Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1269 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1269/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Πετσάλη, Παναγιώτη Φιλόπουλο και Ειρήνη Νικολάου, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευστράτιου Παπαθανασόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Ευβοίας, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 52/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας. Με κατηγορουμένη την Α. Μ. του Β., κάτοικο ..., η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 8/16-4-2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Ευβοίας Ι. Κ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., το οποίο αναφέρεται στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τους διαδίκους με κλήση, που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 Κ.Π.Δ. και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 Κ.Π.Δ., στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν ζητεί την αναίρεση εισαγγελέας, δεν κλητεύεται ο ίδιος, αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να είναι όλοι οι διάδικοι παρόντες, ακόμη και αν κάποιος απ' αυτούς δεν εμφανίσθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση αίτησης αναίρεσης, που ασκείται από τον εισαγγελέα, δεν εμφανιστεί ο κατηγορούμενος (καθού η αναίρεση) ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο, καίτοι αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υπόθεσης διεξάγεται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (ΑΠ 1111/2024, ΑΠ 1153/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 30/7/2025 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/κα του Α.Τ. Τανάγρας Β. Τ., η κατηγορούμενη Α. Μ. του Β., κάτοικος ..., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επίδοση σ` αυτήν της υπ' αριθμ. 456/6.5.2025 κλήσης, την οποία παρέλαβε ο σύνοικος σύζυγός της, για να εμφανισθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης της Εισαγγελέως Εφετών Ευβοίας κατά της με αριθμό 52/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ευβοίας, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16/9/2025). Εφόσον, όμως, η κατηγορούμενη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της από το οικείο έκθεμα, πρέπει η διαδικασία να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 512 παρ. 1 εδ. γ' και 515 παρ. 2 εδ. α' Κ.Π.Δ.
Η υπό κρίση από 16/4/2025 αίτηση του Αντεισαγγελέως Εφετών Ευβοίας για αναίρεση της με αριθμό 52/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ευβοίας, που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στις 3/4/2025 στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στη Γραμματεία του Ποινικού Τμήματος του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, σε βάρος της κατηγορουμένης Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, κατόπιν μεταβολής του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης στην απλή (πλημμεληματική) μορφή του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β' περ. α' του Ν. 4174/2013, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωση του αναιρεσείοντος Αντεισαγγελέως Εφετών Ευβοίας στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Ευβοίας στις 16/4/2025, για την οποία συντάχθηκε η υπ` αριθμ. 8/9.4.2025 έκθεση αναίρεσης, είναι δε παραδεκτή, καθόσον ασκήθηκε από δικαιούμενο προς τούτο πρόσωπο, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 504 παρ. 1, 505 παρ. 1, 507, 473 παρ. 3 και 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) και περιλαμβάνει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, συνιστάμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθώς και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` και Θ` αντιστοίχως Κ.Π.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Ι) Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, όπως τούτο ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της ένδικης αξιόποινης πράξης, μετά την τροποποίησή του με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ". Κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, "Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία ή κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική κύρωση ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται....".
Περαιτέρω, με τη νεότερη και ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κ.λπ.", όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 (που τέθηκε σε ισχύ από 17/10/2015), ορίζεται ότι "5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος....". Η ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 66 παρ. 5 του Ν. 4987/4.11.2022 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας", οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται ως ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο και για τις πριν από την έναρξη της ισχύος του τελεσθείσες πράξεις (οι διατάξεις του ως άνω νόμου εξακολουθούν να ισχύουν για τις πράξεις αυτές και μετά την κατάργησή του με τον ήδη ισχύοντα Ν. 5104/19.4.2024, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 84 παρ. 4 τούτου), και με αυτήν ορίζεται ότι "5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...". Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στο άρθρο 463 παρ. 3 του ισχύοντος από 1/7/2019 Π.Κ., το οποίο προβλέπει ότι "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περ. δ'. Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της ...", προκύπτει ότι το αδίκημα του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β' περ. β' του Ν. 4987/2022, το οποίο τιμωρείται με την ανωτέρω μειωμένη ποινή, διατηρεί τον κακουργηματικό του χαρακτήρα (βλ. σχετικώς και αιτιολογική έκθεση του Ν. 4987/2022). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι από 17/10/2015, που τέθηκε σε ισχύ ο προαναφερόμενος Ν. 4337/2015, και εφεξής η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4174/2013 και ήδη του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4987/2022 (ήτοι για την αποφυγή πληρωμής φόρου εισοδήματος κ.λπ., φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λπ. και φόρου πλοίων), οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 923/2024, ΑΠ 1111/2024, ΑΠ 160/2022, ΑΠ 99/2022). Η ανωτέρω ρύθμιση προϋποθέτει ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις ανωτέρω πράξεις φοροδιαφυγής, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικαστεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές, ενώ δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάστηκε ή δεν ασκήθηκε σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη (ΑΠ 1111/2024, ΑΠ 1429/2024, ΑΠ 1039/2024).
ΙΙ) Κατά το άρθρο 21 παρ. 2 Ν. 2523/1997, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του νόμου αυτού, ήτοι της έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η παραγραφή αρχίζει, κατ' εξαίρεση του κανόνα περί έναρξης αυτής από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη (άρθρο 112 Π.Κ.), από τον χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου (ΑΠ 1111/2024, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 653/2020). Οι διατάξεις των άρθρων 17-21 του Ν. 2354/1997 καταργήθηκαν με το άρθρο 71 του Ν. 4174/2013, που προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015. Με το άρθρο όμως 55Α του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 5 του Ν.4337/2015, επαναλήφθηκε η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του Ν. 2523/1997 και ορίστηκε ότι "η παραγραφή των εγκλημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης της προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής", ενώ ομοίου περιεχόμενου διάταξη περιελήφθη και στην παράγραφο 2 του άρθρου 68 του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), στην οποία προβλεπόταν ότι "η παραγραφή των εγκλημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής". Με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 4174/2013 καθοριζόταν διαφορετικός χρόνος τέλεσης της πράξης (που για το αδίκημα της έκδοσης ή αποδοχής πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων είναι ο χρόνος σύνταξής τους από τον εκδότη τους ή αποδοχής τους αντίστοιχα) και διαφορετικός χρόνος έναρξης της παραγραφής του αξιοποίνου των εγκλημάτων αυτών, η οποία άρχιζε από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής (είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας από τον φορολογούμενο προσφυγής, είτε με την άπρακτη παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας για άσκηση προσφυγής). Με το άρθρο 32 παρ. 3 του Ν. 4745/2020 αντικαταστάθηκε το άρθρο 55Α του Ν. 4174/2013, επομένως και η παρ. 3 αυτού, που ρύθμιζε την ειδική κατά τα ανωτέρω έναρξη της παραγραφής των αδικημάτων, και σε αυτό περιελήφθη μόνο μία παράγραφος, που ρυθμίζει τα σχετικά με την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς μετά την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου. Επίσης, με το άρθρο 92 του ίδιου ως άνω Ν. 4745/2020, καταργήθηκε και η παράγραφος 2 του άρθρου 68 του Ν. 4174/2013, που επίσης ρύθμιζε με τον ίδιο τρόπο την έναρξη της παραγραφής των αδικημάτων φοροδιαφυγής. Με τον τρόπο αυτό καταργήθηκε η ταυτόσημη κατ` εξαίρεση πρόβλεψη διαφοροποίησης του χρόνου τέλεσης της πράξης από αυτόν της έναρξης παραγραφής της, ώστε πλέον εφαρμογής τυγχάνει η υιοθετούμενη από τον Ποινικό Κώδικα ρύθμιση, που θέλει ο χρόνος τέλεσης της πράξης (ήτοι αυτός, κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει - άρθρο 17 Π.Κ.) να ταυτίζεται με την έναρξη της παραγραφής του αξιοποίνου.
Τέλος, με το άρθρο 163 του Ν. 4764/23.12.2020 ορίζεται ότι "η παραγραφή των εγκλημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από το πέρας του χρονικού διαστήματος, εντός του οποίου η φορολογική διοίκηση μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 36, να προβεί σε έκδοση πράξης διοικητικού εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, εκτός και αν έχει ήδη εκδοθεί τέτοια πράξη, οπότε η παραγραφή των ως άνω εγκλημάτων αρχίζει από την έκδοση της πράξης αυτής", διαχωρίζοντας και πάλι τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος της φοροδιαφυγής από τον χρόνο έναρξης της παραγραφής του, τον οποίο εξαρτά από τις ενέργειες της φορολογικής αρχής.
Περαιτέρω, στον Ν. 4745/2020 περιελήφθησαν και μεταβατικές διατάξεις και δη στο εδ. α` του άρθρου 96 του Ν. 4745/2020 ορίζεται ότι "οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Με τη μεταβατική αυτή διάταξη προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 32, δηλαδή η παρ. 3 αυτού, που αντικατέστησε το άρθρο 55Α του Ν. 4174/2013 (καταργώντας τον κατ' εξαίρεση του κανόνα προσδιορισμό του χρόνου έναρξης της παραγραφής) και η παρ. 4 αυτού, που αντικατέστησε το άρθρο 68 παρ. 3 του Ν. 4174/2013 (για την αναστολή της παραγραφής) δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που τελέστηκαν έως τις 6/11/2020, διατηρώντας έτσι σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 55Α του Ν. 4174/2013 για τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν τις 6/11/2020. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη είναι συνέχεια της διαρκούς και διαχρονικής επιλογής να θεσπίζει για τα αδικήματα φοροδιαφυγής τη μετάθεση της έναρξης της παραγραφής σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου τέλεσης της πράξης, αξιολογώντας τη συστημική αδυναμία που περιβάλλει τις συνθήκες λειτουργίας της φορολογικής διοίκησης, η ενέργεια της οποίας είναι απαραίτητη προ της εμπλοκής της δικαστικής αρχής. Η ως άνω νομοθετική επιλογή (ως προς τα ισχύοντα για τα τελεσθέντα προ της 6/11/2020 αδικήματα) εξηγείται και με την παραδοχή ότι οι διατάξεις περί παραγραφής και περί αναστολής αυτής εμφανίζονται ως αδιάσπαστο σύνολο διατάξεων και μόνο ως μία ενιαία ρύθμιση μπορούν να αντιμετωπιστούν, ώστε δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός της εφαρμογής τους, εν μέρει με βάση τον προϊσχύσαντα και εν μέρει με βάση τον μεταγενέστερο νόμο. Συνακόλουθα, οι συγκεκριμένες εδώ εξεταζόμενες νομοθετικές προβλέψεις (και όχι οπωσδήποτε οι εν γένει περί παραγραφής και αναστολής ρυθμίσεις) τελούν σε νοηματική ενότητα και αντιμετωπίζονται ως μία "διάταξη" υπό την έννοια του άρθρου 2 Π.Κ., όπως ισχύει μετά την κύρωσή του με τον Ν. 4619/2019, και μόνο ως ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο μπορούν να συγκριθούν, ενώ δεν είναι επιτρεπτή η διάσπαση των ρυθμίσεων με την επιλογή των εκάστοτε τυχόν ευνοϊκότερων τμημάτων του ενιαίου συνόλου. Επιχείρημα υπέρ αυτού (του αδιάσπαστου και ενιαίου της ρύθμισης) αντλείται και από την παρατήρηση ότι οι "συγκρινόμενες" ρυθμίσεις δεν είναι κατ` ουσίαν ανόμοιες, ώστε να απαιτείται να υπαχθούν στον έλεγχο του άρθρου 2 Π.Κ., αλλά στην πράξη αλληλοκαλύπτονται, χωρίς να μπορούν να "κατατμηθούν".
Ειδικότερα, το ίδιο πραγματικό γεγονός και δη η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής ετίθετο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο ως το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής του αξιόποινου, χωρίς πρόβλεψη για αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής, η οποία δεν ήταν απαραίτητη, αφού εμπεριείχετο στις ρυθμίσεις για την έναρξη του χρόνου παραγραφής. Κατά το ισχύον μετά τον Ν. 4745/2020 δίκαιο το ίδιο πραγματικό γεγονός (η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής) τίθεται ως το χρονικό σημείο της λήξης της ex lege απεριόριστης αναστολής της παραγραφής, σηματοδοτώντας δηλαδή ουσιαστικά και πάλι τον χρόνο έναρξης υπολογισμού αυτής.
Έτσι, παρόλο που οι ρυθμίσεις αυτές ενδύονται διαφορετικών μορφών, επιφέρουν ουσιαστικά την ίδια έννομη συνέπεια, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται αδύνατος ο διαχωρισμός των προβλεπόμενων για την έναρξη της παραγραφής του αξιοποίνου και για την αναστολή αυτής. Υπό το πρίσμα αυτό ο εφαρμοστής του δικαίου δεν δύναται να προκρίνει ως ευμενέστερες (αφ' εαυτών) τις νεότερες διατάξεις για την ταύτιση του χρόνου τέλεσης του αδικήματος της φοροδιαφυγής με τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, παραγνωρίζοντας ότι οι άρρηκτα με αυτές συνδεδεμένες περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις του Ν. 4745/2020 δεν θα μπορούσαν από μόνες τους να εφαρμοστούν, τόσο ενόψει του άρθρου 96 του Ν. 4745/2020, όσο και ενόψει του ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν θα συντρέχει πλέον λόγος αναστολής της προθεσμίας, καθώς από την τέλεση του φορολογικού αδικήματος μέχρι την έκδοση εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής θα έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη προθεσμία παραγραφής. Άλλωστε η επιλογή του νομοθέτη να θεσπίζει με ειδική μεταβατική διάταξη τη μη αναδρομικότητα του επιεικέστερου νόμου είναι επιτρεπτή, χωρίς μάλιστα να τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας ή παραβιάσεως του άρθρου 15 παρ. 1 του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), διότι αποσκοπεί στην ασφάλεια δικαίου και στην αποφυγή διακρίσεων μεταξύ των πολιτών. Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι τις 6 Νοεμβρίου 2020, για τα οποία, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του του άρθρου 96 του Ν. 4745/2020, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 32 του νόμου αυτού, υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του Ν. 4174/2013, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το Ν. 4745/2020, με τη διευκρίνιση ότι ειδικά για την παραγραφή εφαρμόζεται το άρθρο 55 Α παρ. 3 του Ν. 4174/2013 (που επαναφέρει τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του Ν. 2523/1997) ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 68 παρ. 2 του Ν. 4174/2013 με το άρθρο 92 του Ν. 4745/2020 (ΑΠ 782/2022, ΑΠ 95/2022, ΑΠ 594/2021). Για τα φορολογικά δε αδικήματα του άρθρου 19 του νόμου 2523/1997 (έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων) εφαρμόζεται ειδικότερα, ως προς την έναρξη της παραγραφής, η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. β' του νόμου αυτού (2523/1997), με την οποία ορίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η παραγραφή αρχίζει, κατ' εξαίρεση του κανόνα περί έναρξης αυτής από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, από τον χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου (ΑΠ 1111/2024).
ΙΙΙ) Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ., υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια διαδικασία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι'αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 1039/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 52/2022 απόφασης και των πρακτικών της, το δικάσαν σε πρώτο βαθμό Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Ευβοίας, α) μετέτρεψε την αποδοθείσα στην κατηγορουμένη πράξη της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β' περ. β' του Ν. 4174/2013 (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 και αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με τη νεότερη και ευμενέστερη ως προς την ποινή, διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4987/2022), της αποδοχής κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, συνολικού ποσού άνω των 200.000 ευρώ, στην πλημμεληματική τοιαύτη του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β' περ. α' του ως άνω νόμου και, β) ακολούθως, δεχόμενο ότι αφετηρία της προθεσμίας παραγραφής της ένδικης πράξης είναι ο χρόνος τέλεσης αυτής, ήτοι ο χρόνος έκδοσης έτη (2006-2007) των επίδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων, από του οποίου παρήλθε, μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, το ανώτατο όριο της οκταετίας για την παραγραφή των πλημμελημάτων, έπαυσε οριστικά την σε βάρος της κατηγορουμένης ασκηθείσα ποινική δίωξη. Ειδικότερα, το Δικαστήριο μετά από παράθεση σχετικών νομικών σκέψεων, διέλαβε στο σκεπτικό του τα ακόλουθα: "Η κατηγορούμενη είναι αγρότισσα ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. (άρθρο 41 Ν . 2859/00), με έδρα την Τανάγρα Βοιωτίας, αρμοδιότητας της Δ.Ο.Υ. Θηβών, δηλαδή επιτηδευματίας του άρθρου 2 παρ. 4 του Π.Δ. 186/1992 [Κ.Σ.Β], με περιορισμένες φορολογικές υποχρεώσεις, ως μη υπόχρεη τήρησης βιβλίων και έκδοσης τιμολογίων πώλησης, για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων, που πραγματοποιούσε, αλλά δικαιούμενη σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 6 του Κ.Β.Σ., λήψης τιμολογίων αγοράς από τους εμπόρους - αγοραστές των προϊόντων της, ενώ ήταν υπόχρεη έκδοσης δελτίων αποστολής, που εκδίδονται στις περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ. 2 του ΚΒΣ. Εξάλλου, ως αγρότισσα ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, μπορούσε και η ίδια να εκδίδει τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση ένταξης στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, μετά από απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ, που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 2 περ. ζ του ΚΒΣ. Επίσης, η κατηγορούμενη, επειδή ήταν ενταγμένη στο Ειδικό Καθεστώς του άρθρου 41 του Ν. 2859/2000 [Κώδικας Φ.Π.Α], για την παράδοση των αγροτικών προϊόντων της παραγωγής της, εδικαιούτο να ζητήσει από το Ελληνικό Δημόσιο ως επιστροφή Φ.Π.Α, που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, που πραγματοποιούσε για την άσκηση της εκμετάλλευσης της, χρηματικό ποσό ανερχόμενο [σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα συντελεστή] σε ποσοστό 7% επί της αξίας των αγροτικών προϊόντων που παρέδιδε. Με την ως άνω ιδιότητά της, κατά τα έτη 2006 και 2007, κατηγορείται ότι αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Συγκεκριμένα, της αποδόθηκε η κατηγορία ότι στο Σχηματάρι Τανάγρας Βοιωτίας, κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που φέρουν τα τιμολόγια, αποδέχθηκε, με πρόθεση, προς όφελος της είκοσι οκτώ (28) εικονικά τιμολόγια αγροτικών προϊόντων, με φερόμενους ως εκδότες 4 εξ αυτών την εταιρεία με την επωνυμία "ΝΕΞΟΥΣ Ε.Π.Ε.", 4 εξ αυτών την Π. Χ., 5 εξ αυτών την Ε. Π., 8 εξ αυτών τον Σ. Κ. και 7 εξ αυτών την Ν. Χ., στα οποία περιγράφονται συναλλαγές, ήτοι αγορές γεωργικών προϊόντων παραγωγής της, οι οποίες (συναλλαγές) φέρονται ως ανύπαρκτες στο σύνολό τους, αφού οι συγκεκριμένες αγορές γεωργικών προϊόντων φέρονται κατά το κατηγορητήριο ότι δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο. Ειδικότερα η κατηγορούμενη: α) για την χρήση του έτους 2006 φέρεται ότι αποδέχθηκε συνολικά 8 εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής της συνολικής αξίας 235.355 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθ. ...-2007 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α. (με 7%), που υπέβαλε δια της Ε.Α.Σ. Θηβών στην Δ.Ο.Υ Θηβών το έτος 2007, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 16.474,85 ευρώ και β) για την χρήση του έτους 2007 φέρεται ότι αποδέχθηκε συνολικά 20 εικονικά τιμολόγια αγοράς γεωργικών προϊόντων παραγωγής της συνολικής αξίας 338.749 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμό 641/2008 αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α, που υπέβαλε δια της Ε.Α.Σ. Θηβών στην Δ.Ο.Υ Θηβών το έτος 2008, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 23.712,43 ευρώ. Τα τιμολόγια δε αυτά των ετών 2006 και 2007, από τα οποία η κατηγορούμενη φέρεται να έχει εισπράξει από την διάθεση της γεωργικής της παραγωγής, συνολικό χρηματικό ποσό 574.104 ευρώ (235.355 + 338.749 = 574.104), εμφαίνονται στον κατωτέρω παρατιθέμενο στο διατακτικό πίνακα που περιλαμβάνει κατά στήλες τον αριθμό του τιμολογίου αγοράς, την ημερομηνία αυτού και την συνολική αξία εκάστου τιμολογίου. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στην κατηγορούμενη συντάχθηκε η υπ' αριθμό ΥΣΕ 1013/13 αριθμός υπόθεσης ... έκθεση ελέγχου των Ελεγκτών Γ. Γ. και Γ. Α. υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδας, που θεωρήθηκε στις 17-3-2014, από την οποία αποδείχθηκε ότι με βάση τα ως άνω τιμολόγια, που η κατηγορούμενη αποδέχθηκε τα οποία φέρονται ότι ήταν εικονικά, επρόκειτο να επιστραφεί στην κατηγορούμενη από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Θηβών και τελικώς επιστράφηκε για την χρήση του έτους 2006 ΦΠΑ ποσού 16.474,85 ευρώ και για την χρήση του έτους 2007 ΦΠΑ ποσού 23.712,43 ευρώ. Δεν υποβλήθηκε μηνυτήρια αναφορά από την Δ.Ο.Υ Θηβών για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. Για τα ως άνω φερόμενα εικονικά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι αποδέχθηκε η κατηγορούμενη συντάχθηκε η από 17-3-2014 υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 1321/2014 μηνυτήρια αναφορά του Σ.Δ.Ο.Ε. Στερεάς Ελλάδος, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, μόνο για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997. Εν συνεχεία ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, με συνολική αξία υπερβαίνουσα το ποσό των 200.000 ευρώ, άρθρο 19 παρ. 1β-β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66 παρ. 5 εδ. β υποπερ. (β) του Ν. 4174/2013. Από την ανωτέρω αναφερόμενη κατηγορία που αποδίδεται στην κατηγορούμενη σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν προκύπτει ότι για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων που διέπραξε η κατηγορούμενη, που αφορά τα ένδικα τιμολόγια των ετών 2006 και 2007, θα πρέπει, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, να αποδοθεί στην κατηγορούμενη η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην απλή και όχι στην διακεκριμένη μορφή της και τούτο επειδή η φερόμενη ως υπαίτια - κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (άρθρο 18 παρ. 1β του Ν. 2523/1997 - ήδη 66 παρ. 1β του Ν. 4174/2013), με συνέπεια, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη της παρούσας, μη συνυπολογιζομένων των ενδίκων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης -κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, αλλά της απλής μορφής του εν λόγω αδικήματος, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα λόγω του είδους της απειλούμενης ποινής (ποινή φυλάκισης). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνευτική εκδοχή ότι η ένδικη πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό της χαρακτήρα, επειδή το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", εφαρμόζεται μόνο όταν υφίσταται αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, θα οδηγούσε στο "άτοπο" Α) να τιμωρείται στην ένδικη περίπτωση (ελλείψει φαινομενικής συρροής με κάποιο άλλο αδίκημα του άρθρου 66) για κακούργημα με πρόσκαιρη κάθειρξη η κατηγορούμενη που αποδέχθηκε εικονικά φορογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 574.104 ευρώ (235.355 ευρώ για το έτος 2006 + 338.749 ευρώ για το έτος 2007), τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει την Φορολογική Αρχή, ώστε να του επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 16.474,85 ευρώ για το έτος 2006 και ποσού 23.712,43 ευρώ για το έτος 2007 (ποσά Φ.Π.Α. κατώτερα του ελαχίστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α), ενώ Β) εάν η ίδια κατηγορούμενη ήθελε υποτεθεί ότι είχε αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 1.574.104 ευρώ (500.000 υποθετικώς + 235.355 ευρώ για το έτος 2006 και 500.000 υποθετικώς + 338.749,20 ευρώ για το έτος 2007), τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποιούσε για να παραπλανήσει την Φορολογική Αρχή, ώστε να της επιστρέψει αυτή (Φορολογική Αρχή) αχρεωστήτως Φ.Π.Α., με συντελεστή Φ.Π.Α. 7% (όπως ο συντελεστής αυτός ισχύει για τους αγρότες ειδικού καθεστώτος), ποσού 51.474,85 ευρώ για το έτος 2006 και ποσού 58.712,44 ευρώ για το έτος 2007 (ποσά Φ.Π.Α. ανώτερα του ελαχίστου ορίου των 50.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης του Φ.Π.Α, κατώτερα όμως του ορίου των 100.000 ευρώ που απαιτείται για να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα η πράξη του Φ.Π.Α.), οι οποίες (πράξεις της επιστροφής αχρεωστήτως Φ.Π.Α. 51.474,85 ευρώ και 58.712,44) θα απορροφούσαν την πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικού ποσού ανώτερου των 200.000 ευρώ), θα ετιμωρείτο μόνο για το πλημμέλημα της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. κατ' εξακολούθηση με ποινή φυλάκισης. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρθηκε στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη, η ερμηνευτική εκδοχή ότι το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, στο οποίο ορίζεται ρητώς "ότι για την κάλυψη των παραπάνω ορίων (εννοεί των ορίων των 75.000 ευρώ και των 200.000 ευρώ αντίστοιχα), δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4", δεν εφαρμόζεται εάν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη της φοροδιαφυγής που να αφορά τα επίδικα εικονικά τιμολόγια ή δεν έχει καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για την πράξη της φοροδιαφυγής, για οποιονδήποτε λόγο, θα καθιστούσε το εδάφιο γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013 παντελώς ανεφάρμοστο - "κενό γράμμα", καθότι δεν θα υπήρχε καμία περίπτωση θεωρητικής εφαρμογής του. Ειδικότερα εάν ήθελε υποτεθεί ότι υφίστατο στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που αφορούσε τα εκδοθέντα ένδικα εικονικά τιμολόγια θα είχε διωχθεί ή καταδικαστεί η κατηγορούμενη για την αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 και δεν θα ετίθετο ζήτημα εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, ήτοι συνυπολογισμού ή μη συνυπολογισμού των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66, λόγω της προηγηθείσας συρροής και της εξ ολοκλήρου απορρόφησης της πράξης των εικονικών τιμολογίων από την πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013. Επειδή εν προκειμένω, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 που να αφορά τα εκδοθέντα ένδικα εικονικά τιμολόγια, εάν και πάλι δεν αφαιρούνταν (ήτοι συνυπολογίζονταν) τα ένδικα φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την διάπραξη - υποστήριξη πράξης των παραγράφων 1 έως 4 - αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., τότε δεν θα υπήρχε για την συγκεκριμένη υπόθεση καμία δυνατότητα θεωρητικής εφαρμογής του εδαφίου γ' του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, παρότι τα ένδικα εικονικά τιμολόγια τα χρησιμοποίησε η κατηγορούμενη για να διαπράξει αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013. Τέλος, ενόψει του, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος, όσον αφορά τα αναφερόμενα στο διατακτικό πλαστά και εικονικά τιμολόγια των ετών 2006 και 2007, που φέρεται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος (ενν. η κατηγορούμενη), θα πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 111 παρ. 3 και 113 παρ. 2 του ΠΚ και 368 περ. β του Κ.Π.Δ., να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου (ενν. της κατηγορουμένης) ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, καθόσον, σύμφωνα με την υπό στοιχείο Γ νομική σκέψη της παρούσας, ο χρόνος τέλεσης του κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμελήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος (ενν. η κατηγορούμενη) είναι ο χρόνος έκδοσης και αποδοχής των πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, ήτοι τα έτη 2006 και 2008, και συνεπώς έχει παρέλθει έως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο το προβλεπόμενο στα άρθρα 111 παρ. 3 και 113 παρ. 2 του ΠΚ ανώτατο για την παραγραφή των πλημμελημάτων χρονικό διάστημα της οκταετίας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και την διάταξη του άρθρου 368περ.β ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας". Σύμφωνα, όμως, με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, που έγιναν δεκτές από το δικάσαν Δικαστήριο, ήτοι: α) ότι η κατηγορούμενη αποδέχθηκε με πρόθεση πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται σε 574.104 ευρώ, ήτοι υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ, καθώς και, β) ότι η κατηγορούμενη δεν καταδικάσθηκε, ούτε ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για μια των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 πράξεων φοροδιαφυγής, εξαιτίας του ότι χρησιμοποίησε τα ένδικα εικονικά φορολογικά στοιχεία για την τέλεση της πράξης της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α, το Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 και ήδη του Ν. 4987/2022, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, ότι τα εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία συνυπολογίζονται για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, που αποτελεί κατά την ανωτέρω διάταξη προϋπόθεση εφαρμογής της κακουργηματικής μορφής του αδικήματος αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και, ως εκ τούτου, η πράξη της κατηγορουμένης είναι αυτοτελώς κολάσιμη πράξη και δεν απορροφάται από άλλη εγκληματική πράξη εκ του άρθρου 66 παρ. 1 (για την οποία δεν καταδικάσθηκε, ούτε και ασκήθηκε σχετική ποινική δίωξη) και συνεπώς εμπίπτει, σύμφωνα με την αποδοθείσα σ' αυτήν κατηγορία, στην κακουργηματική μορφή του αδικήματος του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β' περ. β' του Ν. 4174/2013, και έτσι να εφαρμόσει την ουσιαστική αυτή ποινική διάταξη. Αντίθετα, με το να δεχθεί ότι τα επίδικα εικονικά φορολογικά στοιχεία δεν συνυπολογίζονται για την κάλυψη του ως άνω ορίου των 200.000 ευρώ, που τίθεται από την ανωτέρω διάταξη ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της κακουργηματικής μορφής του αδικήματος, και εκ του λόγου τούτου να μεταβάλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης στην απλή (πλημμεληματική) μορφή του αδικήματος αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 32 παρ. 3 και 4, 92 και 96α του Ν. 4745/2020, δέχθηκε ότι αφετηρία της παραγραφής του φορολογικού αδικήματος του άρθρου 66 είναι ο χρόνος της έκδοσης (έτη 2006-2007) των εικονικών φορολογικών στοιχείων, αντί να κρίνει, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών και σύμφωνα με τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, ότι ο χρόνος της παραγραφής (τόσο της πλημμεληματικής, όσο και της κακουργηματικής μορφής του αδικήματος) αρχίζει από τον χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, ο οποίος (έλεγχος) στην ένδικη υπόθεση πραγματοποιήθηκε, όπως γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 17/3/2014. Δεδομένου δε του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξης, το προβλεπόμενο στα άρθρα 111 παρ. 2 και 113 παρ. 3 Π.Κ. ανώτατο όριο της προθεσμίας της παραγραφής για τα κακουργήματα των είκοσι ετών δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας (15/3/2022), ούτε άλλωστε και μέχρι σήμερα έχει συμπληρωθεί.
Συνεπώς, το δικάσαν Δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ενώ με το να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης λόγω παραγραφής, αντί να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης, υπέπεσε επιπλέον και στην αναιρετική πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας. Επομένως, είναι βάσιμοι αμφότεροι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' Κ.Π.Δ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης Α. Μ. του Β., για την κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό πράξη της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, κατ' εξακολούθηση, στην απλή μορφή του εγκλήματος του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 52/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2025.
Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ