ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1281/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1281/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1281/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1281 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1281/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Μαρία Γιαννακοπούλου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Βλάχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρμαρινό, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1131/2025 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2-4-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Ι)Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α)να γίνει δεκτό το αίτημα αναβολής και β) να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση.

ΙΙ)Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 2/4/2025 αίτηση του Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ.1131/2025 αποφάσεως του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 περ.β' και δ' του ΠΚ και καταδικάσθηκε σε συνολική χρηματική ποινή δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων (12.500) ευρώ, έχει ασκηθεί νομότυπα από τον ίδιο με δήλωση που κατατέθηκε στην Γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου (άρ 466 παρ.1, 474 παρ.1 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.α του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 14/3/2025 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 2/4/2025, εντός της προβλεπόμενης για την άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο εικοσαήμερης προθεσμίας (άρθ.473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ). Τυγχάνει επίσης παραδεκτή διότι ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' , Β', Δ', Ε' και Θ' του ΚΠΔ (άρθρ.462 παρ.1β, 464, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ). Πρέπει επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010), όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00 €) και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000,00) δραχμών, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €), με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000,00) δραχμών.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου ΑΝ 1846/1951, νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την εργασία του.

Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, στο άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί κατά τα άνω. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζονται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ'αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων ποσών στον δικαιούχο ασφαλιστικό οργανισμό, εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές, δηλαδή, μέσα στον αμέσως επόμενο μήνα εκείνου, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία προς τον οφειλέτη εργοδότη.

Πρόκειται για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία (ΑΠ 1474/2024, ΑΠ 1164/2024, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 952/2023). Για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών, απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, που ως τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την εργασία ή υπηρεσία του και το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό, στο πρόσωπο δε αυτού στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967 (ΑΠ 1474/2024, ΑΠ 1164/2024, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 952/2023).

Περαιτέρω, πρέπει να προκύπτει αν πρόκειται για ατομική επιχείρηση ή για νομικό πρόσωπο φερόμενο ως εργοδότη και, στην τελευταία περίπτωση, απαιτείται να προσδιορίζεται η νομική μορφή του και η αναφορά των πραγματικών περιστατικών , από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε η συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην εταιρεία, κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, χωρίς να αρκεί ο χαρακτηρισμός του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας (ΑΠ 1164/2024, ΑΠ 898/2022, ΑΠ 343/2023, ΑΠ 345/2023, ΑΠ 952/2023).

Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν.4075/11.4.2012 προστέθηκε στο άρθρο 1 του α.ν 86/1967 παράγραφος 7 σύμφωνα με την οποία ορίζονται τα φυσικά πρόσωπα που θεωρούνται ως αυτουργοί των αδικημάτων του άρθρου 86/1967, όταν εργοδότες, που δεν καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ, είναι μη φυσικά πρόσωπα. Ειδικότερα, στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες αυτουργοί θεωρούνται α) οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι τις 11-4-2012, οπότε θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και 2) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012 και οφείλονται από ανώνυμη ημεδαπή εταιρία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, ήτοι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων (ανεξαρτήτως του αν χαρακτηρίζονται μη εκτελεστικοί, εφόσον δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012- ΑΠ 1474/2024, ΑΠ 576/2024), οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε, ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται, μόνον, αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (αντιπρόεδροι και μέλη Δ.Σ.) ασκούν, πράγματι, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική (ΑΠ 1474/2024, ΑΠ 1164/2024, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 325/2024, ΑΠ 345/2023, ΑΠ 323/2023, ΑΠ 192/2023).

Κατ` ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ` αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι: α) η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στους ως άνω Οργανισμούς ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε , εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό (Ολ.ΑΠ 1/1996, 1474/2024, ΑΠ 1164/2024, ΑΠ 564/2024. ΑΠ 898/2023). Ενώ δεν απαιτείται, να αναφέρονται, αφού δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, ο αριθμός των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοί ήσαν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός (ΑΠ 1164/2024, ΑΠ 1477/2023, ΑΠ 343/2023) β) η αναφορά, επί εργοδότη νομικού προσώπου ή εταιρείας της μορφής του νομικού προσώπου ή του νομικού τύπου της εταιρείας αντίστοιχα και των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στο νομικό πρόσωπο ή στην εταιρεία, κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, χωρίς να αρκεί ο χαρακτηρισμός του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας (ΑΠ 1164/2024, ΑΠ 952/2023, ΑΠ 343/2023, ΑΠ 345/2023, ΑΠ 228/2023, ΑΠ 192/2023,ΑΠ 898/2022). γ) ειδικότερα, επί εργοδότη ανώνυμης ημεδαπής εταιρείας, στην περίπτωση που πρόκειται για ασφαλιστικές εισφορές του γεννήθηκαν μέχρι τις 11/4/2012, οπότε θεσπίσθηκε η παρ. 7 του αρ. 1 του α.ν. 86/1967, κατά την οποία, κατ' αρχήν, κυρίως υπόχρεοι για την ως άνω καταβολή είναι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, κλπ, ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των αρχικά και κυρίως υπόχρεων, πρέπει να αναγράφεται στην καταδικαστική απόφαση ότι ο καταδικασθείς είχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, μία από τις αναγραφόμενες στην ως άνω διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 ιδιότητες, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού αυτού ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της α.ε (ΑΠ 1474/2024 ΑΠ 567/2024, ΑΠ 192/2023, ΑΠ 191/2023), καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια, ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (ήτοι του αναφερομένου, απλώς, ως εργοδότη) για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται κατ`είδος, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπ` όψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή. Η ύπαρξη του δόλου (άρ 27 του ΠΚ), δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, η σχετική δε με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, κάτι που δεν συμβαίνει στο -εδώ εξεταζόμενο- έγκλημα της παράβασης του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1160/2023, ΑΠ 846/2023, ΑΠ267/2023, ΑΠ 756/2023, ΑΠ 544/2023).

Περαιτέρω, για το αδίκημα μη καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, η παραγραφή προβλέπεται πενταετής, ήτοι 60 μηνών, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος, που είναι γνήσιο έγκλημα τελούμενο διά παραλείψεως, (άρθρο 15 ΠΚ) και αρχίζει κατ'άρθρα 17 και 112 ΠΚ και 1 παρ.1 και 2 του Α.Ν.86/1967, από την πάροδο 30 ημερών από το τέλος του μηνός κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο οφειλέτης εργοδότης όφειλε να ενεργήσει καταβάλλοντας αυτές. Ωστόσο, δια του άρθρου 22 του Ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α 14/02.02.2012), προστέθηκε παρ. 6, στο τέλος του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 με την οποία ορίζεται: "χρόνος τέλεσης του αδικήματος των παραγράφων 1 και 2 για όσους οφείλουν ασφαλιστικές εισφορές άνω των 150.000 ευρώ, είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση του μηνός από τότε που οι ασφαλιστικές εισφορές κατέστησαν απαιτητές μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντιστοίχου με το 1/3 της προθεσμίας παραγραφής". Είναι προφανές ότι η ως άνω διάταξη της παρ. 6 εδ. α' του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 δεν αλλάζει το χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ο οποίος προσδιορίζεται, όπως ανωτέρω, από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν.89/1967, αλλά, όπως εξ αυτής προκύπτει, επιμηκύνει το χρόνο έναρξης και συμπλήρωσης της παραγραφής επί σοβαρών περιπτώσεων μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών και ορίζει ότι στην περίπτωση αυτή η πενταετής παραγραφή αρχίζει από την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος του 1/3 της προθεσμίας των 5 ετών ή 60 μηνών και συγκεκριμένα, από την πάροδο των 20 μηνών από την παρέλευση του μηνός από τότε που οι ασφαλιστικές εισφορές άνω των 150.000 ευρώ κατέστησαν απαιτητές, συμπληρώνεται δε μετά πέντε έτη από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας. (ΑΠ 228/2023, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 1089/2018). Σημειώνεται ότι για τα αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι την ημερομηνία ισχύος του N. 4038/2012 (02.02.2012), έστω και αν αφορούν οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές άνω των 150.000 ευρώ, η παραγραφή τους συμπληρώνεται με την πάροδο πέντε ετών από τον χρόνο τέλεσής τους, που συμπίπτει με την πάροδο μηνός από τότε που οι ασφαλιστικές εισφορές κατέστησαν απαιτητές.

Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ'αριθ.1131/2025 προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα ειδικώς αναφερόμενα σ`αυτήν αποδεικτικά μέσα δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στη Θεσσαλονίκη από 01/06/2017 έως 01/07/2021, ο κατηγορούμενος, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης SYNCΟ ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΟΥΦΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΔΗ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ και Α.Μ.Ε.: 5040001245, ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ, ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 506 ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Ζ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 01/04/2017 έως 31/05/2021 στην επιχείρηση του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ε.φ.Κ,Α. (τ, ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 442.420,92 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Ενώ όμως είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 294.947,28 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Επίσης, ενώ είχε παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕ!) ποσού 147.473,64 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ1 αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές.
Συνεπώς, αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις που του αποδίδονται".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο των αξιοποίνων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 δ' και ε', με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη Θεσσαλονίκη από 01/06/2017 έως 01/07/2021, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία SΥΝCΟ ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΟΥΦΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΔΗ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ και Α.Μ.Ε.: 5040001245, ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 506 ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Ζ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, είδος Επιχείρησης: Κατασκευή πορτών, παραθύρων, πλαισίων και κατωφλιών για πόρτες, παραθυρόφυλλων, ρολών και παρόμοιων ειδών και μερών τους από πλαστικές ύλες και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 01/04/2017 έως 31/05/2021 στην επιχείρηση του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ε.φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Εφ.Κ,Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 442.420,92 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό: .../2017, .../2017, .../2018, .../2018, .../2018, .../2019, .../2019, .../2018, .../2017, .../2017, .../2019, .../2019, .../2019, .../2020, .../2018, .../2017, .../2018, .../2019, .../2019, .../2021, ...76/2021, .../2018, .../2019, .../2019, .../2020, .../2021, .../2017, .../2018, .../2019, .../2020, .../2020 ΠΕΕ, συνολικού ποσού εισφορών 442.420,92 ΕΥΡΩ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 294.947,28 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 147.473,64 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση". Με τις παραδοχές όμως, αυτές, το ως άνω Δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και ως εκ τούτου δεν διέλαβε την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής και ασαφής και στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος φέρεται ως εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "SΥΝCΟ ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΟΥΦΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΔΗ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ και Α.Μ.Ε.: 5040001245, ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 506 ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Ζ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, είδος Επιχείρησης ..", χωρίς να αναφέρεται, ούτε στο σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό, το είδος της επιχείρησης αυτής, ήτοι αν πρόκειται για ατομική επιχείρηση ή εταιρεία και ποια η νομική μορφή της τελευταίας, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο αναιρεσείων σ'αυτήν. Μολονότι δε στα αναγνωστέα έγγραφα και ιδία στην πρωτοβάθμια απόφαση περιλαμβάνεται στην επωνυμία της επιχείρησης ο όρος "ανώνυμη εταιρεία", το Δικαστήριο, μη καθορίζοντας συγκεκριμένα τη μορφή της επιχείρησης αυτής ως ανώνυμης εταιρείας, προκύπτει ότι δεν τα έλαβε υπόψη ως όφειλε. Εφόσον δε η οφειλέτρια επιχείρηση, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο προέκυψαν οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), είχε τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, θα έπρεπε να προσδιορίζεται περαιτέρω ποια ήταν συγκεκριμένα η ιδιότητα και η θέση που ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων είχε στην ως άνω εταιρεία, ώστε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, με βάση αυτή την ιδιότητά του να ανακύπτει η νομική υποχρέωσή του αφενός μεν, να εξοφλήσει τις εργοδοτικές εισφορές της ανώνυμης εταιρίας και αφετέρου, να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων σ' αυτήν και να τις αποδίδει προς το ΕΦΚΑ (τ.ΙΚΑ-ΕΤΑΜ). Μόνη δε η αναφερόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ιδιότητα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ως εργοδότη της επιχείρησης με την επωνυμία ... και ΑΜΕ ... ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ 531 25ΗΣ ΜΑΡΤΙΟΥ, είδος επιχείρησης χονδρικό εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, δεν καθιστά αυτόν, άνευ ετέρου, υπόχρεο για παρακράτηση των εργατικών εισφορών και για απόδοση αυτών μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές στο ΙΚΑ. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον προσδιορισμό της ιδιότητας του αναιρεσείοντος, υφισταμένης επιπλέον, κατά τούτο, κενού και ασάφειας, στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη θέση του αναιρεσείοντος στην ανώνυμη εταιρεία και την άμεσα συναρτώμενη με αυτήν, υποχρέωσή του για την απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται και νόμιμης βάσης. Κατόπιν αυτών, είναι βάσιμος ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πέμπτος αναιρετικός λόγος της υπό κρίση αίτησης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθμ.1131/2025 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή