Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1352 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1352/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε ως Συμβούλιο, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 και 12 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου 1. Ν. Ν. Και 2. Α. Σ., αντίστοιχα (γιατί κωλύεται o Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την έφεση της εκκαλούσας - εκζητουμένης (ον) L. (επ) Z. του ...-1969 στην Αλβανία, ήδη κρατούμενης στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κορυδαλλού II, η οποία παραστάθηκε με τη συνήγορο υπερασπίσεώς της Αθηνά Χαρβαλάκου, κατά της υπ'αριθμ. 76/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής η εκζητούμενη και τώρα εκκαλούσα, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 8/13-5-2025 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γ. Γ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε την εκζητούμενη και την συνήγορο υπερασπίσεώς της, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η από 13-5-2025 και με αριθμό 8/2025 έφεση της εκζητούμενης, να εκδοθεί και να εκτίσει την ποινή της στην Αλβανία.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ.1 του ΚΠΔ κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών με την οποία τούτο γνωμοδότησε κατά το άρθρο 450 του ιδίου Κώδικα, επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον Εισαγγελέα Εφετών να ασκήσουν έφεση στο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, μέσα σε πέντε ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως στο ακροατήριο. Η έφεση ασκείται σύμφωνα με τις διατυπώσεις του άρθρου 474 του ίδιου Κώδικα δηλαδή με σύνταξη σχετικής έκθεσης από τον γραμματέα εφετών, στην οποία διατυπώνονται οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Η κρινόμενη από 13-5-2025 και με αριθμό εκθέσεως 8/2025 έφεση της εκζητούμενης (επ) Z. L. (ον) ή κατά δήλωσή της (επ) Z. (ον) L. του Η. και N. που γεννήθηκε στην Αλβανία στις .../1969, υπηκόου Αλβανίας, κατοίκου ..., (οδός ...) και ήδη κρατούμενης στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Κορυδαλλού κατά της υπ'αριθμ.76/8-5-2025 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς της στις Αρχές του κράτους της Αλβανίας προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών που της επιβλήθηκε με την υπ'αριθμ.72 (62-2019-867) /18-2-2019 τελεσίδικη και εκτελεστή απόφαση του Πρωτοδικείου του Φίερ Αλβανίας για το αδίκημα της "απάτης", ασκήθηκε νομότυπα με δήλωση του έχοντος ειδική εξουσιοδότηση δικηγόρου Αθηνών Ιωάννη Γλύκα, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, συνταχθείσας συναφώς της υπ’ αριθμ.8/2025 έκθεσης εφέσεως, και εμπρόθεσμα στις 13/5/2025 δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση φέρεται δημοσιευθείσα κατά το σχετικό πρακτικό, στις 8/5/2025 (άρθρ. 42 παρ. 2 εδ. β και γ, 89 παρ. 2, 451, 466 παρ. 1 και 2, 474 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ), με λόγους που αναφέρονται στη έκθεση εφέσεως. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της.
Κατά το άρθρο 28 παρ.1 εδ. α' του Συντάγματος, οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, κατά δε το άρθρο 436 του Κ.Ποιν.Δ. (παρ. 1), οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών, αν δεν υπάρχει σύμβαση, ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 437 - 456 του Κ.Ποιν.Δ, οι οποίες (παρ. 2) εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Τέτοια σύμβαση, την οποία έχουν κυρώσει η Ελλάδα στις 6-5-1961 με το Ν.4165/1961 αποτελούσα κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου και η Αλβανία στις 19 Μαΐου 1998, (με έναρξη ισχύος στις 17-8-1998) είναι η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (Ε.Σ.Ε) που υπογράφηκε στο Παρίσι και διέπει το δίκαιο εκδόσεως των κρατών που την συνυπέγραψαν και επόμενως το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των ανωτέρω δύο αυτών κρατών και την έκδοση στην Αλβανία των φυσικών προσώπων που καταδιώκονται για εγκλήματα ή καταζητούνται, προκειμένου να εκτίσουν ποινή. Συμπληρωματική προς αυτή εφαρμογή έχουν κατά το άρθρο 28 παρ. 2 αυτής και οι διατάξεις της από 17-05-1993 Συμβάσεως Δικαστικής Αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2311/1995 και ισχύει από 15-09-1995, περιέχει δε ορισμένες διατάξεις για την έκδοση στα άρθρα 34 επ. αυτής (ΑΠ 440/2024). Ειδικότερα, στο άρθρο 2 παρ. 1 της Ε.Σ.Ε. ορίζεται, ότι η έκδοση ενεργείται ύστερα από αίτηση του κράτους, το οποίο ζητεί αυτήν για κολάσιμες πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους, που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους, από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ενός τουλάχιστον έτους, ως προς το ανώτατο όριο, ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ, οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους, η σχετική κύρωση πρέπει να είναι τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστο όριο. Επίσης, κατά το άρθρο 31 παρ.2 της άνω Διμερούς Συμβάσεως (Ν. 2311/1995), η έκδοση επιτρέπεται μόνο για εγκλήματα που σύμφωνα με τη νομοθεσία των δύο Συμβαλλόμενων Μερών τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ενός τουλάχιστον έτους ή με βαρύτερη ποινή ή για τα οποία δικαστήριο του αιτούντος Μέρους απήγγειλε ποινή στερητική της ελευθερίας έξι τουλάχιστον μηνών. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, από της επικυρώσεως της πιο πάνω διεθνούς συμβάσεως με το ν. 4165/1961, ενόψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης ημεδαπού νόμου, όπως προεκτέθηκε, προκύπτει ότι στην περίπτωση που ζητείται η έκδοση ατόμου καταδιωκόμενου για εγκλήματα, πρέπει αυτά για τα οποία ζητείται η έκδοση να είναι αξιόποινα κατά τους νόμους του αιτούντος κράτους, αλλά και κατά τους νόμους εκείνου από το οποίο ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους.
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 10 της Ε.Σ.Ε, ορίζεται, ότι "Δεν παρέχεται έκδοσις, εφ' όσον κατά την νομοθεσίαν του αιτούντος Μέρους, ή του παρ' ου αιτείται η έκδοσις, έλαβε χώραν παραγραφή της ποινικής διώξεως ή της επιβληθείσης ποινής". Ανάλογες είναι και οι ρυθμίσεις της παραλλήλως ισχύουσας διάταξης του άρθρου 438 του ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία, "Η έκδοση απαγορεύεται και αν ακόμα συναινεί ο εκζητούμενος: α) ..., β) ..., δ) αν, σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του Ελληνικού Κράτους ή του κράτους όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει ανακύψει ήδη πριν την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο,.... η) αν ο εκζητούμενος καταδικάστηκε ερήμην χωρίς να κλητευθεί". Στο άρθρο 12 της Ε.Σ.Ε, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία", ορίζεται ότι (παρ. 1) η αίτηση, με την οποία ζητείται η έκδοση, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών ή άλλο μέσο, πρέπει να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί μέσω της διπλωματικής οδού και (παρ. 2) για την υποστήριξή της πρέπει να προσκομιστούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση με προσδιορισμό των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου διάπραξής τους, του νομικού χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα, και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, δήλωση για το εφαρμοστέο δίκαιο, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του εκζητουμένου προσώπου και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητά του. Επίσης, κατά το άρθρο 34 της διμερούς συμβάσεως, μεταξύ της Ελλάδας και της Αλβανίας (κυρώθηκε, με το Ν. 2311/1995), η αίτηση εκδόσεως πρέπει να αναφέρει το όνομα του εκζητούμενου προσώπου, την κατοικία ή διαμονή του, τη φύση του εγκλήματος και τη ζημία που προκάλεσε και πρέπει να συνοδεύεται α) αν η έκδοση ζητείται για την εκτέλεση ποινής από την απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, β) από το κείμενο του ποινικού νόμου του αιτούντος μέρους σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, γ) από την εξωτερική περιγραφή του εκζητούμενου προσώπου και αν είναι δυνατόν τα δακτυλικά του αποτυπώματα και τη φωτογραφία του. Από τις ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες προσδιορίζονται, εξαντλητικώς και λεπτομερειακώς, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, που πρέπει να υποβληθούν από το εκζητούν στο καλούμενο προς έκδοση κράτος, προκειμένου να αποφασίσει το τελευταίο, για το παραδεκτό ή μη της αίτησης για την έκδοση, στα οποία δεν περιλαμβάνονται εκείνα, από τα οποία μπορεί, ύστερα από έλεγχο, να προκύψει η ύπαρξη ενδείξεων για την αποδιδόμενη στον εκζητούμενο κατηγορία, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 436 επ. ΚΠΔ προκύπτει, ότι, στην περίπτωση, κατά την οποία ζητείται η έκδοση αλλοδαπού προσώπου για έκτιση ποινής που επιβλήθηκε με δικαστική απόφαση του αιτούντος Κράτους, το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως δεν έχει εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας για την οποία καταδικάστηκε ο εκζητούμενος ούτε τη νομιμότητα των εσωτερικών δικονομικών διαδικασιών του εκζητούντος κράτους και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη από την κρίση της απόφασης για την εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοση ,αφού ούτε από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της Ε.Σ.Ε., που ορίζει εξαντλητικά τα συγκεκριμένα στοιχεία και δικαιολογητικά, που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως για τη στήριξη και τη δικαστική αξιολόγησή της, ούτε από άλλη διάταξη της Ε.Σ.Ε. προβλέπεται και η επισύναψη αποδεικτικών στοιχείων της ενοχής του εκζητουμένου (ΑΠ 1177/2024, ΑΠ 440/2024, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 462/2023, ΑΠ 1658/2022, ΑΠ 642/2021, ΑΠ 1405/2020, ΑΠ 532/2019) αλλά και επειδή όταν ζητείται η έκδοση αλλοδαπού με βάση την Ε.Σ.Ε., δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 437, 443 παρ.1 και 450 παρ.2 ΚΠΔ, που προβλέπουν επισύναψη στην αίτηση εκδόσεως, εγγράφων για βεβαίωση ενδείξεων ενοχής και έρευνα για τη βασιμότητα της κατηγορίας (όταν ζητείται η έκδοση για την παραπομπή του εκζητούμενου σε δίκη και όχι για την εκτέλεση ποινής), αφού έρχονται σε αντίθεση με την Ε.Σ.Ε (ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 1658/2022, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 532/2019). Επίσης, είναι αδιάφορο, εάν οι αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες υποβάλλεται το αίτημα έκδοσης, χαρακτηρίζονται από το εκζητούν κράτος, ως πλημμελήματα ή κακουργήματα, το οποίο, άλλωστε, στην εσωτερική ποινική του νομοθεσία, μπορεί να μην προβλέπει τέτοια διάκριση των εγκλημάτων (ΑΠ 440/2024, ΑΠ 1324/2017). Η απόφαση, για την εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοση, αρκεί να είναι εκτελεστή, κατά το δίκαιο του κράτους που ζητεί την έκδοση και δεν είναι αναγκαίο να είναι αμετάκλητη, όπως, αντιθέτως, ορίζει το άρθρο 443 παρ.1 ΚΠΔ, αφού, αφενός μεν, στο άρθρο 2 του Ν.4165/1961 (που κύρωσε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης), δεν διατυπώθηκε, από την Ελλάδα, σχετική επιφύλαξη, για εφαρμογή και αυτής της διάταξης, αφετέρου δε, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 436 ΚΠΔ, οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, για την έκδοση, έχουν εφαρμογή, μόνο συμπληρωματικά, προς τη σύμβαση αυτή (ΑΠ 440/2024, ΑΠ 587/2021, ΑΠ 909/2021, ΑΠ 1568/2019, ΑΠ 1324/2017). Ακόμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 10 της Ε.Σ.Ε, η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις, παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση, για την έκδοση, αποβλέπει στη δίωξη του εκζητούμενου, για πολιτικά, θρησκευτικά ή φυλετικά του φρονήματα, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί εξαιτίας κάποιου από τους λόγους αυτούς, αν αφορά στρατιωτικές και φορολογικές παραβάσεις (σημειώνεται ότι ήδη με την διεθνή σύμβαση, Schengen, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2514/1997, η έκδοση είναι επιτρεπτή και για ορισμένες φορολογικές παραβάσεις), αν αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους, από το οποίο ζητείται η έκδοση, αν αφορά άτομο που δικάστηκε ήδη οριστικά από τις αρμόδιες αρχές του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση για την πράξη ή τις πράξεις για τις οποίες ζητείται αυτή και αν κατά τη νομοθεσία της αιτούσας χώρας ή εκείνης, προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση έλαβε χώρα παραγραφή της πράξεως ή της επιβληθείσας ποινής (ΑΠ 1177/2024, ΑΠ 440/2024, ΑΠ 1658/2022, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 480/2020). Ανάλογες είναι και οι ρυθμίσεις της παραλλήλως ισχύουσας διάταξης του άρθρου 438 του ΚΠΔ κατά την οποία η έκδοση απαγορεύεται και αν ακόμα συναινεί ο εκζητούμενος: α) αν πρόκειται για δράστη που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν ημεδαπός, β) αν υπάρχει δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους, γ) αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται ως πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό ή του τύπου ή, εξαιρουμένων των προβλεπόμενων στον ΠΚ εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση αυτού που αδικήθηκε ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς," δ) αν, σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του Ελληνικού Κράτους ή του κράτους όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει ανακύψει ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο, ε) αν πιθανολογείται ότι ο εκζητούμενος θα διωχθεί στο κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση, στ) αν πιθανολογείται ότι θα υποβληθεί σε διακρίνουσα μεταχείριση για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς ή εξαιτίας της εθνικότητάς του ή ότι θα υποβληθεί σε μεταχείριση αντίθετη προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ότι θα διακυβευτούν τα ανθρώπινα δικαιώματά του, ζ) αν κατά το δίκαιο του εκζητούντος κράτους προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη η ποινή του θανάτου και η) αν ο εκζητούμενος καταδικάστηκε ερήμην χωρίς να κλητευθεί. Επίσης, κατά το άρθρο 32 της άνω Διμερούς Σύμβασης Ελλάδας - Αλβανίας (Ν. 2311/1995), η έκδοση δεν λαμβάνει χώρα, μεταξύ άλλων, και αν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη, η ποινική δίωξη ή η εκτέλεση της ποινής δεν μπορούν να λάβουν χώρα, λόγω παραγραφής ή για άλλους νόμιμους λόγους, που έχουν το ίδιο αποτέλεσμα (περ. ε). Τέλος, κατά το άρθρο 450 παρ.1 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 438 περ. δ' του ιδίου Κώδικα, το Συμβούλιο γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της έκδοσης και αποφαίνεται, για το αν εκείνος, που έχει συλληφθεί, είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που εκζητείται, αν υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα, αν το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικασθεί, είναι από εκείνα, για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση, και αν έχει προκύψει λόγος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 στοιχ. δ' που εμποδίζει την δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο (ΑΠ 440/2024, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 303/2023, ΑΠ 1658/2022, ΑΠ 1163/2022). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 450 ΚΠΔ , αν η έκδοση ζητείται με βάση καταδικαστική απόφαση το Συμβούλιο Εφετών λαμβάνει υπόψη του προκειμένου να αποφανθεί, και τυχόν ισχυρισμό του εκζητούμενου ότι δικάστηκε ερήμην χωρίς να κλητευτεί και αν ο ισχυρισμός αυτός κριθεί βάσιμος εφαρμόζεται το άρθρο 438 περ. η', δηλαδή το Συμβούλιο αποφαίνεται κατά της εκδόσεως (ΑΠ 303/2023, ΑΠ 172/2022.
Εξάλλου, το άρθρο 26 παρ.2 περ. β' της Σύμβασης Δικαστικής Αρωγής Ελλάδας-Αλβανίας [Ν. 2311/1995] που αφορά τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση εκτελέσεως, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι αυτή πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό που να βεβαιώνει ότι ο διάδικος που ερημοδίκησε και που δεν μετέσχε στη διαδικασία εκλήθη εμπρόθεσμα και με τον προσήκοντα τρόπο και ότι στην περίπτωση που δεν είχε την ικανότητα να παρίσταται σε δικαστήριο αντιπροσωπεύθηκε νόμιμα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. (κυρωθείσα με το ν.δ. 53/1974), κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης. Επίσης, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 περ. α', β' και γ' του ίδιου ως άνω άρθρου, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί μέσα στη συντομότερη προθεσμία, σε γλώσσα που κατανοεί και με λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας, να του διατεθεί ο χρόνος και οι αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπερασπίσεώς του και να υπερασπίσει ο ίδιος τον εαυτό του ή να αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της εκλογής του, στην περίπτωση δε που δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώσει συνήγορο να του παρασχεθεί συνήγορος δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι ειδικότερη εκδήλωση του ανωτέρω θεμελιώδους δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη, αποτελεί και το δικαίωμα της εμφάνισης και προφορικής ακρόασης στη δίκη, δηλαδή, προεχόντως το δικαίωμα του προσώπου που κατηγορείται, να είναι παρόν στη δίκη, ώστε να δύναται ακολούθως να ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. 'Ετσι, η εκδίκαση της υπόθεσης απόντος του κατηγορουμένου δικαιολογείται μόνον εφόσον έχει προηγηθεί νόμιμη κλήτευσή του να παραστεί στο δικαστήριο για την εκδίκαση της υποθέσεώς του, σε ορισμένη δικάσιμο και παρά ταύτα δεν εμφανίζεται. Η ύπαρξη δε της προϋπόθεσης αυτής ερευνάται και για την καταδικαστική απόφαση, βάσει της οποίας ζητείται η έκδοση αλλοδαπού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 438 περ. η' και 450 παρ.3 ΚΠΔ (ΑΠ 645/2024, ΑΠ 303/2023, ΑΠ 172/2022, ΑΠ 573/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από όλα τα έγγραφα, τα οποία περιέχονται στη δικογραφία και αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα υπ' αριθμ. 76/2025 πρακτικά και η απόφαση δημόσιας συνεδρίασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (εκκαλουμένη) και τα έγγραφα που εκδόθηκαν από τις δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας της Αλβανίας, τα οποία αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω, καθώς και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από την εκζητούμενη, από τα οποία τα ξενόγλωσσα προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε η εκκαλούσα εκζητούμενη ενώπιον πρωτοβάθμιου καθώς και του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχονται στο σχετικά πρακτικά συνεδριάσεων που τηρήθηκαν καθώς και από όσα ανέπτυξε προφορικά ο συνήγορος της στον α ' και στον παρόντα βαθμό και με έγγραφο υπόμνημα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με το υπ'αριθμ. 163/12 από 14-02-2025 αίτημα έκδοσης της Γενικής Εισαγγελίας της Αλβανίας, το οποίο συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και περιήλθε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδας δια του υπ'αρ. ....2025 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, ζητείται η έκδοση στις δικαστικές αρχές του κράτους της Αλβανίας, της υπηκόου της (επ) Z. L. (ον) του Η. και N. που γεννήθηκε στο Ura -Vajgurorw στις .../1969 προκειμένου αυτή να εκτίσει ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών που της επιβλήθηκε με την υπ'αρ.72 (62-2019-867) /18-2-2019 τελεσίδικη και εκτελεστή απόφαση του Δικαστηρίου (Πρωτοδικείου) του Fier Αλβανίας για το ποινικό αδίκημα της "απάτης" που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 143/1 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανικής Δημοκρατίας, το οποίο προβλέπεται και στον ημεδαπό Ποινικό Κώδικα στο άρθρο 386 παρ.1 αυτού. Με την υπ' αριθμ. 245/19.4.2019 διαταγή του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Φιερ διατάχθηκε η εκτέλεση της ως άνω επιβληθείσας στην εκζητούμενη ποινής. Προς υποστήριξη του ανωτέρω αιτήματος συνυποβλήθηκαν και τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 12 παρ. 2 της Ε.Σ.Ε. έγγραφα στο πρωτότυπο και σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα. Συγκεκριμένα: α) Υποβλήθηκε αντίγραφο της υπ' αρ. 72 (62-2019-867) /18-2-2019 καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου (Πρωτοδικείου) του Fier της Αλβανικής Δημοκρατίας, η οποία εκδόθηκε ερήμην του εκζητούμενης - εκκαλούσας. Στην ως άνω απόφαση διαλαμβάνεται ότι, κατόπιν της από 24-8-2016 καταγγελίας της Αλβανής υπηκόου G. G. , περί εξαπάτησής της από την εκζητούμενη, επειδή της απέσπασε το έτος 2016, 150 ευρώ και ένα χρυσό δαχτυλίδι και των σχετικών δικαστικών ενεργειών που επακολούθησαν από τις Αλβανικές Αρχές, πρωτοκολλήθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Δικαστικής Περιφέρειας Φίερ, βάσει ανακριτικών υλικών που λήφθηκαν από το αστυνομικό τμήμα του Φιερ ποινική δίωξη σε βάρος της εκζητούμενης για το αδίκημα της "απάτης", που προβλέπεται στο άρθρο 143/1 του Αλβανικού ΠΚ, με την εξής διατύπωση "Η κλοπή περιουσίας από ψευδή ή κατάχρηση εμπιστοσύνης τιμωρείται με χρηματική ποινή ή φυλάκιση μέχρι πέντε ετών". Με την ίδια ως άνω απόφαση, στην οποία καταχωρήθηκε και η διεξαχθείσα αποδεικτική διαδικασία, έγινε δεκτό ότι "στις 24/8/2016 η κατηγορούμενη "με κατάχρηση εμπιστοσύνης (λέγοντας στη ζημιωθείσα G. G. ότι θα αυξήσει την περιουσία της) κατάφερε να δεσμεύσει την περιουσία αυτής με σκοπό να μην επιστρέψει ποτέ το ποσό που απέσπασε με ψεύδη και ότι η κατηγορουμένη έχει πραγματώσει πλήρως τα στοιχεία του ποινικού αδικήματος της "Απάτης" όπως προβλέπεται από το άρθρο 143/1 του Ποινικού Κώδικα", κηρύχθηκε δε με αυτήν (απόφαση) η κατηγορούμενη ένοχη και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών, η οποία ορίστηκε να εκτιθεί σε φυλακή τακτικής ασφαλείας. Ορίστηκε επίσης ότι η εκτέλεση της απόφασης αυτής αρχίζει από τη στιγμή που θα καταστεί αμετάκλητη, καθώς και ότι κατ' αυτής επιτρέπεται να ασκηθεί έφεση στο Εφετείο Αυλώνας, εντός [15] ημερών από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης της απόφασης. Επίσης, υποβλήθηκαν: (β) Η υπ'αριθμ. 245/19.4. 2019 Εντολή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Φίερ, για την εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως γ) η υπ' αριθμ.1873/2025 Έκθεση του ίδιου Εισαγγελέα, στην οποία προσδιορίζεται η εν λόγω αξιόποινη πράξη, κατά τα ουσιώδη της στοιχεία και οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας που την προβλέπουν και γίνεται μνεία της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως και της επιβληθείσας μ' αυτήν ποινής για την εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοση, καθώς και πιστοποίηση ότι η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη από 30-3-2019 και δ) το κείμενο των διατάξεων των προαναφερομένων άρθρων του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα που προβλέπουν την αξιόποινη πράξη και τις προϋποθέσεις παραγραφής αυτής, από τις οποίες προκύπτει ότι η επιβληθείσα ως άνω ποινή στην εκζητούμενη δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή ούτε κατά τον Αλβανικό ΠΚ, αλλά ούτε κατά τον ημέτερο ΠΚ. Μετά την έκδοση της ανωτέρω σε βάρος της καταδικαστικής απόφασης και, αφότου αυτή κατέστη εκτελεστή, εκδόθηκε αίτημα ερυθράς αγγελίας της INTERPOL του αιτούντος κράτους (σχετ. η υπ'αριθμ. DIF 240415001129 από 15/04/2024 Αγγελία Διεθνών Αναζητήσεων της INTERPOL Αλβανίας δυνάμει του οποίου η εκκαλούσα-εκζητούμενη συνελήφθη στις 02/02/2025 από τις Ελληνικές αστυνομικές αρχές, με την υπ'αρ. πρωτ.07/2025 από 02-02-2025 Εντολή προσωρινής σύλληψης της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Η εκζητούμενη κατά την προσαγωγή της στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και, αφού ενημερώθηκε για το αίτημα εκδόσεως, δήλωσε τα στοιχεία της ως έχουν ανωτέρω και διαπιστώθηκε η ταυτοπροσωπία της, δηλαδή ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση από το αιτούν κράτος, καθώς ότι δεν επιθυμεί να εκδοθεί στη Δημοκρατία της Αλβανίας. Σημειωτέον ότι η εκκαλούσα επιβεβαίωσε τα στοιχεία της ταυτότητάς της και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Με το υπ'αριθμ.πρωτ.ΕΚΔ 56903 ΦΕ 14/2025 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών παραγγέλθηκε η φυλάκιση της εκζητούμενης, προκειμένου να παραδοθεί στις Αρχές της Αλβανίας και πράγματι αυτή φυλακίσθηκε στις 10.3.2025 στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γυναικών Κορυδαλλού (σχετ. η από 10/3/2025 έκθεση φυλάκισης της Γραμματέως της ανωτέρω φυλακής που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με αριθμ. πρωτ. 5158/10-3-2025). Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι η συλληφθείσα είναι το ίδιο πρόσωπο με την εκζητούμενη από το αιτούν κράτος, ενώ από τα παραπάνω δικαιολογητικά έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση προκύπτει ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε η εκζητούμενη και η ποινή για την εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοσή της, εμπίπτουν στις προϋποθέσεις του επιτρεπτού της έκδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 12 της ΕΣΕ (διττό αξιόποινο/ ύψος επιβληθείσας ποινής/ τελεσίδικη και εκτελεστή δικαστική απόφαση), ενώ δεν συντρέχει νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο. Η εκκαλούσα - εκζητούμενη με τον πρώτο λόγο έφεσης υποστηρίζει ότι καταδικάστηκε ερήμην για το αδίκημα της απάτης, με την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου (Πρωτοδικείου) του Φίερ (Fier), χωρίς να κληθεί να λάβει γνώση της ως άνω κατηγορίας και της δικασίμου για την εκδίκαση της υπόθεσης στο ως άνω Δικαστήριο, παράλειψη που προσβάλει τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, που προβλέπονται στο άρ. 6 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού δεν μπόρεσε να παραστεί και να προβάλει ενώπιον του ανωτέρω Αλβανικού Δικαστηρίου τους ισχυρισμούς της επί της ως άνω κατηγορίας. Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο της έφεσης ισχυρίζεται ότι δικάστηκε άνευ νομίμου κλητεύσεώς της για να παραστεί στην δίκη, επικαλούμενη ότι δεν εφαρμόστηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Αλβανικού δικονομικού δικαίου, και δη το άρ. 142 αυτού που ρυθμίζει την περίπτωση κλήτευσης κατηγορούμενου που βρίσκεται εκτός χώρας, βάσει του οποίου αυτή έπρεπε να αναζητηθεί από τις δικαστικές αρχές της Αλβανίας στην Ελλάδα, όπου διαμένει μόνιμα κατά τα τελευταία δέκα έτη. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εκκαλούσας είναι παραδεκτοί και νόμιμοι ως λόγοι εφέσεως και πρέπει να ερευνηθούν ως προς την βασιμότητά τους. Από την παραπάνω υπ'αριθμ.72 (62-2019-867)/18-2-2019 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου του Φίερ επιβεβαιώνεται ότι η κατηγορούμενη και ήδη εκκαλούσα- εκζητούμενη, κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς της ήταν απούσα και δικάστηκε ερήμην. Ειδικότερα, στην 1η σελίδα της εν λόγω απόφασης, μετά την παράθεση των στοιχείων της ταυτότητας της κατηγορούμενης, γίνεται μνεία ότι την υπερασπίστηκε η δικηγόρος Anisa Veliaj Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Fier (διορίστηκε από το δικαστήριο) ενώ ακολούθως στην ίδια (1η) σελίδα εκτίθεται ότι η εκζητούμενη δικάσθηκε ερήμην. Το γεγονός της κλήσης της εκζητούμενης στο ως άνω Δικαστήριο της Αλβανικής Δημοκρατίας κρίνεται με βάση το Δικονομικό Δίκαιο που ίσχυε και ισχύει στη συγκεκριμένη χώρα. Σύμφωνα με το άρθρο 352 του Αλβανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "Όταν ο κατηγορούμενος σε ελεύθερη κατάσταση, παρά όλες τις αναζητήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 140-142 του Αλβανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεν εμφανιστεί κατά την δικάσιμο και προκύπτει ότι δεν έλαβε προσωπικά γνώση για την εκδίκαση, το Δικαστήριο αποφασίζει την αναστολή της διαδικασίας για ένα (1) έτος και διατάσσει την δικαστική αστυνομία να συνεχίσει την αναζήτηση, του κατηγορουμένου. Με την πάροδο του έτους καθώς και οποτεδήποτε υπάρχουν πληροφορίες για τον εντοπισμό του κατηγορούμενου, το δικαστήριο ξαναρχίζει την εκδίκαση, διατάσσοντας την επανάληψη της ειδοποίησης. Όταν, ακόμη και μετά από επανειλημμένες έρευνες ο κατηγορούμενος δεν βρεθεί το δικαστήριο τον δικάζει ερήμην. Στην περίπτωση αυτή η εκδίκαση γίνεται με την παρουσία συνηγόρου υπεράσπισης ".
Στην προκείμενη περίπτωση από το από 25-4-2025 έγγραφο του Διευθύνοντος την Εισαγγελία του Πρωτοδικείου Φιέρ και τα σχετικά με την διαδικασία ειδοποίησης της εκζητούμενης έγγραφα, μεταξύ των οποίων και του πρακτικού της συζήτησης της 18-02-2019, που απέστειλαν οι Αλβανικές Αρχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο τήρησε την διαδικασία για την κοινοποίηση της κατηγορουμένης σε ελεύθερη κατάσταση, αποστέλλοντας την πράξη κοινοποίησης στην κατοικία της, αλλά αυτή δεν ήταν παρούσα εκεί και δεν υπήρχε ενήλικο μέλος της οικογένειάς της για να αναλάβει την κοινοποίησή της. Ακολούθως το Δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία διατάσσοντας να συνεχιστεί η αναζήτηση μέσω των υπηρεσιών της δικαστικής αστυνομίας στον τόπο κατοικίας της και σε άλλους τόπους (αρ.352ΚΠΔ), αφότου δε οι αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές γνωστοποίησαν ότι η κατηγορούμενη δεν μπορούσε να ειδοποιηθεί, καθόσον δεν βρέθηκε ούτε στην κατοικία της ούτε και κατά την αναζήτησή της σε άλλα μέρη, δίκασε την κατηγορούμενη ερήμην, διορίζοντας συνήγορο για να την υπερασπιστεί. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της 18-02-2019 είχε τηρηθεί το Δικονομικό Δίκαιο της Αλβανίας για την κλήτευση της κατηγορούμενης και ως εκ τούτου ορθώς εκδόθηκε η συγκεκριμένη απόφαση η οποία είναι πια εκτελεστή με εντολή του Εισαγγελέα του Fier. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της κατηγορούμενης περί μη νομιμης κλητεύσεως της στη δίκη δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 438 παρ.η και 450 παρ. 3 του ΚΠΔ και την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα που ισχυρίζεται η εκκαλουσα με τους λόγος της έφεσης κρίνονται αβάσιμα και οι σχετικοί λόγοι απορριπτέοι. Μετά από αυτά, αφού συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες για την έκδοση της εκκαλούσας θετικές, κατά τις ως άνω Συμβάσεις και τον ΚΠΔ, προϋποθέσεις και ελλείπουν οι αρνητικές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως της εκκαλούσας, στις Δικαστικές Αρχές της Δημοκρατίας της Αλβανίας καθώς και υπέρ της περαιτέρω κρατήσεως αυτής μέχρι της παραδόσεώς της στις αρμόδιες Αλβανικές Αρχές δεν έσφαλε. Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου εφέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της προκειμένης ποινικής διαδικασίας (άρθ. 578 παρ.1 του ΚΠΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την με αριθμό 8/13-5-2025 έφεση της εκκαλούσας -εκζητούμενης (επ) Z. (ον) L.) ή κατά δήλωσή της (επ) Z. (ον) L. το Η. και N., υπηκόου Αλβανίας, κατοίκου ..., και ήδη κρατούμενης στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Κορυδαλλού κατά της υπ'αριθμ.76/8-5-2025 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2025.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ