομένως και να δηλώνει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας ενεργώντας για λογαριασμό της, όπως εν προκειμένω, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση σχετικής απόφασης της γενικής συνέλευσης της εταιρείας, εφόσον δεν έχει μεταβληθεί το καταστατικό της, ούτε έχει ανακληθεί η διαχειριστική εξουσία του Κ. Ω., που περιλαμβάνει και την εκπροσώπηση της εταιρείας ενώπιον ποινικών δικαστηρίων προς δήλωση παράστασης προς υποστήριξη κατηγορίας, χωρίς τούτο να παραλλάσσει από το ότι οι κατηγορούμενοι φέρονται ως πρώην διαχειριστές της ίδιας εταιρείας [...]". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί παράνομης παράστασης της υποστηρίζουσας την κατηγορία εταιρείας είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού κατά το χρόνο της σχετικής δήλωσης ο ανωτέρω Κ. Ω. ήταν διαχειριστής της παθούσας εταιρείας, μπορούσε δυνάμει του καταστατικού της να δηλώσει μόνος του την υποστήριξη της κατηγορίας χωρίς να απαιτείται προηγούμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης ούτε σύμπραξη του έτερου διαχειριστή της, Γ. Μ., ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής αξίωσης, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία.

Συνεπώς, ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α' και 171 παρ.3 του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπο στοιχείο "γ" σκέλος του (και όχι ο αναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η'), με τον οποίο προβάλλονται οι ειδικότερες αιτιάσεις ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το άρθρο 171 παρ.3 του ΚΠΔ, λόγω παράνομης παράστασης της υποστηρίζουσας την κατηγορία, είναι αβάσιμος. V. Από τη διάταξη του άρθρου 362 παρ.3 ΚΠΔ προκύπτει, ότι "Αν ζητείται η ανάγνωση εγγράφου το οποίο προσκομίζεται για πρώτη φορά στο ακροατήριο και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο διάδικος που δεν το προσκόμισε, δικαιούται, εφόσον δεν είναι δυνατόν να τοποθετηθεί σχετικά με το περιεχόμενό του κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, να ζητήσει προς τούτο διακοπή της δίκης μέχρι δέκα πέντε το πολύ ημέρες".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων (από κοινού με τους ανωτέρω αναφερόμενους συγκατηγορουμένους του-μη διαδίκους στην παρούσα δίκη) κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, την 10-10-2024, υπέβαλε, εγγράφως, αίτημα στο δικαστήριο, που ανέπτυξε και προφορικά, το οποίο, κατά πιστή αντιγραφή, έχει ως εξής: "Όπως πληροφορηθήκαμε οψίμως (μόλις προ ολίγων μηνών, λαμβάνοντας επικαιροποιημένα αντίγραφα της δικογραφίας ενόψει ακροαματικής δίκης), για την επίμαχη εκδικαζόμενη ποινική υπόθεση στην οποία είμαστε κατηγορούμενοι, ορίστηκε δικαστική πραγματογνώμων προκειμένου να ερευνήσει εάν και σε ποια έκταση τελέστηκε υπεξαίρεση από εμάς τους κατηγορουμένους, ως διαχειριστές της ως άνω εταιρείας κατά την επίμαχη περίοδο [...]. Η εν λόγω πραγματογνώμων πράγματι συνέταξε και κατέθεσε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου σας την από 05-06-2020 σχετική έκθεσή της. Ατυχώς, λάβαμε γνώση της διεξαγωγής της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης και της σύνταξης εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης μόνο αφού αυτή είχε ολοκληρωθεί και χωρίς να μας έχει γνωστοποιηθεί το παραμικρό και-κυρίως-χωρίς να μας έχουν ζητηθεί στοιχεία για την δικαιολόγηση των επίμαχων δαπανών (ούτε δε μας δόθηκε η δυνατότητα ορισμού τεχνικού συμβούλου) [...]. Σύμφωνα με τη διάταξη [...] ζητάμε [...] όπως επίσης και την διακοπή της ακροαματικής διαδικασίας κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 362 παρ. 3 του ΚΠΔ [...]". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του, με την ακόλουθη παραδοχή: "[...] επίσης προσκομίστηκε (από την πλευρά της υποστήριξης της κατηγορίας) και αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο και η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα-οικονομολόγου Ο. Ρητώς δε μνημονεύεται στην εκκαλούμενη απόφαση, ότι, [...] πριν την ανάγνωση κάθε εγγράφου (και επομένως και των άνω εκθέσεων), η Πρόεδρος ανακοίνωνε το έγγραφο που επρόκειτο να αναγνωσθεί και ρωτούσε την Εισαγγελέα, τους δικαστές, τους συνηγόρους των διαδίκων, καθώς και τον ίδιο τον παρόντα κατηγορούμενο (πρώτο, Γ. Φ.), εάν έχουν αντίρρηση για την ανάγνωση. Εκείνοι δε απαντούσαν αρνητικά. Να σημειωθεί ότι η ανάγνωση των ως άνω εγγράφων στο ακροατήριο έγινε προς τα ουσιώδη και σημαντικά κατά την κρίση των διαδίκων σημεία τους, μετά δε την ανάγνωση δόθηκαν τα ουσιώδη έγγραφα που ζητήθηκαν στους διαδίκους που δεν τα προσκόμισαν, δόθηκε δε ο λόγος στους δικηγόρους των διαδίκων να προβούν, αν ήθελαν, σε δηλώσεις, εξηγήσεις, παρατηρήσεις σχετικά με τα αναγνωσθέντα έγγραφα [...]. Επομένως, εφόσον η άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας κατά την προδικασία πραγματογνώμονα, Σ. Ο., αποτέλεσε αναγνωστέο έγγραφο στην πρωτοβάθμια δίκη και πράγματι αναγνώσθηκε από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, και, επιπλέον, δόθηκε ο λόγος στους δικηγόρους των διαδίκων για να προβούν, αν ήθελαν, σε δηλώσεις, εξηγήσεις, παρατηρήσεις σχετικά και με αυτήν την πραγματογνωμοσύνη, τούτη αποτελεί αναγνωστέο έγγραφο και στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη. Απ'όλα τα ανωτέρω, αλλά και από το περιεχόμενο των ίδιων των εγγράφως προβαλλόμενων ισχυρισμών των κατηγορουμένων προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι αυτοί έλαβαν πλήρη γνώση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της Σ. Ο. Συναφώς, απορριπτέο τυγχάνει και το αίτημα των εκκαλούντων-κατηγορουμένων περί διακοπής της δίκης, κατ'άρθρο 362 παρ. 3 ΚΠοινΔ, προ της αναγνώσεως της υπόψιν πραγματογνωμοσύνης και από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 362 παρ. 3 ΚΠοινΔ.". Με τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιέλαβε στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, σύμφωνα με αυτήν, ο αναιρεσείων γνώριζε ήδη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την υπο κρίση έκθεση πραγματογνωμοσύνης, μάλιστα το περιεχόμενό της το γνώριζε και πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό στη δικάσιμο της 29ης Νοεμβρίου 2022 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, όπως, άλλωστε, ο ίδιος ανέφερε στο έγγραφο των αυτοτελών ισχυρισμών που κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (7η σελίδα αυτών) και είχε τη δυνατότητα αντίκρουσης του περιεχομένου της και δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη, όπως ειδικότερα προβλέπεται στο άρθρο 362 παρ. 3 ΚΠΔ.

Συνεπώς, ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και 171 παρ. 2 του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο "δ" σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται οι ειδικότερες αιτιάσεις ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το άρθρο 171 παρ.2 του ΚΠΔ, λόγω παράνομης και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απόρριψης του αιτήματός του για διακοπή της ακροαματικής διαδικασίας προκειμένου να λάβει γνώση της ανωτέρω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος

VI. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ` του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ (υπό στοιχείο Η του προισχύσαντος ΚΠΔ), υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ ΑΠ 1/2008, ΑΠ 1588/2022, ΑΠ 1230/2022). Η ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ` του ΚΠοινΔ ενδεικτικά αναφέρει μόνο μερικές περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας, όπως όταν α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και γ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (ΑΠ 1568/2022, ΑΠ 1588/2022, ΑΠ 1230/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του, προβάλλει την αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Δικαστήριο της ουσίας εχώρησε, στην έκδοση καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ'εξακολούθηση από διαχειριστή ξένης περιουσίας, καίτοι για την πράξη αυτή, διωκομένη κατ` έγκληση, δεν υπεβλήθη νομότυπη έγκληση από την παθούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΓΟΦΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", για το λόγο ότι υποβλήθηκε από τον διαχειριστή αυτής Κ. Ω. χωρίς να έχει προηγηθεί απόφαση γενικής συνέλευσης, αλλά αντίθετα είχε ληφθεί η από 28-08-2017 απόφαση της γενικής συνέλευσης των εταίρων αυτής περί απαλλαγής των συγκατηγορουμένων του διαχειριστών, Μ. Α. και Α. Α., από κάθε αστική και ποινική ευθύνη, που επικυρώθηκε με την υπ'αριθμ. 11393/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα εκτενώς εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο IV παραδοχή της παρούσας απόφασης. Επιπλέον αναφορικά με την αιτίασή του ότι με την προαναφερθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε η νομιμότητα της από 28-08-2017 απόφασης της γενικής συνέλευσης των εταίρων της εγκαλούσας εταιρίας, που απήλλαξε τους συγκατηγορουμένους του από κάθε αστική και ποινική ευθύνη για τη διαχείριση της χρήσης 1-1-2016 έως 31-12-2016, πρέπει να λεχθεί ότι αυτή (απόφαση) αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τους συγκατηγορουμένους του, ενώ, όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων ιστορεί στον ανωτέρω λόγο του και προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτός (αναιρεσείων) καταδικάσθηκε για την προαναφερθείσα πράξη ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής της εγκαλούσας εταιρίας, πλέον του ότι με την νεότερη, υπ'αριθμ. 9808/2020 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, αναγνωρίσθηκε ότι οι αποφάσεις της από 28-8-2017 ετήσιας τακτικής συνέλευσης των εταίρων της εγκαλούσας εταιρίας επι όλων των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης αυτής μεταξύ των οποίων και της απαλλαγής των διαχειριστών της από την ευθύνη τους για τη διαχείριση της εταιρείας κατά τη χρήση 1-1-2016 έως 31-12-2016, ήταν ανυπόστατες και μη παράγουσες έννομες συνέπειες. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' και Δ' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι ειδικότερες αιτιάσεις για υπέρβαση εξουσίας για το λόγο ότι το Εφετείο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για πράξη για την οποία δεν υποβλήθηκε νομότυπη έγκληση και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος

VII. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Η ίδια δε ως άνω αιτιολογία που απαιτείται για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή, την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία, απαιτείται για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε.

Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 352§2 και 3, 353 και 139 του ισχύοντος μέχρι 1-7-2019 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, με σκοπό να εξεταστούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο μάρτυρες που δεν έχουν κληθεί ή να προσκομιστούν έγγραφα ή να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη που εκκρεμεί ή νέα πραγματογνωμοσύνη. Στο αίτημα αναβολής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις, που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα, που πρόκειται να αποδειχτεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αναβολής, εφόσον αυτό είναι ορισμένο και παραδεκτό και, αν το απορρίψει, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την κατά τα προαναφερόμενα απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό προς τις παραδοχές του σκεπτικού της απόφασης για την ενοχή, ως αποτελούσα ενιαίο σύνολο μ' εκείνες (ΑΠ 141/2020). Αν δε, το δικαστήριο, κρίνοντας επί της ενοχής, σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση εκ των ενώπιον του αποδεικτικών μέσων, χωρίς να χρειάζεται να προσφύγει σε νέες αποδείξεις, και απορρίψει σιγή το γι' αυτές αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, δεν υπάρχει έλλειψη ακρόασης, ούτε μπορεί να ιδρυθεί απόλυτη ακυρότητα (ΑΠ 539/2023, 589/2004, ΑΠ 483/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων ζήτησε την αναβολή της συζήτησης προκειμένου "να διαταχθεί συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη είτε από την Σ. Ο. είτε από οποιονδήποτε άλλο κατά την κρίση του Δικαστηρίου Ορκωτό λογιστή-πραγματογνώμονα ο οποίος θα ελέγξει όλα τα στοιχεία που προσκομίσαμε τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη από την κ. Ο., παρά μόνο τα extrait των τραπεζικών συναλλαγών προκειμένου να εξάγει συμπέρασμα ως προς το αν υφίσταται ή όχι το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 ΚΠΔ ζητάμε να κληθεί και να προσέλθει ως μάρτυρας η ορισθείσα πραγματογνώμονας Σ. Ο. [...]". Το αίτημα τούτο, με το προεκτεθέν περιεχόμενο είναι παντελώς αόριστο αφού δεν προσδιορίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα που πρόκειται να αποδειχθεί με τη διεξαγωγή τους, ενώ η διατύπωση ότι με τις νέες αποδείξεις θα αποδειχθεί αν τέλεσε ή όχι την πράξη της υπεξαίρεσης, δεν αρκεί για να κριθεί ως ορισμένο.
Συνεπώς, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Ωστόσο απέρριψε το αίτημά του, δεχόμενο, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "[...] Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, Γ. Φ., που ασκούσε κατά την επίμαχη εν προκειμένω περίοδο εν τοις πράγμασι την διαχείριση της εταιρείας "ΕΡΓΟΦΩΣ Ε.Π.Ε." [...], κατά το χρονικό διάστημα από 11-04-2017 έως 15-12-2017 [...] με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε παρανόμως, το χρηματικό ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εκατόν δεκαπέντε ευρώ και είκοσι ενός λεπτών (24.115,21€) [...]. Ο ίδιος πρώτος κατηγορούμενος, Γ. Φ., στην Κατερίνη, την 18-01-2018, με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και που άλλος είχε δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση και επίδειξή τους [...]. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αδιαμφισβήτητα από την αξιολογική εκτίμηση του συνόλου του ως άνω αποδεικτικού υλικού, χωρίς να αναιρούνται από την ασαφή και αντιφατική, κατά τα ανωτέρω αναπτυχθέντα, απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης των κατηγορουμένων. Πρέπει, επομένως, αφού απορριφθούν τα αιτήματα περί διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης και περί κλήσεως της πραγματογνώμονα Σ. Ο. για παροχή διευκρινήσεων, αφού το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση από τα υπάρχοντα υπερπλήρη αποδεικτικά μέσα, και τυχόν αναβολή της δίκης μόνον σε παρέλκυση της δίκης αυτής μπορεί να οδηγήσει, ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των άνω πράξεων, που στοιχειοθετούνται πλήρως τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση [...]". Το Εφετείο με τις παραδοχές του επί της ενοχής κατόπιν εκτίμησης όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος αναφέρει, που αποτελούν ενιαίο σύνολο με την ειδικότερη σχετιζόμενη με το αίτημα αναβολής παραδοχή, προσδιορίζει αναλυτικά, με την ανέλεγκτη κρίση του, διότι αφορά ζήτημα περί τα πράγματα, τα χρηματικά ποσά που με την ιδιότητα του, ως εν τοις πράγμασι, διαχειριστή της εγκαλούσας εταιρίας, ο αναιρεσείων, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα από την περιουσία αυτής και τα ενσωμάτωσε στην προσωπική του περιουσία. Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

VIII. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 115 του ν. 5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθ. 25/16-6-2025 αίτηση του Γ. Φ. του Χ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθ. 1847/2024 απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή