Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1278 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1278/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο-Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου και Διονυσία Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Βλάχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ν. Σ. του Β. κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Πατρών, ο οποίος δεν παρέστη και 2)Ι. Α. του Γ., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Ευθυμία Γαντέ, η οποία διορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 713/2025 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ'αριθ. 28/2025 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων. Το Γ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 28/2025 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι από 29-1-2025 και 23-7-2025 αιτήσεις αναίρεσης του κατηγορουμένου Ν. Σ. του Β., Β) να απορριφθεί η από 27-1-2025 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ι. Α. του Γ. και την διορισθείσα με απόφαση δικηγόρο του 2ου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι δύο (2) πρώτες κρινόμενες από 29-1-2025 και 23-7-2025 αιτήσεις του Ν. Σ. του Β., αλλά και η (τρίτη) από 27-1-2025 αίτηση του Ι. Α. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28/2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Γ' Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, πρέπει να συνεκδικαστούν κατ' άρθρο 129 ΚΠΔ, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας. Η (πρώτη) από 29-1-2025 αίτηση αναίρεσης του (πρώτου αναιρεσείοντος) Ν. Σ. του Β., κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 28/21-1-2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Γ' Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία στις 4-7-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου ποινικού Δικαστηρίου - με την οποίαν αυτός καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με την μορφή της κατοχής και της μεταφοράς από κοινού και, αφού του αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2. στοιχ. α' ΠΚ, επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ευρώ (2.000,00 €) - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 29-1-2025 με σχετική προς τούτο δήλωσή του στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Αριθ. Πρωτ: 804/29-1-2025), δηλαδή πριν από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Η κρινομένη (πρώτη) αυτή αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους - κατά το ορθό νοηματικό τους περιεχόμενο - στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Εξάλλου, κατά της αυτής ως άνω προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 28/2025 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ο προαναφερθείς (πρώτος αναιρεσείων) Ν. Σ. του Β., άσκησε νομίμως και εμπροθέσμως την (δεύτερη) από 23-7-2025 αίτηση αναίρεσης με σχετική προς τούτο δήλωσή του, που έλαβε χώρα στις 23-7-2025 ενώπιον του Διευθυντή του Σωφρονιστικού Καταστήματος Πατρών, όπου κρατείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, εδ. β', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Η δεύτερη αυτή αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφή και ορισμένο αναιρετικό λόγο, που συνίσταται στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ), ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η δεύτερη αυτή αίτηση αναίρεσης επιτρεπτά ασκείται εντός της νόμιμης εικοσαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 2, 3 ΚΠΔ, δηλαδή εντός εικοσαημέρου από της καταχώρισης καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο του δευτεροβάθμιου δοικαστηρίου, καθόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της προαναφερθείσης πρώτης εξ αυτών και ως εκ τούτου πρέπει να συνεξετασθεί με την ως άνω πρώτη ασκηθείσα αίτηση, καθώς η δεύτερη αυτή αίτηση θεωρείται συμπληρωματική της πρώτης (ΑΠ 131/2023, ΑΠ 1846/2019, ΑΠ 219/2019, ΑΠ 154/2019). Από τα δύο (2) από 28-8-2025 αποδεικτικά επίδοσης του Γραμματέα του Σωφρονιστικού Καταστήματος Πατρών, Χ. Π., προκύπτει ότι επιδόθηκαν στον ως άνω (πρώτο) αναιρεσείοντα Ν. Σ. του Β., νομίμως και εμπροθέσμως οι υπ' αριθμ. 793/21-7-2025 και 793/7-8-2025 αντιστοίχως κλήσεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να παραστεί αυτός (πρώτος αναιρεσείων) κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο (1-10-2025), στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), προς υποστήριξη των ανωτέρω από 29-1-2025 και 23-7-2025 δύο αιτήσεών του για την αναίρεση της εν λόγω υπ' αριθμ. 28/2025 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ενώ στην κάθε μία από αυτές (κλήσεις) καταχωρήθηκε και η προς αυτόν (αναιρεσείοντα) υπόμνηση ότι αν δεν παραστεί στην δίκη ή στη μετ' αναβολή δικάσιμο μετά ή δια συνηγόρου, η κάθε μία από τις δύο αιτήσεις του θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη. Όμως ο ως άνω πρώτος αναιρεσείων, παρότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, εν τούτοις δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν οι σχετικές υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά της από το οικείο έκθεμα. Κατά συνέπειαν, οι ως άνω υπό κρίση δύο αιτήσεις αναίρεσης, ενόψει του ότι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως ήδη αναφέρθηκε, περιέχουν παραδεκτούς λόγους αναίρεσης η κάθε μία από αυτές και επειδή δεν ανακύπτει εν προκειμένω θέμα αυτεπάγγελτης εφαρμογής επιεικέστερου νόμου (άρθρο 514 εδ. α' και γ', περ. β' ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες, ενώ πρέπει ακόμη να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας σε βάρος του εν λόγω (πρώτου) αναιρεσείοντος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης. Περαιτέρω, η (τρίτη) κρινόμενη από 27-1-2025 αίτηση αναίρεσης του (δευτέρου αναιρεσείοντος) Ι. Α. του Γ., κατά της αυτής ως άνω υπ' αριθμ. 28/21-1-2025 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων - με την οποίαν (αυτός) καταδικάσθηκε επίσης για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με την μορφή της κατοχής και της μεταφοράς από κοινού και, αφού του αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. α' ΠΚ, ακολούθως επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με σχετική προς τούτο δήλωσή του, που έγινε στις 29-1-2025 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Αριθ. Πρωτ: 804/29-1-2025), δηλαδή πριν από την καθαρογραφή της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Η κρινομένη (τρίτη) αυτή αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους - κατά το ορθό νοηματικό τους περιεχόμενο - στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του N. 4139/2013, που τιτλοφορείται "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 74/20.3.2013), που ορίζει ότι: "Όποιος εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ", τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτη νοούμενη κατά την παράγραφο 2, κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους σχετικούς πίνακες, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29 του ίδιου νόμου (χρήση, προμήθεια ή κατοχή ναρκωτικών σε ποσότητες που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική χρήση του δράστη ή καλλιέργεια φυτών κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική χρήση). Με το ανωτέρω άρθρο 20 του Ν. 4139/2013, τυποποιείται όπως ήδη αναφέρθηκε, το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή κάθε πράξης με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ή πρόδρομων ουσιών και αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, που αποτελούν ένα μόνο έγκλημα αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών (ΑΠ 916/2025, ΑΠ 544/2025, ΑΠ 1415/2024). Με την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 20 του Ν. 4139/2013 καθορίσθηκαν ενδεικτικά οι τρόποι τέλεσης της διακίνησης των ναρκωτικών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η κατοχή και η μεταφορά, ενώ ως ναρκωτική ουσία χαρακτηρίζεται η ινδική κάνναβη (άρθρο 1 παρ. 1, 2, πιν. Α' αριθμ. 6 του Ν. 3459/2006).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, το ανωτέρω έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών με τη μορφή της κατοχής των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με την φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει σε τρίτους, ενώ με τον όρο "μεταφορά" νοείται η μετακίνηση των ναρκωτικών ουσιών από έναν τόπο σε άλλο, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, ξένο ή ιδιόκτητο, αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτου, εκτός αν πρόκειται για ατομική χρήση (ΑΠ 916/2025, ΑΠ 544/2025, ΑΠ 1415/2024). Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητος των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση. Ειδικότερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου δεν απαιτείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματοποιήσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (ΑΠ 916/2025, ΑΠ 1415/2024, ΑΠ 810/2024).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης.
Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).
Στην κρινόμενη υπόθεση το ανωτέρω Γ' Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα ίδια πρακτικά και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 13-07-2017 περιήλθαν στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ιωαννίνων, πληροφορίες ότι θα ελάμβανε χώρα διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, στη Δημοτική Κοινότητα "Σουλόπουλου", του Δήμου Ζίτσας, προερχόμενη από την ελληνοαλβανική μεθόριο. Ενόψει της εν λόγω ενημέρωσης, Αστυνομικοί του ανωτέρω τμήματος έθεσαν σε διακριτική παρακολούθηση την περιοχή, καθώς και την παλαιά εθνική οδό Ιωαννίνων - Ηγουμενίτσας, ήδη από τις απογευματινές ώρες της 13-07-2017. Στις 14-07-2017, περί ώρα 12.20 περίπου, Αστυνομικοί της ως άνω υπηρεσίας, θεώρησαν ύποπτο το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου HILUX, ιδιοκτησίας του δεύτερου κατηγορουμένου (εννοείται ο Ι. Α.), στο οποίο επέβαιναν αυτός (ιδιοκτήτης), ως συνοδηγός και ο πρώτος κατηγορούμενος (εννοείται ο Ν. Σ.), ως οδηγός, θεωρώντας αδικαιολόγητο το ότι αυτό, καίτοι αρχικά εκινείτο επί της παλαιάς εθνικής οδού ..., με κατεύθυνση προς Ιωάννινα, ακολούθως έστριψε σε παρακείμενο χωματόδρομο (κάθετο στην ανωτέρω παλαιά εθνική οδό) και ακολούθως, σε σύντομο χρόνο εξήλθε αυτού και συνέχισε την πορεία του προς Ιωάννινα. Λίγη ώρα αργότερα, στη διασταύρωση της παραπάνω οδού με το χωριό Βουνοπλαγιά, διενεργήθηκε έλεγχος του οχήματος από τους Αστυνομικούς, ο οποίος κατέδειξε ότι υπήρχαν σε αυτό τέσσερις (4) μαύροι σάκοι, που περιείχαν ακατέργαστη κάνναβη, συνολικού μικτού βάρους εξήντα εννέα κιλών εξακοσίων πενήντα γραμμαρίων (69.650), εκ των οποίων (σάκων), οι δύο (2) βρίσκονταν στην καμπίνα του φορτηγού και οι έτεροι δύο (2) στην καρότσα του. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι μετέβησαν στην περιοχή των Ιωαννίνων, από το Αίγιο και την Αιγιαλεία Αχαΐας, όπου διαμένουν αντίστοιχα, προς τον σκοπό συνάντησής τους με δύο αλλοδαπούς, που θα προσλάμβανε ο δεύτερος εξ αυτών, ως εργάτες σε κτηνοτροφικές και γεωργικές εργασίες, που αποτελούν το αντικείμενο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του (τα ανωτέρω ισχυρίσθηκαν, προς ενίσχυση των κάτωθι αναφερομένων, αναφορικά με την ύπαρξη των ναρκωτικών, στο όχημα, στο οποίο επέβαιναν), δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον δεν ενισχύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ενώ σε κάθε περίπτωση, αντικρούεται από την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρος Γ. Ν., ο οποίος μεταξύ των άλλων, ανέφερε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, κατά τη σύλληψή τους, παραδέχθηκαν την εκ μέρους τους τέλεση της ως άνω μεταφοράς και κατοχής, μην έχοντας άλλωστε κάποιο περιθώριο άρνησης, ενόψει της μεγάλης ποσότητας που βρέθηκε στο όχημα του δευτέρου. Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ασχολούνται με κτηνοτροφικές εργασίες, ωστόσο δεν έχουν κάποια στενή επαγγελματική ή φιλική σχέση, ώστε να δικαιολογείται η από κοινού μετάβασή τους στην περιοχή των Ιωαννίνων, για ζήτημα που αφορούσε τον δεύτερο εξ αυτών και η οδήγηση του αυτοκινήτου του από τον πρώτο, λαμβανομένης υπόψιν και της διαφοράς ηλικίας τους, καθόσον κατά τον χρόνο της σύλληψής τους, ο μεν πρώτος ήταν 25 ετών, ο δε δεύτερος 50 ετών. Επιπλέον, απορριπτέα τυγχάνουν και τα όσα οι εν λόγω κατηγορούμενοι, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, ισχυρίσθηκαν περί προσχεδιασμένης τοποθέτησης των ως άνω ναρκωτικών ουσιών, από Αλβανούς υπηκόους στο όχημα στο οποίο επέβαιναν ανυποψίαστοι οι ίδιοι (κατά τους ισχυρισμούς τους πάντα), κατόπιν απειλών, προς τον σκοπό ενεργοποίησης (εκ μέρους των άγνωστων αλλοδαπών) του άρθρου 27 του Ν. 4139/2013, που προβλέπει ευνοϊκότερη μεταχείριση στον δράστη των αδικημάτων των άρθρων 20 έως 22 και δη, την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης, σε περίπτωση που πριν την αμετάκλητη καταδίκη του, με δική του πρωτοβουλία, συντελέσει με παροχή πληροφοριών στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης διακίνησης ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη διακινητή ναρκωτικών, η δε ευθύνη του υπαιτίου και η βαρύτητα της πράξης του είναι καταδήλως μικρότερες από την ευθύνη των προσώπων στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων συντέλεσε και τη βαρύτητα των πράξεων που τέλεσαν. Όλα τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκαν βάσιμα και αντικρούονται από την ως άνω κατάθεση του μάρτυρος Αστυνομικού. Τέλος, απορριπτέος τυγχάνει και ο ομοίως προβληθείς εκ μέρους του πληρεξούσιου δικηγόρου των κατηγορουμένων ισχυρισμός περί μεταβολής της κατηγορίας που τους αποδίδεται σε αυτήν της απόπειρας διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (άρθρο 42 ΠΚ), καθόσον με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, στην προκείμενη περίπτωση ολοκληρώθηκε η πράξη της διακίνησης, υπό τις ειδικότερες μορφές της κατοχής και μεταφοράς, ενώ η σύλληψή τους σε όχι μεγάλη απόσταση (δεν αποσαφηνίσθηκε ούτε στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, ούτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), από τη φόρτωση των ναρκωτικών ουσιών, δεν αναιρεί την ως άνω παραδοχή. Κατόπιν των ανωτέρω, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης), υπό τις ειδικότερες μορφές της κατοχής και της μεταφοράς, όπως τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης αυτής αναφέρονται ανωτέρω και στο κάτωθι διατακτικό". Ακολούθως το ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στο διατακτικό του, τα εξής: "
Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι Ν. Σ. και Ι. Α., στην ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων και συγκεκριμένα, επί της παλαιάς ε.ο. Ιωαννίνων - Ηγουμενίτσας, με κατεύθυνση τα Ιωάννινα, στη διασταύρωση Βουνοπλαγιάς, τη 14η.07.2017 και περί ώρα 12.20, ενεργώντας με πρόθεση, κατόπιν συναπόφασης και από κοινού, διακίνησαν παράνομα, υπό τη μορφή της κατοχής και μεταφοράς, ναρκωτικά κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1, 2 του Ν. 4139/2013), ήτοι ουσίες με διαφορετική χημική δομή και δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού και οι οποίες περιλαμβάνεται στον πιν. Α' περ. 6, άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3459/2006. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, 1) έχοντας τη φυσική εξουσίαση των κάτωθι ναρκωτικών ουσιών, ώστε ο καθένας από αυτούς, ενεργώντας για λογαριασμό και του άλλου, να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά τη βούλησή του να διαθέτει πραγματικά, κατείχαν τέσσερις (4) μαύρους ταξιδιωτικούς σάκους περιέχοντες ακατέργαστη κάνναβη συνολικού μικτού βάρους εξήντα εννέα κιλών και εξακοσίων πενήντα γραμμαρίων (69.650 γρ), οι οποίοι (σάκοι) είχαν τοποθετηθεί εντός του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Φ. οχήματος, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, μοντέλο HILUX, ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου Ν. Σ., το οποίο οδηγούσε ο ίδιος και ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Α. επέβαινε ως συνοδηγός και επιπροσθέτως, 2) μετέφεραν την ως άνω ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης προς άγνωστο προορισμό, χρησιμοποιώντας το ανωτέρω όχημα".
Με τους συνεξεταζόμενους δύο λόγους της κρινόμενης αίτησής του ο εν λόγω (δεύτερος) αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχεται ειδική αιτιολογία ως προς την ενοχή του για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη του και επί πλέον, ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 20 του Ν. 4139/2013 και 1 παρ. 1, 2 του Ν. 3459/2006 και προσάπτει σ' αυτήν (την προσβαλλόμενη απόφαση) τις απορρέουσες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, σχετικές πλημμέλειες. Με τις παραπάνω παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται κατά τα προαναφερθέντα, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη (δευτέρου) αναιρεσείοντος για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη του, αφού εκτίθενται σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω αναφερομένου εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 20 του Ν. 4139/2013, 1 παρ. 1, 2 του Ν. 3459/2006, που σημειωτέον ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και συγκεκριμένα, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Επί πλέον, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το είδος της ναρκωτικής ουσίας αλλά και η ακριβής ποσότητα αυτής που αυτός κατείχε και μετέφερε από κοινού με τον ως άνω συνεργό του με το επίσης αναφερόμενο σ' αυτήν όχημα. Εν όψει των προαναφερθέντων, αμφότεροι οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Οι εμπεριεχόμενες εξάλλου στην εν λόγω (τρίτη) αίτηση αναίρεσης, υπόλοιπες σχετικές αιτιάσεις του (δευτέρου) αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης αλλά και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου (παραδεκτού) αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η (τρίτη) από 27-1-2025 αίτηση αναίρεσης του (δευτέρου αναιρεσείοντος) Ι. Α. του Γ., κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 28/2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Γ' Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί ο προαναφερθείς (δεύτερος) αναιρεσείων Ι. Α. στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις δύο (2) από 29-1-2025 και 23-7-2025 αιτήσεις του Ν. Σ. του Β. αλλά και την από 27-1-2025 αίτηση του Ι. Α. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28/2025 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθένα από τους ως άνω δύο αναιρεσείοντες στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ