ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1351/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1351/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1351/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1351 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1351/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση-Εισηγήτρια, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Β. Π. του Μ. και 2. Μ. Μ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τριαντάφυλλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 45/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Χίου). Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Μ. Π. του Μ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίσθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Χίου), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις από 11-12-2024 και με αριθμούς 4/2024 και 5/2024, αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς την περί ποινή διάταξή της, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε για νέα συζήτηση, να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση 1) από 11.12.2024 αίτηση της κατηγορουμένης Β. Π. του Μ. και 2) από 11.12.2024 αίτηση του κατηγορουμένου Μ. Μ. του Α., κατοίκων ..., για αναίρεση της [εκδοθείσας μετ' αναίρεση] υπ' αριθ. 45/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Χίου), με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, σε δεύτερο βαθμό, της αξιόποινης πράξης της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης από κοινού, και καταδικάστηκαν, μετά την αναγνώριση συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε' του ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων [4] μηνών έκαστος, με τριετή αναστολή, ασκήθηκαν νομοτύπως από τους ίδιους, αυτοπροσώπως, με αντίστοιχες δηλώσεις τους στη Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συνταχθεισών των υπ' αριθ. 4/11.12.2024 και 5/11.12.2024 σχετικών εκθέσεων αναίρεσης [άρθ. 466 παρ. 1, 474 παρ. 1 ΚΠΔ], και εμπρόθεσμα, εντός, δηλαδή, της νόμιμης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση (26.11.2024) της προσβαλλόμενης απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο [άρθ. 473 παρ. 2, 3 ΚΠΔ], περιέχουν δε ταυτόσημους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Γ', Δ', Ε' και Θ' του νέου ΚΠΔ [απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης-έλλειψη νόμιμης βάσης, υπέρβαση εξουσίας]. Είναι, συνεπώς, παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας. Σημειώνεται, ότι η παρασταθείσα ως υποστηρίζουσα την κατηγορία ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, Μ. Π. του Μ., η οποία κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την υπ' αρ. 6/23.1.2025 κλήση του, προκειμένου να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο [18.3.2025], όπως προκύπτει από τα από 6.2.2025 και 28.1.2025 αποδεικτικά επίδοσης, που συντάχθηκαν αρμοδίως από τους αστυνομικούς του Α.Τ. Χίου Α. Κ. και Μ. Σ., προς την ίδια και την αντίκλητό της, δικηγόρο Χίου, Χριστίνα Γαλάτουλα, αντίστοιχα, δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μετά ή δια συνηγόρου, ως όφειλε κατά νόμο (άρθ.512 παρ.3 ΚΠΔ), πλην όμως, εφόσον παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες, η συζήτηση των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης γίνεται σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 515 παρ. 2 α' ΚΠΔ).

Από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 467/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου οι ήδη αναιρεσείοντες, τότε συγκατηγορούμενοι, καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό για την πράξη της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης από κοινού, σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών έκαστος με τριετή αναστολή και κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης άσκησαν αντίστοιχες εφέσεις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Πλημμελημάτων), το οποίο με την υπ' αριθ. 44/2023 απόφασή του δέχθηκε τυπικά τις δύο εφέσεις και καταδίκασε αυτούς για την παραπάνω πράξη, μετά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού τους για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ.ε'του ισχ.ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών με τριετή αναστολή, όπως και πρωτοδίκως. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. 962/2024 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, εκδοθείσας κατόπιν ασκήσεως αιτήσεων αναίρεσης από τους κατηγορουμένους, ήδη αναιρεσείοντες, κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. 44/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου [Μεταβατικής Έδρας Χίου], αναιρέθηκε αυτή λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη και το είδος της προξενηθείσας σωματικής βλάβης ως απλής ή όλως ελαφράς και για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 3500/2006 και 308 παρ. 1 ΠΚ και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά τη νομότυπη εισαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της παραπομπής και την εκ νέου συζήτηση αυτής, εκδόθηκε η, ήδη προσβαλλόμενη με τις ένδικες δύο αιτήσεις αναίρεσης, υπ' αριθ.45/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου, με την οποία οι δύο κατηγορούμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, κηρύχθηκαν ένοχοι της πράξης της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης από κοινού και καταδικάστηκαν, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών έκαστος, επίσης με τριετή αναστολή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 του προϊσχύσαντος ΠΚ, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται ότι τελέστηκε η ένδικη πράξη, "1. Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι όλως ελαφρά τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ ", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 308 παρ. 1 του νέου ΠΚ [όπως το εδ. β'της παρ. 1 του άρθρου 308 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθ. 64 ν. 4855/2021] "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή. Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του ν. 3500/2006 "Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τα άρθρα 117 του ν. 5090/2024 και 21 παρ. 2 του ν. 5172/2025, "Για τον παρόντα νόμο θεωρείται: 1. "ενδοοικογενειακή βία", η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας ...., σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και ....". 2. α. "οικογένεια" [όπως η §2 εδ.α' ίσχυε κατά το χρόνο που φέρεται ότι τελέστηκε η ένδικη πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης (8.12.2016)], η κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους. β)..... γ) .... . 3. Θύμα ενδοοικογενειακής βίας, κάθε πρόσωπο της προηγουμένης παραγράφου σε βάρος του οποίου τελείται αξιόποινη πράξη κατά τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος....". Κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου "Η άσκηση βίας κάθε μορφής μεταξύ των μελών της οικογένειας απαγορεύεται", κατά δε το άρθρο 17 παρ. 1 του αυτού νόμου "Η ποινική δίωξη για τα εγκλήματα των άρθρων 6, 7, 9 και 10 ασκείται αυτεπαγγέλτως". Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του αυτού νόμου (3500/2006) "Το μέλος της οικογένειας το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α' της παρ. 1 του άρθρου 308 του ΠΚ, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β' του άρθ. 308 παρ. 1, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους", ή με χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του νέου ΠΚ, η οποία είχε προστεθεί διαζευκτικά στην απειλούμενη ποινή φυλάκισης, με το άρθρο 463 παρ. 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, το οποίο καταργήθηκε με άρθ. 136 στοιχ. α' του ν. 5090/2024, πλην όμως εφαρμόζεται εν προκειμένω ως ευμενέστερο για τους κατηγορούμενους, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 νΠΚ, η δε χρηματική ποινή αφαιρέθηκε, από 1.5.2024, μετά την τροποποίηση του άρθρου 6 §1 ν. 3500/2006 με το άρθρο 120 ν. 5090/2024. Με τον ως άνω ν. 3500/2006 ποινικοποιείται η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, υπό την έννοια της πρόκλησης από μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, ή εντελώς ελαφράς σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας μετά από συνεχή συμπεριφορά. Η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη διακρίνεται από τη σωματική βλάβη του άρθρου 308 ΠΚ, ως προς το στοιχείο της τέλεσής της εντός του οικογενειακού κύκλου και για το λόγο αυτόν τιμωρείται αυστηρότερα. Ενόψει των προεκτεθέντων, καθίσταται σαφές ότι η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 ν. 3500/2006 παραπέμπει, κατά περίπτωση, μόνο στις σωρευθείσες αντικειμενικές υποστάσεις του άρθρ. 308 ΠΚ και όχι στις αντίστοιχες ποινές του, αφού η ίδια εν λόγω διάταξη [άρθ. 6 §1] προβλέπει τη δική της αυξημένη ποινή. Έτσι, το γεγονός ότι τα ταυτάριθμα άρθρα 308 του παλαιού και του νέου ΠΚ, προβλέποντας αντιστοίχως τις ίδιες ακριβώς αντικειμενικές υποστάσεις της απλής (§1 εδ. α') και της εντελώς ελαφράς (§1 εδ. β') σωματικής βλάβης, προβλέπουν αντίστοιχα διαφορετικές μεταξύ τους ποινές [το άρθ. 308 §1 εδ. α' του νέου ΠΚ σαφώς ευμενέστερη πλημμεληματική, ενώ το άρθ. 308 §1 εδ. β'του νέου ΠΚ σαφώς δυσμενέστερη, αφού ήδη τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, ενώ υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ σε βαθμό πταίσματος], δεν έχει ιδιαίτερη σημασία και δεν ανακύπτει κατ' εφαρμογή του άρθ. 2 νΠΚ ζήτημα διαχρονικού δικαίου, όσο η απλή ή η εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη τελούνται ενδοοικογενειακώς. Τέτοιο ζήτημα διαχρονικού δικαίου θα ανακύψει αν θεωρηθεί ότι η σωματική βλάβη τελέστηκε εκτός οικογενειακού κύκλου ή ότι η εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη τελέστηκε μεν εντός τέτοιου κύκλου, όχι όμως με συνεχή συμπεριφορά. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 308 παρ. 1 του προϊσχύσαντος και του νέου ΠΚ "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται.... Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται....". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το αδίκημα της σωματικής βλάβης, που θεσμοθετείται για να προστατευθεί η σωματική ακεραιότητα του ανθρώπου, είναι έγκλημα ουσιαστικό (αποτελέσματος) και γνήσιο πολύτροπο ή υπαλλακτικά ή διαζευκτικά μικτό, τελούμενο με δύο τρόπους, δηλαδή τη σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου περιλαμβάνει όχι μόνο ορισμένη ενέργεια (ή παράλειψη) αλλά και ορισμένο αποτέλεσμα που συνίσταται είτε στην πρόκληση σωματικής κάκωσης είτε στην πρόκληση βλάβης της υγείας του παθόντος και που διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητάς της, σε απλή (βασικό έγκλημα) και σε εντελώς ελαφρά (προνομιούχο παραλλαγή), η οποία, χωρίς να είναι επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση της ανωτέρω πράξης της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης, απαιτείται, πέραν της πρόκλησης σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, και δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, δηλαδή τη γνώση και θέληση της πρόκλησης σε άλλον σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του, αρκεί δε οποιαδήποτε μορφή δόλου, που μπορεί να είναι είτε άμεσος, είτε ενδεχόμενος, αλλά σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση θα πρέπει σαφώς να προσδιορίζεται στην απόφαση. Σωματική κάκωση είναι κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις κλπ, και μπορεί, χωρίς να είναι απαραίτητο, να είναι συγχρόνως και βλάβη της υγείας, που ως τέτοια χαρακτηρίζεται κάθε διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών, δηλαδή κάθε πρόκληση ή επίταση μιας παθολογικής κατάστασης του οργανισμού, που πρέπει να έχει κάποια χρονική διάρκεια, η οποία να απαιτεί μια, έστω και σύντομη, διαδικασία ίασης, στηριζόμενη είτε σε παροχή ιατρικής περίθαλψης είτε στις φυσικές μόνο δυνάμεις του οργανισμού.

Εξάλλου, βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς σωματική κάκωση, καθώς επίσης μπορεί να επέλθει η καθεμία χωριστά ή να είναι η μία συνέπεια της άλλης και δεν δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας. Η συνδρομή δε των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης για το έγκλημα αυτό πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, ενόψει της διαβάθμισης της σωματικής βλάβης, αναλόγως της σπουδαιότητάς της, σε εντελώς ελαφρά, απλή, επικίνδυνη, βαριά και θανατηφόρα. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη ως προς τον προσδιορισμό με ακρίβεια του είδους της σωματικής κάκωσης ή της βλάβης της υγείας του παθόντος, προκειμένου να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο χαρακτήρας της σωματικής βλάβης από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, για να αποφανθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε, δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν. Όταν ο δράστης έχει προκαλέσει στον παθόντα εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, όχι, όμως, με συνεχή συμπεριφορά, δεν εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.3500/2006, αλλά αυτή του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. β' του προϊσχύσαντος ΠΚ, οπότε η πράξη προσλαμβάνει πταισματικό χαρακτήρα και καθίσταται πλέον ανέγκλητη ενόψει της κατάργησης των πταισμάτων ως αξιόποινων πράξεων.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας.

Εξάλλου, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή. Δεν είναι, όμως, απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 εδ. α' ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Η ανωτέρω επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κρίση για την ενοχή, αλλά και ως προς την κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 171 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε σιωπηρά, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 171 παρ.2 του νέου ΚΠΔ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή του και με προφορική ανάπτυξή του, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογείται και σε περίπτωση αποδοχής του να οδηγεί στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος, πολύ δε περισσότερο, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τέτοιου ισχυρισμού. Ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας, ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα, δεν είναι αυτοτελείς και ως εκ τούτου το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά απαντά σε αυτούς με την περί ενοχής απόφασή του. Έτσι, η άρνηση από τον κατηγορούμενο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης που του αποδίδεται, προβάλλοντας μεταβολή της κατηγορίας, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στην απόφαση. Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 45/2024 απόφασής του το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου), ως Δικαστήριο της παραπομπής, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολογική εκτίμηση όλων των μνημονευόμενων σ' αυτήν, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι, Β. Π. και Μ. Μ., που είναι σύζυγοι, παραβρέθηκαν την 8.12.2016 στην οικία της μητέρας της πρώτης στην οδό ... στο Βροντάδο Χίου για την κηδεία του πατέρα αυτής και της εγκαλούσας - υποστηρίζουσας την κατηγορία, Μ. Π. (αδελφής της πρώτης κατηγορουμένης). Στην εν λόγω οικία βρισκόταν και η εγκαλούσα - υποστηρίζουσα την κατηγορία, σε βάρος της οποίας η πρώτη κατηγορουμένη επιτέθηκε λεκτικά, καθόσον οι σχέσεις τους ήταν από καιρό τεταμένες. Η εγκαλούσα αντέδρασε επίσης λεκτικά και αμέσως μετά η πρώτη κατηγορουμένη εκσφενδόνισε προς το μέρος της εγκαλούσας ένα γυάλινο μπολ και κατόπιν οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, που κατευθυνόταν στην πρόκληση σωματικής βλάβης στην εγκαλούσα, με διαδοχικές κινήσεις των χεριών τους έσπρωξαν την εγκαλούσα, που στεκόταν όρθια μπροστά τους, με αποτέλεσμα αυτή να πέσει προς τα πίσω, να επιπέσει σε έπιπλα και να τραυματιστεί στο κεφάλι, στον καρπό του δεξιού χεριού και στα δεξί γόνατο, όπως επιβεβαίωσαν και οι παρόντες στο επεισόδιο αυτόπτες μάρτυρες, Σ. Γ. και Α. Τ., οι οποίοι περιέγραφαν με ενάργεια και χωρίς αντιφάσεις τις ενέργειες των κατηγορουμένων, που οδήγησαν στον τραυματισμό της εγκαλούσας. Από την πρόσκρουση στα έπιπλα της κατοικίας και την πτώση της στο έδαφος, που προκλήθηκε από την απώθησή της από τους κατηγορουμένους, η εγκαλούσα υπέστη κάκωση δεξιάς πηχεοκαρπικής, δεξιού γονάτου (στην αναφερθείσα κατωτέρω ιατρική βεβαίωση δεν αναγράφεται κάκωση δεξιού γονάτου - έχει παραλειφθεί μετά την εισαγωγή της λέξης "ΔΕ" η λέξη γόνατο, ωστόσο στην συνέχεια του κειμένου γίνεται αναφορά για "περίδεση γόνατος Robert Jones"), αριστερής κάτω γνάθου και αριστερού αυτιού, τα δε τραύματά της αυτά διαπιστώθηκαν και από τον ειδικευμένο ιατρό γενικής ιατρικής, Μ. Σ., που υπηρετείστο Γενικό Νοσοκομείο Χίου "Σκυλίτσειο", όπου μετέβη η εγκαλούσα περί ώρα 23.10 της ίδιας ημέρας, περιπατητική και συνοδευόμενη από τον σύζυγο της, και εξετάστηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (βλ. την 15292/15-12-2016 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Χίου "Σκυλίτσειο", στην οποία περιγράφονται οι κακώσεις που υπέστη η εγκαλούσα - υποστηρίζουσα την κατηγορία). Οι εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις δεν είχαν ευρήματα, ενώ έγινε επίδεση του γονάτου της εγκαλούσας τύπου "Ropert Jones", δηλαδή κατά τρόπο που οδηγεί σε ακινητοποίησή του. Επίσης, της έγινε σύσταση να εισαχθεί στο νοσοκομείο προς παρακολούθηση, αλλά η τελευταία αρνήθηκε και επέστρεφε στην κατοικία της (βλ. την προαναφερόμενη ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση). Η εγκαλούσα αδυνατούσε να βαδίσει για χρονικό διάστημα μιας εβδομάδας λόγω του τραυματισμού της στο δεξιό της γόνατο, το οποίο αδυνατούσε να λυγίσει και έπρεπε να παραμείνει δεμένο, και αναγκάστηκε να χρησιμοποιεί βακτηρία, απουσίασε δε για χρονικό διάστημα μιας εβδομάδας περίπου από την εργασία της ως υπαλλήλου τουριστικού γραφείου, καθώς, περαιτέρω, δεν μπορούσε ευχερώς να χρησιμοποιεί το πληκτρολόγιο του υπολογιστή της εξαιτίας του τραυματισμού της στην πηχεοκαρπική χώρα. Εξάλλου για τις μετακινήσεις της έκανε χρήση των υπηρεσιών του συζύγου της, ο οποίος λόγω της αδυναμίαςτης να βαδίσει ευχερώς, την μετέφερε με το αυτοκίνητο του. Τα ως άνω, σχετικά με τις συνέπειες και την εικόνα του τραυματισμού της εγκαλούσας, επιβεβαιώνουν, εκτός από την παθούσα, και οι προαναφερόμενοι μάρτυρες συγγενείς της, Σ. Γ. και Α. Τ. (θυγατέρα της).

Συνεπώς, η σωματική βλάβη που οι κατηγορούμενοι προκάλεσαν στην εγκαλούσα, παρά το ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή υποβλήθηκε και σε άλλες ιατρικές πράξεις και ότι παρακολούθησε συνεδρίες φυσικοθεραπείας, όπως ανέφερε, χαρακτηρίζεται, λαμβανομένης υπόψη της έκτασης και της βαρύτητας των παραπάνω κακώσεων, ως απλή και όχι ως εντελώς ελαφρά, όπως αβάσιμα οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται, καθώς οι συνέπειές της δεν ήταν επιπόλαιες, αφού η εγκαλούσα αντιμετώπισε, πέραν του πόνου από τα τραύματά της, δυσχέρεια στη βάδιση και στην κίνησή της για ικανό χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για την πράξη της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης από κοινού". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους δύο κατηγορουμένους [ήδη αναιρεσείοντες] ενόχους της πράξης της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης από κοινού, με την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, καταδικάζοντας τον καθένα σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη, με το ακόλουθο διατακτικό: "...στην οδό ... Βροντάδου Χίου, στις 8.12.2016, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, ως μέλη οικογένειας προκάλεσαν σωματική βλάβη σε άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας και συγκεκριμένα η Β. Π., αδελφή της εγκαλούσας, Μ. Π., μαζί με τον σύζυγό της Μ. Μ. (εξ αγχιστείας συγγενή της εγκαλούσας δεύτερου βαθμού), έσπρωξαν με τα χέρια τους την εγκαλούσα με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στα έπιπλα της κατοικίας της μητέρας της και στο πάτωμα αυτής και να υποστεί κάκωση δεξιάς πηχεοκαρπικής, δεξιού γονάτου, αριστερής κάτω γνάθου και αριστερού αυτιού, οι οποίες αποτελούν απλή σωματική βλάβη". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας, διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες, εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης, για την οποία καταδικάστηκαν οι ήδη αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 26 εδ. α', 27 παρ. 1, 45, 308 παρ. 1 εδ. α' του νέου ΠΚ, 1 και 6 παρ.1 περ. α' του ν.3500/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, που να στερούν την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, 1) με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις αναφέρονται στην προσβαλλομένη τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο της παραπομπής ότι προσδιορίζουν το είδος της σωματικής βλάβης, που προκάλεσαν οι αναιρεσείοντες από κοινού στην υποστηρίζουσα την κατηγορία, ως απλής, λόγω των συνεπειών των κακώσεων [κάκωση δεξιάς πηχεοκαρπικής, κάκωση δεξιού γονάτου, του οποίου έγινε περίδεση τύπου "Robert Jones", που οδηγεί σε ακινητοποίησή του, κάκωση αριστερής κάτω γνάθου και αριστερού αυτιού] οι οποίες, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ήταν επιπόλαιες, αφού η υποστηρίζουσα την κατηγορία αντιμετώπισε πόνο από αυτές και δυσχέρεια στη βάδιση και την κίνησή της, καθόσον, συγκεκριμένα, αδυνατούσε να βαδίσει επί μια εβδομάδα επειδή δεν μπορούσε να λυγίσει το δεξιό της γόνατο και έπρεπε να παραμείνει σ' αυτό η περίδεση, αναγκασθείσα να χρησιμοποιεί βακτηρία, ενώ απουσίασε κατά το ίδιο διάστημα και από την εργασία της, ως υπάλληλος τουριστικού γραφείου, γιατί, εξαιτίας του τραυματισμού της στη δεξιά πηχεοκαρπική, δεν μπορούσε ευχερώς να χρησιμοποιεί το πληκτρολόγιο του υπολογιστή. Με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο, παράλληλα, έκρινε αβάσιμο τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό περί ορθού νομικού χαρακτηρισμού της σωματικής βλάβης ως όλως ελαφράς, στον οποίο, άλλωστε, ισχυρισμό, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν υποχρεούνταν να απαντήσει με ειδική απορριπτική αιτιολογία, καθόσον αρκούσε το περί ενοχής αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, με το οποίο καταφάσκεται η από μέρους των ήδη αναιρεσειόντων τέλεση του αδικήματος της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης, εφαρμόζοντας, μετά ταύτα, ορθά τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 περ. α'του ν. 3500/2006 και 308 παρ. 1 εδ. α' ισχ. ΠΚ. 2) Δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση από την πραγμάτωση από κοινού των περιστατικών αυτών, ενόψει ότι για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος, αρκεί, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απλός (κοινός) δόλος. Ωστόσο, ρητά αναφέρεται αφενός στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης ότι οι ήδη αναιρεσείοντες ενήργησαν από κοινού και με κοινό δόλο, που κατευθυνόταν στην πρόκληση σωματικής βλάβης στην εγκαλούσα, ήδη υποστηρίζουσα την κατηγορία, κατά τον ανωτέρω περιγραφόμενο τρόπο, και αφετέρου στο διατακτικό αυτής [προσβαλλομένης] ότι οι αναιρεσείοντες, ενεργώντας με πρόθεση (δόλο) από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, πραγμάτωσαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκαν. Σημειώνεται, ότι ο δόλος τους, για την πρόκληση της σωματικής βλάβης στην υποστηρίζουσα την κατηγορία, δεν αναιρείται από την πρόσκρουση της τελευταίας σε έπιπλα της οικίας και την πτώση της στο πάτωμα, ώστε να απαιτείται ειδική αιτιολογία, αφού η πρόσκρουση και η πτώση προκλήθηκαν εξαιτίας της προηγηθείσας δικής τους ενέργειας να την ωθήσουν βιαίως με τα χέρια τους. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι των κρινόμενων δύο αιτήσεων αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το είδος της προξενηθείσας σωματικής βλάβης και την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 περ. α'του ν. 3500/2006 και 308 παρ. 1 εδ. α' ισχ. ΠΚ, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' αναιρετική πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της ακροαματικής διαδικασίας λόγω έλλειψης ακρόασης, κατ' άρθρο 171 παρ. 2 του νέου ΠΚ, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της παραπομπής δεν απάντησε με την προσβαλλομένη στους νομίμως υποβληθέντες από το συνήγορο υπεράσπισης των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, είναι αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται οι υποβληθέντες ισχυρισμοί. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο μόνος ισχυρισμός που υποβλήθηκε από τους ήδη αναιρεσείοντες δια του συνηγόρου τους, ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ήταν εκείνος περί μεταβολής της κατηγορίας σε όλως ελαφρά σωματική βλάβη [με απότοκη συνέπεια, ακολούθως, την παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως ως πταίσματος], στον οποίο ως αρνητικό, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμό, το Δικαστήριο δεν υποχρεούνταν να απαντήσει, πολλώ μάλλον να διαλάβει ειδική απορριπτική αιτιολογία, αλλά αρκούσε το περί ενοχής αιτιολογικό. Υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του νέου ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπάγονταν στη δικαιοδοσία του ή υπάγονταν στη δικαιοδοσία του αλλά δεν συνέτρεχαν οι όροι άσκησής της (θετική υπέρβαση εξουσίας) και όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει (αρνητική υπέρβαση εξουσίας). Κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, η οποία δεν άλλαξε με την κύρωση του νέου ΚΠΔ από 1.7.2019, "Στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και συγκεκριμένα, είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση) είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή, κυρίως, αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου [ΑΠ 532/2022, ΑΠ 191/2021]. Κατά δε το άρθρο 524 παρ. 2 ΚΠΔ, αν η νέα συζήτηση, στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση, διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνον από εκείνον που καταδικάσθηκε ή προς όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470. Η παράβαση της ανωτέρω διατάξεως συνιστά υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ` του νέου ΚΠΔ λόγο αναίρεσης [ΑΠ 532/2022, ΑΠ 2005/2019]. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η θέση του κατηγορουμένου χειροτερεύει και όταν το δικαστήριο της παραπομπής, κατά την ενώπιόν του νέα συζήτηση της έφεσης του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, που διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που άσκησε ο κατηγορούμενος εναντίον προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή ή ποινή με δυσμενέστερα αποτελέσματα από εκείνη που είχε επιβάλει με την αναιρεθείσα απόφαση και αν ακόμη η ποινή αυτή (που επέβαλε το Δικαστήριο της παραπομπής) δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη που επιβλήθηκε πρωτόδικα [ΑΠ 532/2022, ΑΠ 191/2021]. Τέτοια δε χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου αποτελεί και η επιβολή χρηματικής ποινής, αντί της ποινής φυλάκισης, όταν η εκτέλεση της τελευταίας έχει ανασταλεί κατ' άρθρο 99 παρ.1 εδ. α' ΠΚ [ΑΠ 532/2022]. Τέλος, κατά τη μεταβατική διάταξη του [ήδη καταργηθέντος με άρθ. 136 ν. 5090/2024] άρθρου 463 παρ. 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ "όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα". Έτσι, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3500/2006, ποινή φυλάκισης, προστέθηκε, από 1.7.2019, διαζευκτικά και η χρηματική ποινή [που ήδη αφαιρέθηκε από 1.5.2024 με το άρθ. 120 ν. 5090/2024], η οποία καθιστούσε επιεικέστερη τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3500/2006.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο των αιτήσεων αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφαρμόστηκε από το Δικαστήριο της παραπομπής, ως προς την ποινή που επέβαλε σε καθένα από αυτούς για την ως άνω πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης από κοινού, η, κατά τα προεκτεθέντα, επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3500/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 463 παρ. 2 του νΠΚ, προβάλλοντας έτσι, κατ' ορθή εκτίμηση του ερευνώμενου λόγου, αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' του νΚΠΔ, και δη, αντιστοίχως: α) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 ν. 3500/2006, 463 παρ. 2, 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ και β) για υπέρβαση εξουσίας λόγω χειροτέρευσης της θέσης τους ως κατηγορουμένων, επειδή με την προσβαλλόμενη απόφαση τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών με τριετή αναστολή, αντί της διαζευκτικά προβλεπόμενης ευμενέστερης χρηματικής ποινής. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής (απλής) σωματικής βλάβης από κοινού, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι ήδη αναιρεσείοντες, επιβλήθηκε πρωτοδίκως με την υπ' αριθ. 467/2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου, ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών σε καθένα από αυτούς, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία κατ' άρθρο 99 παρ.1 εδ. α' του νέου ΠΚ [όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με άρθ. 19 ν. 5090/2024]. Ακολούθως, με την αναιρεθείσα υπ' αριθ. 44/2023 προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Χίου), επιβλήθηκε σε καθένα των αναιρεσειόντων, μετά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού τους για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, επίσης, ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας, ανεστάλη επί τριετία, ως και πρωτοδίκως, προκειμένου, κατά το οικείο αιτιολογικό της προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης, να μην καταστεί χειρότερη η θέση αυτών ως καταδικασθέντων (άρθ. 470 ΚΠΔ). Τέλος, με την προσβαλλόμενη απόφαση 45/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Χίου), που δίκασε ως Δικαστήριο της παραπομπής, επιβλήθηκε στους αναιρεσείοντες, μετά την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε'ΠΚ, μειωμένη ποινή [άρθ. 83 ΠΚ] και δη ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών σε καθένα, η εκτέλεση της οποίας, ομοίως, ανεστάλη επί τριετία, δεσμευόμενο προς τούτο το Δικαστήριο της παραπομπής από την απαγόρευση του άρθρου 470, κατά τη σχετική ρητή μνεία στο οικείο σκεπτικό του. Ενόψει τούτων, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής επιβλήθηκε στους ήδη αναιρεσείοντες ελαφρότερη ποινή, τόσο σε σχέση με εκείνη των δώδεκα (12) μηνών που τους είχε επιβληθεί με την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και σε σχέση με την ποινή, επίσης των δώδεκα (12) μηνών, που επιβλήθηκε με την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αφού επιβλήθηκε μειωμένη ποινή, και διατήρησε, όπως είχε υποχρέωση το Δικαστήριο της παραπομπής, το ευεργέτημα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, το οποίο είχε χορηγηθεί στους αναιρεσείοντες με τις ως άνω αποφάσεις. Η ανασταλείσα δε ποινή φυλάκισης, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 εδ. α'ΠΚ [όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με ν. 5090/2024 ] είναι, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, ευμενέστερη, αφού άγει στη μη εκτέλεση της ποινής, σε αντίθεση με τη χρηματική που εκτελείται και, συνεπώς, το Δικαστήριο δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση των τότε κατηγορουμένων, ήδη αναιρεσειόντων. Αντιθέτως, εάν είχε επιβάλει χρηματική ποινή, τότε θα είχε υπερβεί την εξουσία του λόγω χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου. Τέλος, με ειδικότερο σκεπτικό, το Δικαστήριο της παραπομπής, αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του περί της αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας τετράμηνης ποινής φυλάκισης, διαλαμβάνοντας σ' αυτό τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν με την παρούσα απόφαση σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, ενώ με την αναιρεθείσα απόφαση χορηγήθηκε σε αυτούς αναστολή της ποινής φυλάκισης που τους είχε επιβληθεί για μια τριετία, κατά το άρθρο 99 πκ. Το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να καταστήσει χειρότερη τη θέση των καταδικασθέντων κατηγορουμένων (άρθρο 470 ΚΠΔ). Επομένως, πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης των τεσσάρων (4) μηνών που επιβλήθηκε σε κάθε κατηγορούμενο για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών". Συνακόλουθα, με βάση τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο της παραπομπής, με το να επιβάλει στους ήδη αναιρεσείοντες ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών με τριετή αναστολή, α) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 99 παρ. 1 εδ. α' του νέου ΠΚ [όπως ίσχυε τότε], 463 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και 6 παρ. 1 ν. 3500/2006 και β) δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση των τότε κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων καθ' υπέρβαση της εξουσίας του με την επιβολή της ως άνω ποινής φυλάκισης με αναστολή, αφού δεσμεύονταν να επιβάλει αυτήν, ενώ στην περίπτωση επιβολής χρηματικής ποινής, θα την καθιστούσε χειρότερη, και συνακόλουθα, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' του ν.ΚΠΔ είναι αβάσιμος.

Με τη διάταξη του άρθρου 470 ΚΠΔ, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή, κυρίως, αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω διατάξεως συνιστά υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ν.ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Ωστόσο, δεν υφίσταται υπέρβαση εξουσίας, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, προσδιορίζει ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον τρόπο τέλεσης της πράξης και προβαίνει σε ακριβέστερο προσδιορισμό των πρωτοδίκως δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την πράξη, με διευκρίνιση και συμπλήρωση αυτών κατά την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας, εφόσον δεν μεταβάλλεται ο χαρακτηρισμός της πράξης επί το βαρύτερο [ΑΠ 2005/2017, ΑΠ 633/2015, ΑΠ 485/2018, 169/2016].

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης προβάλλουν την, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ν.ΚΠΔ, αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του περιστατικά που δεν υπήρχαν πρωτοδίκως, καθώς, όπως υποστηρίζουν, έκρινε ότι "η εγκαλούσα δεν έπεσε απλώς στο πάτωμα, όπως είχε κρίνει η πρωτοβάθμια απόφαση αλλά ότι έπεσε προς τα πίσω και επέπεσε σε έπιπλα, από όπου προκλήθηκε ο αναφερόμενος τραυματισμός. Αυτή η κρίση χειροτερεύει τη θέση των κατηγορουμένων, καθώς από την απλή πτώση στο πάτωμα δεν είναι δυνατόν να επέλθει κάκωση στο γόνατο...., ενώ δεν είναι δυνατόν με βάση τα διδάγματα της πείρας και της λογικής να προκληθεί τραυματισμός στη γνάθο και στην πηχεοκαρπική". Από την αντιπαραβολή του σκεπτικού και του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης με εκείνα της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 45/2024 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου [εκδοθείσας μετά από αναίρεση της προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης], προκύπτει, πράγματι, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χίου, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, με την εκκληθείσα υπ' αρ. 467/2022 απόφασή του είχε δεχθεί ότι οι ήδη αναιρεσείοντες "έσπρωξαν την εγκαλούσα με αποτέλεσμα να πέσει στο πάτωμα και να τραυματιστεί στο κεφάλι, στον καρπό του δεξιού χεριού και στο δεξί γόνατο", το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, από κοινού ενεργούντες, "έσπρωξαν την εγκαλούσα με αποτέλεσμα αυτή να πέσει προς τα πίσω, να επιπέσει σε έπιπλα και να τραυματιστεί" και, στη συνέχεια ότι "Από την πρόσκρουση στα έπιπλα της κατοικίας και την πτώση της στο έδαφος, που προκλήθηκε από την απώθησή της από τους κατηγορουμένους [ήδη αναιρεσείοντες], η εγκαλούσα [ήδη υποστηρίζουσα την κατηγορία] υπέστη κάκωση δεξιάς πηχεοκαρπικής, δεξιού γονάτου, αριστερής κάτω γνάθου και αριστερού αυτιού". Ωστόσο, συγκρίνοντας το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης με εκείνο της προσβαλλόμενης απόφασης με αριθ. 45/2024 του Δικαστηρίου της παραπομπής, προκύπτει ότι το τελευταίο καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για την ίδια ακριβώς πράξη, δηλαδή της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης από κοινού, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο [ακόμη και το δευτεροβάθμιο που εξέδωσε την αναιρεθείσα, προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση], επιβάλλοντας, μάλιστα, πολύ μικρότερη ποινή. Με την πρόσθετη μερικότερη παραδοχή της προσβαλλομένης ότι η παθούσα "έπεσε προς τα πίσω και επέπεσε σε έπιπλα", δηλαδή δεν έπεσε απλώς και μόνο στο πάτωμα, όπως είχε δεχθεί η πρωτόδικη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση των αναιρεσειόντων, όπως αυτοί αβάσιμα διατείνονται με τον έκτο ταυτόσημο αναιρετικό λόγο, αλλά προσδιόρισε ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία και συνάπτονται με τις ειδικότερες περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, προβαίνοντας σε ακριβέστερο προσδιορισμό των πρωτοδίκως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την κατηγορία, με συμπλήρωση αυτών, χωρίς να προσθέσει άλλα, διαφορετικά εκείνων που τη συγκροτούν, και δεν μετέβαλε επί το δυσμενέστερο την κατηγορία.

Συνεπώς, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ν.ΚΠΔ έκτος αναιρετικός λόγος των ένδικων αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 519, 522 και 524 του ΚΠΔ συνάγεται ότι μετά την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η υπόθεση παραπέμπεται σε νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου κατά το αναιρεθέν μέρος. Κατά συνέπεια, εάν η απόφαση προσβληθεί μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της έφεσης και την σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία, με λόγους αναίρεσης έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ή εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθ. 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ), όχι δε και κατά το κεφάλαιο που αφορά την τυπική παραδοχή της έφεσης του κατηγορουμένου, και γίνουν δεκτοί οι αφορώντες το κεφάλαιο επί της κατηγορίας λόγοι και παραπεμφθεί η υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, η παραπομπή αφορά μόνο το κεφάλαιο της κατηγορίας και όχι εκείνο της τυπικής παραδοχής της έφεσης, το οποίο είναι εντελώς ανεξάρτητο, έχει αυτοτελή υπόσταση και δεν θεωρείται σε καμία περίπτωση ως συμπροσβληθέν με το κεφάλαιο επί της κατηγορίας, η δε επ' αυτού απόφαση του δικαστηρίου δεν τυγχάνει παρεμπίπτουσα, κατά την έννοια του άρθρου 548 ΚΠΔ, ούτε μπορεί να ανακληθεί, αλλά είναι δεσμευτική και μόνο με την παραδοχή σχετικού λόγου αναίρεσης μπορεί να ανατραπεί.

Στην περίπτωση αυτή, και αν ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της, επί του κεφαλαίου που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της έφεσης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν έχει εξουσία να ερευνήσει και πάλι το παραδεκτό ή μη του ασκηθέντος ένδικου μέσου της έφεσης, διαφορετικά υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, καθόσον η υπόθεση παραπέμφθηκε για εκ νέου κρίση μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της έφεσης, το οποίο ακολουθεί την απαραίτητη προς τούτο κρίση περί του παραδεκτού αυτής, η οποία δεν έχει θιγεί. Έτσι, το δικαστήριο επιλαμβάνεται εκ νέου της έρευνας της υποθέσεως από το, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, στάδιο διερεύνησης της κατ' ουσίαν βασιμότητας των λόγων αυτής [ΟλΑΠ 1/2010, ΑΠ 1079/2016, ΑΠ 92/2004].

Στην προκείμενη περίπτωση με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠΔ, έβδομο αναιρετικό λόγο των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της ίδιας διαδικασίας, ισχυριζόμενοι ότι "Από τα πρακτικά της συνεδρίασης του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι οι κριθείσες εφέσεις τους αναγνώσθηκαν ή λήφθηκαν υπόψη". Ωστόσο, όπως προεκτέθηκε, μετά την αναίρεση της με αριθ. 44/2023 προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου, κατά το προσβληθέν μέρος της, δυνάμει της υπ' αριθ. 962/2024 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Η αναιρεθείσα απόφαση είχε προσβληθεί μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την ουσιαστική βασιμότητα των εφέσεων κατά της υπ' αριθ. 467/2022 πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου και την σε βάρος των αναιρεσειόντων κατηγορία και όχι κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την τυπική παραδοχή των εφέσεων, το οποίο δεν θεωρείται σε καμία περίπτωση ότι συμπροσβάλλεται με το κεφάλαιο της κατηγορίας και έτσι η ως άνω αναιρετική απόφαση δεν έθιξε τη δικονομική αυτοτέλεια της διατάξεως της ως άνω αποφάσεως, που αφορά στην τυπική παραδοχή των εφέσεων. Κατόπιν τούτου, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου, που επιλήφθηκε της υποθέσεως ως Δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της προηγούμενης τελεσίδικης απόφασής του, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσε να επανεξετάσει το τυπικά παραδεκτό ή μη των εφέσεων των αναιρεσειόντων, δεσμευόμενο από την, για το ζήτημα αυτό, χωρήσασα ήδη τελειωτική κρίση της προηγηθείσας τελεσίδικης απόφασης, την οποία δεν μπορούσε δικονομικώς να μεταβάλει, διότι αυτό θα συνιστούσε υπέρβαση εξουσίας. Ενόψει των ανωτέρω, ορθώς το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν ανέγνωσε και δεν έκρινε εκ νέου τις εφέσεις των αναιρεσειόντων - επισημαίνοντας μόνο, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης, ότι αυτές "έχουν γίνει ήδη τυπικά δεκτές με την μη αναιρεθείσα κατά το μέρος αυτό 44/2023 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου" - χωρίς αυτό να δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα και παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της ακροαματικής διαδικασίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

Εξάλλου, η μη ανάγνωση της έφεσης δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατ' άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ [ΑΠ 112/2020] αφού η παράβαση αυτή δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις ακυρότητας που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη, εκτός αν η ανάγνωση της έφεσης ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματός του [προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω], οπότε επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας λόγω έλλειψης ακρόασης [άρθ. 171 παρ. 2 ΚΠΔ]. Συνακόλουθα, ο έβδομος λόγος αναίρεσης των κρινόμενων αιτήσεων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τις διατάξεις των άρθρων 11, 12 και 13 του ν. 3500/2006 (όπως τα δύο πρώτα ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με τα άρθρα 123, 124 του ν. 5090/2024), θεσπίσθηκε ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης σε εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας. Αφετηρία της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης είναι είτε η έναρξη της προκαταρκτικής εξέτασης, μετά από έγκληση του παθόντος ή καταγγελία τρίτου, είτε η κίνηση της διαδικασίας του αυτοφώρου. Πρώτη ενέργεια του εισαγγελέα είναι η διερεύνηση της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης. Αρχικώς, πρέπει να εξασφαλιστεί ότι τα διάδικα μέρη θα συμφωνήσουν να συνδιαλλαγούν, διαφορετικά η ποινική διαδικασία θα ακολουθείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η προηγούμενη διερεύνηση από τον αρμόδιο εισαγγελέα της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης, πριν ακολουθήσει την ποινική διαδικασία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, έχει αναχθεί από τον νόμο σε ειδική δικονομική προϋπόθεση, για την έγκυρη άσκηση της ποινικής δίωξης για τις παραβάσεις του ν. 3500/2006. Αν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή, δεν μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη και η τυχόν ασκηθείσα πάσχει από απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 παρ. 1 περ. β' ΚΠΔ), η οποία αφορά στην προδικασία και πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 174 παρ. 1 ΚΠΔ, να προτείνεται μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή [ΑΠ 962/2024, ΑΠ 2055/2019]. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στον νόμο, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α'ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης ιδρύει και η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες (χωρίς να απαριθμούν ρητά στα αντίστοιχα αναιρετήρια όγδοο λόγο αναίρεσης), ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης "Επειδή συντρέχει απόλυτη ακυρότητα λόγω μη διερεύνησης της δυνατότητας διαμεσολάβησης από τον αρμόδιο για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέα", προβάλλοντας, έτσι, την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ [σε συνδυασμό με άρθρα 171 παρ. 1 εδ. β', δ', 174 παρ.1 του ίδιου Κώδικα] αναιρετική πλημμέλεια [σελ. 19 αναιρετηρίων]. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι, μετά την υποβολή της από 9.12.2016 έγκλησης της ήδη υποστηρίζουσας την κατηγορία, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χίου, στην από 6.2.2017 παραγγελία της για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, μνημόνευσε ως εξεταστέα και την τέλεση της πράξης της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, δίνοντας, παράλληλα, ρητή εντολή προς διερεύνηση της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης. Όμως, η διαδικασία αυτή δεν είχε συνέχεια διότι η εγκαλούσα, στην από 27.3.2017 κατάθεσή της, δήλωσε απερίφραστα ότι "δεν υπάρχει περίπτωση ποινικής διαμεσολάβησης". Επομένως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος για απόλυτη ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας λόγω μη τήρησης των διατάξεων για την ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα, είναι αβάσιμος. Επιπροσθέτως, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι η προβαλλόμενη απόλυτη ακυρότητα, εφόσον αφορά πράξη της προδικασίας, μπορούσε να προταθεί ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και όχι αργότερα, γεγονός που δεν έλαβε χώρα. Τέλος, να σημειωθεί ότι ο ίδιος λόγος είχε προβληθεί από τους αναιρεσείοντες και με την ασκηθείσα από καθένα τούτων αίτηση αναίρεσης κατά της προηγούμενης, της προσβαλλομένης, τελεσίδικης απόφασης με αριθ. 44/2023 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, και είχε ομοίως απορριφθεί με την ως άνω υπ' αριθ. 962/2024 αναιρετική απόφαση.

Κατ' ακολουθίαν, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι δύο αιτήσεις αναίρεσης και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, αντίστοιχα, τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του ν.5090/2024 και ισχύει από 1.5.2024 κατά το άρθρο 138 παρ.1 του ίδιου νόμου), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 11.12.2024 δύο αιτήσεις αναίρεσης [αριθ. εκθ. 4/2024 και 5/2024, αντίστοιχα].

Απορρίπτει την από 11.12.2024 [αριθ. εκθ. 4/2024] αίτηση της κατηγορουμένης Β. Π. του Μ. και της Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 45/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου [Μεταβατικής Έδρας Χίου].

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800).

Απορρίπτει την από 11.12.2024 [αριθ. εκθ. 5/2024] αίτηση του κατηγορουμένου Μ. Μ. του Α. και της Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 45/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου [Μεταβατικής Έδρας Χίου].

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή