ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1186/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1186/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1186/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1186 / 2025    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1186/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αικατερίνη Πατσιαρά-Εισηγήτρια, Γ. Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Μ. Τατσέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ. Χ. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυράκο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 5930/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Χ.-Μ. Ν. του Α., κάτοικο ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Γιαννόπουλο.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ.51/4-7-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη υπ' αριθ. πρωτ. 51/4-7-2025 αίτηση της Χ. Χ. του Φ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5930/13-12-2024 απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, το οποίο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, για τις αξιόποινες πράξεις της α) ψευδούς καταμήνυσης, β) ψευδούς κατάθεσης και γ) ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 229 παρ. 1, 224 παρ.1 και 46 παρ. 1, 98 του ΠΚ) και επέβαλε σ'αυτήν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση της αναιρεσείουσας ενώπιον της γραμματέα του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 51/4-7-2025 έκθεση κατάθεσης) και εμπρόθεσμα (δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 18-6-2025 - άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α' του ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ) και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 στ.Ε' του ΚΠΔ).. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω προβαλλόμενων με αυτή λόγων.
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του προϊσχύσαντος μέχρι την 31.06.2019 ΠΚ, όπως η παρ.1 αυτού είχε αντικατασταθεί, με το άρθρο 1παρ.6 του Ν. 3327/2005, "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 229 παρ.1 του ισχύοντος, από 01.07.2019, νέου ΠΚ, "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει, σαφώς, ότι η διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, τόσο, ως προς τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, όσο και ως προς την προβλεπόμενη, γι' αυτό, ποινή, αφού αυτή, αφενός μεν, προέβλεπε ποινή φυλάκισης, με ελάχιστο όριο το ένα (1) έτος, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, η οποία προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή και αφετέρου, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, απαιτούσε, επιπλέον, τη συνδρομή σκοπού του δράστη, να προκαλέσει την καταδίωξη του παθόντος, σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, που δεν απαιτεί την συνδρομή τέτοιου σκοπού και ως εκ τούτου, είναι, εν προκειμένω, εφαρμοστέα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ (ΑΠ 1172/2023, ΑΠ 1171/2023, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 100/2023, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 60/2023, ΑΠ 1565/2022, ΑΠ 1556/2022, ΑΠ 1546/2022). Από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται: α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, δηλαδή, είτε με τον τύπο του άρθρου 42 ΚΠΔ, είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, β) η καταμήνυση να έγινε, ενώπιον αρχής, γ) η καταμήνυση να αναφέρεται στη τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να αφορά σε άλλον, που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, ε) η καταμήνυση να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και στ) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση αυτού, να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό αυτού (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση), να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει την κίνηση της διαδικασίας, κατά του καταμηνυθέντος, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Το έγκλημα είναι τυπικό και συνεπώς, τετελεσμένο, με την περιέλευση στην αρχή της μήνυσης, αναφοράς κ.λ.π., ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης ή αν ο καταμηνυθείς τελικώς απαλλάχθηκε (ΑΠ 815/2022). Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός καταδίωξης του μηνυθέντος. Ο δόλος, δηλαδή, η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης, πρέπει να αιτιολογείται, ειδικώς και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αυτή (ΑΠ 8/2023, ΑΠ 1174/2023, ΑΠ 1172/2023, ΑΠ 1171/2023, ΑΠ 1004/2023, ΑΠ 652/2023, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 60/2023, ΑΠ 100/2023, ΑΠ 1688/2022, ΑΠ 1556/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (ψευδής κατάθεση) "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή." Για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος, η οποία είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προηγούμενου ΠΚ, όπου έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανωμοτί κατάθεση) του προηγούμενου ΠΚ, απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέτει. Η κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Εκτός από τα στοιχεία αυτά, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, απαιτείται υποκειμενικώς άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι τα στοιχεία που κατέθεσε σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει (ΑΠ 775/2020). Υπάρχει, όμως, αιτιολογία του δόλου, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψευδές των κατατεθέντων θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών (ΑΠ 150/2023, ΑΠ 1044/2021, ΑΠ587/2020). Ακόμη στο άρθρο 46 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι: "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές, πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησής ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κ.λ.π.. β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής, την οποία αποφάσισε με τον πιο πάνω τρόπο και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή συνειδητή και ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, χωρίς να εξετάζεται αν ο φυσικός αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που αποκλείει τον καταλογισμό. Από αυτά παρέπεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για το λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή ικανότητας προς καταλογισμό ή για το ότι βρισκόταν σε πραγματική ή συγγνωστή νομική πλάνη. Και τούτο διότι το υποκειμενικό στοιχείο της αξιόποινης πράξης είναι ατομικό και αφορά αποκλειστικά το ορισμένο πρόσωπο και επομένως υπόκειται ηθική αυτουργία σε αδόλως τελεσθείσα αξιόποινη πράξη και ποινικώς αξιολογείται αυτοτελώς, χωρίς να συνάπτεται με το φυσικό αυτουργό (ΑΠ 433/2023, ΑΠ 78/2021).

Εξάλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε (ΑΠ 635/2023, ΑΠ 465/2010).

ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όπως γίνεται δεκτό, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη, που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό, μαζί με το διατακτικό της απόφασης, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή, η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως, η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι του σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά, που αναγράφονται στο διατακτικό της απόφασης, διότι, σε τέτοια περίπτωση, δεν πρόκειται για συμπλήρωση του σκεπτικού, από το διατακτικό, αλλά, ούτε καν, για πιστή αντιγραφή του τελευταίου, οπότε, αν το διατακτικό είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες, ώστε να καθίσταται εντελώς περιττή, η διαφοροποίηση της διατύπωσης του αιτιολογικού, η ταύτιση του περιεχομένου σκεπτικού και διατακτικού είναι δυνατό να μην συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 55/2020, ΑΠ 1055/2017). Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται, γενικώς, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε, από το καθένα, χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται, ποιό βάρυνε περισσότερο, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται, από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, αρκεί να προκύπτει (και να μην καταλείπεται ουδεμία σχετική αμφιβολία), ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά, από αυτά, επιλεκτικά (ΟλΑΠ 3/2012, ΑΠ 779/2022, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 99/2022, ΑΠ 920/2021, ΑΠ 877/2021). Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου, χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, δεν συγκροτούν τον αναιρετικό λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 185/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 1061/2020, ΑΠ 742/2020, ΑΠ 25/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 132/2020, ΑΠ 594/2019, ΑΠ 1186/2018). Η ύπαρξη του δόλου (άρθρο 27 ΠΚ) δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει, από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει, με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται, από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει στα εδώ εξεταζόμενα αδικήματα ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης, που, κατά το άρθρο 229 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασής του, απαιτείτο άμεσος δόλος του δράστη και επιπλέον, σκοπός αυτού, να προκαλέσει την καταδίωξη του μηνυόμενου προσώπου. Έτσι, για το αξιόποινο της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της οποίας, απαιτείται άμεσος δόλος και δη, η γνώση ορισμένου περιστατικού και σύμφωνα με το άρθρο 229 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν, τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η γνώση, ότι τα καταγγελθέντα είναι ψευδή θεμελιώνεται, σε προσωπική αντίληψη του ίδιου του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με αυτή, περιστατικών (ΑΠ 711/2024, ΑΠ 621/2022, ΑΠ 862/2020). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε` του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 490/2019).

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 129/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθ. 5930/2024, απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, δικάζοντας κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί εξέταση της παραστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης) ότι, αναφορικά με τις αποδιδόμενες στην κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες αυτή καταδικάσθηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορούμενη, Προϊσταμένη Ειδικών Ιατρείων του Κέντρου Ειδικών Νευρολογικών Νοσημάτων στου νοσοκομείο "Αιγινήτειο" και ο Γ. Α., επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στο χώρο της εστίασης, διατηρούσαν ερωτική σχέση από τον Μάϊο του 2014 έως το τέλος του 2016 περίπου και συγκατοικούσαν. Ο Γ. Α. κατά τον ως άνω χρόνο διατηρούσε ατομική επιχείρηση αλλά και συμμετείχε ως εταίρος σε διάφορες εταιρίες, μεταξύ των οποίων ήταν και ομόρρυθμος εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρίας "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" και με τον διακριτικό τίτλο "RedDot" η οποία εκμεταλλευόταν κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, bar-restaurant, επί της οδού ... στο Γκάζι Αττικής σε ακίνητου που είχε μισθώσει από τον Α. Σ. Επειδή η εταιρία δεν κατέβαλε προσηκόντως το συμφωνηθέν μίσθωμα εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως του εκμισθωτή, διαταγή απόδοσης μισθίου και διαταγές πληρωμής οφειλομένων μισθωμάτων σε εκτέλεση των οποίων επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση του εξοπλισμού της. Ήδη δε στο μίσθιο ακίνητο λειτουργούσε όμοια επιχείρηση με την επωνυμία "March" στο όνομα του Γ. Χ. αλλά και με τη συμμετοχή, ως αφανών εταίρων, των Γ. Α. και του Μ. ( η ονομασία του καταστήματος προέρχεται από τα αρχικά τους). Προκειμένου να μην εκπλειστηριαστεί σε τρίτον ο εξοπλισμός του καταστήματος ο Γ. Α. έπεισε την κατηγορουμένη να υπερθεματίσει στον πλειστηριασμό. Η κατηγορουμένη πείστηκε, συμμετείχε στον πλειστηριασμό και αναδείχθηκε υπερθεματίστρια αντί του συνολικού ποσού των 25.230 € και ο εξοπλισμός ουδέποτε αφαιρέθηκε από το κατάστημα. Ο Γ. Α. αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας και γενικά οικονομικά προβλήματα προς επίλυση των οποίων είχε λάβει τμηματικά διάφορα ποσά από την κατηγορουμένη κατά τη διάρκεια της ερωτικής τους σχέσης. Μετά το τέλος της σχέσης τους η κατηγορουμένη άσκησε σε βάρος του, την από 20.6. 2017 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να της αποδώσει ο εναγόμενος το ποσό των 48.863 ευρώ ως υπόλοιπο από το συνολικό ποσό του 92.600 ευρώ που του είχες δώσει υπό τη μορφή του άτοκου δάνειο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4174/2020 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην κατηγορουμένη το συνολικό ποσό των 36.763 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. II απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την έκδοση της 3310/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση την οποία άσκησε ο εναγόμενος. Εκτός από την αγωγή αυτή η εγκαλούσα άσκησε και την από 13.11.2017 έγκληση της σε βάρος τόσο του Γ. Α. όσο και σε βάρος της δικηγόρου του και ήδη παριστάμενης προς υποστήριξη κατηγορίας, Χ.-Μ. Ν., ισχυριζόμενη ότι περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2017 και κατά τη διάρκεια της προθεσμίας των 100 ημερών κατάθεσης των προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ως άνω δικηγόρος του αντιδίκου της, επικοινώνησε με τον Γ. Χ. και του δήλωσε ψευδώς ότι δήθεν είχε έλθει σε επικοινωνία με τον δικό της δικηγόρο και είχαν συμφωνήσει το ποσό των 25.320 € να το αποδώσει ο Γ. Χ. όχι στην εγκαλούσα αλλά στον Γ. Α. και ότι ο Γ. Α., ο Γ. Χ. και η ίδια η εγκαλούσα και ήδη κατηγορουμένη είχαν συστήσει αφανή εταιρία και εξ αυτού του λόγου η τελευταία όφειλε στον Γ. Α. το ανωτέρω ποσό, επιχειρώντας έτσι να βλάψει την περιουσία της, πείθοντας τον Γ. Χ. να καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 25.230 ευρώ που όφειλε αυτός στην κατηγορουμένη, στον Γ. Α., με σκοπό να αποκομίσει η ίδια η δικηγόρος και ο εντολέας της (Γ. Α.) παράνομο περιουσιακό όφελος που συνίσταται στο ανωτέρω ποσό των 25.230 €, τελώντας έτσι το αδίκημα της απόπειρας απάτης (άρθ. 42, 386 παρ. 1 α' Π.Κ.) σε βάρος της και σε βάρος του Γ. Χ. ο οποίος όμως δεν πείσθηκε και δεν κατέβαλε στον Α. το ως άνω ποσό. Ο ίδιος ισχυρισμός προτάθηκε από τους εγκαλούμενους στις προτάσεις που κατέθεσαν στις 31.10.2017 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της ως άνω αγωγής. Για την έγκληση αυτή εκδόθηκε η 7265/2018 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε κατά της δικηγόρου Χ.Μ. Ν. για την αποδιδόμενη σ' αυτή πράξη της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση και έπαυσε η ποινική δίωξη κατ' αυτής. Ο δε Γ. Α. παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Στ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το αδίκημα της απόπειρας απάτης σε βάρος του Γ. Χ. το οποίο εξέδωσε την 1704/2024 απόφαση του με την οποία έπαυσε την ποινική δίωξη σε βάρος του Γ. Α. λόγω ελλείψεως εγκλήσεως του παθόντος Γ. Χ. Παράλληλα με την έγκληση η κατηγορουμένη κατέθεσε και αναφορά σε βάρος της δικηγόρου Χ.-Μ. Ν. προς τον δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών ζητώντας την πειθαρχική της τιμωρία. Η ως άνω έγκληση της κατηγορουμένης κατά της παριστάμενης προς υποστήριξη την κατηγορία είναι ψευδής και η κατηγορούμενη γνώριζε το ψεύδος της αφού η αλήθεια είναι ότι η Χ.-Μ. Ν., πληρεξούσια δικηγόρος του αντιδίκου της Γ. Α. δεν είχε έρθει σε επικοινωνία με τον Γ. Χ. και δεν είχε ισχυρισθεί σε αυτόν ότι είχε έρθει σε επικοινωνία με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της στον οποίο και είπε να καταβληθεί το ως άνω ποσό στον εντολέα της Γ. Α., ούτε είχε παραστήσει στον Γ. Χ. ότι η κατηγορουμένη όφειλε το ανωτέρω χρηματικό ποσό στον εντολέα της, Γ. Α., από την αφανή εταιρεία που είχε συσταθεί μεταξύ τους το 2014 για την επιχείρηση - κατάστημα στην οδό ... στο Γκάζι, και συνεπώς δεν είχε τελέσει την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης (αρθ. 42, 386 παρ 1 α' ΠΚ) που της απέδιδε με την έγκληση της. Η αλήθεια είναι ότι ο Γ. Α. περί τον Φεβρουάριο του 2017 επισκέφθηκε την Χ.- Μ. Ν., δικηγόρο του ΔΣΑ στο γραφείο που διατηρεί αυτή επί της οδού ... στην Αθήνα και της έδωσε εντολή να κλείσει την εταιρία RedDot που λειτουργούσε ένα κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στο Γκάζι. Τον Απρίλιο, του ίδιου έτους την επισκέφθηκε και πάλι στο γραφείο της και παρουσία του οικονομικού του συμβούλου, Α. Λ. και του συνεργάτη της δικηγόρου, Γ., και τον Γ. Χ. συζήτησαν τον τρόπο επιστροφής των χρημάτων στην κατηγορουμένη με συναλλαγματικές η οποία ήταν ενήμερη. Τον Σεπτέμβριο του 2017 ο Γ. Α. και ο Γ. Χ. είπαν στην Χ.-Μ. Ν. ότι η κατηγορουμένη έχει κάποιο τροχαίο ατύχημα και έχει ανάγκη τα χρήματα για το λόγο αυτό και επειδή η ο Γ. Χ. δεν συμφωνούσε με την επιστροφή των χρημάτων με συναλλαγματικές, να συντάξει ένα ιδιωτικό συμφωνητικό περί αφανούς εταιρίας για να πάρει η κατηγορουμένη τα χρήματα της. Σε ερώτηση της αν η κατηγορουμένη γνώριζε για το συμφωνητικό ο Γ. Α. απάντησε θετικά. Έτσι η παριστάμενη προς υποστήριξη κατηγορίας υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρος κατάρτισε ένα σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού που δεν υπογράφηκε ποτέ από κανέναν στο οποίο ανέγραφε ότι υπήρχε αφανής εταιρία μεταξύ Γ. Α., Γ. Χ. και της κατηγορουμένης βάσει των στοιχείων που διέθετε ήτοι τη διαβεβαίωση των Α. και Χ. και στα ηλεκτρονικά μηνύματα που έλαβε σε γνώση της στο πλαίσιο της ως άνω αγωγής, βάσει των οποίων η κατηγορουμένη έδινε εντολές προς τους εργαζόμενους της επιχείρησης του "Μarch" για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και στους οποίους μερικές φορές κατέβαλε τους μισθούς τους. Η γνώση της κατηγορουμένης περί του ψεύδους των αναφερομένων στη μήνυση της ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά την ημέρα συνεδρίασης του Πειθαρχικού του ΔΣΑ η κατηγορουμένη παρότι ενώπιον της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας παραδέχθηκε την αναλήθεια τους δεν απέσυρε την αναφορά της αλλά επιδίωξε πέρα από την ποινική και την πειθαρχική της καταδίωξη. Η αναφορά αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη από τον οικείο όργανο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότιγιανα ενισχύσει την αναλήθεια των περιεχομένων στην έγκληση της έπεισε με φορτικότητα και πειθώ τον Γ. Χ., να ψευδομαρτυρήσει κατ' εξακολούθηση και, ειδικότερα, να καταθέσει ενόρκως ψευδώς α) στις 9.11.2017, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, Ιωάννη Τσαρουχά, και β) στις 21.12.2017, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον της 21ης Πταισματοδίκου Αθηνών, Γεωργίας Καραμαλίκη - Μπακρώζη, ως αρμοδίων αρχών να ενεργούν εξέταση για το περιεχόμενο της αναλυτικώς περιγραφόμενης εγκλήσεώς της σε βάρος, μεταξύ άλλων, και της νυν εγκαλούσας, Χ. - Μ. Ν., τα ως άνω, τα οποία ήταν ψευδή. Εν όψει αυτών πληρούνται στο πρόσωπο της κατηγορουμένης τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των αντιστοίχων, αποδιδόμενων σ' αυτήν με το κατηγορητήριο, αξιοποίνων πράξεων, ήτοι, α) της ψευδούς καταμηνύσεως, β) της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία τέλεσε όταν, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, ενόρκως εξεταζόμενη ενώπιον της 21ης Πταισματοδίκου Αθηνών, Γεωργίας Καραμαλίκη - Μπακρώζη, ως αρμόδιας αρχής να ενεργεί εξέταση για το περιεχόμενο της ως άνω υπό αναλυτικώς περιγραφόμενης εγκλήσεώς της σε βάρος, μεταξύ άλλων, και της νυν εγκαλούσας, Χ. - Μ. Ν., επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της κατά τα άνω ψευδούς εγκλήσεώς της και, γ) τέλος, της ηθικής αυτουργίας στην, κατά τα ανωτέρω, ψευδορκία κατ' εξακολούθηση του Γ. Χ. Επομένως, πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων αυτών, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α'ΠΚ που της αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως δοθέντος ότι έχει κριθεί ότι συνιστά χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου η ανάκληση ευεργετήματος που δόθηκε με την απόφαση που προσβάλλεται (ΑΠ 294/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα Χ. Χ., ένοχη, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α'ΠΚ , για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις και της επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για κάθε πράξη και συνολικά δέκα (10) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παραπάνω κατηγορουμένη ένοχη του ότι: 1) Η κατηγορουμένη, Χ. Χ., στην Αθήνα την 13-11-2017, εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε πράξη με σκοπό να προκαλέσει καταδίωξη του. Συγκεκριμένα, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την με ημερομηνία 13-11-2017 και με αριθμό ΒΜ Α 2017/2872 έγκληση της, με την οποία κατεμήνυσε την Χ.- Μ. Ν. του Α., εν γνώση της, ψευδώς ότι περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2017, η ανωτέρω ως πληρεξούσια δικηγόρος του επίσης εγκαλουμένου Γ. Α., εκπροσωπώντας αυτόν σε σχέση εντολής είχε προσωπική επικοινωνία με τον δεύτερο κατηγορούμενο Γ. Χ., οφειλέτη της πρώτης κατηγορουμένης και παρέστησε σε αυτόν ψευδώς ότι έχει έρθει σε επικοινωνία με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης κατηγορουμένης και είχαν συμφωνήσει ποσό ύψους 25.230 Ευρώ που όφειλε ο Γ. Χ. στην πρώτη κατηγορουμένη, να τα αποδώσει, όχι στην πρώτη κατηγορουμένη, αλλά στον εντολέα της, Γ. Α., και λίγες μέρες αργότερα παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στον Γ. Χ. ότι είχε συσταθεί το 2014 αφανή εταιρεία μεταξύ των νυν κατηγορουμένων και του εντολέα της, Γ. Α., για την επιχείρηση - κατάστημα στην οδό ... στο Γκάζι, και ότι από την εταιρεία αυτή η κατηγορουμένη όφειλε στον εντολέα της το ανωτέρω ποσό, ενώ η αλήθεια ήταν πως ποτέ καμία τέτοια συμφωνία της Χ.- Μ. Ν. με τον δικηγόρο της πρώτης κατηγορουμένης, ούτε καμία εξουσιοδότηση προς τον Γ. Α. να λάβει από τον δεύτερο κατηγορούμενο, Γ. Χ., τα χρήματα της εκκαλούσας-κατηγορουμένης αντί για εκείνη, ούτε είχε συσταθεί ποτέ αφανή εταιρεία μεταξύ των ανωτέρω τριών προσώπων για την επιχείρηση - κατάστημα στην οδό ... στο Γκάζι, επιχειρώντας έτσι να βλάψει την περιουσία της κατηγορουμένης, πείθοντας Γ. Χ. να καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 25.230 ευρώ που όφειλε αυτός στην κατηγορουμένη, στον Γ. Α., με σκοπό να αποκομίσει ο τελευταίος παράνομο περιουσιακό όφελος που συνίσταται στο ανωτέρω ποσό των 25.230 ευρώ, τελώντας έτσι το αδίκημα της απόπειρας απάτης (άρθ. 42,386 παρ. 1 α' Π.Κ.). Όμως, τα ως άνω γεγονότα που ανέφερε η εκκαλούσα-κατηγορουμένη στην έγκληση της, και με την επίκληση των οποίων σκόπευε να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της, Χ. - Μ. Ν., ήταν εξ ολοκλήρου ψευδή, η δε κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση του ψεύδους αυτών, αφού η αλήθεια ήταν ότι η νυν εγκαλούσα δεν είχε έρθει σε επικοινωνία με τον Γ. Χ. και δεν είχε ισχυρισθεί σε αυτόν ότι είχε έρθει σε επικοινωνία με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης με τον οποίο είχαν συμφωνήσει το ποσό των 25.230 ευρώ που όφειλε στην κατηγορουμένη να καταβληθεί στον εντολέα της νυν εγκαλούσας, Γ. Α., ούτε είχε παραστήσει τον Γ. Χ. ότι η πρώτη κατηγορουμένη όφειλε το ανωτέρω χρηματικό ποσό στονεντολέα της, Γ. Α., από την αφανή εταιρεία που είχε συσταθεί μεταξύ τους το 2014 για την επιχείρηση - κατάστημα στην οδό ... στο Γκάζι, και συνεπώς δεν είχε τελέσει την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης.( αρθ 42, 386 παρ 1 α' ΠΚ). 2) Η κατηγορουμένη, Χ. Χ., στην Αθήνα, στις 13-12-2017, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή, και συγκεκριμένα ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώπιον της 21ης Πταισματοδίκου Αθηνών, Γεωργίας Καραμαλίκη - Μπακρώζη, ως αρμόδιας αρχής να ενεργεί εξέταση για το περιεχόμενο της ως άνω αναλυτικώς περιγραφόμενης εγκλήσεώς της σε βάρος, μεταξύ άλλων, και της νυν εγκαλούσας, Χ. - Μ. Ν., εν γνώσει της κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή, καθώς η ανωτέρω έγκληση, όπως αναλυτικώς περιγράφεται, είναι ψευδής, η δε κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση του ψεύδους. 3) Η κατηγορουμένη, Χ. Χ., κατηγορείται ως υπαίτια του ότι στην Αθήνα, στις 9-11-2017 και στις 21-12-2017, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα, με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και προτροπές, προκάλεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, Γ. Χ., την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα κατ" εξακολούθηση και να καταθέσει εν γνώσει του ψευδή στοιχεία για την κρινόμενη υπόθεση, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την υπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα, του προκάλεσε την απόφαση, να καταθέσει: α) στον ανωτέρω τόπο, στις 9-11- 2017, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, Ιωάννη Τσαρουχά, και β) στον ανωτέρω τόπο, στις 21-12-2017, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον της 21ης Πταισματοδίκου Αθηνών, Γεωργίας Καραμαλίκη -Μπακρώζη, ως αρμοδίων αρχών να ενεργούν εξέταση για το περιεχόμενο της ως άνω αναλυτικώς περιγραφόμενης εγκλήσεώς της σε βάρος, μεταξύ άλλων, και της νυν εγκαλούσας, Χ. - Μ. Ν., τα ψευδή στοιχεία όπως αυτά αναλυτικώς ανωτέρω περιγράφονται, εν γνώσει του ψεύδους των όσων κατέθεσε". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης [άρθρο 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος (μέχρι την 30-6-2019) ΠΚ], ψευδούς κατάθεσης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση, κατ'εξακολούθηση (άρθρα 46 παρ. 1, 98 παρ. 1, 224 παρ. 1 νΠΚ), για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Περαιτέρω, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις της ήδη αναιρεσείουσας, αιτιολογείται με την προσήκουσα επάρκεια, τόσο ο απαιτούμενος στα ανωτέρω εγκλήματα (της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδούς κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση), άμεσος δόλος της αναιρεσείουσας, όσο και ο προσθέτως απαιτούμενος στο πρώτο από αυτά (ψευδή καταμήνυση) υπερχειλής δόλος. Συγκεκριμένα, 1) γίνεται παράθεση στην προσβαλλομένη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, αναφορικά με την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης: α) ο τρόπος, με τον οποίο τελέστηκε η πράξη της ψευδούς καταμήνυσης από την αναιρεσείουσα, ήτοι με την υποβολή ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών της με ημερομηνία 13-11-2017 και με αριθμό ΒΜ Α 2017/2872 έγκλησής της σε βάρος, μεταξύ άλλων και της εγκαλούσας, β) τα περιστατικά που αναφέρονται στην έγκληση, τα οποία ήταν ψευδή, ήτοι ότι η εγκαλούσα τέλεσε το αδίκημα της απόπειρας απάτης, ενώ παρατίθενται και τα αληθή γεγονότα, γ) ότι η αναιρεσείουσα τελούσε σε γνώση του ψεύδους αυτών και ότι η γνώση της αυτή ενισχύεται από τη μετέπειτα εκδηλωθείσα συμπεριφορά της, που, κατά την ημέρα συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η εγκαλούσα κατόπιν αναφοράς της αναιρεσείουσας με όμοιο περιεχόμενο με αυτό της ένδικης έγκλησης, παρότι, αυτή, ενώπιον της πειθαρχικά ελεγχόμενης δικηγόρου ομολόγησε την αναλήθεια όσων περιέλαβε στην έγκλησή της, δεν απέσυρε την αναφορά της αλλά επιδίωξε πέραν της ποινικής και την πειθαρχική της καταδίωξη, δ) ο από μέρους της αναιρεσείουσας σκοπός να ασκηθεί σε βάρος της υποστηρίζουσας την κατηγορία ποινική δίωξη για αδίκημα που θεμελιώνεται σε αντικειμενικώς ψευδή, μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα, περιστατικά, για τα οποία δεν διώχθηκε η τελευταία διότι, η ως άνω έγκληση, κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον της, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ' αριθ. 7265/2018 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, 2) διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης με την παράθεση και του ψευδούς περιεχομένου της κατάθεσης της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, εξετασθείσας ενόρκως ως μάρτυρα, την 13-12-2017, ενώπιον του 21ης Πταισματοδίκη Αθηνών, προς υποστήριξη της ανωτέρω έγκλησής της, το οποίο είναι ταυτόσημο με το ψευδές περιεχόμενο της τελευταίας, 3) υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία αναφορικά με τον απαιτούμενο άμεσο δόλο της αναιρεσείουσας (γνώση του ψευδούς καταγγελθέντος -κατατεθέντος και ισχυρισθέντος- περιστατικού) για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των ένδικων εγκλημάτων, διότι κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση και αντίληψη της ίδιας, σε συνδυασμό με τις άνω ενέργειές της, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση της, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών, επιπλέον δε των ανωτέρω αναφερομένων, συνάγεται με σαφήνεια και ο σκοπός της αναιρεσείουσας, να διωχθεί ποινικά η υποστηρίζουσα την κατηγορία, καθώς γνώριζε και επεδίωκε την κίνηση της ποινικής διαδικασίας κατά της καταμηνυθείσας, ήδη υποστηρίζουσας την κατηγορία, ως αναγκαία συνέπεια της μηνυτήριας αναφοράς της, το περιεχόμενο της οποίας γνώριζε ότι ήταν αναληθές και ότι αφορούσε στην αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης, 4) αναφορικά με την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση κατ' εξακολούθηση, εκτίθενται: α) η πρόκληση εκ μέρους της αναιρεσείουσας της απόφασης να τελέσει ο Γ. Χ. την άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης κατ' εξακολούθηση που αυτός τέλεσε, β) ο τρόπος με τον οποίο η αναιρεσείουσα προκάλεσε στον Γ. Χ. την απόφαση να τελέσει την ως άνω άδικη πράξη, ήτοι με πειθώ και φορτικότητα, με την έννοια της πειστικότητας για την τέλεση της ηθικής αυτουργίας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τι συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές κ.λ.π. και χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, όπως αναφέρθηκε στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας και γ) τα ψευδή στοιχεία, όπως αναλυτικά αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής και για τα οποία αυτός έχει καταδικασθεί με την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία αναγνώσθηκε. Οι λοιπές δε αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών της αναιρεσείουσας, που, κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων που αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της και αμφισβήτηση των σε βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 115 του ν. 5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθ. 51/4-7-2025 αίτηση της Χ. Χ. του Φ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5930/2024 απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή