Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1273 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1273/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Μαρία Γιαννακοπούλου και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Σκεπαρνιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Φωτεινή Δημοπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2-4-2025 αίτησή του αναίρεσης, καθώς και στους από 22-8-2025 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 2-4-2025 (αρ. πρωτ. 2500/2-4-2025) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 23/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζομένη λόγω πρόδηλης συναφείας με τους εμπρόθεσμους και παραδεκτούς (άρθρο 509 εδ. α' ΚΠΔ), από 22-8-2025 πρόσθετους λόγους αναίρεσης (που κατατέθηκαν την 1-9-2025).
Κατά το άρθρο 285 παρ. 1 περ. β' ΠΚ "Όποιος παραβιάζει τα μέτρα που έχει διατάξει ο νόμος ή η αρμόδια αρχή για να αποτραπεί η εισβολή ή η διάδοση μιας μεταδοτικής ασθένειας τιμωρείται...με φυλάκιση και χρηματική ποινή αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος μετάδοσης της ασθένειας σε αόριστο αριθμό ανθρώπων". Για τη συγκρότηση του εγκλήματος της παραβίασης μέτρων μετάδοσης ασθενειών απαιτείται ο δράστης να προβαίνει στην παραβίαση μέτρων τεθέντων από τον νόμο ή με επιτακτική διαταγή της αρχής, δημιουργουμένου έτσι του κινδύνου μετάδοσης ασθενειών. Για την πραγμάτωση του εγκλήματος δεν απαιτείται να έχει επέλθει και η μετάδοση της ασθενείας, αρκεί η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου (έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης), ήτοι η δυνατότητα πρόκλησης εμπειρικού και όχι υποθετικού κινδύνου μετάδοσης της ασθένειας σε αόριστο αριθμό ανθρώπων, ο οποίος συντρέχει όταν υφίσταται μία λειτουργική πηγή κινδύνου μετάδοσης της ασθένειας. Στοιχεία του άνω εγκλήματος είναι η παραβίαση των διατεταγμένων με νόμο ή από την αρμόδια αρχή μέτρων, προκειμένου να αποτραπεί η μετάδοση ασθένειας, ενώ παραβίαση των διατεταγμένων μέτρων της αρμόδιας αρχής υπάρχει όταν ο δράστης δεν συμμορφώνεται προς αυτά. Για το τετελεσμένο της πράξης αρκεί από την παραβίαση των μέτρων, με ενέργεια ή παράλειψη του δράστη να δημιουργείται δυνατότητα εξάπλωσης της νόσου, χωρίς όμως να χρειάζεται περαιτέρω να αποδεικνύεται και δημιουργία συγκεκριμένου κινδύνου, ήτοι το εν λόγω έγκλημα είναι αφηρημένης διακινδυνεύσεως όπως ήδη αναφέρθηκε και συρρέει φαινομενικά με τις σχετικές ειδικές ποινικές διατάξεις (αρχή απορρόφησης). Είναι σαφές ότι εφόσον η διάταξη δεν περιγράφει την αξιόποινη απαγορευμένη συμπεριφορά, αλλά την αποδίδει με τον όρο παραβίαση μέτρων, παραπέμποντας σε άλλες νομικές διατάξεις ή νόμιμες διαταγές της αρχής, πρόκειται περί λευκού ποινικού νόμου (που δεν πάσχει όμως ανεπίτρεπτης συνταγματικά - άρθρο 7 παρ. 1 Σ. - αοριστίας, αφού το ίδιο το άρθρο προσφέρει από μόνο του σταθερά κριτήρια επιλογής των διατάξεων της λοιπής νομοθεσίας), για την συμπλήρωση του οποίου προβλέπονται μέτρα που θεσπίζονται είτε στο πλαίσιο τυπικού νόμου είτε κατόπιν εξουσιοδότησης από την αρμόδια αρχή.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το στοιχείο της αρμοδιότητας της αρχής, αποτελεί ειδικό στοιχείο του αδίκου που περιλαμβάνεται με θετική διατύπωση στην αντικειμενική πλευρά της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος, της αναρμοδιότητας δηλαδή της αρχής, αποτελούσης ουσιαστικά λόγο άρσης του αδίκου. Όσον αφορά τα μέτρα που θεσπίζουν διατάξεις τυπικών νόμων, όταν τα μέτρα διατάχθηκαν από αρχή, πρέπει να ερευνάται, αφ' ενός μεν, εάν η διαταγή της στηρίζεται σε ρητή και ειδική εξουσιοδότηση νόμου, αφ' ετέρου δε, εάν η αρχή ήταν καθ' ύλην και τόπο αρμόδια για τον καθορισμό των συγκεκριμένων μέτρων και αν τούτο προκύπτει από τη σχετική ειδική εξουσιοδότηση του νόμου.
Περαιτέρω, τα υπό της αρμόδιας αρχής τεθέντα μέτρα πρέπει να έχουν επιτακτικό χαρακτήρα, να έχουν λάβει τη μορφή δεσμευτικών οδηγιών, που να απαιτούν υπακοή και όχι απλών συστάσεων. Επίσης, πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση σχετικά με τους τρόπους μετάδοσης της συγκεκριμένης ασθένειας και μάλιστα αποτρεπτικά αυτής, εις τρόπον ώστε η παραβίασή τους να μπορεί να οδηγήσει αιτιακά στη διάδοση της ασθένειας, με την έννοια ότι θα πρέπει να αποτελούν όρους, που αυτοδύναμα εξελισσόμενοι, επιφέρουν το αποτέλεσμα της μεταδόσεώς της. Η παραβίαση των μέτρων για την αποφυγή διάδοσης του κορωνοϊού πληροί ασφαλώς το εν λόγω στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του κατ' άρθρο 285 ΠΚ αδικήματος.
Εξάλλου, μεταδοτική νόσος είναι γενικά κάθε νόσος που μεταδίδεται άμεσα ή έμμεσα και προσβάλλει στον ίδιο περιορισμένο χώρο ή ευρύτερη περιφέρεια με τα ίδια νοσηρά φαινόμενα κατά το ίδιο χρόνο ή σε μεγάλα ή μικρά χρονικά διαστήματα μεγάλο αριθμό ανθρώπων ή ζώων ομοειδών ή ετεροειδών. Μεταδοτική ασθένεια είναι αυτή που μπορεί να μεταδοθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο και να προσλάβει το χαρακτήρα επιδημίας όπως που μεταδίδεται και στον άνθρωπο, όπως εν προκειμένω ο κορωνοϊός, ενώ είναι αδιάφορος ο τρόπος μετάδοσης. Διατεταγμένα μέτρα συνιστούν όλες οι απαγορεύσεις ή επιβεβλημένες ενέργειες, που έπρεπε να τηρηθούν προς αποτροπή της εμφάνισης, περαιτέρω διάδοσης της μεταδοτικής ασθένειας και βεβαίως είναι αδιάφορη η αποτελεσματικότητά τους στην πρόληψη της σχετικής ασθένειας. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος που συνίσταται στην γνώση της απαγορευτικής διάταξης της αρχής και της αρμοδιότητάς της και θέληση διάδοσης μολυσματικής νόσου σε αόριστο αριθμό προσώπων, ενώ αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Η πράξη της παρ. 1 είναι τετελεσμένη με την εκδήλωση του κινδύνου, χωρίς να είναι ανάγκη να μεταδοθεί και η νόσος. (ΑΠ 1416/2024).
Περαιτέρω, με τη ΔΙα/ΓΠοικ 51360/14.08.2020 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών Ανάπτυξης και Επενδύσεων - Προστασίας του πολίτη - Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων -Υγείας - Πολιτισμού και Αθλητισμού- Εσωτερικών (ΦΕΚ τ.Β' 3429/14.08.2020), εκδοθείσα κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, παρασχεθείσας με το άρθρο 44 της από 1-5-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου -ΠΝΠ- (ΦΕΚ τ. Α' 90/1 -5-2020) κυρωθείσας με το άρθρο 2 του Ν. 4690/2020 (ΦΕΚ τ. Α' 104/30-5- 2020), προς περιορισμό της διάδοσης του κορωνοϊού SARSCOV2 εντός των ορίων του δήμου Μυκόνου, για χρονικό διάστημα αρχόμενο από τις 17.8.2020 και λήγον στις 24.8.2020, τέθηκε ανώτατο όριο πενήντα (50) συμμετεχόντων σε οποιαδήποτε δημόσια ή κοινωνική εκδήλωση, ανεξαρτήτως του αν αυτή πραγματοποιείται σε ιδιωτικούς ή δημόσιους, εσωτερικούς ή εξωτερικούς χώρους.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (ΟλΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Ε' ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η παραβίαση με πλάγιο τρόπο της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠοινΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 285 του ΠΚ ως προς το στοιχείο του κινδύνου μετάδοσης της ασθένειας του κορωνοϊού, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι μπορούσε να προκύψει τέτοιος κίνδυνος, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι υπήρχαν αμφιβολίες για την δυνατότητα δημιουργίας του κινδύνου και ως εκ τούτου να κηρύξει αθώο τον αναιρεσείοντα, αφού δεν προέκυψε ότι κάποιοι από παρευρισκόμενους νοσούσαν από κορονοϊό. Επίσης με τον συναφή 4ο λόγο αναιρέσεως, αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, διότι, ενώ διαλαμβάνεται σε αυτήν ότι "πλήθος προσκεκλημένων, εξελθόντων από την ένδικη συνάθροιση, ανέφεραν ότι διοργανωτής ήταν ο κατηγορούμενος", δεν κατονομάζονται τα πρόσωπα που ανέφεραν αυτό, τι ακριβώς ερωτήθηκαν, σε ποιον το δήλωσαν και ποιο το αποδεικτικό μέσο, δια του οποίου εισφέρθησαν οι εν λόγω δηλώσεις στην προκείμενη δικογραφία.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων, τα εξής πραγματικά περιστατικά, που άπτονται των παραπάνω λόγων αναιρέσεως: "ο κατηγορούμενος δραστηριοποιείται επιχειρηματικώς στη νήσο Μύκονο Κυκλάδων, και δη (υπ)εκμισθώνει πολυτελείς κατοικίες και διοργανώνει εκδηλώσεις (πάρτυ). Στο πλαίσιο της εν λόγω δραστηριότητας του, τον Αύγουστο του 2020, είχε μισθώσει πολυτελή κατοικία (βίλα), στη θέση Μορόεργο Μυκόνου, εμβαδού 148,86 τετραγωνικών μέτρων. Στις 20 Αυγούστου 2020, στην προαναφερόμενη κατοικία, οργάνωσε εκδήλωση (πάρτυ), στο οποίο συμμετείχαν τετρακόσια εξήντα εννέα (469) άτομα. Εκ της συνάθροισης αυτής, γενόμενης καθ' υπέρβαση του ορίου των πενήντα (50) ατόμων, που είχε τεθεί, προς προστασία της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο διασποράς του κορωνοϊού covid-19 λαμβανομένων υπόψη των επιδημιολογικών δεδομένων, ως μέτρο ανώτατο όριο πενήντα συμμετεχόντων σε οποιαδήποτε δημόσια ή κοινωνική εκδήλωση, ανεξαρτήτως του αν αυτή πραγματοποιείται σε ιδιωτικούς ή δημόσιους εσωτερικούς ή εξωτερικούς χώρους, συμπεριλαμβανομένων και τελετών, όπως γάμων, βαπτίσεων, κηδειών, καθώς και των συνδεόμενων με τις τελετές αυτές δεξιώσεων ή άλλων εκδηλώσεων, ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του ως μισθωτής και εκμεταλλευτής εξοχικής κατοικίας, προέβη στην διοργάνωση εκδήλωσης διασκέδασης σε βίλα, που βρίσκεται στην περιοχή Μορόεργο Μυκόνου, στην οποία εκδήλωση συμμετείχαν τετρακόσια εξήντα εννέα (469) άτομα, τα οποία προσήλθαν αδιακρίτως και χωρίς να τηρούν τα ελάχιστα μέτρα προφύλαξης από τη μετάδοση του ιού. Με την πράξη του παραβίασε τα άνω μέτρα, που είχε διατάξει ο νόμος για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του covid-19, με συνέπεια να προκύψει κίνδυνος μετάδοσης της εν λόγω επικίνδυνης, ενίοτε, δε, και θανατηφόρας για τον άνθρωπο ασθένειας σε αόριστο αριθμό προσώπων".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα αιτιολογία, ως προς την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, καθόσον εκτίθενται σ£ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, β) τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (χωρίς να απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα, η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτισή τους ούτε η διευκρίνιση από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου) και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 285 παρ. 1 περ. β' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται με πληρότητα: α) Ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης του εγκλήματος και συγκεκριμένα η 20-8-2Θ20, στη Μύκονο, β) Η ιδιότητα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ως υπεκμισθωτή πολυτελούς στην περιοχή Μορόεργο Μυκόνου και η απ'αυτόν διοργάνωση του συγκεκριμένου πάρτυ, γ) Η εκ μέρους του παραβίαση των συγκεκριμένων διοικητικών μέτρων που είχαν διαταχθεί για την Μύκονο με τη ΔΙα/ΓΠοικ 51360/14.08.2020 ΚΥΑ, για τον περιορισμό των συμμετεχόντων σε συναθροίσεις προς αποτροπή της διάδοσης της μεταδοτικής ασθένειας του κορονοϊού, ήτοι καθ' υπέρβαση του ορίου των 50 ατόμων, με την διοργάνωση πάρτυ στο οποίο συμμετείχαν 469 άτομα, παρά την ως άνω απαγόρευση, δ) Ότι από την παραπάνω (παράνομη) συμπεριφορά του μπορούσε να προκύψει κίνδυνος μετάδοσης της ασθένειας σε αόριστο αριθμό προσώπων, λόγω του μεγάλου αριθμού των συμμετεχόντων, της μεγάλης μεταδοτικότητας του ιού και του στενού συγχρωτισμού των συμμετεχόντων και του χαρακτήρα της εκδήλωσης (πάρτυ) και του (συναγόμενου εμμέσως από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης) κλίματος χαλαρότητας και μη τηρήσεως αποστάσεων που επικρατεί σε αυτά και στ) Ο δόλος του αναιρεσείοντος που συνίσταται στην θέληση παραβίασης των ως άνω μέτρων της Αρχής, που του ήταν γνωστά, και τη γνώση του ότι από αυτήν (παραβίαση) μπορεί να προκληθεί κίνδυνος διάδοσης της ασθένειας του κορωνοϊούσε αόριστο αριθμό ανθρώπων. Με τις ως άνω παραδοχές ορθά ερμηνεύθηκε ότι από μόνη την παραβίαση των διοικητικών μέτρων για τον περιορισμό του αριθμού των συμμετεχόντων σε συναθροίσεις (και μάλιστα κατά σημαντική υπέρβαση του τεθέντος ορίου των πενήντα ατόμων), δημιουργήθηκε η δυνατότητα κινδύνου εξάπλωσης της νόσου του κορωνοϊού, χωρίς να απαιτείται επιπλέον να υπάρχει και συγχρωτισμός ήδη νοσούντων προσκεκλημένων με υγιείς, όπως αβάσιμα επικαλείται με τον 1° λόγο αναίρεσής του ο αναιρεσείων, αφού για την πραγμάτωση του εγκλήματος είναι αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο μπορούσε να μεταδοθεί ο ιός, η δε διάταξη του άρθρου 285 ΠΚ αποτελεί έγκλημα αφηρημένης και όχι συγκεκριμένης διακινδύνευσης και δεν απαιτείται η επέλευση του κινδύνου (όπως αναλύεται και στην προπαρατεθείσα υπ. αρ 1 νομική σκέψη), αλλά αρκεί η δυνατότητα κινδύνου εξάπλωσης του ιού, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση προέκυψε από τις ήδη υπάρχουσες λειτουργικές πηγές κινδύνου μετάδοσης της ασθένειας που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, ήτοι από τον μεγάλο αριθμό των συμμετεχόντων (469 άτομα) και από τις πολλές επαφές μεταξύ τους λόγω του χαρακτήρα της εκδήλωσης (πάρτυ), χωρίς να είναι αναγκαία η ενεργοποίηση και άλλων πρόσθετων πηγών κινδύνου, όπως αβάσιμα επικαλείται ο αναιρεσείων. Κατά τα λοιπά απαραδέκτως βάλλεται, με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω διάταξης, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την ύπαρξη της δυνατότητας κινδύνου μετάδοσης της ασθένειας. Επομένως όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον σχετικό προς τούτο λόγο (1°) τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος, η αιτίαση του 4ου λόγου αναίρεσης σχετικά με την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της απόφασης, λόγω της μη αναφοράς σε αυτήν από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η παραδοχή ότι πλήθος προσώπων από αυτά που εξέρχονταν από το πάρτυ κατονόμασαν τον αναιρεσείοντα ως τον διοργανωτή της εκδήλωσης, είναι απορριπτέα, αφού η παράλειψη αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η μη διευκρίνιση από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν πλημμέλειες της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη με αριθμό 2 νομική σκέψη. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο σχημάτισε την δικανική κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, ήτοι όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα οποία αναλυτικά αναγράφονται στα πρακτικά αυτής (σελ. 5-6 αυτών), μεταξύ των οποίων και η από 20-8-2020 αναγνωσθείσα κατάθεση του αστυνομικού του Α.Τ. Μυκόνου Δ. Π. (που πραγματοποίησε τον σχετικό έλεγχο στην υπομισθωμένη οικία), καθώς και των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης (202/2020 Τρ. Πλημ. Σύρου), όπου μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται η κατάθεση του μάρτυρος υπερασπίσεως Σ. Α. (ο οποίος προσελήφθη από τον κατηγορούμενο να πραγματοποιήσει υδραυλικές εργασίες στη μισθωμένη οικία) καθώς και η απολογία του κατηγορουμένου (στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραστάθηκε αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε από συνήγορο). Επίσης η ανωτέρω αναφορά (περί των εξερχομένων προσώπων, που κατονόμασαν τον κατηγορούμενο) διατυπώνεται, όχι μεμονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με την απάντηση επί του αρνητικού ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι εκείνη την περίοδο είχε υπεκμισθώσει την επίμαχη βίλα σε αλλοδαπό ονόματι C. H., ισχυρισμός που απερρίφθη με την προπαρατεθείσα πλήρως αιτιολογημένη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία.
Εν προκειμένω και πάλι με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 29/2021) και συνεπώς και ο παραπάνω λόγος (4ος) τυγχάνει απορριπτέος. Με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγο αναιρέσεως, αμφότεροι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠοινΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 285 του ΠΚ, διότι: (2ος λόγος) εσφαλμένα δέχθηκε στο νομικό μέρος της ότι "υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που εξατομικεύει το προστατευόμενο έννομο αγαθό της δημόσιας υγείας, είναι ο άνθρωπος, του οποίου η ζωή και η υγεία κινδυνεύει", ενώ τα έγκλημα του άρθρου 285 ΠΚ, ως αφηρημένης διακινδύνευσης, δεν μπορεί να έχει υλικό αντικείμενο, όπως τα εγκλήματα βλάβης και συγκεκριμένης διακινδύνευσης και (3ος λόγος) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στη νομική της σκέψη σε σχέση με το προστατευόμενο έννομο αγαθό του άρθρου 285 του ΠΚ. Οι λόγοι αυτοί απαραδέκτως προβάλλονται, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται (με τους παραπάνω λόγους) ότι η (επικαλούμενη) εσφαλμένη νομική σκέψη της προσβαλλομένης οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ευθέως ή εκ πλαγίου, και κατ' αποτέλεσμα στην ένοχή του. Ουσιώδες δε, δεν είναι η θεωρητική προσέγγιση του ζητήματος, που παρατίθεται πλεοναστικώς στη νομική σκέψη, αλλά η υπαγωγή των αποδειχθέντων (κατ' ανέλεγκτη κρίση) πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, η οποία και μόνο ελέγχεται αναιρετικώς.
Εν προκειμένω δηλαδή η παράθεση των ανωτέρω νομικών σκέψεων, μη εντεταγμένων μάλιστα στα αποδειχθέντα κατά την κρίση του δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά, δεν επηρεάζουν το αποτέλεσμα της προκειμένης ποινικής δίκης, οδηγώντας σε ευθεία παραβίαση της εφαρμοστέας διατάξεως, ούτε δημιουργούν αντιφάσεις, ασάφειες και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ώστε να στερήσουν την απόφαση από τη νόμιμη βάση της. Σε κάθε περίπτωση πάντως η προσβαλλόμενη απόφαση με την ως άνω αναφορά στη νομική της σκέψη ότι το προστατευόμενο από την διάταξη έννομο αγαθό είναι αυτό της δημόσιας υγείας (με εξατομικευόμενο υλικό αντικείμενο τον άνθρωπο), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 285 του ΠΚ, αφού δεν απέδωσε σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ως αδίκημα αφηρημένης διακινδυνεύσεως, διότι για το τετελεσμένο της πράξης αρκεί από την παραβίαση των μέτρων να δημιουργείται δυνατότητα εξάπλωσης της νόσου, χωρίς να χρειάζεται επιπροσθέτως να αποδεικνύεται και δημιουργία συγκεκριμένου κινδύνου (ΑΠ 1416/2024), κάτι που αναλυτικώς και με πλήρη αιτιολογία εκτίθεται στην προσβαλλομένη. Επίσης ουδεμία αντίφαση ενυπάρχει στην αναφορά στη νομική της σκέψη ότι "υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που εξατομικεύει το προστατευόμενο έννομο αγαθό της δημόσιας υγείας είναι ο άνθρωπος, του οποίου η ζωή και η υγεία κινδυνεύει από την παραβίαση των σχετικών προληπτικών μέτρων", δηλαδή η διάκριση μεταξύ προστατευομένου εννόμου αγαθού και εξατομικευομένου υλικού αντικειμένου, σε σχέση με την περαιτέρω αναφορά στη νομική σκέψη ότι στο υπό εξέταση αδίκημα "ο δράστης κινητοποιεί δυνάμεις των οποίων τα αποτελέσματα δεν μπορούν να περιορισθούν επί ορισμένων προσώπων ή πραγμάτων". Τα αντίθετα επομένως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τους προαναφερόμενους λόγους (2ο, 3°) τυγχάνουν απορριπτέα.
Η διάταξη του άρθρου 2 Π.Κ. έχει πεδίο εφαρμογής μόνον όταν νεώτερος νόμος μεταβάλλει τον χαρακτήρα της πράξεως, καθιστά δηλαδή μη αξιόποινη την προβλεπομένη έως τότε στον ποινικό νόμο αδικοπραγία, αποχαρακτηρίζοντας έτσι τη συμπεριφορά που αποτελούσε προηγουμένως έγκλημα. Αντίθετα, δεν έχει πεδίο εφαρμογής η διάταξη, όταν η πράξη, ως άδικη δράση ποινικώς κολάσιμη, διατηρήθηκε και μεταβλήθηκαν απλώς τα όρια αυτής, όπως προσδιορίζονται από άλλες κανονιστικές διατάξεις, εκτός του ποινικού νόμου, η υπέρβαση των οποίων απαιτείται για τη συγκρότηση του εγκλήματος (εξωποινικοί κανόνες). Η μεταβολή των ορίων αυτών κείται εκτός του ποινικού δικαίου και δεν αποχαρακτηρίζει ποινικώς την πράξη. Μια τέτοια παραδοχή ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου η Δημόσια Διοίκηση συχνά τροποποιεί τις υπηρεσίες και τον τρόπο λειτουργίας αυτών, θα οδηγεί στο παράδοξο μιας συλλήβδην "αμνήστευσης" εγκλημάτων υπαλλήλων οι οποίοι παραβιάζουν τους εκάστοτε ισχύοντες κανονισμούς της Υπηρεσίας τους με το αιτιολογικό ότι κατά τον χρόνο που υποβάλλονται σε δικαστική κρίση οι κανόνες αυτοί έχουν καταργηθεί (ΑΠ 977/2018).
Με τον 1ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (των άρθρων 285 ΠΚ και 2 του ΠΚ), διότι η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ήταν πλέον μη αξιόποινη και ανέγκλητη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού τα παραβιασθέντα στις 20-8-2020 μέτρα προσωρινής ισχύος, που είχαν διαταχθεί με την ΔΙα/ΓΠοικ 51360/14.8.2020 ΚΥΑ και έθεταν ανώτατο όριο πενήντα (50) συμμετεχόντων σε οποιαδήποτε εκδήλωση στη Μύκονο, είχαν περιορισμένη χρονική διάρκεια ισχύος (17.8.2020 έως 24.8.2020) και συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα έπρεπε, εφαρμόζοντας το άρθρο 2 του ΠΚ, να κηρύξει αθώο τον αναιρεσείοντα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 285 του ΠΚ, καίτοι έληξε η χρονική διάρκεια των διοικητικών μέτρων των οποίων η παραβίαση αποτελούσε στοιχείο της αντικειμενικής της υπόστασης, δεν κατέστη εκ του λόγου αυτού ανέγκλητη, διότι δεν υπήρξε μεταβολή στην ποινική αξιολόγηση της πράξης αυτής. Σύμφωνα δε με όσα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη εξετέθησαν, το άρθρο 2 παρ. 2 του ΠΚ δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν διατηρήθηκε η πράξη, ως ποινικώς κολάσιμη, αλλά απλώς μεταβλήθηκαν οι όροι που προσδιορίζονται από άλλες κανονιστικές διατάξεις εκτός του ποινικού νόμου (εξωποινικοί κανόνες), στις οποίες ο ποινικός νομοθέτης παραπέμπει. Κατόπιν αυτών, η μετά την τέλεση της πράξης λήξη της διάρκειας ισχύος των μέτρων αυτών δεν καθιστά ανέγκλητη την πράξη της παραβίασης των μέτρων για την αποτροπή διάδοσης του κορονοιού ως ποινικώς κολαζόμενο αδίκημα και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας, δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 285 του ΠΚ και του άρθρου 2 του ΠΚ, ο δε σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Αυτοτελής ισχυρισμός, ή απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ώστε η απόφαση να έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία) είναι και ο περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 400/2025). Μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων περιλαμβάνεται και η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ν.ΠΚ (Ν. 4620/2019) του πρότερου σύννομου βίου, η οποία είναι επιεικέστερη της προϊσχύσασας διάταξης του π.ΠΚ που προέβλεπε τον πρότερο έντιμο βίο, αλλά και της ισχύουσας από 1-5-2024, μετά την τροποποίηση του άρθρου 84 του ΠΚ με το άρθρο του 16 του Ν. 5090/2024, που προβλέπει και πάλι τον πρότερο έντιμο βίο. ... Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Β' ΚΠοινΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' ΚΠοινΔ. Προϋπόθεση όμως της δυνατότητας αξιολόγησης και, σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, άλλως το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση απάντησης και μάλιστα αιτιολογημένης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 2027/2018).
Με τον 2° πρόσθετο λόγο αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής κατά το Σύνταγμα αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ (σύννομος βίος).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε μόνον προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ (σελ. 11-12 των πρακτικών), χωρίς να αναφέρει, έστω συνοπτικά, κάποια από τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή της, έτσι ώστε να μπορεί αυτή να αξιολογηθεί. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απαντώντας στο σχετικό ισχυρισμό διέλαβε την εξής αιτιολογία: "Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια του βίου του, πριν από την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, διήγε βίο τέτοιο από τον οποίο να προκύπτει ότι επεδείκνυε σεβασμό προς τα έννομα αγαθά τα οποία προστατεύονται από το Σύνταγμα και τους νόμους, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει εν προκειμένω να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία και έτσι να δικαιολογείται η μείωση της απειλούμενης για το έγκλημα ποινής. Μάλιστα από το αντίγραφο ποινικού μητρώου προκύπτει ότι αυτός έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για συναφή πράξη (παράβαση Υγειονομικής Διάταξης), που υποδηλώνει διάθεση του προς αγνόηση του συναφών κανόνων δικαίου που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία".
Σύμφωνα όμως με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει στον ανωτέρω αορίστως και απαραδέκτως προβληθέντα ισχυρισμό, η δε επί της ουσίας απορριπτική κρίση του με την ανωτέρω ειδική αιτιολογία, διατυπώθηκε εκ περισσού. Επομένως και ο 4ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠοινΔ ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου εκ του άρθρου 84 παρ.2 περ. α' ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι συνεκδικαζόμενοι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρον 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από2-4-2025 (2500/2-4-2025) αίτηση αναιρέσεως του Χ. Π. του Α. και τους από 22-8-2025 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως της υπ' αρ. 23/2025 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσης δίκης, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ