ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1215/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1215/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1215/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1215 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1215/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου και Διονυσία Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Σκεπαρνιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Σ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σοφία Καρσανίδου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 771/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 15-4-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15-4-2025 αίτηση αναίρεσης της Ε. Σ. του Η., κατά της υπ' αριθμ. 771/27-11-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, η οποία στις 27-3-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ανωτέρω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επ' αυτής σχετική επισημείωση της αρμοδίου γραμματέως - με την οποίαν αυτή (αναιρεσείουσα) καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της κλοπής αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους που ανεστάλη επί τριετία και επί πλέον χρηματική ποινή εκατό (100) ημερησίων μονάδων, το ύψος εκάστης των οποίων καθορίσθηκε στο χρηματικό ποσό των τριών ευρώ (3,00 €) - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 15-4-2025 με δήλωση της ιδίας (της αναιρεσείουσας) στην Γραμματέα του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Επί πλέον η αίτηση περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων της. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος, "Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, που μεταγλωττίστηκε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το ΠΔ 76/2022 (ΦΕΚ Α' 205/1-11-2022), "Κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί για πράξη ή παράλειψη, η οποία τη στιγμή της διάπραξής της δεν αποτελούσε αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία θα επιβαλλόταν κατά τη στιγμή της διάπραξης αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήσαν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, "Άν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Με την αντίστοιχη διάταξη του νΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019) και ισχύει από 1-7-2019 (βλ. άρθρο δεύτερο αυτού), ορίζεται ότι: "Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά τον χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014, ΑΠ 1025/2020).

Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο σε σχέση με εκείνη του προϊσχύσαντος πΠΚ. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται, κατ' αρχάς, υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ η πρώτη θεωρείται βαρύτερη της δεύτερης, ενώ σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (ΑΠ 86/2020, ΑΠ 1820/2019), περαιτέρω δε, επιεικέστερος είναι και ο νόμος που δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίσταση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη (ΑΠ 130/2020). Επιεικέστερος ακόμη είναι ο νόμος που απαιτεί επιπλέον στοιχείο για τη συγκρότηση συγκεκριμένου αδικήματος, ενώ αντίθετα δυσμενέστερος και ως εκ τούτου μη εφαρμοζόμενος αναδρομικά είναι ο νεότερος νόμος που καταργεί στοιχείο απαιτούμενο κατά τον προγενέστερο νόμο, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η πράξη (ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 100/2023).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 372 ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", ενώ ύστερα από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019) η ως άνω παράγραφος του αυτού ως άνω άρθρου 372 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή η πράξη τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή". Ακολούθως με το άρθρο 86 του Ν. 4855/2021 η αυτή ως άνω παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου 372 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή" και περαιτέρω, με το άρθρο 58 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α' 30/23.2.2024 με έναρξη ισχύος την 1η Μαΐου 2024), το προαναφερθέν άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ έχει πλέον ως εξής: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή". Από τις παραπάνω διατάξεις, με τις οποίες προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η από τον δράστη με θετική ενέργεια, αφαίρεση από την φυσική κατοχή άλλου, ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, μη ανήκοντος κατά κυριότητα σ' αυτόν, αυτογνωμόνως και χωρίς την συναίνεση του έχοντος δικαίωμα κυριότητος επ' αυτού, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφισταμένης ξένης κατοχής και την θεμελίωση νέας επ' αυτού κατοχής υπό του δράστη ή τρίτου προς τον σκοπό της παρανόμου ιδιοποιήσεώς του. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως της, εφόσον δεν χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή με αντικείμενο, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Για την αξία του αντικειμένου της κλοπής ως ιδιαίτερα μεγάλης, κρίνει κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής, αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή (αξία) είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής (ΑΠ 279/2025, ΑΠ 185/2023, ΑΠ 117/2023, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 425/2022, ΑΠ 707/2020, ΑΠ 1181/2019). Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό τη νομική έννοια του αστικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού κατά τον προορισμό του, ενώ ο σκοπός παράνομης ιδιοποίησης ταυτίζεται με τον σκοπό να έχει οριστικά το πράγμα ο υπαίτιος στην ιδιοκτησία του, δηλαδή να το οικειοποιηθεί, να το κατακρατήσει και να το διαθέτει ως κύριος. Η αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 674/2021, ΑΠ 682/2020). Έτσι, το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς αμέσως μόλις εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στην δική του φυσική εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο (ΑΠ 486/2019, ΑΠ 177/2019). Πρέπει πάντως να αιτιολογείται ειδικά ο τρόπος περιέλευσης των κλαπέντων στην κατοχή του δράστη και πολύ περισσότερο εάν αυτός υποστηρίζει πως ανήκουν στη δική του κυριότητα αρνούμενος εξ αρχής την κλοπή (ΑΠ 117/2023).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 279/2025, ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 279/2025, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).

Στην κρινόμενη υπόθεση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, κατά την (αναιρετικώς) ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα νομίμως αναγνωσθέντα έγγραφα και τη νομίμως επισκοπηθείσα φωτογραφία που αναφέρονται στα παρόντα πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία της εκκαλούσας κατηγορουμένης, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η εκκαλούσα κατηγορούμενη τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήτοι ότι: Στη Δράμα, σε ανεξακρίβωτη επακριβώς χρονική στιγμή, εντός όμως του χρονικού διαστήματος από 18-05-2021 έως 01-12-2021, αφαίρεσε ξένο ολικά κινητό πράγμα, το οποίο ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο Α. Κ. του Π., ο οποίος γεννήθηκε την ...-1934 και απεβίωσε την ...-2022, την 01-05-2021 προσέλαβε την εκκαλούσα κατηγορούμενη προκειμένου να παρέχει φροντίδα στην κατάκοιτη σύζυγό του, Ε. Κ. του Κ. και της Σ., ηλικίας τότε 92 ετών περίπου. Λίγες ημέρες αργότερα, ήτοι τη 18-05-2021, και ενώ η εκκαλούσα κατηγορούμενη είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του, ο Α. Κ., συνοδευόμενος από την τελευταία, μετέβη στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη Δράμα και προέβη στην ανάληψη του ποσού των 25.000 ευρώ από τον λογαριασμό με αριθμό ... που διατηρούσε στο παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα επ' ονόματί του. Από το παραπάνω ποσό δάνεισε 1.500 ευρώ στην εκκαλούσα κατηγορούμενη, ενώ η τελευταία τον παρότρυνε να κρύψει τα υπόλοιπα χρήματα. Ο Α. Κ., για το λόγο αυτό, παρέδωσε στην εκκαλούσα κατηγορούμενη το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των 23.500 ευρώ, το οποίο εκείνη τοποθέτησε σε μία σακούλα και στη συνέχεια έκρυψε στο επάνω μέρος της ντουλάπας της οικίας του Α. Κ., στην οποία διέμενε με τη σύζυγό του, Ε. Κ. Μετά τη λήξη της συνεργασίας τους, όταν ο υιός του Α. Κ., Α. Κ., κατόπιν ενημέρωσης από τον πατέρα του αναζήτησε τα παραπάνω χρήματα στο επάνω μέρος της ντουλάπας, όπου η εκκαλούσα κατηγορούμενη τα είχε τοποθετήσει, το προαναφερθέν χρηματικό ποσό δεν ανευρέθηκε. Η τοποθέτηση του χρηματικού ποσού στο εν λόγω μέρος ήταν σε γνώση μόνο της εκκαλούσας κατηγορουμένης και του Α. Κ., ο οποίος, ως προελέχθη, αναζήτησε τα χρήματα με τη συνδρομή του υιού του, πλην όμως τα χρήματα δεν ανευρέθηκαν. Ουδείς των λοιπών προσώπων, τα οποία είχαν πρόσβαση στην οικία του παθόντος, γνώριζε για την ύπαρξη των χρημάτων και τη φύλαξή τους στο ως άνω μέρος. Τα χρήματα αυτά, σε ανεξακρίβωτη επακριβώς χρονική στιγμή, εντός όμως του χρονικού διαστήματος από 18-05-2021 έως 01-12-2021, οπότε και έληξε η εκ μέρους της παροχή υπηρεσιών προς την ηλικιωμένη σύζυγο του παθόντος, αφαίρεσε η εκκαλούσα κατηγορούμενη με σκοπό να τα ενσωματώσει στην περιουσία της. Επομένως, η εκκαλούσα κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας".

Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την εκκαλούσα - κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, διαλαμβάνοντας στο σχετικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα εξής:

"Κηρύσσει αυτή ένοχη του ότι: Στη Δράμα, σε ανεξακρίβωτη επακριβώς χρονική στιγμή, εντός όμως του χρονικού διαστήματος από 18-5-2021 έως 1-12-2021, αφαίρεσε ξένο ολικά κινητό πράγμα, το οποίο ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα, με πρόθεση αφαίρεσε 23.500 ευρώ τοις μετρητοίς, χρηματικό ποσό που ανέλαβε ο Α. Κ. του Π., την 18-5-2021 από τον ταμία της Εθνικής Τράπεζας, στην οποία ο ίδιος διατηρούσε επ' ονόματί του λογαριασμό, από την κατοχή του ανωτέρω ιδιοκτήτη τους, Α. Κ. και δη από το επάνω μέρος της ντουλάπας της οικίας, στην οποία διέμενε με τη σύζυγό του, Ε. Κ., όπου η ίδια τον παρότρυνε να τα κρύψει αμέσως μετά την ανάληψή τους, με σκοπό να ενσωματώσει στην περιουσία της το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αφαιρεθέν αυτό ποσό των 23.500 ευρώ".

Με τους τρεις συνεξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους (κατά το ορθό νοηματικό τους περιεχόμενο) η εκκαλούσα - κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή της για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε και προσάπτει σ' αυτήν, την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πλημμέλεια, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, ενώ ισχυρίζεται ακόμη ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε η (ουσιαστική) ποινική διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1, περ. β' ΠΚ και επί πλέον, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, σχετική πλημμέλεια. Με αυτά όμως που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως οι παραδοχές του σκεπτικού συμπληρώνονται από αυτές του διατακτικού, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, δηλαδή της κλοπής αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψε αυτό και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 372 παρ. 1 περ. β' ΠΚ, που σημειωτέον σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται με σαφήνεια όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, δηλαδή της κλοπής αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, καθώς και τα κατ' είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, με τη γενική αναφορά ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία (και συγκεκριμένα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημοσίως στο ακροατήριο, την νομίμως επισκοπηθείσα φωτογραφία, αλλά και την απολογία της εκκαλούσας - κατηγορουμένης), η οποία (αναφορά) ήταν αρκετή για την πληρότητα της αιτιολογίας.

Περαιτέρω, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τόπος και ο χρόνος τέλεσης της εν λόγω αξιόποινης πράξης, ο τρόπος δράσης της εκκαλούσας - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, δηλαδή η εκ μέρους της αφαίρεση από την κατοχή του προαναφερθέντος Α. Κ. του Π., του χρηματικού ποσού των είκοσι τριών χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (23.500,00 €), που ακολούθως ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα σχετική νομική σκέψη, η αξία του αντικειμένου της κλοπής κρίνεται κυριαρχικώς από το Δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό και η αξιολόγηση και προσδιορισμός της αξίας των κλαπέντων αντικειμένων δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, όλοι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται εκ μέρους της αναιρεσείουσας η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής της κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την παραπάνω τελεσθείσα εκ μέρους της αξιόποινη πράξη της κλοπής αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και επί πλέον, για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι. Οι υπόλοιπες εξάλλου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούν την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων για το προαναφερθέν θέμα, την ενοχή της δηλαδή για την ως άνω πράξη, στην πραγματικότητα συνιστούν επιχειρήματα και διαφορετική αξιολόγηση των αποδείξεων και πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα, υπό τη επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου (παραδεκτού) λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 15-4-2025 αίτηση αναίρεσης της Ε. Σ. του Η., κατά της υπ' αριθμ. 771/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-4-2025 αίτηση της Ε. Σ. του Η., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 771/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή