ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1258/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1258/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1258/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1258 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1258/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παρασκευή Τσούμαρη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 171/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σταυρούλα Κουσουλού - Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παγώνας Ζάκκα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Χ. Θ. του Σ., κατοίκου ..., 2.Ν. Θ. του Σ., κατοίκου ..., 3.Π. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 4.Α. Δ. του Α., κατοίκου ... και 5.Ε. Θ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αλεξόπουλο, για αναίρεση της απόφασης 420/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Α. Ρ. του Η., κάτοικο ... και 2.Α. Ρ. συζ. Α., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κρινιώ Τσάφα.

Το Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. πρωτ. 9180/2024 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση : α] η με με αρ. πρωτ. 9180/2024 αίτηση των: 1] Χ. Θ. του Σ., 2] Ν. Θ. του Σ., 3] Π. Δ. του Σ., 4] Α. Δ. του Α. και 5] Ε. Θ. του Σ. [ασκηθείσα από τον ειδικώς εξουσιοδοτηθέντα προς τούτο δικηγόρο Αθηνών, Νικόλαο Αλεξόπουλο, με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30/12/2024], και β] οι επ' αυτής από 26/2/2025 ασκηθέντες, με κατάθεση δικογράφου στον γραμματέα του Αρείου Πάγου συνταχθείσας σχετικής εκθέσεως από τον ως άνω ειδικώς εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο, πρόσθετοι λόγοι , για αναίρεση της υπ' αρ.420/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, με την οποία κρίθηκαν ένοχοι -κατά πλειοψηφία- οι μεν πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων των αξιοποίνων πράξεων : α] της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση από κοινού και κατά συρροή και β] της απάτης στο δικαστήριο από κοινού, οι δε τρίτη, τέταρτη και πέμπτη αναιρεσείουσες της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης.

Συνεπώς, είναι παραδεκτές, αφού ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που είχαν δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο και κατ' αποφάσεως που υπόκειται σ' αυτήν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.1, 2Α και 4, 504 παρ.1 ,505 παρ.1 α' και 509 του ΚΠοινΔ, και πρέπει, ως συναφείς ,να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών τους λόγων.

Ι. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις". Αναλόγου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου ΠΚ (Ν.4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ. Α.Π. 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη, για τον κατηγορούμενο, ποινική μεταχείριση. Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του ν. ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από την σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ` αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής ποινής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή, η οποία σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 224 του προϊσχύσαντος μέχρι 30.6.2019 ΠΚ, που ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο τέλεσης [9-3-2017] της ένδικης πράξης της ψευδούς κατάθεσης, "1.Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Στο περί ψευδούς κατάθεσης αντίστοιχο άρθρο του νέου ΠΚ (224 παρ. 1 ν. ΠΚ), στο οποίο έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 και 225 του προϊσχύσαντος ΠΚ για την ψευδορκία και την ψευδή ανώμοτη κατάθεση, που είναι επιεικέστερο ως προς την προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή, έναντι του προϊσχύσαντος για την ψευδορκία, αφού απειλείται πλέον για το εν λόγω πλημμέλημα ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο και ανώτατο όριο, και συνεπώς εφαρμοστέο στην ένδικη υπόθεση, ορίζεται, ότι "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή". Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του προϊσχύσαντος και ισχύοντος ΠΚ , για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, ήδη ψευδούς κατάθεσης, απαιτείται: α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει (ΑΠ 1301/2023,ΑΠ 271/2022, ΑΠ 861/2021, ΑΠ 151/2021). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αρμοδιότητα της αρχής ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος. Θεωρείται περαιτέρω ως αρμόδια αρχή εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατό κατά διάταξη νόμου να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Αρμόδιοι για τη λήψη ένορκων βεβαιώσεων μαρτύρων είναι οι συμβολαιογράφοι σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 εδάφιο ε' του ν. 2830/2000, όπως επίσης και ο Ειρηνοδίκης κατ' άρθρο 1 του ν.1540/1944, και μέχρι την 15/3/2024, ημερομηνία έναρξης ισχύος των άρ. 14 και 17 του ν. 5095/2024 με τα οποία, κατά τροποποίηση του άρθρου 421 του ΚΠολΔ ,αφενός μεν αφαιρέθηκε η αρμοδιότητα του ειρηνοδίκη για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων και αφετέρου ανατέθηκε τέτοια σχετική αρμοδιότητα στους δικηγόρους της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή διαμονής του μάρτυρος.

Συνεπώς, αν τα πραγματικά περιστατικά που κατατίθενται από τον μάρτυρα στις ένορκες βεβαιώσεις είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, πράγμα το οποίο συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία οι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.

Πρέπει, όμως, για να μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο σε πολιτικές δίκες, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 421 και 422 του ΚΠολΔ νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της βεβαίωσης. Η έλλειψη ,όμως, της κλήτευσης καλύπτεται με την παράσταση του αντιδίκου κατά τη σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης, διότι διαφορετικά οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος για όσα περιστατικά περιέχονται σε αυτές, εκτός εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, όπου δεν απαιτείται κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που επιμελείται για τη σύνταξη της ένορκης βεβαιώσεως, διότι στη διαδικασία αυτή ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες ως προς την απόδειξη, τη συγκέντρωση των αποδεικτικών μέσων και την εν γένει διαδικασία συζητήσεως της αιτήσεως (ΑΠ 1157/2024, ΑΠ 842/2023, ΑΠ 948/2022, ΑΠ 1177/2022, ΑΠ 454/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ, βάσει του οποίου ασκήθηκε η ποινική δίωξη κατά των πρώτου και δευτέρου αναιρεσειόντων, (άρθ. 46 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ) με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικά μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, με την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κ.λ.π. χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίστανται οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα κλπ. που τυχόν χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός (ΑΠ 55/2019, ΑΠ 715/2019, ΑΠ 434/2019 ) και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής κατά την αντικειμενική της υπόσταση, μη απαιτουμένου να διαπράξει αυτή και κατά την υποκειμενική της υπόσταση και τούτο, διότι, κατά το άρθρο 48 του ΠΚ, το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αφού ο τελευταίος αρκεί να τελέσει την πράξη μόνον κατά την αντικειμενική της υπόσταση και όχι και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, λόγω έλλειψης δόλου από μέρους του, όπως όταν παραπλανήθηκε στο να τελέσει την πράξη. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή συνειδητή και ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης ,χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 836/2025, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 210/2022, ΑΠ 279/2022, ΑΠ 981/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του νέου Ποινικού Κώδικα, όπως αυτή ίσχυε πριν από τη τροποποίησή της από το άρ. 92 του ν.4855/12-11- 2021, και ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο τέλεσης [15/1/2020] της ένδικης πράξης της απάτης στο δικαστήριο, "Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή". Το ανωτέρω άρθρο ,όπως προαναφέρθηκε, έχει τροποποιηθεί με το άρ. 92 ν. 4855/12-11-2021 ,και πλέον έχει ως εξής : " Όποιος με την εν γνώσει εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση , και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή", δηλονότι η περίπτωση απάτης ,σε βαθμό πλημμελήματος, τιμωρείται πλέον μόνον με ποινή φυλάκισης, ενώ επανήλθε και η περίπτωση απάτης σε βαθμό πλημμελήματος με την επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας τιμωρούμενη με τις ανωτέρω οριζόμενες ποινές φυλάκισης τριών μηνών τουλάχιστον και χρηματική ποινή ,όπως η εν λόγω επιβαρυντική περίσταση προβλεπόταν και στην αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ ,τιμωρείτο όμως με την προβλεπόμενη βαρύτερη ποινή φυλάκισης των δύο ετών τουλάχιστον.

Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται : 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης), 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε απ' αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κ.λπ.) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης, που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος και του μεταξύ αυτών αιτιώδους συνδέσμου, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά (ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα), τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν ,και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης oποιουδήποτε απ' αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, όπως προεκτέθηκε, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε απ' αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος ( ΑΠ 1634/2022, ΑΠ 198/2020, ΑΠ 487/2020).

Εξάλλου, ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Εντεύθεν, και απάτη είναι δυνατόν να τελεσθεί και δια παραπλανήσεως του δικαστού σε πολιτική δίκη, δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος (να) υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων από τα οποία ο δικαστής παραπλανήθηκε και εξέδωσε απόφαση, συνεπεία της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου (ΑΠ 537/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 1224/2020).

ΙΙ. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Επομένως, για την πληρότητα της αιτιολογίας απόφασης, με την οποία καταδικάσθηκε κάποιος για ψευδή κατάθεση, αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του δράστη ενώπιον συμβολαιογράφου, πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση, εκτός άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί ύστερα από εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, ο οποίος επιμελήθηκε να ληφθεί η ένορκη βεβαίωση (ΑΠ 1157/2024, ΑΠ 842/2023, ΑΠ 948/2022, ΑΠ 1177/2022, ΑΠ 454/2019). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) ,χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ,ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο , οπότε η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η σχετική με τα ψευδώς κατατεθέντα περιστατικά και τις ψευδείς παραστάσεις γεγονότων γνώση του δράστη , θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη ως προς αυτό τούτο ως ψευδές γεγονός ,οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών.

Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, ως προς την ηθική αυτουργία, αρκεί η μνεία του τρόπου ή μέσου, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, την οποία αυτός τέλεσε, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κλπ. με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται αναφορά και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κλπ. που χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ( ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 971/2023, ΑΠ 968/2022, ΑΠ 25/2020, ΑΠ 93/2020). Τέλος, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό, και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 198/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 420/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών ,που δίκασε την ένδικη υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, προκύπτει ότι μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα εξής, πραγματικά περιστατικά ,ήτοι : "...Οι τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των κατηγορουμένων, στην Αργυρούπολη, την 9-3-2017, εξεταζόμενοι ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Δ. Ι., συνταχθεισών των με αριθ. ...-2017, ...-2017 και ...-2017 αντιστοίχως ενόρκων βεβαιώσεων, κατέθεσαν τα ακόλουθα: "Γνωρίζω ότι ο Π. Θ. του Α., ο οποίος απεβίωσε τον ... του έτους 2015, κάτοικος ..., επαγγέλματος λογιστής, είχε στην κυριότητά του, νομή και κατοχή ήδη από το έτος 1952 μια αγροτική συνεχόμενη έκταση επιφάνειας περίπου πενήντα (50) στρεμμάτων. Το έτος 1996 για άγνωστη σε μένα αιτία ο Π. Θ. από την έκταση αυτή των 50 στρεμμάτων ,που βρίσκεται στη θέση ΑΦΑΝΟΥΛΕΣ ΝΗΣΙΟΥ ΒΑΡΔΑΣ ΗΛΕΙΑΣ ,μεταβίβασε λόγω πωλήσεως με συμβόλαια είκοσι (25) πέντε στρέμματα στον Α. Ρ. και πέντε (5) στρέμματα στη σύζυγο Α. Μ. - Ρ.

Συνεπώς του έμειναν τα υπόλοιπα είκοσι (20) περίπου στρέμματα, τα οποία επαναλαμβάνω είναι συνεχόμενα με τις ήδη ιδιοκτησίες του ζεύγους Ρ. Γενικώς ενδιαφερότανε να ξεχορταριάζει την συγκεκριμένη έκταση ενώ φρόντιζε και για την περίφραξή της. Βεβαίως και όλο το χωριό γνώριζε ότι αυτά τα 20 στρέμματα που απέμειναν ανήκαν στο Π. Θ. Με διαθήκη του ,που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Αθηνών και η οποία είναι από το 2014, άφηνε τα 20 στρέμματα αυτά στους Ν. και Χ. Θ. (...) Εγώ γνωρίζω ότι τα 20 στρέμματα ανήκαν στον μακαρίτη Π. Θ. ,και συνεπώς με την διαθήκη του, αυτά ανήκουν στους αδελφούς Ν. και Χ. Θ.

Γνωρίζω επίσης ότι ο μακαρίτης έχει αφήσει και άλλα περιουσιακά στοιχεία στην οικογένεια των αδελφών Θ. και ότι αρνείτο πεισματικά για πολλά χρόνια μετά το 1996 να δώσει αυτά τα 20 στρέμματα στο ζεύγος Ρ.". Τα γεγονότα αυτά που κατέθεσαν ήταν ψευδή. Και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, ο Π. Θ. του Α., θείος των δύο πρώτων κατηγορουμένων και της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, Α. συζ. Α. Ρ., είχε στην κυριότητά του, στη θέση Αφανούλες Νησίου Βάρδας Ηλείας, μία αγροτική έκταση, την οποία μεταβίβασε στους παριστάμενους προς υποστήριξη της κατηγορίας, με τα με αριθμούς ... και ...-1996 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Βάρδας Γ. Μ. Τ., τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα. Στο μεν υπ' αριθ. ... συμβόλαιο γίνεται αναφορά σε αγρό έκτασης 25 στρεμμάτων περίπου, ο οποίος μεταβιβάσθηκε στον υποστηρίζοντα την κατηγορία, Α. Ρ., στο δε υπ' αριθ. ... συμβόλαιο γίνεται αναφορά σε αγρό έκτασης 5 στρεμμάτων περίπου, ο οποίος μεταβιβάσθηκε στην υποστηρίζουσα την κατηγορία, Α. συζ. Α. Ρ. Παρά το γεγονός ότι, στα ως άνω συμβόλαια, δεν αναγράφεται η ακριβής έκταση των επίδικων αγρών, αποδείχθηκε ότι με τα συμβόλαια αυτά μεταβιβάσθηκε το σύνολο της αγροτικής έκτασης κυριότητας του Π. Θ. στην ως άνω θέση, με αποτέλεσμα, μετά τις μεταβιβάσεις αυτές, εκείνος να μην έχει στην κυριότητά του οποιοδήποτε άλλο ακίνητο στη θέση αυτή. Τούτο προκύπτει ιδίως α) από τη δήλωση Ε9 του (μεταβιβάζοντος) Π. Θ., για το έτος (2003), στην οποία δεν αναφέρεται το ανωτέρω ακίνητο, β) από το από 28-12-2000 απολογητικό υπόμνημα του ιδίου ως άνω δικαιοπαρόχου των υποστηρίζοντων την κατηγορία, Π. Θ., στο οποίο ο ανωτέρω αναφέρεται σε αγρό συνολικής έκτασης 30 στρεμμάτων και όχι περισσότερων, και, τέλος, γ) από την περιγραφή των ακινήτων στα ίδια τα συμβόλαια, στα οποία ουδεμία αναφορά γίνεται σε αγρό, συνορεύοντα με κάποιον από τους μεταβιβασθέντες, ο οποίος να παρέμεινε στην κυριότητα του Π. Θ.

Ειδικότερα, στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο, ο μεταβιβαζόμενος αγρός, έκτασης 25 περίπου στρεμμάτων, φέρεται να συνορεύει ανατολικά με ιδιωτικό δρόμο, ιδιοκτησίας του πωλητή, ήτοι του Π. Θ., και μετά από αυτόν με αγρό κληρονόμων Δ. Μ., δυτικά με δρόμο, βόρεια με χερσώδη έκταση και αγρό Ν. Μ. και νότια με υπόλοιπο αγρό του ιδίου πωλητή, ο οποίος, εν συνεχεία, μεταβιβάστηκε με το κάτωθι αναφερόμενο συμβόλαιο στην, υποστηρίζουσα την κατηγορία, Α. Μ., ενώ, στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο, ο μεταβιβαζόμενος αγρός, έκτασης 5 περίπου στρεμμάτων, φέρεται να συνορεύει ανατολικά με ιδιωτικό δρόμο, ιδιοκτησίας του πωλητή και, μετά από αυτόν με αγρό κληρονόμων Δ. Μ., δυτικά με δρόμο, βόρεια με υπόλοιπο αγρό του ίδιου πωλητή και ήδη ιδιοκτησίας του υποστηρίζοντος την κατηγορία, Α. Η. Ρ., και νότια με δρόμο. Μετά από τις ανωτέρω μεταβιβάσεις, με τα ως άνω ακίνητα ασχολούνταν ως κύριοι αποκλειστικά οι παριστάμενοι προς υποστήριξη της κατηγορίας και όχι ο Π. Θ., ο οποίος ουδέποτε αμφισβήτησε ότι είχε μεταβιβάσει το σύνολο της έκτασης κυριότητάς του στην περιοχή. Ενόψει των ανωτέρω, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της από 10-5-2014 διαθήκης του Π. Θ., οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ουδέποτε απέκτησαν κυριότητα εκ κληρονομικής διαδοχής σε είκοσι περίπου στρέμματα, συνεχόμενα δήθεν με τις ιδιοκτησίες των παριστάμενων προς υποστήριξη της κατηγορίας. Οι ως άνω, σημειωτέον πανομοιότυπες, ένορκες βεβαιώσεις δόθηκαν από την τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των κατηγορουμένων, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ι., στο πλαίσιο της αντιδικίας μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορουμένων και των παριστάμενων προς υποστήριξη της κατηγορίας, αναφορικά με τη διεκδίκηση, εκ μέρους των δύο πρώτων κατηγορουμένων, ακινήτου στην περιοχή, το οποίο ισχυρίζονται ότι απέκτησαν δυνάμει της ανωτέρω διαθήκης, οι δε κατηγορούμενες τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας τους, καθώς, στο πλαίσιο των προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων με τον Π. Θ., γνώριζαν ότι εκείνος είχε μεταβιβάσει το σύνολο των αγρών, της κυριότητάς του, στην περιοχή. Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις αυτές δόθηκαν κατόπιν κλήτευσης των παριστάμενων προς υποστήριξη της κατηγορίας ,προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε δίκη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων με ενάγοντες τους δύο πρώτους κατηγορούμενους και εναγόμενους του παριστάμενους προς υποστήριξη της κατηγορίας. Στη συνέχεια δε, μετά την απόρριψη της σχετικής αγωγής των δύο πρώτων κατηγορουμένων ως αόριστης, προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως και λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, σε νέα δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων με αντικείμενο τη διεκδίκηση εκ μέρους των δύο πρώτων κατηγορουμένων ακινήτου έκτασης 20 στρεμμάτων στην περιοχή, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς είχαν αποκτήσει εκ κληρονομιάς δυνάμει της προαναφερθείσας διαθήκης του Π. Θ. (βλ. σχετικά την από 3-9- 2018 αγωγή των δύο πρώτων κατηγορουμένων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων, την υπ' αριθ. 48/2019 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και την υπ' αριθ. 80/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας). Την απόφαση δε να καταθέσουν ενόρκως τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά, προκάλεσαν στην τρίτη, τέταρτη, και πέμπτη των κατηγορουμένων, δια υποσχέσεων, προτροπών και παραινέσεων, οι δύο πρώτοι εξ αυτών, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης, με κοινή δράση και κοινό δόλο και γνωρίζοντας την αναλήθεια των καταθέσεων, καθώς στο πλαίσιο των προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων με τον Π. Θ. γνώριζαν ότι εκείνος είχε μεταβιβάσει το σύνολο των αγρών, της κυριότητάς του, στην περιοχή.

Περαιτέρω, στην από 3-9-2018 αγωγή τους, στην οποία αναφέρθηκαν και ενώπιον του δικάζοντος κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας (βλ. σχετικά τις αναγνωσθείσες από 15-1-2020 προτάσεις τους), οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης, με κοινή δράση και κοινό δόλο, ισχυρίστηκαν ότι απέκτησαν, δυνάμει της προαναφερθείσας διαθήκης του Π. Θ., ένα αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 20 στρεμμάτων περίπου, το οποίο απέμεινε στον δικαιοπάροχό τους μετά τις προαναφερθείσες μεταβιβάσεις. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ήταν ψευδής, οι δε δύο πρώτοι κατηγορούμενοι γνώριζαν την αναλήθειά του, καθώς, στο πλαίσιο των προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων με τον Π. Θ., γνώριζαν ότι εκείνος είχε μεταβιβάσει το σύνολο των αγρών, της κυριότητάς του, στην περιοχή. Με τον ψευδή ισχυρισμό αυτό, τον οποίο υποστήριξαν και με ψευδή κατά περιεχόμενο αποδεικτικά μέσα και δη τις προαναφερθείσες ένορκες καταθέσεις των λοιπών κατηγορουμένων, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι παραπλάνησαν τη Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η οποία εξέδωσε την υπ' αριθ. 80/2020 απόφαση, που είχε ως συνέπεια την επέλευση βλάβης στην περιουσία των αντιδίκων τους, με αντίστοιχο περιουσιακό τους όφελος στο οποίο και αποσκοπούσαν, καθώς, με αυτήν, απορρίφθηκε η έφεσή των τελευταίων κατά της υπ' αριθ. 48/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων, με την οποία είχε αναγνωριστεί η κυριότητα των δύο πρώτων κατηγορουμένων επί αγροτεμαχίου έκτασης 20 περίπου στρεμμάτων, το οποίο, στην πραγματικότητα, ήταν τμήμα των αγροτεμαχίων των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας..............Με βάση τα ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις ανωτέρω πράξεις, κατά πλειοψηφία".

Ακολούθως, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε -κατά πλειοψηφία- ενόχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες, και δη τους μεν πρώτο και δεύτερο των αξιοποίνων πράξεων :α] της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση από κοινού και κατά συρροή και β]της απάτης στο δικαστήριο από κοινού, τις δε τρίτη, τέταρτη και πέμπτη αναιρεσείουσες της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης, και αφού τους αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρ. 84 παρ.2 α' ΠΚ, επέβαλε στους πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενους συνολική ποινή φυλάκισης δέκα εννέα [19] μηνών στον καθέναν , στις δε τρίτη, τέταρτη και πέμπτη αναιρεσείουσες ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών στην καθεμία, την εκτέλεση των οποίων (ποινών) ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό, ήτοι :

"......ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτούς ένοχους κατά πλειοψηφία, του ότι "Α: Οι Π. Δ., Ε. σύζυγος Ν. Θ. και Α. Δ., στην Αργυρούπολη, την 9-3-2017, ενώ εξετάστηκαν ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα και ειδικότερα, ενώ εξετάστηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ι., συνταχθεισών των με αριθμούς ...-2017,...-2017 και ...-2017 αντιστοίχως ενόρκων βεβαιώσεων, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι: "Γνωρίζω ότι ο Π. Θ. του Α., ο οποίος απεβίωσε τον ... του έτους 2015, κάτοικος ..., επαγγέλματος λογιστής, είχε στην κυριότητά του, νομή και κατοχή ήδη από το έτος 1952 μια αγροτική συνεχόμενη έκταση επιφάνειας περίπου πενήντα (50) στρεμμάτων. Το έτος 1996 για άγνωστη σε μένα αιτία ο Π. Θ. από την έκταση αυτή των 50 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ΑΦΑΝΟΥΛΕΣ ΝΗΣΙΟΥ ΒΑΡΔΑΣ ΗΛΕΙΑΣ, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως με συμβόλαια είκοσι (25) πέντε στρέμματα στον Α. Ρ. και πέντε (5) στρέμματα στη σύζυγο Α. Μ. - Ρ.

Συνεπώς, του έμειναν τα υπόλοιπα είκοσι (20) περίπου στρέμματα τα οποία επαναλαμβάνω είναι συνεχόμενα με τις ήδη ιδιοκτησίες του ζεύγους Ρ. Γενικώς ενδιαφερότανε να ξεχορταριάζει την συγκεκριμένη έκταση ενώ φρόντιζε και για την περίφραξή της. Βεβαίως και όλο το χωριό γνώριζε ότι αυτά τα 20 στρέμματα που απέμειναν ανήκαν στο Π. Θ. Με διαθήκη του που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Αθηνών και η οποία είναι από το 2014, άφηνε τα 20 στρέμματα αυτά στους Ν. και Χ. Θ. (...) Εγώ γνωρίζω ότι τα 20 στρέμματα ανήκαν στον μακαρίτη Π. Θ. και συνεπώς με την διαθήκη του, αυτά ανήκουν στους αδελφούς Ν. και Χ. Θ.

Γνωρίζω επίσης ότι ο μακαρίτης έχει αφήσει και άλλα περιουσιακά στοιχεία στην οικογένεια των αδελφών Θ. και ότι αρνείτο πεισματικά για πολλά χρόνια μετά το 1996 να δώσει αυτά τα 20 στρέμματα στο ζεύγος Ρ.". Τα γεγονότα αυτά που κατέθεσαν ήταν ψευδή δεδομένου ότι ο Π. Θ. πώλησε και μεταβίβασε το σύνολο της έκτασης κυριότητάς του στην ως άνω θέση στον Α. Ρ. και την Α. Μ. το έτος 1996 και δεν του απέμεινε οποιαδήποτε έκταση σε εκείνη τη θέση, με αποτέλεσμα ο Ν. και ο Χ. Θ. να μην αποκτήσουν οποιοδήποτε ακίνητο εκεί δυνάμει της αναφερόμενης διαθήκης, οι δε κατηγορούμενες τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας τους, καθώς στο πλαίσιο των προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων με τον Π. Θ. γνώριζαν ότι εκείνος είχε μεταβιβάσει το σύνολο της έκτασης κυριότητάς του στην περιοχή. Β. Οι Ν. και Χ. Θ. : 1. στην Αργυρούπολη, την 9-3-2017, ενεργούντες δε από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις που διέπραξαν, και ειδικότερα, με υποσχέσεις, προτροπές και παραινέσεις, έπεισαν καθεμία έκτων Π. Δ., Ε. σύζυγο Ν. Θ. και Α. Δ., να καταθέσουν ,ενώ εξετάσθηκαν ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση και δη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ι., όσα αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο Α εν γνώσει τους ότι αυτά είναι ψευδή, καθώς στο πλαίσιο των προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων με τον Π. Θ. γνώριζαν ότι εκείνος είχε μεταβιβάσει το σύνολο της έκτασης κυριότητάς του στην περιοχή. 2. Στην Αμαλιάδα, την 15-1-2020, ενεργούντες από πρόθεση και από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης, με κοινή δράση και κοινό δόλο, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την προσκομιδή αναληθών αποδεικτικών μέσων, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλον και δη τη Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, σε πράξη, με σκοπό να αποκομίσουν αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος. Ειδικότερα, στο πλαίσιο πολιτικής δίκης που άνοιξε με την άσκηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων της από 3-9-2018 αγωγής εκ μέρους τους κατά του Α. Ρ. και της Α. Μ., με την οποία ζητούσαν μεταξύ άλλων να αναγνωριστούν συγκύριοι ενός αγροτεμαχίου εμβαδού είκοσι στρεμμάτων περίπου στη θέση "Αφανούλες" της δημοτικής κοινότητας Νησίου της δημοτικής ενότητας Βουπρασίας Δήμου Ανδραβίδας - Κυλλήνης Π.Ε. Ηλείας, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζαν οι κατηγορούμενοι στο πλαίσιο των προσωπικών και οικογενειακών τους σχέσεων, ήταν ότι ο Π. Θ. είχε μεταβιβάσει το σύνολο της έκτασης κυριότητάς τους στην ως άνω θέση και ουδέν του απέμενε, μετά το έτος 1996, ώστε να είναι δυνατόν να το αποκτήσουν δυνάμει της αναφερόμενης διαθήκης, οι ως άνω κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι το ως άνω ακίνητο παρέμεινε στην κυριότητα του φερόμενου ως δικαιοπαρόχου τους Π. Θ. μετά τις μεταβιβάσεις από εκείνον άλλων τμημάτων της συνολικής έκτασης κυριότητάς του στον Α. Ρ. και την Α. Μ. το έτος 1996, και ότι εκείνοι το απέκτησαν εκ κληρονομιάς, δυνάμει της από 10-5-2014 διαθήκης του Π. Θ., στον ισχυρισμό δε αυτό αναφέρθηκαν και με τις προτάσεις τους ,ενώπιον του δικάζοντος κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, ενώ τον υποστήριξαν και με ψευδή κατά περιεχόμενο αποδεικτικά μέσα και δη τις προαναφερθείσες, υπό στοιχείο Α, με αριθμούς ...-2017, ...-2017 και ...-2017 ένορκες βεβαιώσεις και έτσι πέτυχαν να παραπλανήσουν τη Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας και να την πείσουν να εκδώσει τη με αριθμό 80/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που είχε ως συνέπεια την επέλευση βλάβης στην περιουσία των αντιδίκων τους, με αντίστοιχο περιουσιακό τους όφελος στο οποίο και αποσκοπούσαν, καθώς με αυτή απορρίφθηκε η έφεσή τους κατά της υπ' αριθ. 48/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων, με την οποία είχε αναγνωριστεί η κυριότητά των κατηγορουμένων αυτών επί του ενδίκου αγροτεμαχίου, το οποίο στην πραγματικότητα ήταν τμήμα των αγροτεμαχίων των αντιδίκων τους ".
Με τις ανωτέρω παραδοχές , οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική κρίση της, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 26, 27,46 παρ.1α',51,53, 57, 79, 84 παρ.1 α', 94, 224 παρ.1 και 386 παρ.1α'του ΠΚ, τις οποίες το άνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, ήτοι ανώμοτη κατάθεση των παρισταμένων προς υποστήριξη κατηγορίας, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώστηκαν ,απολογία της κατηγορούμενης Ε. Θ. (που ήταν παρούσα) , χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού συνάγεται μετά βεβαιότητας ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τα έλαβε όλα υπόψη , χωρίς να περιοριστεί επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αγνοώντας τα υπόλοιπα. Ειδικότερα : Α) Όσον αφορά το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρος ,για το οποίο καταδικάστηκαν οι τρίτη, τέταρτη και πέμπτη αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής του υπόστασης , και δη : 1) Τόπος (Αργυρούπολη) και χρόνος (9-3-2017) που οι ως άνω κατηγορούμενες-αναιρεσείουσες κατέθεσαν ψευδή περιστατικά, εξεταζόμενες ως μάρτυρες ενόρκως, ενώπιον της αναφερόμενης αρχής που ήταν αρμόδια να ενεργεί εξέταση (της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ι.) ,συνταχθεισών των υπ' αρ. ...,... και .../2019 ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες δόθηκαν κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των παρισταμένων προς υποστήριξη κατηγορίας (Α. Ρ. και Α. Μ.-Ρ.), προκειμένου αυτές να ληφθούν υπόψη ,αρχικά, στην δίκη, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων Ηλείας, επί της διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου που είχαν ασκήσει οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι και νυν αναιρεσείοντες κατά των ως άνω παρισταμένων προς υποστήριξη κατηγορίας, και εν συνεχεία, μετά την απόρριψη της ανωτέρω αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της, λήφθηκαν υπόψη οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις ,ως δικαστικά τεκμήρια, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αφού προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από τους πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενους στη νέα δίκη , επί της ασκηθείσας από 3/9/2018 αγωγής τους ,με αντικείμενο την διεκδίκηση της κυριότητας απ' αυτούς (ως ενάγοντες) του ιδίου αναφερόμενου ακινήτου, ενώπιον του ως άνω Ειρηνοδικείου ,κατά των παρισταμένων προς υποστήριξη κατηγορίας (ως εναγομένων), η οποία (αγωγή) έγινε δεκτή εν μέρει με την υπ'αρ.48/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων ,η δε ασκηθείσα έφεση από τους υποστηρίζοντες την κατηγορία κατά της ως άνω απόφασης απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 80/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. 2] Τα ψευδή περιστατικά που οι τρίτη, τέταρτη και πέμπτη κατηγορούμενες και ήδη αναιρεσείουσες κατέθεσαν, ενόρκως, ως μάρτυρες, και τα οποία περιέχονται στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου, και δη ότι : α) Ο Π. Θ. του Α., που απεβίωσε τον ... 2015,κάτοικος ..., επαγγέλματος λογιστής, είχε στην κυριότητα ,νομή και κατοχή του, ήδη από το έτος 1952, μία αγροτική συνεχόμενη έκταση, επιφανείας περίπου (50) στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "ΑΦΑΝΟΥΛΕΣ ΝΗΣΙΟΥ" Βάρδας Ηλείας ,β) Ο Π. Θ. του Α. ,κατά το έτος 1996, μεταβίβασε από την ανωτέρω έκταση ,λόγω πωλήσεως, με συμβόλαια, τα (25) στρέμματα στον Α. Ρ., και πέντε (5) στρέμματα στη σύζυγό του Α. Μ.-Ρ. γ) Μετά τις ανωτέρω μεταβιβάσεις του απέμειναν τα υπόλοιπα είκοσι (20) στρέμματα περίπου, τα οποία ήταν συνεχόμενα με τις ήδη ιδιοκτησίες του ζεύγους Ρ., τα οποία ο Π. Θ. ενδιαφερόταν να ξεχορταριάζει, φροντίζοντας και την περίφραξή τους. δ) Όλο το χωριό γνώριζε ότι αυτά τα (20) στρέμματα που απέμειναν ανήκαν στον Π. Θ. και ότι αυτός με τη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, και η οποία είναι από το 2014, άφηνε τα (20) στρέμματα αυτά στους Ν. και Χ. Θ. ε) Οι ίδιες γνώριζαν ότι τα (20) στρέμματα ανήκαν στον μακαρίτη Π. Θ. και συνεπώς, μετά τη διαθήκη του, αυτά ανήκουν στους αδελφούς Ν. και Χ. Θ. στ) Οι ίδιες γνώριζαν πως ο μακαρίτης Π. Θ. είχε αφήσει και άλλα περιουσιακά στοιχεία στην οικογένεια των αδελφών Θ. και ότι αρνείτο πεισματικά για πολλά χρόνια ,μετά το 1996, να δώσει αυτά τα (20) στρέμματα στο ζεύγος Ρ. 3) Τα αληθή περιστατικά που οι τρίτη, τέταρτη και πέμπτη κατηγορούμενες κατηγορούμενες-αναιρεσείουσες γνώριζαν ,και αντ' αυτών κατέθεσαν τα ανωτέρω ψευδή εξεταζόμενες, ενόρκως ,ως μάρτυρες, στην ως άνω συμβολαιογράφο Αθηνών , και δη ότι ο Π. Θ. του Α. πώλησε και μεταβίβασε, το έτος 1996, με τα υπ' αρ. ... και ...-1996 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Βάρδας Γ. Μ. Τ. ,τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα, το σύνολο της έκτασης κυριότητάς του στην ανωτέρω θέση στους Α. Ρ. και Α. Μ.-Ρ. νυν υποστηρίζοντες την κατηγορία, και ότι δεν του απέμεινε οποιαδήποτε έκταση σε εκείνη τη θέση, με αποτέλεσμα ο Ν. και ο Χ. Θ. νυν αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι να μην αποκτήσουν οποιοδήποτε ακίνητο εκεί ,δυνάμει της αναφερόμενης διαθήκης. 4) Ο άμεσος δόλος των τρίτης, τέταρτης και πέμπτης κατηγορουμένων, και συγκεκριμένα, η πλήρης γνώση τους περί της αναλήθειας των ως άνω κατατεθέντων απ' αυτές περιστατικών, ενόρκως, τα οποία γνώριζαν εξ ιδίας αντιλήψεως, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, και χωρίς να απαιτείται η γνώση τους ότι οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις τους χρησιμοποιήθηκαν από τους πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες, όχι για την αρχική από 20/10/2016 αγωγή τους κατά των υποστηριζόντων την κατηγορία που απορρίφθηκε ως αόριστη, αλλά στο πλαίσιο της από 3/9/2018 αγωγής τους κατά των υποστηριζόντων την κατηγορία. Β) Όσον αφορά το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση μάρτυρος ,για το οποίο καταδικάστηκαν οι πρώτος και δεύτερος αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, το δικάσαν Δικαστήριο με ενάργεια και πληρότητα στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δέχεται ότι αυτοί υπήρξαν οι ηθικοί αυτουργοί της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρος που ,σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τέλεσαν οι τρίτη, τέταρτη και πέμπτη συγκατηγορούμενές τους -αναιρεσείουσες ,ως φυσικοί αυτουργοί, τις οποίες κατέπεισαν με υποσχέσεις, προτροπές και παραινέσεις ,με κοινή δράση και κοινό δόλο, να την διαπράξουν και γνωρίζοντας την αναλήθεια των ανωτέρω περιστατικών που αυτές κατέθεσαν ενόρκως ,ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ι., καθόσον αυτοί ,ένεκα των προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων τους με τον Π. Θ., γνώριζαν ότι ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει το σύνολο της έκτασης κυριότητάς του στην επίδικη περιοχή , έτσι ώστε να χρησιμοποιήσουν τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις τους, που λήφθηκαν κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των αντιδίκων τους -παρισταμένων προς υποστήριξη κατηγορίας, στα πλαίσια της αντιδικίας τους με τους υποστηρίζοντες την κατηγορία, που αφορούσε την εκ μέρους τους (πρώτου και δεύτερου κατηγορουμένων) διεκδίκηση κυριότητας του επίδικου ακινήτου, και εν συνεχεία μετά την απόρριψη της αρχικής αγωγής τους ως αόριστης, για να ληφθούν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια ,σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, στη νέα δίκη, μεταξύ αυτών και των υποστηριζόντων την κατηγορία, που αφορούσε την εκ μέρους τους διεκδίκηση της κυριότητας του ιδίου ακινήτου ,το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους είχαν αποκτήσει δυνάμει της αναφερόμενης διαθήκης του Π. Θ.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αναφορικά με τις πράξεις της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν ,από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. ,είναι αβάσιμοι. Οι εμπεριεχόμενες, στους ίδιους αναιρετικούς λόγους, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί του ότι : 1] Δεν στοιχειοθετούνται οι ανωτέρω ένδικες πράξεις , διότι οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, δεν χρησιμοποιήθηκαν ως αποδεικτικό μέσο για την αρχική δίκη για την οποία δόθηκαν μεταξύ των πρώτου και δευτέρου κατηγορουμένων και των παρισταμένων προς υποστήριξη κατηγορίας, αλλά ως δικαστικά τεκμήρια στα πλαίσια άλλης δίκης ,ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων και του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας ,μεταξύ των ιδίων διαδίκων, είναι αβάσιμες, Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι ένορκες βεβαιώσεις, όταν λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια σε αστική δίκη, αν είναι ψευδείς, στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, ενόψει ότι και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά το άρθρο 339 του ΚΠολΔ, αποτελούν αποδεικτικά μέσα. 2] Ότι δεν στοιχειοθετούνται οι ανωτέρω ένδικες πράξεις, επειδή, όπως αιτιώνται, δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η νομιμότητα της κλήτευσης των υποστηριζόντων την κατηγορία ,ως αντιδίκων των πρώτου και δευτέρου κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων στην ανωτέρω αστική δίκη ,είναι αβάσιμες, Τούτο δε, διότι από τις παραδοχές της απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις των τρίτης ,τέταρτης και πέμπτης κατηγορουμένων-αναιρεσειουσών δόθηκαν, μετά από σχετική αίτηση των πρώτου και δευτέρου κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων τους, ήτοι των Α. Ρ. και Α. Μ.-Ρ.-υποστηριζόντων την κατηγορία, στα πλαίσια της μεταξύ τους υφιστάμενης αντιδικίας αναφορικά με την διεκδίκηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, κατά τα ήδη εκτεθέντα. Οι λοιπές εμπεριεχόμενες στους ανωτέρω λόγους αιτιάσεις σχετικά με την κατηγορία που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών των αναιρεσειόντων που κατά την άποψή τους οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων που αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής τους και αμφισβήτηση των σε βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Γ) Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο από κοινού, για το οποίο καταδικάστηκαν οι πρώτος και δεύτερος αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ,διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ήτοι : α) Η απατηλή συμπεριφορά τους , η οποία συνίσταται στο ότι αμφότεροι ,στις 15/1/2020, στο πλαίσιο πολιτικής δίκης , η οποία άνοιξε με την άσκηση της από 3-9-2018 αγωγής τους κατά των υποστηριζόντων την κατηγορία, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων, με την οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστούν συγκύριοι του αναφερόμενου ακινήτου, ισχυριζόμενοι ότι τούτο παρέμεινε στην κυριότητα του φερόμενου ως δικαιοπαρόχου τους Π. Θ. από τον οποίο το απέκτησαν δυνάμει της αναφερόμενης διαθήκης του , ισχυρισμό στον οποίο αναφέρθηκαν και με τις από 15/1/2020 προτάσεις τους, ενώπιον του δικάζοντος κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, και τον οποίο υποστήριξαν με ψευδή κατά περιεχόμενο αποδεικτικά μέσα, ήτοι με τις προαναφερθείσες ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις των τρίτης, τέταρτης και πέμπτης συγκατηγορουμένων τους, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ι., με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν την Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας και να την πείσουν να εκδώσει την υπ'αρ. 80/2020 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αντιδίκων τους ,νυν υποστηριζόντων την κατηγορία, κατά της υπ' αρ. 48/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων ,με την οποία είχε αναγνωριστεί η κυριότητά τους (πρώτου και δευτέρου κατηγορουμένων) επί του επίδικου ακινήτου, το οποίο, όμως, στην πραγματικότητα ήταν τμήμα των ακινήτων (αγροτεμαχίων) των εκκαλούντων-υποστηριζόντων την κατηγορία. β) Ο σκοπός των ως άνω αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων ν' αποκομίσουν το ανωτέρω παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόρριψη της έφεσης των αντιδίκων τους ,νυν υποστηριζόντων την κατηγορία, κατά της υπ'αρ. 48/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων, με την οποία αναγνωρίστηκε η συγκυριότητά τους (πρώτου και δευτέρου κατηγορουμένων) επί του επίδικου ακινήτου, το οποίο, όμως, στην πραγματικότητα ήταν τμήμα των ακινήτων (αγροτεμαχίων) των εκκαλούντων-υποστηριζόντων την κατηγορία. γ) Η βλάβη ξένης περιουσίας, ήτοι των υποστηριζόντων την κατηγορία, την οποία οι πρώτος και δεύτερος αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι επιδίωξαν και προκάλεσαν σ' αυτούς, συνισταμένη στην απόρριψη της εφέσεώς τους κατά της υπ'αρ. 48/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων, με την οποία αναγνωρίστηκε η συγκυριότητά τους (πρώτου και δευτέρου κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων) επί του επίδικου ακινήτου, ενώ τούτο στην πραγματικότητα ήταν τμήμα των ακινήτων (αγροτεμαχίων) των υποστηριζόντων την κατηγορία, η οποία βλάβη της περιουσίας τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, και τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις αναφερόμενες ως άνω ψευδείς παραστάσεις των πρώτου και δευτέρου αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων προς την Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας ,που εξέδωσε την υπ' αρ. 80/2020 απορριπτική της ως άνω εφέσεως των υποστηριζόντων την κατηγορία απόφαση. δ) Η εν γνώσει των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων παράσταση στην ως άνω Δικαστή των ανωτέρω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτοί γνώριζαν στο πλαίσιο των προσωπικών και οικογενειακών τους σχέσεων και της απέκρυψαν ότι ο Π. Θ. είχε μεταβιβάσει το σύνολο της έκτασης κυριότητάς τους στην επίδικη θέση και τίποτα δεν του απέμεινε, μετά το έτος 1996, ώστε να είναι δυνατόν αυτοί να το αποκτήσουν δυνάμει της αναφερόμενης διαθήκης του Π. Θ. Επίσης, αιτιολογείται με την προσήκουσα επάρκεια το στοιχείο του δόλου των πρώτου και δευτέρου αναιρεσειόντων, και δη η γνώση τους περί των ως άνω ψευδών γεγονότων, θεμελιούμενη, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, σε προσωπική τους αντίληψη, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση άλλων περιστατικών σχετικά με τη γνώση αυτή.

Συνεπώς, με τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 386 παρ.1α' του ν. ΠΚ, ως προς τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της ανωτέρω ένδικης πράξεως, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ,που εμπεριέχονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, περί μη στοιχειοθέτησης του ως άνω αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση και περί έλλειψης αιτιολογίας, επειδή, όπως διατείνονται, δεν προκύπτει η εκ μέρους τους απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους, η πρόκληση βλάβης στους υποστηρίζοντες την κατηγορίας και ότι η φερόμενη ως προκληθείσα βλάβη σ' αυτούς είναι αποτέλεσμα της παραπλάνησης της ανωτέρω Δικαστού που εξέδωσε την ανωτέρω απόφαση, είναι αβάσιμες. Τούτο δε, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι υφίσταται αντιστοιχία μεταξύ παράνομου περιουσιακού οφέλους πρώτου και δευτέρου κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων και περιουσιακής βλάβης υποστηριζόντων την κατηγορία, καθόσον το επιδιωχθέν όφελος των κατηγορουμένων αποτελεί μέρος της περιουσιακής ζημίας των παθόντων. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης για την περί ενοχής κρίση των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα ,και δη : α) το αναγνωστέο έγγραφο της δικογραφίας με αύξ.αρ. 31, ήτοι η υπ'αρ.7/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή που άσκησαν οι υποστηρίζοντες την κατηγορία κατά των πρώτου και δευτέρου κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αρ. 233/2021 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Μ. Τ., και β) το αναγνωστέο έγγραφο της δικογραφίας με αύξ.αρ. 33, ήτοι η υπ'αρ. 122/2022 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης περιουσίας και εγγραφής προσημείωσης υποθήκης του υποστηρίζοντος την κατηγορία-Α. Ρ. κατά των πρώτου και δευτέρου κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων, χωρίς ουδέν να εξαιρέσει, και δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να αναφέρει ιδιαιτέρως καθένα αποδεικτικό μέσο ,ούτε από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή του, ούτε ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση ή σύγκριση των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο εξ αυτών επηρέασε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης [ΑΠ 631/2022, ΑΠ 301/2020, ΑΠ 838/2017]. Ως εκ τούτου, ο υποστηρίζων τα αντίθετα συναφής πρόσθετος λόγος αναίρεσης (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ), είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ,οι οποίες περιλαμβάνονται στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο, με τις οποίες προβάλλεται ότι η εκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων, σε σχέση με τα οποία αιτιώνται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι έγινε εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού είναι απαράδεκτες, διότι με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί της ουσίας της υπόθεσης.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. πρωτ. 9180/2024 αίτηση των: 1] Χ. Θ. του Σ., 2] Ν. Θ. του Σ., 3] Π. Δ. του Σ., 4] Α. Δ. του Α. και 5] Ε. Θ. και τον επ' αυτής από 26/2/2025 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της υπ' αρ. 420/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ για τον καθέναν.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή