ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1201/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1201/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1201/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Β)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1201 / 2025    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1201/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Αποστολόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Α. Πατσιαρά, Γεώργιο Μικρούδη, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Ειρήνη Νικολάου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Α. Ψύρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. ή Μ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σπυρόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 218/2025 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16/7/2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 16/7/2025 (αρ. πρωτ. 57/16.7.2025) αίτηση του Μ. ή Μ. Α. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 218/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμοτυπα με δήλωση του ειδικώς εξουσιοδοτηθέντος πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Σπυρόπουλου στον γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία στις 26/6/2025 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 16/7/2025 (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 και 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ) και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης. Είναι, συνεπώς, τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παράγραφος 2α Π.Κ. (άρθρα 1, 14, 16, 17, 18, 26 εδ. α', 27, 84 παρ. 2 α' και 363 Π.Κ.), πράξη την οποία τέλεσε στο Ελληνικό Αττικής στις 20/9/2017 και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Ι. Κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο, ενώ κατά την παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου, μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής απόφασης της αρχής, στην οποία απευθύνεται η αναφορά, και με την άδειά της, επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ' αυτή.

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του ΝΔ 796/1971, ως "αναφορά" θεωρείται το έγγραφο που διαλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παράλειψης κάποιας αρχής ή οργάνου της, εκτός από εκείνες που αφορούν κυβερνητικές πράξεις, και το οποίο περιέχει αμέσως ή εμμέσως αίτηση για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου δεν θεωρείται οπωσδήποτε αναφορά, α) αίτηση για παροχή απλών πληροφοριών, β) ένδικο μέσο ή δικαστική πράξη ενώπιον κάθε δικαστηρίου και, γ)ενδικοφανής προσφυγή προβλεπόμενη από τον νόμο, ενώ κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του αυτού ως άνω ΝΔ 796/1971, η αναφορά απευθύνεται στην αρμόδια αρχή ή στην προϊσταμένη της αρχή ή σε αυτήν που την εποπτεύει. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι τότε μόνον ορισμένο έγγραφο έχει τον χαρακτήρα της "αναφοράς", ώστε η ποινική δίωξη εκείνου που την υποβάλει να υπόκειται στις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 10 του Συντάγματος, όταν α)περιλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παράλειψης κάποιας αρχής ή οργάνου της, β) περιέχει συγχρόνως, αμέσως ή εμμέσως, αίτημα για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης και, γ) απευθύνεται σε αρχή, η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και είναι από τον νόμο αρμόδια και υπόχρεη να επανορθώσει ή να αποτρέψει επιζήμιες συνέπειες που επήλθαν από την ενέργεια ή την παράλειψη (ΟλΑΠ 1241/1984, ΑΠ 833/2024, ΑΠ 1055/2021). Η αναφορά λαμβάνει τη μορφή μήνυσης, οπότε δεν απαιτείται να τηρηθούν οι ως άνω προϋποθέσεις για την άσκηση της ποινικής δίωξης, όταν κοινοποιηθεί (και) στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Αν παρά το γεγονός ότι συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ότι δηλαδή πρόκειται για αναφορά κατά την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, ασκήθηκε κατά του υποβάλλοντος την αναφορά ποινική δίωξη, χωρίς να έχει δοθεί σχετική άδεια της αρχής προς την οποία απευθύνθηκε, η ποινική δίωξη πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41, 56 και 368 εδ. γ' Κ.Π.Δ., να κηρυχθεί απαράδεκτη (ΟλΑΠ 1245/1986, ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 1456/2019, ΑΠ 1494/2017, ΑΠ 650/2015).

ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή (ΑΠ 713/2023, ΑΠ 1416/2022).

ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 982/2023, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022, ΑΠ 1003/2020). Τέτοια υπέρβαση υφίσταται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το Δικαστήριο καταδίκασε για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση ή δεν υπήρχε η άδεια της Αρχής (άρθρα 41 και 53 Κ.Π.Δ., ΑΠ 833/2024, ΑΠ 1334/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο και δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλοντας τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., ως προς α) την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, λόγω ελλείψεως της προηγούμενης άδειας της αρχής, που απαιτείτο στην περίπτωση αυτή κατ' άρθρο 56, 368 εδ. γ' Κ.Π.Δ. σε συνδ. με άρθρο 10 Σ. και, β)την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί ελλείψεως δικονομικής προϋπόθεσης και συγκεκριμένα περί ελλείψεως του παραβόλου της έγκλησης κατ' άρθρο 53 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Επίσης με τον σχετικό δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται ότι καθ' υπέρβαση της εξουσίας του το δικαστήριο δίκασε την υπόθεση σε βάρος του, ενώ όφειλε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης προηγούμενης άδειας της αρχής και επειδή δεν κατατέθηκε το απαιτούμενο παράβολο υπέρ του Δημοσίου ύψους 50 ευρώ. Ειδικότερα, με την κρινόμενη αίτησή του ο αναιρεσείων εκθέτει ότι η ένδικη υποβληθείσα εκ μέρους του καταγγελία έχει τον χαρακτήρα της αναφοράς (με την έννοια του άρθρου 10 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 2 παρ. 1 του ΝΔ 796/1971) και ότι η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης είναι απαράδεκτη, διότι έλαβε χώρα δίχως προηγουμένως να έχει δοθεί προς τούτο άδεια της αρμόδιας αρχής, ότι το δικαστήριο απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία τον ισχυρισμό αυτό, ενώ όφειλε να τον κάνει δεκτό, και ότι καθ' υπέρβαση της εξουσίας του δίκασε την υπόθεση, ενώ όφειλε να απορρίψει την έγκληση ως απαράδεκτη, θεμελιώνοντας τις αιτιάσεις του αυτές στους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Θ' Κ.Π.Δ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου μέρους της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παράθεση σχετικών νομικών σκέψεων, απέρριψε τον ως άνω υποβληθέντα εκ μέρους του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ασκηθείσας σε βάρος του σχετικής ποινικής δίωξης, διαλαμβάνοντας τα εξής: "...Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τη επισκόπηση της από 20-09-2017 ηλεκτρονικής επιστολής "Επώνυμη-Αναφορά-Καταγγελία κατά της Σ. - Κ. Λ. ..." που απευθύνεται στον Προϊστάμενο της Πολιτικής Αεροπορίας προκύπτει ότι από τις αποδιδόμενες στους υποστηρίζουσα την κατηγορία ενέργειες και παραλείψεις, το περιεχόμενο των οποίων σύμφωνα με το κατηγορητήριο στοιχειοθετεί το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, δεν περιέχει ούτε αμέσως ούτε εμμέσως οποιοδήποτε αίτημα του κατηγορουμένου για αποκατάσταση ή αποτροπή υλικής ή ηθικής βλάβης αυτού και για τον λόγο αυτό, πρωτίστως, δεν έχει το χαρακτήρα της κατά το άρθρο 10 του Συντάγματος αναφοράς, ώστε, εν σχέσει με την περιεχόμενη στην αναφορά συμπεριφορά του κατηγορουμένου η οποία θεμελιώνει το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 363 Π.Κ., να απαιτείται για την κατ' αυτού άσκηση ποινικής δίωξης η προηγούμενη άδεια της παραπάνω Αρχής. Επομένως ο πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εξ αυτού του λόγου απαραδέκτου της ποινικής δίωξης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ομοίως ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί επίσης απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω μη νομότυπης υποβολής της έγκλησης ένεκα μη καταβολής το παραβόλου του άρθρου 42 παρ. 1 και 4 ΚΠΔ, καθώς από την επισκόπηση της δικογραφίας προέκυψε η καταβολή αυτού". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στις προηγηθείσες υπό στοιχείο Ι και ΙΙ νομικές σκέψεις, με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια απέρριψε τον υποβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης, διότι η ως άνω υποβληθείσα εκ μέρους του καταγγελία δεν έχει τον χαρακτήρα αναφοράς με την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, δεν περιέχει αμέσως, ούτε εμμέσως, οποιοδήποτε αίτημα του κατηγορουμένου για αποκατάσταση ή αποτροπή υλικής ή ηθικής βλάβης αυτού, ενώ από το περιεχόμενό της (όπως αυτό κατωτέρω εκτίθεται) καθίσταται σαφές ότι επιδίωξή του ήταν ο πειθαρχικός έλεγχος της εγκαλούσας και όχι η αποκατάσταση της νομιμότητας και ως εκ τούτου δεν ήταν απαραίτητη και επιβεβλημένη η προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής, προς την οποία απευθυνόταν αυτή, για την άσκηση σε βάρος του της σχετικής ποινικής δίωξης, η οποία, μετά ταύτα, ασκήθηκε παραδεκτώς. Επίσης από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το από 18/10/2017 με κωδικό ... παράβολο, που επισκοπείται επίσης παραδεκτά για την εξέταση του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε ορθά και με πλήρη αιτιολογία ότι πράγματι έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο για την υποβολή της ένδικης έγκλησης, όπως προκύπτει από την επισκόπησή του, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρει την ημερομηνία έκδοσής του και τον αριθμό του, για να είναι αυτό συγκεκριμένο και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στο πρώτο και δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, και στον δεύτερο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καθ' υπέρβαση της εξουσίας του προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, επειδή έλειπε η άδεια της αρμόδιας αρχής και επειδή δεν είχε κατατεθεί το νόμιμο παράβολο, που προβλέπονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και πρέπει να απορριφθούν.

IV. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 εδ. α' και 363 εδ. α' Π.Κ., όπως ίσχυαν πριν την ισχύ του ν. 5090/2024, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αφενός μεν τη γνώση του δράστη ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Ήδη, δυνάμει των άρθρων 54 και 138 παρ. 1 του ν. 5090/2024, από 1/5/2024 το άρθρο 363 Π.Κ. τροποποιήθηκε ως ακολούθως: "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης". Με τη νέα αυτή διάταξη αφενός μεν καταργήθηκε το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, αφετέρου δε ορίζεται για τη συκοφαντική δυσφήμηση ότι από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρισης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι, που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξώδικων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 5090/2024, ΑΠ 833/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "... Ο κατηγορούμενος στις 20-9-2017 απέστειλε στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, ο οποίος έλαβε γνώση, την από 20-9-2017 ηλεκτρονική επιστολή του, με την οποία, αναφερόμενος στο πρόσωπο της εγκαλούσας Σ. Α. του Δ., υπαλλήλου της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, διατύπωσε εγγράφως για την τελευταία εν γνώσει του ισχυρισμούς ψευδείς και πρόσφορους να βλάψουν τη θεμελιωμένη επί της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου της εκτίμηση, ήτοι ότι: "Επώνυμη Αναφορά - Καταγγελία κατά της κ. Σ. - κ. Λ. Ονομάζομαι Μ. Α. και κατάγομαι από τα Γρεβενά και είμαι έμπορος κοτόπουλων και παράλληλα φοιτητής. Αποφάσισα να αποκτήσω το ερασιτεχνικό πτυχίο χειριστή ιδιωτικών αεροσκαφών. Αφού ολοκλήρωσα πλήρως την θεωρητική εκπαίδευση όταν η σχολή ήταν ενεργή διότι ο κ. Α. με είχε ενημερώσει τον Ιούνιο ότι η σχολή ήταν υπό αναστολή και δεδομένου ότι κατάγομαι από πολύ μακριά, ήρθα να δώσω θεωρία στην Αθήνα. Εν συνεχεία όταν με ρώτησαν κάποιοι κύριοι από ποια σχολή ήμουν, τους απάντησα στην αερολέσχη Δυτικής Ελλάδας. Τότε κάποιος κύριος Λ. με την κ. Σ. με ανεβάσανε στον επάνω όροφο στο γραφείο του κ. Π. και του είπα ότι πέταξα πριν 5 μήνες και ότι έχω ολοκληρώσει τη θεωρία εδάφους. Όταν βγήκαμε έξω με ρώταγε η κ. Σ. αν η σχολή μου έφαγε χρήματα (Δ. Κ.) μου έφαγε χρήματα. Της απάντησα ότι η αερολέσχη δεν μου έφαγε χρήματα και ότι ήμουν ευχαριστημένος. Μετά ήθελαν να καταθέσω ότι μου φάγανε τα χρήματα από την Δυτικής Ελλάδος για να μην έχω πρόβλημα με το πτυχίο μου. Της είπα ότι δεν μπορώ να το κάνω αυτό διότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Μετά μου είπε ότι εγώ είμαι προϊσταμένη διευθύντρια και για να μην έχω πρόβλημα να καταθέσω ότι η Δυτικής Ελλάδας μου έφαγε χρήματα. Αρνήθηκα για τρίτη φορα. Μετά από όλο αυτό τον τρόμο που έλαβα βγήκα έξω και πήρα τηλέφωνο τον κ. Α. και τον κ. Κ. και τους είπα ότι η κ. Σ. με ωθεί να κάνω κατάθεση ότι μου χρωστάτε χρήματα. Ύστερα και ο κ. Α. και ο Κ. μου είπαν να πάω στο γραφείο σας και ΜΟΝΟ εκεί και να σας αναφέρω τα περιστατικό εγγράφως. Πήγα στο γραφείο της γραμματείας και μου είπαν ότι δεν ήσασταν παρών, μίλησα με μία γυναίκα για το συμβάν σε μία γυναίκα της γραμματείας. Εκείνη μου είπε να μην κάνω καταγγελία και πήρε τηλέφωνο μπροστά μου την κ. Σ. επειδή έπρεπε να προλάβω το Κ.Τ. Ε.Λ. για το χωρίο μου έφυγα και μου είπε ο κ. Α. να σας στείλω όλο το περιστατικό σε e mail. Αισθάνθηκα ότι αντί για να γίνω πιλότος, ότι δικαζόμουν σε κάποιο δικαστήριο και ειδικά από την επίθεση της κ. Σ. Εν συνεχεία ενημέρωσα τον κ. Κ. ότι εγώ αυτή την επίθεση και τον τρόμο θα την καταγγείλω να ληφθούν μέτρα να μην την πατήσουν και άλλοι μαθητές. Επίσης άκουσα στο γραφείο κ. Λ. τον ψηλό με τα μούσια να ψιθυρίζει στο γραφείο τη λέξη "φωτιά - φωτιά". Ο κ. Λ. μου έλεγε συνέχεια θέλει το καλό μου και ότι έχω να κάνω με κράτος. Όχι με ιδιώτες". Το ως άνω όμως περιστατικό που αναφέρει στην ως άνω επιστολή του ο κατηγορούμενος, δεν είναι αλήθεια, γεγονός που το γνώριζε ο κατηγορούμενος, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα τον πίεσε να προβεί σε ψευδείς καταγγελίες σε βάρος του Δ. Κ. απορριπτόμενου, του σχετικού δεύτερου ισχυρισμού του κατηγορουμένου Ειδικότερα η αναλήθεια του περιστατικού αυτού αποδεικνύεται κατά αρχάς από την χωρίς όρκο κατάθεση της εγκαλούσας, η οποία κρίνεται πειστική από το Δικαστήριο, επιρρωνύεται, δε, αυτή και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Κ. Δ., ο οποίος ήταν παρών στα όσα διημείφθησαν μεταξύ των διαδίκων και έκανε σαφή αναφορά στην έλλειψη οποιαδήποτε πίεσης του κατηγορουμένου από την κα Σ. (εγκαλούσα), να προβεί (σε) ψευδείς καταγγελίες σε βάρος του Δ. Κ. ή της Αερολέσχης της Δυτικής Ελλάδος.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι οι ως άνω ψευδείς καταγγελίες υποβλήθηκαν στα πλαίσια ποινικής, πολιτικής η διοικητικής δίκης, και ως εκ τούτου καθίσταται αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου όσον αφορά την έννοια της έλλειψης "τρίτου" κατ' άρθρο 363 παρ. 1 εδ. 3". Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα με το ελαφρυντικό του προτέρου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α' Π.Κ.) για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στο Ελληνικό Αττικής (ήτοι στον τόπο όπου επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα), την 20-9-2017, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή του και ειδικότερα, απέστειλε στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, ο οποίος έλαβε γνώση, την από 20-9-2017 ηλεκτρονική επιστολή του, με την οποία, αναφερόμενος στο πρόσωπο της εγκαλούσας Σ. Α. του Δ., υπαλλήλου της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς τους, διατύπωσε εγγράφως για την τελευταία ισχυρισμούς ψευδείς και πρόσφορους να βλάψουν τη θεμελιωμένη επί της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου της εκτίμηση, ήτοι ότι: "Επώνυμη Αναφορά - Καταγγελία κατά της κ. Σ. - κ. Λ. Ονομάζομαι Μ. Α. και κατάγομαι από τα Γρεβενά και είμαι έμπορος κοτόπουλων και παράλληλα φοιτητής. Αποφάσισα να αποκτήσω το ερασιτεχνικό πτυχίο χειριστή ιδιωτικών αεροσκαφών. Αφού ολοκλήρωσα πλήρως την θεωρητική εκπαίδευση όταν η σχολή ήταν ενεργή διότι ο κ. Α. με είχε ενημερώσει τον Ιούνιο ότι η σχολή ήταν υπό αναστολή και δεδομένου ότι κατάγομαι από πολύ μακριά, ήρθα να δώσω θεωρία στην Αθήνα. Εν συνεχεία όταν με ρώτησαν κάποιοι κύριοι από ποια σχολή ήμουν, τους απάντησα στην αερολέσχη Δυτικής Ελλάδας. Τότε κάποιος κύριος Λ. με την κ. Σ. με ανεβάσανε στον επάνω όροφο στο γραφείο του κ. Π. και του είπα ότι πέταξα πριν 5 μήνες και ότι έχω ολοκληρώσει τη θεωρία εδάφους. Όταν βγήκαμε έξω με ρώταγε η κ. Σ. αν η σχολή μου έφαγε χρήματα (Δ. Κ.) μου έφαγε χρήματα. Της απάντησα ότι η αερολέσχη δεν μου έφαγε χρήματα και ότι ήμουν ευχαριστημένος. Μετά ήθελαν να καταθέσω ότι μου φάγανε τα χρήματα από την Δυτικής Ελλάδος για να μην έχω πρόβλημα με το πτυχίο μου. Της είπα ότι δεν μπορώ να το κάνω αυτό διότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Μετά μου είπε ότι εγώ είμαι προϊσταμένη διευθύντρια και για να μην έχω πρόβλημα να καταθέσω ότι η Δυτικής Ελλάδας μου έφαγε χρήματα. Αρνήθηκα για τρίτη φορά. Μετά από όλο αυτό τον τρόμο που έλαβα βγήκα έξω και πήρα τηλέφωνο τον κ. Α. και τον κ. Κ. και τους είπα ότι η κ. Σ. με ωθεί να κάνω κατάθεση ότι μου χρωστάτε χρήματα. Ύστερα ο κ. Α. και ο Κ. μου είπαν να πάω στο γραφείο σας και ΜΟΝΟ εκεί και να σας αναφέρω τα περιστατικό εγγράφως. Πήγα στο γραφείο της γραμματείας και μου είπαν ότι δεν ήσασταν παρών, μίλησα με μία γυναίκα για το συμβάν σε μία γυναίκα της γραμματείας. Εκείνη μου είπε να μην κάνω καταγγελία και πήρε τηλέφωνο μπροστά μου την κ. Σ. επειδή έπρεπε να προλάβω το Κ.Τ. Ε.Λ. για το χωρίο μου έφυγα και μου είπε ο κ. Α. να σας στείλω όλο το περιστατικό σε e mail. Αισθάνθηκα ότι αντί για να γίνω πιλότος, ότι δικαζόμουν σε κάποιο δικαστήριο και ειδικά από την επίθεση της κ. Σ.

Εν συνεχεία ενημέρωσα τον κ. Κ. ότι εγώ αυτή την επίθεση και τον τρόμο θα την καταγγείλω να ληφθούν μέτρα να μην την πατήσουν και άλλοι μαθητές. Επίσης άκουσα στο γραφείο κ. Λ. τον ψηλό με τα μούσια να ψιθυρίζει στο γραφείο τη λέξη "φωτιά - φωτιά". Ο κ. Λ. μου έλεγε συνέχεια θέλει το καλό μου και ότι έχω να κάνω με κράτος. Όχι με ιδιώτες". Ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι ότι το περιστατικό που ανέφερε στην ως άνω αναφερόμενη ηλεκτρονική επιστολή του ουδέποτε έλαβε χώρα, καθώς η εγκαλούσα ουδέποτε τον πίεσε να προβεί σε ψευδείς καταγγελίες σε βάρος του Δ. Κ. ή της Αερολέσχης Δυτικής Ελλάδος ή σε βάρος έτερου νομικού ή φυσικού προσώπου". Με τις προαναφερθείσες παραδοχές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την ως άνω αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, με βάση τα οποία τον καταδίκασε, αλλά και τα αποδεικτικά μέσα (τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων και της εγκαλούσας Α. Σ., τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημοσίως στο ακροατήριο, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), που τα θεμελιώνουν. Συγκεκριμένα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την προσήκουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε κατά τα προδιαληφθέντα ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων και ειδικότερα παρατίθενται α) τα ψευδή περιστατικά που ο αναιρεσείων διέδωσε για την εγκαλούσα και συγκεκριμένα ότι τον ρωτούσε η εγκαλούσα Α. Σ. αν η σχολή ή ο Δ. Κ. του "έφαγαν" χρήματα και ότι όταν αυτός απάντησε ότι η αερολέσχη δεν του "έφαγε" χρήματα και ότι ήταν ευχαριστημένος, τον πίεσε να καταθέσει ότι του "έφαγαν" χρήματα από την Αερολέσχη Δυτικής Ελλάδος για να μην έχει πρόβλημα με το πτυχίο του, ότι όταν αυτός αρνήθηκε, η εγκαλούσα του είπε ότι είναι προϊσταμένη διευθύντρια και για να μην έχει πρόβλημα να καταθέσει ότι η Αερολέσχη Δυτικής Ελλάδας του "έφαγε" χρήματα, οπότε αρνήθηκε για τρίτη φορά, β) ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε τα πιο πάνω ενώπιον τρίτου και ειδικότερα ότι απέστειλε στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, ο οποίος έλαβε γνώση, την από 20/9/2017 ηλεκτρονική επιστολή του, με την οποία ανέφερε τα ανωτέρω για το πρόσωπο της εγκαλούσας Σ. Α. του Δ., υπαλλήλου της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, αν και γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, καθόσον η αλήθεια είναι, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ότι το περιστατικό που ανέφερε στην ως άνω ηλεκτρονική επιστολή του ουδέποτε έλαβε χώρα, καθώς η εγκαλούσα ουδέποτε τον πίεσε να προβεί σε ψευδείς καταγγελίες σε βάρος του Δ. Κ. ή της Αερολέσχης Δυτικής Ελλάδος ή σε βάρος έτερου νομικού ή φυσικού προσώπου, γ) ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των παραπάνω ψευδών γεγονότων και ότι τα διέδωσε με σκοπό να θίξει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, η δε η γνώση του αυτή ως προς την αναλήθεια των όσων ψευδών διέδωσε θεμελιώνεται, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, σε προσωπική και άμεση αντίληψή του, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων πρόσθετων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Σε ό,τι αφορά στις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η ένδικη αναφορά του, για το περιεχόμενο της οποίας καταδικάσθηκε, δεν έγινε ενώπιον "τρίτων", αλλά ενώπιον αρμόδιου για την εξέτασή της διοικητικού οργάνου, το δικαστήριο ορθά και με εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον απέρριψε, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, δεν θεωρούνται "τρίτοι" μόνον δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης, γεγονός το οποίο δεν ισχύει εν προκειμένω. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού του ότι το δικαστήριο όφειλε να μετατρέψει την κατηγορία ορθότερα στο αδίκημα της απλής δυσφήμησης και να παύσει υφ' όρον την ποινική δίωξη κατ' άρθρο 63 ν. 4689/2020, ο οποίος ισχυρισμός συνιστά άρνηση της κατηγορίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η απόρριψή του δεν απαιτούσε ειδική αιτιολογία (ΑΠ 970/2023, ΑΠ 185/2022, ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 768/2022, ΑΠ 443/2020). Επίσης η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης ότι η αναλήθεια του περιστατικού αποδεικνύεται από την "χωρίς όρκο κατάθεση της εγκαλούσας", ενώ από τα πρακτικά προκύπτει ότι αυτή κατέθεσε ενόρκως, δεν δημιουργεί καμία ασάφεια, ούτε αντίφαση στην αιτιολογία, αφού είναι φανερό ότι οφείλεται σε σφάλμα εκ παραδρομής, καθόσον η ίδια δεν παρέστη για την υποστήριξη της κατηγορίας και στην έναρξη της κατάθεσής της αναφέρεται ρητά ότι ορκίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 219 παρ. 1 Κ.Π.Δ. στην τιμή και υπόληψή της (ΑΠ 316/2015, ΑΠ 1133/2007).

Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν ως αβάσιμες οι αιτιάσεις που προβάλλονται με το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, με τα οποία ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλοντας τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. Τέλος, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 363 Π.Κ., επειδή, ενώ δέχεται στο σκεπτικό ότι από το περιεχόμενο του φερόμενου ως συκοφαντικού ηλεκτρονικού μηνύματος μόνο η αναφορά ότι "η εγκαλούσα δεν πίεσε αυτόν να προβεί σε ψευδείς καταγγελίες σε βάρος του Δ. Κ." ήταν ψευδής, εν τούτοις όλως αντιφατικώς τον κήρυξε ένοχο για όλο το περιεχόμενο του μηνύματος αυτού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού από τον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι ψευδής είναι ο βασικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η εγκαλούσα τον πίεσε να προβεί σε ψευδείς καταγγελίες σε βάρος του Δ. Κ., υπό τις αναλυτικότερες συνθήκες και περιγραφές που περιλαμβάνονται στο μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, το πλήρες περιεχόμενο του οποίου διηγηματικά αναφέρεται στο διατακτικό.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αρ. κατ. 57/16.7.2025 αίτηση του Μ. ή Μ. Α. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 218/2025 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή