Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1277 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1277/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Μαρία Γιαννακοπούλου-Εισηγήτρια και Διονυσία Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένη Σκεπαρνιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Σ. του Β., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νικολακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1997/2024, απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 27-3-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 27.3.2025 αίτηση, με αριθμό 110/2025 της Ε. Σ. του Β., κατοίκου ... (συνοικισμός Ρομά, οδός ...), για αναίρεση της 1997/14.11.2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης (Β' Βαθμού), με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη, για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της κατοχής, πώλησης και αποθήκευσης κατ' εξακολούθηση και της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης (8) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' και Θ' του ΚΠΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας) και συνεπώς, είναι παραδεκτή. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 349 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 101 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α'30/23.2.2024) και, κατ' άρθρο 138 παρ.1 του ίδιου ως άνω νόμου, ισχύει από 1.5.2024, "1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 340. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου.
2. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης. Το δικαστήριο αναβάλλει στη συντομότερη δικάσιμο, η οποία δεν δύναται να υπερβεί τους οκτώ (8) μήνες. Η απόφαση που δέχεται τους λόγους αναβολής πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αναφέρει, ότι ο λόγος της αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης. Δεύτερη αναβολή στην ίδια υπόθεση χωρεί αποκλειστικά για λόγους ανωτέρας βίας". Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και το οποίο δεν ήταν δυνατό να υπερβεί αυτός με κανένα τρόπο (ΑΠ 1196/2024, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 1300/2023). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι το δικαστήριο έχει υποχρέωση, πριν διατάξει την αναβολή, να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης και να αιτιολογήσει συνοπτικά, ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή, όταν αποφασίζει για την αναβολή και πριν διατάξει αυτήν και όχι όταν αποφαίνεται για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, εκτός αν υποβληθεί αυτοτελές αίτημα για διακοπή της δίκης, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος αναβολής (ΑΠ 1005/2024, ΑΠ907/2022, ΑΠ1367/2022).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο, που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε ή υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η απαιτούμενη κατά τα άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης), εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική ή ανέλεγκτη, κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας που τις εξέδωσε (ΑΠ 1196/2024, ΑΠ 1607/2022, ΑΠ 1367/2022).
Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, για σοβαρούς λόγους υγείας ή για λόγο ανώτερης βίας του κατηγορούμενου ή του συνηγόρου του, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, μολονότι η παραδοχή ή η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Πρέπει, δηλαδή, να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της: α) τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, γ) τις νομικές σκέψεις που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια ή γεγονός ανώτερης βίας του κατηγορούμενου ή του συνηγόρου του) και την αντίστοιχη απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για το αίτημα αναβολής (Ολ ΑΠ 7/2005, ΑΠ 1001/2022), διαφορετικά για την παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης αιτιολογίας του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', σε συνδ. με το άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε αόριστο αίτημα (ΑΠ 1367/2022, ΑΠ 1134/2022, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 1001/2022). Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης της απόφασης, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Ολ ΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 124/ 2024, ΑΠ 1194/2024).
Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής της δίκης, που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, σε περίπτωση μετέπειτα καταδίκης του τελευταίου, στοιχειοθετεί και τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ίδιου ανωτέρω ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, εφόσον, απορρίπτοντας το αίτημα περί αναβολής της δίκης αναιτιολόγητα ή χωρίς απάντησή του, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και τον καταδικάζει (ΑΠ 1196/2024, 1105/2024, 808/2024, 248/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης (Β'Βαθμού) όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία εκδόθηκε πριν από την προσβαλλόμενη 1997/14.11.2024 οριστική απόφασή του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με αυτή (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠΔ), απέρριψε αίτημα της εκκαλούσας-κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας Ε. Σ. του Β., για αναβολή της δίκης, που υποβλήθηκε διά της ασκούμενης δικηγόρου Θεσσαλονίκης Πηνελόπης Πρέσσα του Αντωνίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τη δημόσια συνεδρίαση του ανωτέρω δικαστηρίου της ουσίας (Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης- Β'Βαθμού) στις 14 Νοεμβρίου 2024, όταν η Πρόεδρος του δικαστηρίου εκφώνησε το όνομα της εκκαλούσας-κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας, αυτή δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, προκειμένου να υποστηρίξει την έφεσή της. Αντ' αυτής εμφανίσθηκε ως "άγγελος" η ασκούμενη δικηγόρος Θεσσαλονίκης Πηνελόπη Πρέσσα του Αντωνίου, η οποία, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, υπέβαλε αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και έχει κατά λέξη ως ακολούθως: "Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ως άγγελος η ασκούμενη δικηγόρος Θεσσαλονίκης Πηνελόπη Πρέσσα του Αντωνίου [ΑΜΔΣΘ 899112] και αφού ζήτησε και πήρε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της δίκης λόγω κωλύματος στο πρόσωπο της εκκαλούσας-κατηγορούμενης διότι βρίσκεται στο νοσοκομείο και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και δεν μπορεί να παρασταθεί στη δίκη". Προς απόδειξη δε των παραπάνω, προσκόμισε το από 14.11.2024 ενημερωτικό σημείωμα του ιατρού του καρδιολογικού τμήματος του νοσοκομείου Βέροιας Μ. Γ., το οποίο, μετά από σχετική πρόταση της Εισαγγελέα, η Πρόεδρος ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο". Ακολούθως, το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατόπιν όμοιας Εισαγγελικής πρότασης, απέρριψε το ως άνω αίτημα με την ακόλουθη επί λέξει αιτιολογία: "Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 ΚΠΔ,"1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 340. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου.2. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης. Το δικαστήριο αναβάλλει στη συντομότερη δικάσιμο, η οποία δεν δύναται να υπερβεί τους οκτώ (8) μήνες. Η απόφαση που δέχεται τους λόγους αναβολής πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αναφέρει, ότι ο λόγος της αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης. Δεύτερη αναβολή στην ίδια υπόθεση χωρεί αποκλειστικά για λόγους ανωτέρας βίας...".
Στην προκειμένη περίπτωση, από το προσκομισθέν από 14-11-2024 ενημερωτικό σημείωμα του Γενικού Νοσοκομείου Ημαθίας, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει ότι η κατηγορουμένη προσήλθε λόγω προκάρδιου άλγους στο άνω Νοσοκομείο με συνοδό εμπύρετο έως 38, και κατόπιν εξέτασης εξήλθε του νοσοκομείου με οδηγίες λήψης αντιπυρετικού αντιφλεγμονώδους Algofren 600 mg X 3 φορές ημερησίως για 7 ημέρες, με αποφυγή έντονης σωματικής κόπωσης και καρδιολογικό επανέλεγχο. Από το παραπάνω πιστοποιητικό δεν προκύπτει το ανυπέρβλητο κώλυμα του κατηγορουμένης να εμφανισθεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, προκειμένου να υποστηρίξει την έφεσή της, ακόμη και λαμβάνοντας το άνω αντιπυρετικό, λαμβανομένου υπόψη επιπλέον ότι ήδη η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής είχε αναβληθεί για την παρούσα δικάσιμο, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω κωλύματος συντρέχοντας στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισής της Αλεξάνδρου Παπαϊωαννίδη". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης (Β' Βαθμού) διέλαβε στην ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα αιτιολογία, διότι, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις επικαλούμενες και προσκομισθείσες στο ακροατήριο αποδείξεις, με βάση τις οποίες κατέληξε σε απορριπτική για την αναβολή κρίση, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) το ενημερωτικό σημείωμα του Ιατρού του Καρδιολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου Βέροιας, που ήταν και το μόνο αποδεικτικό στοιχείο, (αφού δεν εξετάστηκε μάρτυρας), το οποίο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε β) τα συμπτώματα ασθένειας της κατηγορούμενης, τις οδηγίες που της δόθηκαν κατά την έξοδό της από το νοσοκομείο, για αποφυγή έντονης σωματικής κόπωσης και επανέλεγχο, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και γ) οι συλλογισμοί, που το οδήγησαν στην απορριπτική κρίση του στη συγκεκριμένη περίπτωση και ειδικότερα το ότι, όσα αναφέρονται στο ως άνω Ιατρικό Πιστοποιητικό δεν αποδεικνύουν τον απαιτούμενο από την διάταξη του άρθρου 349 σοβαρό λόγο υγείας για την αναβολή της δίκης, ακόμη και με τη λήψη του ως άνω αντιπυρετικού. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η πρόσθετη αναφορά στο σκεπτικό του δικαστηρίου, ότι η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής είχε ήδη αναβληθεί μία φορά κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισής της, είναι άσχετη με τον λόγο του υποβληθέντος στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτήματος αναβολής και δεν συνιστά την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα αιτιολογία, είναι αλυσιτελής, αφού με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το δικαστήριο είχε ήδη διαλάβει στην ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα αιτιολογία για την απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που εμπεριέχονται στους ως άνω αναιρετικούς λόγους, κατ'ορθή εκτίμηση, αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών αυτής, που, κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, και ως εκ τούτου δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαράδεκτα προβάλλονται, καθόσον, υπό την επίφαση πλημμελειών, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πλήττουν ανεπίτρεπτα την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, αναφορικά με την αιτίαση ότι το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει, εάν υπήρχε ή όχι η δυνατότητα να διακόψει την εκδίκαση σε άλλη δικάσιμο, ήτοι εάν ο λόγος της αναβολής μπορούσε να αντιμετωπιστεί με διακοπή της δίκης, αυτή είναι αβάσιμη, διότι, το δικαστήριο δεν δέχθηκε το λόγο αναβολής, ώστε να υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης, αλλά απέρριψε το σχετικό περί αναβολής αίτημα, ενώ περαιτέρω δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε αυτοτελές αίτημα διακοπής της δίκης, ώστε μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής να υποχρεούται το δικαστήριο να αποφανθεί με ξεχωριστή παρεμπίπτουσα κρίση του και επί του σχετικού περί διακοπής αιτήματος. Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, αναφορικά και με την παρεμπίπτουσα απόφαση απόρριψης του αιτήματος αναβολής και για υπέρβαση εξουσίας, ήτοι για την, μετά την αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αναβολής, εκδίκαση της υπόθεσης, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του Ν. 5090/2024 και ισχύει από 1.5.2024 σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ.1 του ίδιου ως άνω Νόμου), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.3.2025, με αριθμό 110/2025 αίτηση της Ε. Σ. του Β., κατοίκου ... (συνοικισμός Ρομά, οδός ...), για αναίρεση της 1997/14.11.2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης (Β' Βαθμού).
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ