ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1261/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1261/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1261/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ε)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1261 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1261/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παρασκευή Τσούμαρη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 171/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παγώνας Ζάκκα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης H. (επών.) W. (ον.) του H. Q. S., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Έρδα, για αναίρεση της απόφασης 1595/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. πρωτ. 762/27.1.2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη με αρ. πρωτ. 762/ 27-1-2025 αίτηση της H. (επών.) W. (όν.) του H. Q. S., υπηκόου Κίνας, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 1595/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημ/των] Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ένοχη της αξιόποινης πράξης της ενδοοικογενειακής απειλής και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα έξι (16) μηνών με τριετή αναστολή, ασκήθηκε από τον παραστάντα κατά τη συζήτηση συνήγορό της, Χρήστο ΕΡΔΑ [ΑΜ Δ.Σ.Α. 35700], με δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27/1/2025, ήτοι εντός είκοσι ημερών από την καταχώριση [7-1-2025] της προσβαλλόμενης απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του εκδόσαντος αυτήν Εφετείου Αθηνών. Επομένως, είναι παραδεκτή, κατά τις διατάξεις των άρ. 464, 466 παρ.2, 474 παρ. 2Α και 4 , 504 παρ.1 και 505 παρ.1α' του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν ως προς τη βασιμότητα των εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' αναιρετικών λόγων της.

Ι. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η Πρόεδρος του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου υπερέβη τα εκ του άρθρου 332 του ΚΠοινΔ οριζόμενα καθήκοντά της, και πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ) ,λόγω της μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορούμενου (άρ.171 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ) και του άρ.6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επικαλούμενη ειδικότερα ότι η στάση της Προέδρου του Δικαστηρίου της ουσίας κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ήταν μεροληπτική σε βάρος της με συνέπεια την προσβολή του τεκμηρίου αθωότητάς της. Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των πρακτικών συνεδρίασης του δικάσαντος Δικαστηρίου ,τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά ,ουδεμία καταγραφή περιστατικών μεροληπτικής στάσης σε βάρος της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης εκ μέρους του ανωτέρω μέλους της συνθέσεώς του προκύπτει. Ως εκ τούτου, ο συναφής, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ σε συνδ. με άρθρο 171 παρ.1 εδάφ.δ'του ιδίου Κώδικα, πρώτος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ένεκα παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας και παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 362 παρ.1 και 367 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, αρκεί να διαλαμβάνονται στα πρακτικά προσδιοριστικά της ταυτότητάς του στοιχεία, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 του ΚΠοινΔ προβλεπόμενα δικαιώματά του, καθόσον με την ανάγνωσή του έγινε κτήμα του και έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις δηλώσεις και εξηγήσεις του για το αποδεικτικό αυτό μέσο.

Περαιτέρω, η λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν συνιστά παράβαση της αρχής περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία περιλαμβάνεται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 113/2025, ΑΠ 1634/2022, ΑΠ 87/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη για την κατάφαση της ενοχής της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης , εκτός από άλλες αποδείξεις, και τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης. Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των εν λόγω πρακτικών προκύπτει ότι στο ακροατήριο αναγνώσθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα έγγραφα (στα οποία αναφέρεται ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης), και δη τα με αριθμούς 5 και 7 έγγραφα, που αφορούν : το μεν (5) ηλεκτρονικά μηνύματα στην αγγλική γλώσσα [σύνολο φύλλων 5], το δε (7) ηλεκτρονικά μηνύματα [σύνολο φύλλων 4], και ότι επισκοπήθηκαν δεκαέξι (16) έγχρωμες φωτογραφίες. Με την πιο πάνω αναφορά των επίμαχων εγγράφων επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας και την επισκόπηση των ως άνω φωτογραφιών, για τις οποίες δεν προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον συνήγορο της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας και την ίδια, που ήταν παρούσα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, έγινε γνωστό σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων και φωτογραφιών, επομένως και στο συνήγορο της αναιρεσείουσας και στην τελευταία, οπότε αμφότεροι είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους.

Συνεπώς, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα που αναγνώστηκαν και τις ανωτέρω φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ,ο συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα, ένεκα παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας, επειδή το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για την κρίση του περί της ενοχής της τα ως άνω έγγραφα και φωτογραφίες, των οποίων δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου ΠΚ "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Επιεικέστερος είναι και ο νόμος, με τον οποίο προστίθενται νέα στοιχεία στο πραγματικό του προβλέποντος την αξιόποινη πράξη κανόνα δικαίου, εφόσον ωφελείται από αυτά ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος (ΑΠ 535/2023).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006 "Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας ...", "Το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση". Ήδη το έγκλημα της ενδοοικογενειακής απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης (που ενδιαφέρει εδώ) ενσωματώθηκε στη διάταξη της παρ. 2 εδ. β' του άρθρου 333 του νέου Ποινικού Κώδικα, όπως αυτή ίσχυσε από 1-7-2019 και έως 30-4-2024 [δηλ. μετά την έναρξη της ισχύος του νέου ΠΚ και μέχρι τη τροποποίησή της με το άρ.49 του ν.5090/2024 ,που κατ' άρθρο 138 παρ.1 του ν.5090/2024 άρχισε να ισχύει από 1/5/2024] ,και όριζε ότι "2. Επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν η πράξη τελείται σε βάρος ανηλίκου ή προσώπου που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με αυτόν ή έχουν με αυτόν σχέση εργασίας ή υπηρεσίας. Η ίδια ποινή επιβάλλεται όταν η πράξη τελείται σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) είναι όχι η άσκηση βίας ή παράνομης πράξης εναντίον των προαναφερόμενων προσώπων, αλλά η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, εναντίον τους, η οποία να τα περιήγαγε σε τρόμο ή ανησυχία. Η απειλή δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, με νεύματα ή άλλες απειλητικές κινήσεις και με οποιαδήποτε γενικώς ενέργεια, με την οποία ο δράστης εξωτερικεύει τη θέλησή του να απειλήσει ,όχι οποιονδήποτε τρίτο, αλλά τα αναφερόμενα ως άνω πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ,και ο σύντροφος κατά τη διάρκεια της συμβίωσης. Για την τιμώρηση του δράστη απαιτείται το θύμα να περιήλθε σε τρόμο ή ανησυχία, ενώ είναι αδιάφορο αν η απειλή είναι γενικά ικανή να προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία. Κριτήριο για την τιμώρηση του υπαιτίου αποτελεί το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η απειλή και όχι αν μπορεί να προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία στον μέσο συνετό άνθρωπο, συνακόλουθα δεν ερευνάται αν η απειλή είναι γενικώς ικανή να προκαλέσει τούτο. Ο "τρόμος" αναφέρεται στον υπέρμετρο και ξαφνικό φόβο και η "ανησυχία" στην ψυχική ταραχή και αγωνία σε σχέση με το αίσθημα ασφαλείας. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης απαιτείται ακόμη δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στην εκ μέρους αυτού γνώση ότι η απειλούμενη ενέργειά του είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και στη θέληση να προκαλέσει σε άλλον τρόμο ή ανησυχία. Η ενδοοικογενειακή απειλή και η απειλή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης (τόσο του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 3500/2006, όσο και του άρθρου 333 παρ.2 εδάφ. β' του ν. ΠΚ) είναι αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα, μη γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα και αποτελεί διακεκριμένη παραλλαγή του κατ' άρθρο 333 παρ.1 ΠΚ αδικήματος ( ΑΠ 113/2025, ΑΠ 382/2024, ΑΠ 461/2024, ΑΠ 771/2023, ΑΠ 1348/2023, ΑΠ 1042/2021).

Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ευμενέστερη ποινική μεταχείριση για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής περιέχουν αυτές της παρ.2 εδ. β' του άρ. 333 του ν. ΠΚ ,αφού προβλέπουν ποινή φυλάκισης από δέκα (10) ημέρες έως τρία έτη ή χρηματική ποινή) ,έναντι της ως άνω προβλεπόμενης από την παρ.2 του άρθρου 7 του ν.3500/2006 ποινής φυλάκισης από δέκα (10) ημέρες έως πέντε (5) έτη, που εφαρμόστηκε εν προκειμένω.

Περαιτέρω, κατά τις γενικές διατάξεις περί απειλής της παρ.1 του ιδίου ως άνω άρθρου (333 ν. ΠΚ),όπως ίσχυσαν από 1-7-2019 έως 30-4-2024, "1. Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας αυτόν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Με την ποινή του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται και όποιος, χωρίς απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης, προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία με την επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθησή του ,όπως ιδίως με την επιδίωξη διαρκούς επαφής με τη χρήση τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου ή με επανειλημμένες επισκέψεις στο οικογενειακό, κοινωνικό ή εργασιακό περιβάλλον αυτού, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του" 2..... 3. Για την ποινική δίωξη της παρ.1 απαιτείται έγκληση. Για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής υπόστασης του αδικήματος της απειλής του άρ.333 παρ.1 του ν. ΠΚ απαιτείται, για μεν την περίπτωση του εδαφίου α' : α] απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς, εγγράφως ,με νεύματα ή άλλες απειλητικές κινήσεις, β) ο απειληθείς να περιήλθε λόγω των ως άνω απειλών σε τρόμο ή ανησυχία, ανεξάρτητα αν η απειλή είναι γενικώς ικανή προς τούτο και γ) δόλος του δράστη, έστω και ενδεχόμενος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι η απειλούμενη ενέργεια συνιστά βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη του δράστη και τη θέληση να περιάγει τον απειληθέντα σε τρόμο ή ανησυχία, χωρίς να έχει σημασία αν ο δράστης σκοπεύει να την πραγματοποιήσει, για δε την περίπτωση του εδαφίου β', η οποία αποτελεί ειδική μορφή της πράξης της απειλής, απαιτείται η πρόκληση τρόμου και ανησυχίας με την επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθηση του παθόντος, πράξη που τελείται "ιδίως" με την επιδίωξη διαρκούς επαφής μέσω τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου ή με επανειλημμένες επισκέψεις στο οικογενειακό, κοινωνικό ή εργασιακό περιβάλλον αυτού, παρά την εκπεφρασμένη αντίθετη βούλησή του χωρίς σαφή απειλή βίας η άλλης παράνομης πράξης. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρ.333 παρ.1 του ν. ΠΚ έχουν ήδη τροποποιηθεί από το άρ. 49 του ν.5090/2024 και εν συνεχεία από το άρ.7 του ν.5172/2025 [ΦΕΚ Α'10/29-1-2025], και ορίζουν πλέον ότι "1. Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας αυτόν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία με συνεχή συμπεριφορά του πρώτου εδαφίου ή με την επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθηση των κινήσεων και των δραστηριοτήτων του ,όπως ιδίως με επανειλημμένες επισκέψεις στον οικογενειακό, κοινωνικό ή εργασιακό περιβάλλον αυτού, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως δύο (2) έτη.1Α........2.........3.Για τη την ποινική δίωξη των πράξεων των παρ.1 και ...... απαιτείται έγκληση".

IV. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 139, 177 του ισχύοντος ΚΠΔ, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του, με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ.ΑΠ 3/2012). Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Πρέπει δε να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνον κατ` επιλογήν. (Ολ. Α.Π 1/2005). Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 263/2020, ΑΠ 570/2019).

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε` του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει ,όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, και όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά ,που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΟλΑΠ 2/2011, Ολ. ΑΠ 1/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ` είδος σε αυτή δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν, κατά λέξη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...Η κατηγορούμενη και ο μάρτυρας, Γ. Π., γνωρίστηκαν το έτος 2019 και συνήψαν ερωτική σχέση. Κατόπιν αιτήματος της κατηγορουμένης συνήψαν σύμφωνο συμβίωσης τον Απρίλιο του έτους 2019 και τον Ιούνιο του επόμενου έτους χώρισαν με πρωτοβουλία του μάρτυρα, διότι η κατηγορούμενη προσπαθούσε να ελέγξει τη ζωή του και παραβίαζε την προσωπική του ελευθερία, δημιουργώντας του συνεχώς σκηνές ζηλοτυπίας, Το επόμενο χρονικό διάστημα, αρνούμενη να αποδεχτεί το γεγονός ότι είχαν χωρίσει, η κατηγορούμενη παρακολουθούσε συνεχώς το μάρτυρα ,ο οποίος, προκειμένου να την αποφύγει, άλλαζε κατά καιρούς τόπο κατοικίας. Ωστόσο, η κατηγορούμενη μετά από λίγους μήνες τον έβρισκε και πάλι και του δημιουργούσε διάφορα προβλήματα και ειδικότερα προκαλούσε δολιοφθορές στην μοτοσυκλέτα του, έστελνε απειλητικά μηνύματα σε κοπέλες που συνεργαζόταν επαγγελματικά, εμφανιζόταν συνεχώς μπροστά του κατά την προσέλευσή του στην εργασία του και την επάνοδό του στην οικία του κλπ. Μάλιστα απευθυνόμενη στον ίδιο απείλησε ότι θα προκαλέσει κακό σε οποιαδήποτε κοπέλα σχετιζόταν στο μέλλον μαζί του. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της αυτής ήταν να περιέλθει ο μάρτυρας σε καθεστώς τρόμου για το τι μπορούσε να του κάνει η κατηγορούμενη, η οποία όσες φορές ο μάρτυρας κατήγγειλε κάποια από τις ως άνω πράξεις της στο αρμόδιο Α.Τ., του έκανε ψευδή μήνυση ότι είχε βιαιοπραγήσει σε βάρος της, με αποτέλεσμα να συλλαμβάνεται και ο μάρτυρας μαζί με εκείνη και να κρατείται μέχρι την εκδίκαση της σε βάρος του μηνύσεώς της. Σημειωτέον ότι ο μάρτυρας δεν καταδικάσθηκε καμία φορά για κάποια από τις πράξεις που του αποδίδονταν κατόπιν μηνύσεων της κατηγορούμενης. Στις 28-2-2022 η κατηγορούμενη εμφανίστηκε για μια ακόμη φορά μπροστά στο μάρτυρα , λίγο πριν φθάσει στην οικία του στην Γλυφάδα, προκειμένου να του δείξει ότι τον παρακολουθεί και ότι θα στέκεται εμπόδιό στην προσωπική του ζωή, μη αποδεχόμενη την επιθυμία του να δοθεί τέλος στη συνύπαρξη τους ως ζευγάρι που τους συνέδεε σύμφωνο συμβίωσης, προξενώντας του με τη συμπεριφορά της αυτή τρόμο και ανησυχία για τη ζωή του. Συγκεκριμένα, ενώ ο μάρτυρας κατευθυνόταν με το ηλεκτρικό πατίνι που οδηγούσε προς την οικία του ,η κατηγορούμενη πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του ανάμεσα από δυο σταθμευμένα οχήματα και έπιασε το τιμόνι από το πατίνι του, με αποτέλεσμα αυτός να χάσει την ισορροπία του και αυθορμήτως να την σπρώξει στην προσπάθεια να ανακτήσει την ισορροπία του και τον έλεγχο του οχήματος του. Η κατηγορούμενη τον μήνυσε ότι την χτύπησε και συγκεκριμένα ότι την ώθησε βίαια ,με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να χτυπήσει το κεφάλι της, και ότι κατόπιν την γρονθοκόπησε στην αριστερή πλευρά του θώρακα πάνω από το στήθος της. Κατά την εξέτασή της στο Γενικό Νοσοκομείο Βούλας βρέθηκαν σωματικές βλάβες που μπορούσαν να αποδοθούν σε πτώση της στο έδαφος και σε βίαιη απώθησή της, όχι όμως και σημάδια ότι είχε δεχθεί γροθιές στο θώρακα. Από τα ευρήματα αυτά ενισχύεται η αλήθεια της κατάθεσης του μάρτυρα, που από την πρώτη στιγμή κατάθεσε ότι απώθησε την κατηγορούμενη, προκειμένου να ανακτήσει την ισορροπία του και τον έλεγχο του οχήματος του και αποδεικνύεται ψευδής η καταγγελία της κατηγορούμενης ότι ο μάρτυρας την γρονθοκόπησε.

Περαιτέρω, ενισχύεται και η αξιοπιστία της κατάθεσης του μάρτυρα ως προς το γεγονός ότι η κατηγορούμενη προβαίνει σε ψευδείς καταγγελίες σε βάρος του. Με την εκκαλουμένη ο μάρτυρας κηρύχθηκε αθώος της πράξης της ενδοοικογενειακής απειλής και ενδοοικογενειακής επικίνδυνης σωματικής βλάβης για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη κατόπιν μηνύσεώς της κατηγορουμένης. Κατόπιν των ανωτέρω, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της ενδοοικογενειακής απειλής που της αποδίδεται".

Ακολούθως, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη του αδικήματος της ενδοοικογενειακής απειλής και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα έξι (16) μηνών, με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο διατακτικό :

"...ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παραπάνω κατηγορούμενη ένοχη του ότι: Στη Γλυφάδα Αττικής στις 28-2-2022 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλο μέλος της οικογένειας της τρόμο και ανησυχία, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη, και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο εμφανίστηκε για μια ακόμη φορά μπροστά στο εγκαλούντα πρώην σύντροφό της Γ. Π. προκειμένου να του δείξει ότι τον παρακολουθεί και ότι θα στέκεται εμπόδιο στην προσωπική του ζωή, μη αποδεχόμενη την επιθυμία του εκκαλούντος να δοθεί τέλος στη συνύπαρξη τους ως ζευγάρι που τους συνέδεε σύμφωνο συμβίωσης, προξενώντας του με τη συμπεριφορά της αυτή τρόμο και ανησυχία για τη ζωή του". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε ένοχη την αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη για την πράξη της απειλής σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης ,όπως αυτή τυποποιείται στο άρθρο 7 παρ.2 του ν. 3500/2006. Τούτο δε, διότι από τα πραγματικά περιστατικά ,τα οποία έγιναν ανελέγκτως δεκτά ως αποδειχθέντα, προκύπτει ότι αυτά υπάγονται στη διάταξη του άρθρου 333 παρ.1 εδάφ. β' του ν. ΠΚ, όπως τούτο ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης [28-2-2022] της ένδικης πράξης, που έπρεπε να εφαρμοστεί, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί στην αντίστοιχη νομική σκέψης της παρούσας. Ειδικότερα, εφόσον ,κατά τις παραδοχές του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα εμφανίστηκε ξαφνικά, στις 28/2/2022, για μία ακόμη φορά μπροστά στον εγκαλούντα, Γ. Π., μετά του οποίου συνήψε σύμφωνο συμβίωσης τον Απρίλιο 2019, όταν αυτός κατευθυνόταν προς την κατοικία του στην Γλυφάδα, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του, αφού αυτός άλλαζε κατά καιρούς τόπο κατοικίας για να την αποφύγει, προκειμένου να του δείξει ότι τον παρακολουθεί και ότι θα στέκεται εμπόδιο στην προσωπική του ζωή, μη αποδεχόμενη την επιθυμία του εγκαλούντος να δοθεί ένα τέλος στη συνύπαρξή τους ως ζευγάρι, προξενώντας του με την εν λόγω συμπεριφορά της τρόμο και ανησυχία για τη ζωή του, τυγχάνουν εφαρμογής, όχι οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 3500/2006 που εσφαλμένα ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν εν προκειμένω, αλλά οι περί απειλής διατάξεις του άρθρου 333 παρ.1 εδάφ. β' του ν. ΠΚ ,όπως ίσχυαν κατά τον ως άνω χρόνο τέλεσης του αδικήματος, ως περιέχουσες ευμενέστερη ποινική μεταχείριση της κατηγορούμενης, αφού προβλέπουν ποινή φυλάκισης από δέκα ημέρες έως ένα (1) έτος ή χρηματική ποινή, έναντι της ποινής φυλάκισης έως δύο (2) έτη που προβλέπει το ίδιο άρθρο (333 παρ.1 εδ. β' ν. ΠΚ) μετά την τροποποίησή του από το άρ. 49 του ν.5090/2024 και από το άρ.7 του ν.5172/2025.

Συνεπώς, βάσιμα η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη αιτιάται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ότι στην ένδικη περίπτωση εσφαλμένα ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε το άρθρο 7 παρ.2 του ν. 3500/2006. Επομένως, ο συναφής τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, εκ του άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Κατά το έτερο, όμως, σκέλος του, ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κατάφαση της ενοχής της κατηγορούμενης για το αδίκημα της απειλής , κατ' άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.

Τούτο δε, διότι διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος, αφού το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η κατηγορούμενη ,κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, προκάλεσε τρόμο και ανησυχία στον εγκαλούντα με την επίμονη καταδίωξη και παρακολούθησή του, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του, προκειμένου να του δείξει ότι θα συνεχίζει να τον παρακολουθεί και ότι θα στέκεται εμπόδιο στην προσωπική του ζωή, ο δε δόλος της ,στην προκείμενη περίπτωση, ενυπάρχει στη βούληση παραγωγής των προαναφερθέντων περιστατικών της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω αδικήματος.

Περαιτέρω, σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται κατ' είδος στο προϊμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους [ανώμοτη κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και απολογία της κατηγορούμενης], από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική κρίση για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που αποδίδεται στην κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, χωρίς να είναι απαραίτητο ν' αναφέρεται τι προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και συναξιολογήθηκαν όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ) ως προς την καταδικαστική της κρίση για το αδίκημα της απειλής, είναι αβάσιμος. Οι δε λοιπές, εμπεριεχόμενες στον τρίτο λόγο αναίρεσης, σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, συνιστώσες αμφισβήτηση των σε βάρος αυτών ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

V. Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η προβολή των ισχυρισμών αυτών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς (Ολ. ΑΠ 2/2005). Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, θεωρείται, μεταξύ άλλων, η υπό στοιχ. α', ως ίσχυε πριν από τη τροποποίησή της με το άρθρο 16 του ν. 5090/2024, που εφαρμόζεται εν προκειμένω κατ' άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, "το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Κατά τη γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "σύννομη" έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι τη στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ` αυτόν ,ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη.

Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο ,αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. 'Αλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Ποιν.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου, προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από το συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν, είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. 'Ετσι, όταν η ποινή, μετά την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, τελεί σε προφανή δυσαναλογία με τη βαρύτητα του εγκλήματος και την ποινική απαξία της πράξης ως και την επελθούσα από το έγκλημα βλάβη, η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται (Ολ.ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1302/2023). Για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού (άρ. 84 παρ.2α'ΠΚ) πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει ,όταν αυτός στη διάρκεια του πριν από την τέλεση της δικαζόμενης πράξης χρόνου στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους σέβεται τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιοί, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη (ΑΠ 382/2024).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του Δικαστηρίου, έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο ο συνήγορος υπεράσπισης της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και πρόβαλε ,προφορικά, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης σ' αυτήν της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2α'του ΠΚ, όπως αυτολεξεί αναφέρεται στα ανωτέρω πρακτικά: "..Ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορούμενης, στον οποίο δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο, αφού ανέπτυξε προφορικά αυτοτελείς υπερασπιστικούς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο της εντολέα του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α' του ΠΚ". Το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο τον ,δια του συνηγόρου, προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της κατηγορούμενης για την σ' αυτήν αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου σύννομου βίου , δεχόμενο, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα : "... Στην υπό κρίση περίπτωση, το αίτημα της υπεράσπισης της κατηγορούμενης να αναγνωριστεί σε αυτήν η ελαφρυντική περίσταση ότι έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, πριν από την τέλεση της πράξης για την οποία καταδικάστηκε, επέδειξε μια εξακολουθητική εγκληματική συμπεριφορά σε βάρος του μάρτυρα που συνίστατο σε συνεχή εκφοβισμό του ιδίου και των γυναικών του επαγγελματικού και προσωπικού του κύκλου, αλλά και σε μικροφθορές των μεταφορικών του μέσων, ενέργειες που αποκαλύπτουν συμπεριφορά της κατηγορούμενης, ενδεικτική της προσωπικότητάς της, η οποία υποδηλώνει έλλειψη σεβασμού σε έννομα αγαθά που λαμβάνονται υπόψη για τη θεμελίωση του σύννομου βίου και οδηγούν το Δικαστήριο στην κρίση ότι δεν έζησε σύννομα μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης της". Με τις παραπάνω παραδοχές , το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν υποχρεούτο να αιτιολογήσει την απόφασή του για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, περί αναγνώρισης σ' αυτήν της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, ο οποίος όπως προβλήθηκε, μόνον με μνεία της διατάξεως που προβλέπει την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, χωρίς επίκληση των θεμελιούντων την συνδρομή του πραγματικών περιστατικών δεν ήταν ορισμένος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και συνακόλουθα το Δικαστήριο, απορρίπτοντας αυτόν, μολονότι δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του, ως εκ περισσού, απάντησε και κρίνοντας ως αβάσιμο αυτόν, τον απέρριψε με την ως άνω επαρκή αιτιολογία. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε'ΚΠΔ, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό της της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 §1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αφού εσφαλμένα υπήγαγε την ένδικη πράξη στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.3500/2006, ενώ έπρεπε ,κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, να την υπαγάγει στη διάταξη του άρθρου 333 παρ.1εδάφ. β' του ν. ΠΚ, ως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο (28/2/2022) τέλεσής της. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός από τη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος του περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την καταδικαστική της διάταξη για ενδοοικογενειακή απειλή, καθώς και ως προς την αντίστοιχη διάταξή της περί επιβολής για την πράξη αυτή ποινής. Ακολούθως, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 518 §1 του ΚΠΔ, πρέπει να μην παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, αλλά το παρόν Δικαστήριο εφαρμόζοντας ορθά το νόμο, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη κρίση του το Δικαστήριο της ουσίας, να κηρύξει την αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ένοχη για την πράξη της απειλής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, και να παραπεμφθεί η ένδικη υπόθεση στο ίδιο ως άνω δικάσαν Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), μόνο ως προς την επιμέτρηση της προσήκουσας για την πράξη αυτή ποινής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ` αρ. 1595/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, και συγκεκριμένα κατά τη διάταξή της με την οποία κηρύσσει ένοχη την αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη για την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής.

Κηρύσσει ένοχη την κατηγορούμενη του ότι: Στην Γλυφάδα Αττικής, στις 28-2-2022, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον τρόμο και ανησυχία, με την επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθησή του, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του, και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αυτή εμφανίστηκε για μια ακόμη φορά μπροστά στον εγκαλούντα πρώην σύντροφό της, Γ. Π., παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του, προκειμένου να του δείξει ότι τον παρακολουθεί και ότι θα στέκεται εμπόδιο στην προσωπική του ζωή, μη αποδεχόμενη την επιθυμία του εγκαλούντος να δοθεί τέλος στη συνύπαρξή τους ως ζευγάρι που τους συνέδεε σύμφωνο συμβίωσης, προξενώντάς του με τη συμπεριφορά της αυτή τρόμο και ανησυχία για τη ζωή του.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς την ανωτέρω πράξη της απειλής στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως ,μόνο για την επιβολή (επιμέτρηση) της ποινής.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή