ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1341/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1341/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1341/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1341 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1341/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη, Εισηγήτρια, Παναγιώτη Φιλόπουλο και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ουρανίας Σταθέα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης V. Μ. του I., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Φόρτωμα, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1719/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ. 28/2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση υπ' αρ. εκθ. 28/26-6-2025 αίτηση της M. V. του I. για αναίρεση της υπ' αρ. 1719/2025 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά παραπομπή από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος με την υπ' αρ. 473/2025 απόφασή του αναίρεσε την υπ` αριθ. 1850/2024 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου - και με την οποία (προσβαλλόμενη απόφαση) αυτή κρίθηκε ένοχη, με την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β' ΠΚ και την επιπλέον αναγνωρισθείσα σ' αυτήν, κατ' έφεση, ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ, του αδικήματος της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στον ΕΦΚΑ [τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ], ασκήθηκε από την ίδια, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωσή της στην αρμόδια γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, εντός της προβλεπόμενης από το νόμο (άρθρο 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ) προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοιν.Δ, που έλαβε χώρα στις 16-6-2025. Επομένως, η αίτηση αυτή, που περιέχει ως λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω έλλειψης ακρόασης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρθρο 171 παρ.2 του ιδίου κώδικα), την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠοινΔ), την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Ε' ΚΠοιν.Δ) και την υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ), είναι παραδεκτή (άρθρα 462 παρ.1, 464, 466 παρ.1, 474 παρ.1εδ.α'και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α του ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

A. Κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., μετά την αναίρεση της απόφασης, εάν η νέα συζήτηση, διατάχθηκε συνεπεία αίτησης αναίρεσης που έγινε μόνο από ή υπέρ του καταδικασθέντος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει δικαιοδοσία να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση όταν η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου, αν, όμως, η αναίρεση υπήρξε μερική, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, δεν θίγεται δε η απόφαση κατά τις λοιπές αυτής διατάξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα δυνάμει της υπ' αρ. 1850/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχη με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β'και ε' του ΠΚ, για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και της επιβλήθηκε συνολική χρηματική ποινή εξακοσίων (600) ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 473/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εξ ολοκλήρου την υπ' αρ. 1850/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο της ουσίας για να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση. Επακολούθησε η εισαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της παραπομπής και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1719/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, της οποίας ζητείται η αναίρεση.

B. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Α. Ν. 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο [εργοδοτικών], οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ [20.000 Ε] και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ανωτέρω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών [3] μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ [10.000 Ε], κατά τη διάταξη δε της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ [10.000 Ε], με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω οργανισμούς και δεν τους καταβάλει ή δεν τους αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι [6] μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ [10.000 Ε].

Εξάλλου κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των παραπάνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με το ν. 2113/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν από τον υπόχρεο μέχρι το τέλος του επομένου μηνός από τον χρόνο που έχει κατά τα ανωτέρω ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εγκλήματα της μη καταβολής των ως άνω εισφορών [εργοδοτικών - εργατικών] είναι γνήσια εγκλήματα παράλειψης, διώκονται αυτεπαγγέλτως και συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής αυτών εντός τριάντα [30] ημερών από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός, που παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία, χρόνος τέλεσης των οποίων είναι η παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, οπότε και αρχίζει η παραγραφή τους. Κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που απαιτούνται και για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ανωτέρω οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον ασφαλιστικό οργανισμό, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου Α. Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό του οποίου ή των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, με την παράγραφο 4 του άρθρου 4 του Ν.2556/1997 δε, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 2 του Ν. 2676/1999, οι διατάξεις του άρθρου 115 του Ν. 2238/1994, όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται, κατ' αναλογίαν, και για την καταβολή των οφειλομένων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών. Ήδη, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/2012, προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 1 του Α. Ν. 86/1967, στην οποία ορίζεται ότι: "Για εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα, που δεν καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ή των φορέων ή κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου θεωρούνται στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες: α] οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β] αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω" [ΑΠ 898/2023, ΑΠ 394/2022].

Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, όπως στην περίπτωση που καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση ή αίτηση (άρθρα 41 και 53 ΚΠΔ) ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ ΑΠ 3/2005, ΑΠ 556/2024, ΑΠ 1003/2020).

Δ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο [ΑΠ 117/2023]. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού [δόλου] αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Κατ' ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε, ως και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου [ήτοι του αναφερομένου απλώς ως εργοδότη] για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 898/2023, ΑΠ 228/2023, ΑΠ 840/2020).

Ε. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία μπορεί να εμπεριέχεται στον ΠΚ ή στους ειδικούς ποινικούς νόμους. Εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παραβιασθείσα διάταξη είναι δικονομικού δικαίου. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 880/2024, ΑΠ 734/2024).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες της έλλειψης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 381 παρ. 1 του ΠΚ και της υπέρβασης εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' του ΚΠΔ αντίστοιχα, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της περί μη υποβολής έγκλησης για την ένδικη πράξη της υπεξαίρεσης (375 παρ. 1 ΠΚ) των οφειλομένων προς τον Ε.Φ.Κ.Α. (τ.ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) εργατικών ασφαλιστικών εισφορών και την καταδίκασε γι' αυτήν, ενώ έπρεπε ως προς αυτήν να παύσει οριστικά την σε βάρος της ασκηθείσα ποινική δίωξη. Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η κατά της αναιρεσείουσας ποινική υπόθεση σχηματίστηκε αυτεπάγγελτα, μετά την υποβολή εναντίον της, της από 18-11-2021 μήνυσης του Διευθυντή του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α), και ότι παραπέμφθηκε για να δικαστεί με το από 18-1-2022 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/1967 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 ΠΚ. Η αναιρεσείουσα, πρόβαλε, δια του συνηγόρου της, ενώπιον του δικάσαντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η ασκηθείσα σε βάρος της ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών προς τον ΕΦΚΑ [τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ] έπρεπε να παύσει οριστικά λόγω μη υποβολής έγκλησης. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την εξής αιτιολογία "Ο ισχυρισμός περί έλλειψης έγκλησης όσον αφορά το αδίκημα της υπεξαίρεσης είναι απορριπτέος, διότι δεν φέρεται τέτοιο αδίκημα με το προκείμενο κατηγορητήριο". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, ορθά απέρριψε τον ανωτέρω προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης περί μη υποβολής έγκλησης για την ένδικη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών ασφαλιστικών εισφορών προς τον Ε.Φ.Κ.Α., διότι αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση, αφού, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα στην υπό στοιχείο Β' μείζονα σκέψη, η ανωτέρω ένδικη πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ' έγκληση.

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 381 παρ.1 του ΠΚ και για υπέρβαση εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε σε σχέση με την περί ενοχής της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης, ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Ο ισχυρισμός δε περί παραγραφής για τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2017 πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τα ποσά των μηνών αυτών, 4.573,02 ευρώ και 5.108,46 ευρώ αντιστοίχως, σύμφωνα με την ως άνω κατάθεση στο ακροατήριο της μάρτυρος Π. Ι., υπαλλήλου του ΕΦΚΑ. Σύμφωνα με την ίδια κατάθεση, μετά από μερική εξόφληση, πλέον οφείλεται το συνολικό ποσό των 30.703,27 ευρώ, εργοδοτικές 20.468,84 ευρώ και εργατικές 10.234,42 ευρώ, και, συνεπώς, η κατηγορουμένη θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχη ως προς τα ποσά αυτά μόνο".

Στη συνέχεια, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, αφού έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα εναντίον της κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας ποινική δίωξη για τις επίδικες οφειλές προς τον ΕΦΚΑ, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1/2/2017 έως 31/3/2017, κήρυξε αυτήν, κατά τα λοιπά, ένοχη του αδικήματος της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στον ΕΦΚΑ [τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ], με την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα σ' αυτήν ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β' ΠΚ, και αφού της αναγνώρισε και την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ, της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (μηνών) με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο διατακτικό :

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτήν ένοχη του ότι στην Αθήνα την 19/11/2018 τυγχάνοντας εργοδότρια της επιχείρησης με την επωνυμία M. V. I. και Α.Μ.Ε. ..., ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 095 ΑΧΑΡΝΩΝ, είδος Επιχείρησης: Δραστηριότητες καθαρισμού κτιρίων, μέσων μεταφοράς και άλλων χώρων και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 01-04-2017 έως 30-09-2018 στην επιχείρηση της προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω συνολικές εισφορές ποσού 30.703,27 ευρώ, εργοδοτικές 20.468,84 ευρώ και εργατικές 10.234,42 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό .../2017, .../2018, .../2018, .../2017, .../2018, .../2018, .../2017, .../2017, .../2017, .../2018, .../2018, .../2018, .../2017, .../2017, .../2018, .../2018, .../2017, .../2018, .../2017, .../2017, .../2018 ΠΕΕ).

1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ίδια (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ ασφαλιστικών εισφορών ποσού 20.468,84 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.

2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση της (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 10.234,42 ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση". Με τις παραπάνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σε σχέση με την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του, την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλιπής και ασαφής. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποια η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση της κατηγορουμένης σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή της για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού της, ως εργοδότριας, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση αυτής. Μόνη η αναφερομένη ιδιότητα της κατηγορουμένης ως εργοδότριας της επιχείρησης με την επωνυμία "M. V. I. και Α.Μ.Ε. ..., ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 095 ΑΧΑΡΝΩΝ, είδος Επιχείρησης: Δραστηριότητες καθαρισμού κτιρίων, μέσων μεταφοράς και άλλων χώρων" δεν καθιστά αυτή υπόχρεη για παρακράτηση εργατικών εισφορών και για απόδοση αυτών μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές στον ΕΦΚΑ. Επομένως, ο σχετικός με την ανωτέρω πλημμέλεια πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης σε σχέση με την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση της και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε', Α' του ΚΠΔ, περί ασαφούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις οφειλόμενες προς τον Ε.Φ.Κ.Α. εργοδοτικές και εργατικές ασφαλιστικές εισφορές, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 85 παρ.1 του ΠΚ, και σιωπηρής απόρριψης των αυτοτελών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας για αναγνώριση σ' αυτήν των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α' και 84 παρ.3 ΠΚ, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρα 519 και 522 ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1719/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή