Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1214 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1214/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου και Διονυσία Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Σκεπαρνιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λουκά Δρόσο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 922/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 17-4-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος της αναιρεσείουσας και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-4-2025 αίτηση αναίρεσης της Χ. Χ. του Γ., κατά της υπ' αριθμ. 922/5-12-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, η οποία στις 28-3-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - με την οποίαν, αυτή (αναιρεσείουσα) καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΕΦΚΑ μισθωτών (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ μισθωτών (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και, αφού αναγνωρίσθηκε σ' αυτήν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. δ' ΠΚ, της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών για την κάθε μία από τις ως άνω δύο αξιόποινες πράξεις, ενώ στην συνέχεια καθορίσθηκε εις βάρος της συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με δήλωση της ιδίας του αναιρεσείουσας που επιδόθηκε στις 17-4-2025 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, εδ. α', 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Επί πλέον, η κρινόμενη αίτηση περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους (κατά την ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους) στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Ε' και Θ' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00 €) και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €), με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων(10.000) δραχμών. Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, στο άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951 ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και των εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζομένους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων χρηματικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό, ενώ για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των συγκεκριμένων εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και ως τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του ΑΝ 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση, το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό, ενώ στο πρόσωπο αυτού, στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση του κατηγορουμένου στην επιχείρηση, καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και η νομική μορφή της τελευταίας, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό. Ειδικότερα, όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 69 παρ. 2 του Ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του Ν. 2238/1994. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4- 2012, σύμφωνα με την οποία, ως αυτουργοί των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και απόδοσης εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες είναι: α) Οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από τον νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) σε περίπτωση που λείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) Για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι τις 11-4-2012, οπότε θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και 2) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012 και οφείλονται από ανώνυμη ημεδαπή εταιρία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, ήτοι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων (ανεξαρτήτως του αν χαρακτηρίζονται μη εκτελεστικοί, εφόσον δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση στην παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012), οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της ΑΕ, ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον, αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (αντιπρόεδροι και μέλη διοικητικών συμβουλίων) ασκούν πράγματι, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική (ΑΠ 920/2025, ΑΠ 567/2024). Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, πρέπει να περιέχονται σ' αυτή τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι: α) Οι συγκεκριμένες οφειλές του εργοδότη, ο οποίος απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές, που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, που υπερβαίνει το προβλεπόμενο χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ στην πρώτη περίπτωση (των εργοδοτικών εισφορών) και το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ στη δεύτερη περίπτωση (των εργατικών εισφορών), καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός ενός μήνα αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό και β) η αναφορά, επί εργοδότη νομικού προσώπου, της μορφής του νομικού προσώπου και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση, που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην επιχείρηση, κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης ή ασκούντος τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (ήτοι του αναφερόμενου απλώς ως εργοδότη ή νομίμου εκπροσώπου ή ασκούντος τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου) για καταβολή των εισφορών και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1477/2024, ΑΠ 1215/2024, ΑΠ 952/2023, ΑΠ 986/2022, ΑΠ 67/2022).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην κρινόμενη υπόθεση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, κατά την (αναιρετικώς) ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "...από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις, που έδωσε ο συνήγορος της κατηγορουμένης για τις πράξεις, που αποδίδονται στην τελευταία, αλλά και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη στην Καβάλα, την 23/04/2017, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία Β. Χ. ΑΒΕΕ, A.M.E. 5100121159, ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΤΚΑ-ΕΚΑΜ) 510 ΚΑΒΑΛΑΣ και αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο ειδών σοκολατοποιΐας και ζαχαροπλαστικής, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/12/2016 έως 31/01/2017 στην επιχείρησή της προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 40.696,72 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 510/ΠΕΕ/ΑΚ/1003/2017 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 40.696,72 ΕΥΡΩ. Ειδικότερα: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ίδια (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 27.131,15 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή της (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 13.565,57 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση. Επομένως, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, να της αναγνωρισθεί, ωστόσο, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ' του ΠΚ, ήτοι ότι η ανωτέρω επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς της, καθώς, όπως προέκυψε από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, αυτή συστηματικά επιδιώκει να ρυθμίσει το σύνολο των οφειλών της προς τον ΕΦΚΑ".
Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την εκκαλούσα - κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, διαλαμβάνοντας στο σχετικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα εξής:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορούμενη ΕΝΟΧΗ του ότι: Στην ΚΑΒΑΛΑ, την 23/04/2017, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία Β. Χ. ΑΒΕΕ και A.M.E: 5100121159, ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΤΚΑ-ΕΚΑΜ) 510 ΚΑΒΑΛΑΣ, είδος Επιχείρησης: Χονδρικό εμπόριο ειδών σοκολατοποιΐας και ζαχαροπλαστικής και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/12/2016 έως 31/01/2017 στην επιχείρησή της προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 40.696,72 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 510/ΠΕΕ/ΑΚ/1003/2017 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 40.696, 72 ΕΥΡΩ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ίδια. (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 27.131,15 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή της (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 13.565,57 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση".
Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι, ενόψει του ότι στην κρινομένη υπόθεση πρόκειται για εργοδότρια και οφειλέτρια ανώνυμη εταιρία, εν τούτοις δεν διευκρινίζεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της ποια ακριβώς ήταν η θέση και η ιδιότητα της εκκαλούσας - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας στην προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρία κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ώστε με βάση την ιδιότητά της αυτή να ανακύπτει νομική υποχρέωσή της να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές της επιχείρησης προς τον ΕΦΚΑ, ενώ η αναφερόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ιδιότητα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας ως εργοδότης της ανωτέρω επιχείρησης με την επωνυμία "Β. Χ. ΑΒΕΕ", δεν καθιστά αυτήν άνευ ετέρου, υπόχρεη για παρακράτηση και απόδοση των ως άνω εισφορών. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ μετά ταύτα παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων αναιρετικών λόγων. Περαιτέρω κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ή κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 368 εδ. β' και 511 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση αυτής και μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (ΟλΑΠ 7/2005, ΑΠ 1215/2024, ΑΠ 835/2024, ΑΠ 399/2023, ΑΠ 67/2022).
Στην κρινόμενη υπόθεση αμφότερες οι προαναφερθείσες πράξεις, δηλαδή της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967), για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 23-4-2017 και από τότε μέχρι την 17η Σεπτεμβρίου 2025, οπότε συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οχτώ ετών, με συνέπεια να έχει εξαλειφθεί με παραγραφή το αξιόποινό τους.
Επομένως, ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε νομίμως στην παρούσα δίκη και κρίθηκε βάσιμος ο προαναφερθείς εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ αναιρετικός λόγος, πρέπει, λαμβανομένης υπόψη αυτεπαγγέλτως της παραγραφής που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, να αναιρεθεί αυτή και να παύσει οριστικά η κατά της αναιρεσείουσας ποινική δίωξη για τις προαναφερθείσες πράξεις λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 922/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
ΠΑΥΕΙ οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά της Χ. Χ. του Γ., για το ότι: "Στην ΚΑΒΑΛΑ, την 23/04/2017, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία Β. Χ. ΑΒΕΕ και A.M.E: 5100121159, ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΤΚΑ-ΕΚΑΜ) 510 ΚΑΒΑΛΑΣ, είδος Επιχείρησης: Χονδρικό εμπόριο ειδών σοκολατοποιΐας και ζαχαροπλαστικής και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/12/2016 έως 31/01/2017 στην επιχείρησή της προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 40.696,72 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 510/ΠΕΕ/ΑΚ/1003/2017 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 40.696, 72 ΕΥΡΩ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ίδια. (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 27.131,15 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή της (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 13.565,57 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ