ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1200/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1200/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1200/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1200 / 2025    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1200/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αικατερίνη Πατσιαρά, Γεώργιο Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Ειρήνη Νικολάου, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Τοπαλνάκο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 966/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25-6-2025 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στους από 21/7/2025 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 25/6/2025 (υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 9/25.6.2025) αίτηση της Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 966/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, έχει ασκηθεί νόμοτυπα με δήλωση του ειδικώς εξουσιοδοτηθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου Τρικάλων Χρήστου Πύργου στον γραμματέα του Εφετείου Λάρισας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι αυτή καταχωρίσθηκε καθαρογεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία στις 5/6/2025 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 25/6/2025 (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 και 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ) και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης. Είναι, συνεπώς, τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι πρόσθετοι λόγοι, που έχουν ασκηθεί από τον ειδικώς εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Παύλο Τοπαλνάκο, Δικηγόρο Θεσσαλονίκης, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 21/7/2025, ήτοι δέκα πέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 509 ΚΠΔ) και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο αυτών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη των πράξεων της πλαστογραφίας (νόθευσης) εγγράφου και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παράγραφος 2α του ΠΚ (άρθρα 1, 14, 17, 26 εδ. α', 27, 84 παρ. 2 α', 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 Π.Κ. και άρθρα 22 παρ. 6 σε συνδ. με άρθρο 8 ν. 1599/1986), τις οποίες τέλεσε στην Καλαμπάκα Τρικάλων στις 13/9/2017, και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για κάθε πράξη και συνολικά σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Ι. Όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 362 παρ. 1 και 369 Κ.Π.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει, για να θεμελιώσει την κρίση του ως προς την ενοχή, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. σε συνδυσμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, επειδή παραβιάζεται το από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, αλλά και η δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' λόγο αναίρεσης (ΑΠ 523/2024). Ωστόσο δεν επέρχεται η ακυρότητα αυτή εάν ελήφθησαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, στις περιπτώσεις που αυτά αναφέρονται απλώς διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης ή αποτελούν το σώμα ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή στοιχείο της κατηγορίας, για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος την γνωρίζει, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ' αυτής ή είναι διαδικαστικά έγγραφα ή προκύπτουν από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη (ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1142/2022, ΑΠ 921/2022, ΑΠ 1022/2020, ΑΠ 696/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη για την καταδικαστική του κρίση έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ήτοι τις έγγραφες εξηγήσεις της που δόθηκαν κατά την προδικασία, και συμβάσεις ορισμένου χρόνου που την αφορούσαν, χωρίς όμως να τα αναγνώσει στο ακροατήριο, ώστε να μπορέσει να τα σχολιάσει, παραβιάζοντας την αρχή της προφορικότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματός της, που απορρέει από το άρθρο 358 ΚΠΔ, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν σε βάρος της και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ.) και παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' ΚΠΔ λόγους αναίρεσης. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το εκδόσαν αυτή δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και γενικά όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Η κατηγορουμένη αρνείται τη νόθευση, ισχυριζόμενη ότι δεν την έκανε η ίδια αλλά ο πατέρας της, ο οποίος ετοίμασε το σχετικό φάκελο με τα έγγραφα, ωστόσο ο ισχυρισμός κρίνεται αναξιόπιστος, καθόσον προβλήθηκε όψιμα, καθόσον ο πατέρας της κατηγορουμένης είχε ήδη αποβιώσει, πριν την προβολή του -το πρώτον- στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της προδικασίας προκύπτει ότι ουδέποτε προβλήθηκε κάτι σχετικό... Η κρίση περί νοθεύσεως από την ίδια επίσης επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι επικαλέσθηκε "απώλεια" του τίτλου και αναζήτηση αυτού από τη σχολή φοίτησής της στη Θεσσαλονίκη, μετά την κλήση της στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας σε βάρος της, γεγονός παράδοξο, δεδομένου ότι από την κατάταξή της και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι είχε προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και μάλιστα μέσω της σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, γεγονός που υποδεικνύει ότι ο τίτλος σπουδών της ήταν ήδη κατατεθειμένος σε προηγούμενους εργοδότες, τον οποίο ευχερώς μπορούσε να αναζητήσει και να ανεύρει ως αναγκαίο κατατεθέν δικαιολογητικό, χωρίς να αναζητηθεί πρωτότυπο ή άλλο αντίγραφο με ισχύ πρωτοτύπου από τον εκδότη του πτυχίου της". Όπως επίσης προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας με αριθμό 776/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σε ερώτηση του εισαγγελέα της έδρας αν τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης ότι τη νόθευση του πτυχίου της την είχε κάνει ο πατέρας της τον διατύπωσε στο στάδιο της προδικασίας, όταν κλήθηκε από τον Πταισματοδίκη για να παράσχει εξηγήσεις, η ίδια απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι ο πατέρας της επέλεξε να μην εμφανισθεί στον Πταισματοδίκη για κατάθεση, με την οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, θα αναλάμβανε την ευθύνη, αλλά να εμφανισθεί στο δικαστήριο το πρώτον, πλην όμως στο μεταξύ απεβίωσε. Μάλιστα η κατηγορούμενη εξηγεί περαιτέρω κατά την απολογία της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ο πατέρας της έμαθε για τη δικαστική περιπέτειά της μετά την κατάθεση του υπομνήματός της στην προδικασία, στο οποίο δεν ανέφερε τίποτα σχετικό με τον πατέρα της (σελ. 9 της πρωτοβάθμιας απόφασης).
Συνεπώς, το περιεχόμενο των εγγράφων της προδικασίας και δη του υπομνήματος της αναιρεσείουσας προκύπτει από έγγραφο που αναγνώσθηκε, ήτοι τα πρακτικά και την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και συνεπώς η κατηγορούμενη το γνώριζε και μπορούσε να προβεί σε σχολιασμό του. Περαιτέρω η σύναψη προηγούμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου προκύπτει από την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο Αίτηση-Υπεύθυνη Δήλωση για την πρόσληψή της με ημερομηνία 13/9/2017, την οποία συνέταξε η ίδια και κατέθεσε στον Δήμο Καλαμπάκας, όπου στο δεύτερο φύλλο της και στον κατάλογο συνημμένων εγγράφων αναφέρει με αύξοντα αριθμό "12" τις προηγούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Το έγγραφο αυτό η αναιρεσείουσα γνώριζε, αφού το συνέταξε η ίδια, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, όπως βεβαιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 7), και συνεπώς μπορούσε ομοίως να αντιτάξει την υπεράσπισή της κατ' αυτού. Κατόπιν τούτων τα περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν από έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά και το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα της δικογραφίας και, συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας, που για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τα έλαβε υπόψη του, δεν προσέβαλε την αρχή της προφορικότητας και της δημοσιότητας της ποινικής δίκης, ούτε τα δικαιώματα της κατηγορουμένης, ούτε δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. και παρ. 1 στοιχ. Γ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ισχύοντος από 1/7/2019 Π.Κ., η οποία εφαρμόστηκε στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. (ως οδηγούσα στην ευμενέστερη μεταχείριση της κατηγορουμένης σε σχέση με την αντίστοιχη του προϊσχύσαντος Π.Κ.), ορίζεται, ότι

"1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή...". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στ. γ' Π.Κ.) από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Έτσι, εκτός από τον σκοπό παραπλάνησης, που πρέπει να έχει ο δράστης, απαιτείται επιπλέον το πλαστό έγγραφο να μπορεί αντικειμενικά με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες, ενώ η επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος (ΑΠ 581/2021, ΑΠ 1364/2020, ΑΠ 1491/2019) και τούτο διότι η πλαστογραφία, υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάθεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτή, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ., σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των έγγραφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 712/2023).

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 217 Π.Κ., "Με φυλάκιση τιμωρείται όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πτυχίο ή κάθε πιστοποιητικό γνώσεων ή δεξιοτήτων, ή νοθεύει γνήσιο ή κάνει χρήση αυτών, με σκοπό να καταλάβει θέση εργασίας ή να διεκδικήσει βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού απαιτείται κατάρτιση πλαστού ή νόθευση πτυχίου ή κάθε είδους πιστοποιητικού γνώσεων ή δεξιοτήτων, ή χρήση αυτών. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να καταλάβει θέση εργασίας ή να διεκδικήσει βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια ο δράστης, χωρίς όμως εντεύθεν να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται πρώτον ότι αντικείμενο της κατά το άρθρο 217 παρ. 3 Π.Κ. πλαστογραφίας δεν συνιστούν όλα τα κατά το άρθρο 13 στ. γ' Π.Κ. έγγραφα, αλλά μόνον τα πτυχία και τα κάθε είδους πιστοποιητικά γνώσεων και δεξιοτήτων και δεύτερον ότι ο συνδεόμενος με την τέλεση του αδικήματος του άρθρου 217 παρ. 3 Π.Κ. σκοπός του υπαιτίου πρέπει να αποβλέπει αποκλειστικώς στην κατάληψη θέσης εργασίας ή στη διεκδίκηση βαθμολογικής ή μισθολογικής προαγωγής στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, χωρίς η προσδοκόμενη από την πράξη ωφέλεια ή η αντίστοιχη ζημία τρίτου να έχουν τη σημασία, την οποία έχουν για την θεμελίωση της πράξης της βασικής διάταξης του άρθρου 216 Π.Κ. Στην περίπτωση, όμως, που από την πλαστογραφία ή τη νόθευση βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες αυτού σχέσεις ή το συμφέρον του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα ή αν, γενικότερα, η πλαστογραφία γίνεται και για άλλο σκοπό, εκτός του υπό του άρθρου 217 Π.Κ. αναφερομένου, τότε και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα από το ίδιο άρθρο, ήτοι πτυχίο ή πιστοποιητικό γνώσεων ή δεξιοτήτων, εφαρμοστέα τυγχάνει η βασική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. και όχι η ειδική διάταξη του άρθρου 217 παρ. 3 Π.Κ. (ΑΠ 663/2021, ΑΠ 592/2021, ΑΠ 720/2020).

ΙII) Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η ύπαρξη του δόλου (άρθρο 27 Π.Κ.) δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που αξιώνεται στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της πλαστογραφίας, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου απαιτείται να αιτιολογείται ο σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

IV. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1 /2020, ΑΠ 782/2022, ΑΠ 221 /2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων η αναιρεσείουσα προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ., που προβλέπει το έγκλημα της πλαστογραφίας, διότι υπήγαγε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη αυτή, αφού από τις παραδοχές αυτές ελλείπουν ή δεν αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα τα στοιχεία της παραπλάνησης τρίτου και μάλιστα των μελών της επιτροπής του διαγωνισμού για την πρόσληψη προσωπικού του Δήμου Καλαμπάκας, του ειδικού δόλου της ως προς την παραπλάνηση αυτή, της δυνατότητας πρόκλησης έννομων συνεπειών από τη νόθευση του κατατεθέντος στο διαγωνισμό πτυχίου της, της μη υπαγωγής αυτών των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου του άρθρου 217 παρ. 3 Π.Κ., κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, και της μη λήψης υπόψη σημαντικών αποδεικτικών μέσων, όπως την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Κ. Γ. και του μάρτυρος υπεράσπισης Ν. Π.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως,) αποδείχθηκε ότι: Η κατηγορουμένη, η οποία κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων ήταν 46 ετών (έτος γέννησης 1971), κατόπιν της υπ' αριθ. ....2017 δημόσιας προκήρυξης του Δήμου Καλαμπάκας, για την υλοποίηση της δράσης "ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ" στο πλαίσιο Ευρωπαϊκού Προγράμματος, για την πρόσληψη προσωπικού ορισμένου χρόνου για τη στελέχωση των παιδικών σταθμών του Δήμου κατέθεσε η ίδια προσωπικά (γεγονός που δεν αρνείται) αίτηση συμμετοχής, μαζί με υπεύθυνη δήλωση, καθώς και τα απαραίτητα δικαιολογητικά, για την κατάταξή της σε δύο θέσεις ΔΕ βοηθών Βρεφονηπιοκόμων του Δήμου Καλαμπάκας που είχαν προκηρυχθεί. Με βάση την υπ' αριθ. πρωτ. 13706/8.8.2017 ανακοίνωση με αριθμό ΣΟΧ 2/2017, η σειρά κατάταξης μεταξύ των υποψηφίων καθοριζόταν με συγκεκριμένα κριτήρια, μεταξύ των οποίων ο βαθμός του βασικού τίτλου σπουδών, όπου για ΔΕ οι μονάδες του βασικού τίτλου πολλαπλασιάζονται με το 20. Κατόπιν αποποίησης από την υποψήφια που είχε πρωτεύσει στην κατάταξη, η κατηγορουμένη, με βάση την υπ' αριθ. 586/10.10.2017 απόφαση του Δημάρχου προσελήφθη για το διάστημα από 10.10.2017 ως 31.8.2018 με δυνατότητα ανανέωσης ή παράτασης. Η σύμβασή της ανανεώθηκε για το διάστημα από 1.9.2018 ως 31.8.2019. Ωστόσο μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο από το αρμόδιο τμήμα του Δήμου της γνησιότητας των δικαιολογητικών που καταθέτουν οι υπάλληλοι ως τυπικό προσόν διορισμού, διαπιστώθηκε αφενός ότι ήταν νοθευμένος ο τελικός βαθμός του πτυχίου, αφετέρου ο βαθμός τριών επιμέρους μαθημάτων. Τελικά, η απόφαση πρόσληψής της ανακλήθηκε με την υπ' αριθ. 22/29.1.2019 απόφαση του Δημάρχου Μετεώρων η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως (ΦΕΚ Γ/372/18.3.2019). Ειδικότερα, αποδείχθηκε από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν ότι η κατηγορουμένη με πρόθεση νόθευσε το με αριθμ. πρωτ. ...-1992 πτυχίο της, το οποίο εκδόθηκε από τις Σχολές Πυθαγόρα και επείχε θέση Πτυχίου Δημοσίου Τεχνικού - Επαγγελματικού Λυκείου του Ν. 1566/85 και ειδικότερα μετέβαλε τους κάτωθι αναφερόμενους αριθμούς : α) το γενικό βαθμό απόλυσης από δεκαπέντε και επτά ένατα (15 και 7/9) σε δεκαεπτά και επτά ένατα (17 και 7/9) β) το βαθμό στο μάθημα ΒΡΕΦΟΚΟΜΙΑ, από δεκατρία (13) σε δεκαοκτώ (18) και γ) το βαθμό στο μάθημα ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΗΣ από δώδεκα (12) σε είκοσι (20), ακολούθως προέβη στη χρήση του εγγράφου, με κατάθεσή του στο Δήμο Καλαμπάκας, που έλαβε χώρα με την υπ' αριθ. ....2017 αίτησή της ως υποψήφια που προκηρύχθηκε για την πλήρωση θέσεων Βρεφοκόμων/Παιδοκόμων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και τούτο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του την αρμόδια επιτροπή, σχετικά με τη μεγαλύτερη μοριοδότηση, γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, το οποίο αντικειμενικά γνώριζε και πέτυχε δεδομένου ότι ο βαθμός πτυχίου πολλαπλασιαζόταν με το συντελεστή 20 κατά την προκήρυξη και μπορούσε να εξασφαλίσει κατάταξη μεταξύ των λοιπών υποψηφίων. Επιπλέον, στον ίδιο τόπο και χρόνο, δήλωσε ψευδή γεγονότα με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 8 Ν. 1599/86 και συγκεκριμένα συνέταξε και υπέγραψε την με αριθ. πρωτ. ...-2017 αίτηση - υπεύθυνη δήλωση, ως υποψήφια σε διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από το Δήμο Καλαμπάκας για πλήρωση θέσεων Βρεφοκόμων/Παιδοκόμων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, την οποία ακολούθως κατέθεσε και στην οποία δήλωσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς, ότι ο βαθμός του άνω αναφερόμενου τίτλου σπουδών που προσκόμισε είναι δεκαεπτά και επτά ένατα (17 και 7/9), ωστόσο τούτο ήταν ψευδές εν γνώσει της κατηγορουμένης και η αλήθεια είναι ότι ο βαθμός του εν θέματι τίτλου σπουδών ήταν δεκαπέντε και επτά ένατα (15 και 7/9)... Περαιτέρω, η κατηγορουμένη, στο πλαίσιο της υπεράσπισής της προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα, διότι χωρίς τη νόθευση του τίτλου θα λάμβανε (15,78X20) = 315,60 μονάδες, ενώ υπό το νοθευμένο τίτλο έλαβε (17.78X20) =355,60 μονάδες. Με δεδομένο ότι πρώτη στην κατάταξη ήταν η Θ. Ν., που έλαβε σύνολο μονάδων 1518,60 (η οποία αποποιήθηκε τη θέση με υπεύθυνη δήλωση), δεύτερη κατηγορουμένη με 1500,60 μονάδες και τρίτη η Σ. Δ. με 1390,80 μονάδες, προτείνεται ότι η σειρά κατάταξης δεν επηρεάζεται και η νόθευση δεν μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ο ισχυρισμός ωστόσο είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το νοθευμένο έγγραφο ήταν αντικειμενικά πρόσφορο να παραπλανήσει με τη χρήση του την επιτροπή του διαγωνισμού για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον αντικειμενική συνέπεια ήταν η μοριοδότησή της, με επιπλέον 40 μονάδες και η κατάταξή της σε θέση του πίνακα κατάταξης υπό τις 40 αυτές επιπλέον μονάδες, στον συγκεκριμένο διαγωνισμό, ήτοι εξυπηρετούσε τον σκοπό παραπλάνησης της επιτροπής ως προς την μοριοδότησή της και την κατάταξή της κατά τα επιπλέον μόρια, γεγονός που αντίκειται ευθέως στο συμφέρον νπδδ ως προς την διαφάνεια και ορθότητα της διαδικασίας, για λογαριασμό του οποίου ενεργούσαν τα μέλη της επιτροπής. Είναι δε αδιάφορο αν επήλθε η παραπλάνηση ως προς τρίτους (τις λοιπές υποψήφιες ως προς την σειρά κατάταξης η οποία δεν επηρεαζόταν) αφού αρκεί και η παραπλάνηση των μελών την επιτροπής ως προς την μοριοδότησή της, η οποία και της αποδίδεται. Άλλωστε, ο σκοπός της δεν κατευθυνόταν στην πρόσληψη, όπως υπολαμβάνει μέσω του ισχυρισμού της (αφού απευθυνόταν η πρόσκληση της επιτροπής σε αόριστο αριθμό προσώπων των οποίον τη βαθμολογία και τα λοιπά προσόντα δεν θα μπορούσε να γνωρίζει), αλλά στην παραπλάνηση των υπαλλήλων της αρμόδιας επιτροπής ως προς τη γνησιότητα της βαθμολογίας του πτυχίου της ώστε να επιτύχει την ένταξη και κατάταξη της στον πίνακα, καταλαμβάνοντας αυξημένα μόρια, λόγω ακριβώς της νοθεύσεως του βαθμού πτυχίου (...) Ως προς το πεδίο της υποκειμενικής υπόστασης η κατηγορουμένη γνώριζε ήδη, πριν την τέλεση της πράξης της, αφού είχε προηγηθεί η αναλυτική προκήρυξη, ότι η νόθευση του πτυχίου της ως προς τον βαθμό του εξασφάλιζε επιπλέον μοριοδότηση και για το λόγο αυτό, κατέθεσε το νοθευμένο -κατά το βαθμό- πτυχίο της, ώστε να πετύχει μεγαλύτερη μοριοδότηση και κατάταξη κατά τις επιπλέον μονάδες που εξασφάλιζε ο νοθευμένος βαθμός, χωρίς να έχει σημασία εν προκειμένω, το ότι θα επερχόταν η ίδια έννομη συνέπεια ως προς τους τρίτους -συνυποψήφιους της- αφού ήδη ο σκοπός της κατευθυνόμενος στην παραπλάνηση της επιτροπής, είχε ήδη ολοκληρωθεί, προκαλώντας βλάβη στο συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας, κατά τα ανωτέρω. Άλλωστε στο γεγονός της κατάταξης σε υπέρτερη θέση σε σχέση με συνυποψήφιους της, όπως αβασίμως προτείνει η κατηγορουμένη, δεν θα μπορούσε να αποβλέπει η δράστης, αφού ο αριθμός των υποψηφίων ήταν αόριστος και η βαθμολογία της άγνωστη σε αυτή κατά το χρόνο της νόθευσης και της χρήσης του νοθευμένου εγγράφου". Ακολούθως, η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα με το ελαφρυντικό του προτέρου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α'Π.Κ.) για τις πράξεις της πλαστογραφίας με τη μορφή της νόθευσης εγγράφου και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης (άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1,27, 94, 226 παρ. 1 ΠΚ και άρθρο 22 παρ. 6α σε συνδ. με άρθρο 8 ν. 1599/1986 ) και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για κάθε πράξη με το ακόλουθο διατακτικό: "1) στην Καλαμπάκα την 13-09-2017 με πρόθεση νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε και χρήση αυτού του πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο νόθευσε το με αριθμ. πρωτ. ...-1992 πτυχίο της ίδιας, που εκδόθηκε από τις Σχολές Πυθαγόρα και επείχε θέση Πτυχίου δημοσίου Τεχνικού - Επαγγελματικού Λυκείου του Ν. 1566/85 και ειδικότερα μετέβαλε τους κάτωθι αναφερόμενους αριθμούς: α) το γενικό βαθμό απόλυσης από δεκαπέντε και επτά ένατα (15 και 7/9) σε δεκαεπτά και επτά ένατα (17 και 7/9), β) το βαθμό στο μάθημα ΒΡΕΦΟΚΟΜΙΑ, από δεκατρία (13) σε δεκαοκτώ (18) και γ) το βαθμό στο μάθημα ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΗΣ από δώδεκα (12) σε είκοσι (20), ακολούθως προέβη στη χρήση του εγγράφου, με κατάθεσή του στο Δήμο Καλαμπάκας, που έλαβε χώρα με την υπ' αριθ. ....2017 αίτησή της, ως υποψήφια που προκηρύχθηκε για την πλήρωση θέσεων Βρεφοκόμων Παιδοκόμων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και τούτο προκειμένου να παραπλανήσει την αρμόδια επιτροπή, να πετύχει μεγαλύτερη μοριοδότηση, που θα εξασφάλιζε την κατάταξη τα μεταξύ των λοιπών υποψηφίων. 2) στην Καλαμπάκα την 13-09-2017 με πρόθεση δήλωσε ψευδή γεγονότα με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 8 ν. 1599/86 και συγκεκριμένα συνέταξε και υπέγραψε την με αριθμ. πρωτ. ...-2017 αίτηση - υπεύθυνη δήλωση, ως υποψήφια σε διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από το Δήμο Καλαμπάκας για πλήρωση θέσεων Βρεφοκόμων/Παιδοκόμων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, την οποία ακολούθως κατέθεσε και στην οποία δήλωσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς, ότι ο βαθμός του άνω αναφερόμενου τίτλου σπουδών που προσκόμισε, είναι δεκαεπτά και επτά ένατα (17 και 7/9), ωστόσο τούτο ήταν ψευδές εν γνώσει της κατηγορουμένης και η αλήθεια είναι ότι ο βαθμός του εν θέματι τίτλου σπουδών ήταν δεκαπέντε και επτά ένατα (15 και 7/9)". Με αυτές τις, κατά τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το Δικαστήριο που δίκασε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, όλες ανεξαιρέτως τις αποδείξεις που μνημονεύονται, κατά το είδος τους, στο προοίμιο του αιτιολογικού (εν γένει αποδεικτική διαδικασία, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απολογία κατηγορουμένης), χωρίς επιλεκτική εκτίμηση αυτών και με βάση τα οποία κατέληξε στην προαναφερόμενη καταδικαστική κρίση του. Ειδικότερα, εκθέτει σε ό,τι αφορά στο αδίκημα της πλαστογραφίας (νόθευσης) εγγράφου ότι η κατηγορούμενη: 1) Είχε σκοπό να παραπλανήσει την αρμόδια επιτροπή, που επρόκειτο να εξετάσει τις αιτήσεις των υποψηφίων για τη θέση Βρεφοκόμων/Παιδοκόμων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου του Δήμου Καλαμπάκας και να επιτύχει την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μοριοδότηση στην κατάταξή της μεταξύ των λοιπών συνυποψηφίων της για τη θέση αυτή, 2) αλλοίωσε το με αριθμ. πρωτ. ....1992 πτυχίο της ίδιας, που εκδόθηκε από τις Σχολές Πυθαγόρα και επείχε θέση Πτυχίου Δημόσιου Τεχνικού-Επαγγελματικού Λυκείου του Ν. 1566/85 και ειδικότερα μετέβαλε τους κάτωθι αναφερόμενους αριθμούς: α) τον γενικό βαθμό απόλυσης από δεκαπέντε και επτά ένατα (15 και 7/9) σε δεκαεπτά και επτά ένατα (17 και 7/9), β) τον βαθμό στο μάθημα ΒΡΕΦΟΚΟΜΙΑ από δεκατρία (13) σε δεκαοκτώ (18) και, γ) τον βαθμό στο μάθημα ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΗΣ από δώδεκα (12) σε είκοσι (20) και ακολούθως το κατέθεσε στον Δήμο Καλαμπάκας με την υπ' αριθ. ....2017 αίτηση της, 3) προέβη στην πράξη της γνωρίζοντας ότι το έγγραφο ήταν πλαστό, με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της ως άνω επιτροπής αξιολόγησης ως προς τη γνησιότητά του και να επιτύχει την ένταξή της στον πίνακα κατάταξης λαμβάνοντας αυξημένα μόρια λόγω του βαθμού της, 4) η νόθευση αυτή μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αφού έτσι μοριοδοτήθηκε με επιπλέον 40 μονάδες από αυτές που έπρεπε να μοριοδοτηθεί εάν δεν αλλοίωνε τους βαθμούς της, ενώ τελικά κατετάγη σύμφωνα με τα επιπλέον μόρια. Σε ό,τι αφορά στο αδίκημα της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, η απόφαση εκθέτει ότι η κατηγορούμενη; 1) συνέταξε και υπέγραψε την με αριθμ. πρωτ. ....2017 αίτηση-υπεύθυνη δήλωση, την οποία κατέθεσε στον Δήμο Καλαμπάκας για να λάβει μέρος στον διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από τον Δήμο αυτό για πλήρωση θέσεων Βρεφοκόμων/Παιδοκόμων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και, 2) δήλωσε ότι ο βαθμός του επισυναπτόμενου τίτλου σπουδών είναι δεκαεπτά και επτά ένατα (17 και 7/9), εν γνώσει του ότι τούτο ήταν ψευδές και η αλήθεια είναι ότι ο βαθμός του εν θέματι τίτλου σπουδών ήταν δεκαπέντε και επτά ένατα (15 και 7/9). Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η νόθευση του τίτλου δεν είχε έννομες συνέπειες, αφού και χωρίς αυτήν (τη νόθευση) πάλι η σειρά κατάταξης θα ήταν η ίδια, αφού χωρίς την αλλοίωση των βαθμών της θα λάμβανε 315,60 μονάδες, ενώ μετά την αλλοίωση έλαβε 355,60 μονάδες, δηλαδή 40 επιπλέον μονάδες και με δεδομένο ότι πρώτη στην κατάταξη ήταν η Θ. Ν., που έλαβε σύνολο μονάδων 1518,60 (η οποία αποποιήθηκε τη θέση με υπεύθυνη δήλωση), δεύτερη η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα με 1500,60 μονάδες και τρίτη η Σ. Δ. με 1390,80 μονάδες, η σειρά κατάταξης εν τέλει δεν επηρεάσθηκε, είναι αβάσιμη, αφού σύμφωνα με την υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη το πλαστό πτυχίο μπορούσε να παραπλανήσει την αρμόδια επιτροπή ότι η αναιρεσείουσα πρέπει να λάβει και πράγματι έλαβε επιπλέον 40 βαθμούς, ενώ είναι αδιάφορο το γεγονός ότι εξαιτίας μετέπειτα τυχαίων συμβάντων, όπως η παραίτηση της πρώτης στην κατάταξη και της μειωμένης μοριοδότησης της τρίτης, έφεραν αυτή στην πρώτη θέση. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε στην ίδια νομική σκέψη, η κρίση για την ύπαρξη "εννόμων συνεπειών" κατά την έννοια του όρου αυτού στο άρθρο 216 Π.Κ. δεν πρέπει να σχετίζεται με την πιθανότητα ή την βεβαιότητα της επέλευσής τους, αλλά αρκεί η αφηρημένη και αόριστη δυνατότητα επέλευσής τους. Είναι βέβαια διαφορετική η περίπτωση της εξαρχής αδυναμίας παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων από ένα νοθευμένο έγγραφο, οπότε πράγματι δεν πληρούται ο όρος αυτός του αδικήματος, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Επίσης αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται αντιφατικά ότι η αναιρεσείουσα σκόπευε με τη νόθευση του τίτλου της να επιτύχει την κατάταξή της στον πίνακα με αυξημένα μόρια που δεν δικαιούτο, ενώ ταυτόχρονα δέχεται ότι δεν σκόπευε στην πρόσληψή της σε μία από τις δύο θέσεις που είχαν προκηρυχθεί, αποτέλεσμα ωστόσο που συνάπτεται άμεσα με την κατάταξή της και το οποίο εν τέλει θα επετύγχανε και χωρίς τη νόθευση του πτυχίου της, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε ως κύρια αιτιολογία ότι ο σκοπός της αναιρεσείουσας ήταν η παραπλάνηση της επιτροπής για την ευνοϊκή κατάταξή της στον σχετικό πίνακα ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα της πρόσληψής της, το οποίο δεν μπορούσε εκ των προτέρων να γνωρίζει. Τέλος, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστούν το αδίκημα του άρθρου 217 παρ. 3 Π.Κ. και όχι αυτού του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ., είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του δικαστηρίου, η νόθευση του πτυχίου της αναιρεσείουσας κατέτεινε στην κατάταξή της κατά τα επιπλέον μόρια, γεγονός που αντίκειται ευθέως στο συμφέρον του Δήμου Καλαμπάκας ως προς τη διαφάνεια και ορθότητα της διαδικασίας, για λογαριασμό του οποίου ενεργούσαν τα μέλη της επιτροπής.

Συνεπώς, εφόσον από τη νόθευση αυτή βλάπτεται το νομικό πρόσωπο του Δήμου, εφαρμοστέα τυγχάνει η βασική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ., την οποία, κατά τα ως άνω, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς εφάρμοσε και όχι η ειδική διάταξη του άρθρου 217 παρ. 3 Π.Κ. Οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση υπό την επίφαση της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον αρνητικό ισχυρισμό της ότι τη νόθευση του επίμαχου πτυχίου δεν έκανε η ίδια, αλλά ο ήδη θανών πατέρας της, είναι απαράδεκτες, ως αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι προταθέντες επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αρ. κατ. 9/25.6.2025 αίτηση της Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ... και τους πρόσθετους επ' αυτής λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 966/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή