ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1357/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1357/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1357/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1357 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1357/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημήτριου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη και Θεόδωρο Μαντά, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1728,1937/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Μ. Σ. του Γ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ. 4008/2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση με αρ.πρωτ. 4008/23-5-2025 αίτηση του Ν. Μ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1728, 1937/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι [20] μηνών, με τριετή αναστολή, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρο 474 παρ. 2 Α και 4 ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο, στις 5-5-2025, και η δήλωση έγινε στις 23-5-2025, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α' και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ'ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, με παρόντα τον υποστηρίζοντα την κατηγορία, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Αλέξανδρου Στρίμπερη.

Σύμφωνα με το άρθρο 349 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν. 5090/2024, << 1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 340 ... 2. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης ... 2 Α. Για την υποβολή αιτήματος αναβολής που συνίσταται σε κώλυμα του συνηγόρου υπεράσπισης ή υποστήριξης της κατηγορίας λόγω συμμετοχής του σε άλλη δίκη ή διαδικασία, απαιτείται, αυτός που προβάλει το κώλυμα να προσκομίζει υποχρεωτικά στο δικαστήριο κάθε νομιμοποιητικό, διαδικαστικό ή άλλο έγγραφο, με το οποίο αποδεικνύεται πλήρως ο λόγος αναβολής ... Το αίτημα υποβάλλεται μία [1] φορά. 3. ... 4. Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για αναβολή>>.

Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε [άρθρο 139 εδ. γ' ΚΠΔ]. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή ανώτερης βίας, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή η απόρριψη τέτοιας αίτησης αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στη με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος περί αναβολής ή διακοπής της δίκης κρίση του [ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 95/2023, ΑΠ 426/2023, ΑΠ 1147/2022].

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 3 ΚΠΔ, τα πρακτικά της ποινικής δίκης ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατά του περιεχομένου των πρακτικών δεν χωρεί απλή ανταπόδειξη και ότι αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα τόσο κατά τις θετικές διαβεβαιώσεις τους ότι τηρήθηκε κάποια διατύπωση, όσο και ως προς την έλλειψη διατύπωσης, η τήρηση της οποίας δεν βεβαιώνεται σ' αυτά [ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 1148/2015].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε, μεταξύ άλλων, και για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ως προς την οποία πλήττεται με την υπό κρίση αναίρεση, και ότι το Δικαστήριο με παρεμπίμπουσα απόφασή του, η οποία συμπροσβάλλεται [άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠΔ, απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου - εκκαλούντα για διακοπή της δίκης. Ειδικότερα, κατά την μετά διακοπήν ορισθείσα δικάσιμο του δικάσαντος ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, της 4ης-4-2025, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκε << ... ο ΝΕΛΛΑΣ Παναγιώτης του Σεραφείμ με ΑΜ/ΔΣΑ 20357, ο οποίος, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι παρίσταται ως άγγελος του συνηγόρου του κατηγορουμένου και ζήτησε τη διακοπή της δίκης, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης, δικηγόρου Αθηνών, ΜΑΝΤΑ Θεόδωρου του Παναγιώτη με ΑΜ/ΔΣΑ 12325, και συγκεκριμένα διότι ασκεί τα καθήκοντά του ενώπιον του Θ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προσκόμισε δε και την από 04-04-2025 βεβαίωση της γραμματέως του δικαστηρίου αυτού, με συνημμένο έκθεμα, η οποία αναγνώστηκε δημόσια στο ακροατήριο, κατόπιν όμοιας εισαγγελικής προτάσεως ...>>.

Το Δικαστήριο της ουσίας, κατόπιν απορριπτικής του ως άνω αιτήματος διακοπής της δίκης εισαγγελικής πρότασης, απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του, μετά από παράθεση νομικής σκέψης, το εν λόγω αίτημα με την εξής αιτιολογία:

<< ........
Εν προκειμένω, η υπόθεση εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατόπιν άσκησης της κρινόμενης έφεσης του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά της 3153/2022 απόφασης του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η υπό κρίση έφεση, εισήχθη αρχικά προς εκδίκαση στις 31-01-2025 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οπόταν με παρόντα τον ίδιο τον κατηγορούμενο, αναβλήθηκε κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ, με την 472/31-01-2025 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για τη ρητή δικάσιμο της 28-3-2025, χωρίς την κλήτευση του κατηγορουμένου και του πρώτου μάρτυρα, στους οποίους ανακοινώθηκε η ανωτέρω δικάσιμος, ο λόγος δε της αναβολής αφορούσε σε κώλυμα του συνηγόρου του κατηγορουμένου Θεόδωρου Μαντά, λόγω συμμετοχής του σε άλλη δίκη. Στην προαναφερόμενη αρχική δικάσιμο συνεδρίασης της 28ης-3-2025, όπως αναφέρεται ανωτέρω, η εκδίκαση της υπόθεσης διακόπηκε για την σημερινή 04-04-2025, οπόταν εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Νέλλας Παναγιώτης, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται ως άγγελος του συνηγόρου του κατηγορουμένου και ζήτησε την [εκ νέου] διακοπή της δίκης, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του ίδιου συνηγόρου υπεράσπισης, δικηγόρου Αθηνών Μαντά Θεόδωρου, και συγκεκριμένα διότι ασκεί τα καθήκοντά του ενώπιον του Θ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και συγχρόνως προσκόμισε το έκθεμα της δικασίμου 02-04-2025 του Δικαστηρίου εκείνου, όπου αναφέρεται ως κατηγορούμενος στην υπόθεση 04, ο εδώ επίσης κατηγορούμενος Ν. Μ., και την από 04-04-2025 βεβαίωση της Γραμματέως του Δικαστηρίου εκείνου, στην οποία βεβαιώνεται ότι ως συνήγορος υπεράσπισης του ανωτέρω κατηγορουμένου και ως συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας του τελευταίου σε άλλη υπόθεση του ίδιου εκθέματος, παρίσταται ο δικηγόρος Αθηνών, Θεόδωρος Μαντάς, και ότι υπήρξε διακοπή των ανωτέρω δικών για τις 04-04-2025, τα οποία αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο. Ωστόσο, το υποβληθέν, δια του αγγέλου του συνηγόρου υπεράσπισης αίτημα περί διακοπής της προκείμενης δίκης κρίνεται απορριπτέο, διότι το επικαλούμενο κώλυμα προέκυψε σε χρόνο μεταγενέστερο της δικασίμου της κρινόμενης έφεσης [28-3-2025 -αρχική δικάσιμος] κατά τον οποίο το παρόν δικαστήριο διέκοψε τη συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο της 04-04-2925. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ήδη κατά τη δικάσιμο της 02-04-2025 του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδικάζονταν σε πρώτο βαθμό, έναντι των εν προκειμένω δικαζομένων πράξεων, οι οποίες δικάζονται σε δεύτερο βαθμό και φέρουν χρόνο τέλεσης στις 03-01-2018, δηλαδή έχουν ήδη συμπληρωθεί επτά έτη και τρεις μήνες από την τέλεση αυτών. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης με την απουσία του κατηγορουμένου, ο οποίος όμως θεωρείται σαν να είναι παρών αφού μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης κατά την οποία εκπροσωπήθηκε από τον συνήγορό του, διακόπηκε η συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο [άρθρο 501 παρ. 4 ΚΠΔ], σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη>>. Από τις ανωτέρω παραδοχές, προκύπτει ότι η συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος περί διακοπής της δίκης με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον επρόκειτο για δεύτερο -κατά σειρά- αίτημα διακοπής, μετά από ήδη προηγηθείσα διακοπή, στο πρόσωπο του προαναφερθέντος συνηγόρου του, για την αναγκαιότητα της οποίας δεν προσκομίστηκαν επαρκή στοιχεία, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου τέλεσης (3-1-2018) της ένδικης υπόθεσης και του επικείμενου κινδύνου παραγραφής της, ενώ οι επικαλούμενες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης επί μέρους σχετικές αιτιάσεις του (αναιρεσείοντος) δεν προτάθηκαν στο Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του περί διακοπής της δίκης αιτήματος του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος.

Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019,κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 [άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου και 460 του νέου ΠΚ] στη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ορίζεται: <<Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου>>. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, προδήλως δε, είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της πράξης νόμος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Έτσι, είναι πλέον δυνατόν σε περίπτωση ισχύος περισσότερων του ενός νόμων από την τέλεση της πράξης μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης, το Δικαστήριο να εφαρμόζει επιλεκτικά κάποιες από τις επί μέρους ρυθμίσεις ενός από τους ισχύσαντες νόμους και κάποιες από τις επί μέρους ρυθμίσεις του άλλου, εφόσον ο συνδυασμός αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπεται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο <<όλον>>. Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη [ολΑΠ 1/2020, ΑΠ 833/2024] ή εκείνος ο οποίος καθιστά την πράξη ανέγκλητη ή που θεσπίζει την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής ή την παραγραφή των ποινών. Ακόμη, επιεικέστερος είναι ο νόμος όταν με σχετική διάταξη αυτού μεταβάλλεται το αξιόποινο μιας πράξης από κακούργημα σε πλημμέλημα, με αποτέλεσμα την ευμενέστερη μεταχείριση του δράστη ως προς την προβλεπόμενη ποινή, αλλά και την σμίκρυνση του χρόνου παραγραφής [ΑΠ 833/2024, ΑΠ 566/2023, ΑΠ 945/2022].

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 362 ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, <<Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης>> και κατά το επόμενο άρθρο 363 ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι την 30-6-2019, <<Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με την φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή. Μπορεί επίσης να επιβληθεί και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του κατά το άρθρο 63>>. Κατά τις διατάξεις του αυτού ως άνω άρθρο 362 εδ.α' ΠΚ, όπως ίσχυαν μετά την 1-7-2019 [Ν.4619/2019] και έως 30-4-2024 (δηλ. μετά την έναρξη της ισχύος του ν.ΠΚ και πριν τη τροποποίησή του με το άρ. 54 του ν. 5090/1-5-2024, <<Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή>> και κατά το άρθρο 363 ΠΚ, όπως ίσχυε μετά τον ως άνω Ν.4619/2019 και έως 30-4-2024 (δηλ. μετά την έναρξη της ισχύος του ν.ΠΚ και πριν τη τροποποίησή του με το άρ. 54 του ν. 5090/1-5-2024, <<Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή>>. Ακολούθως, με το άρθρο 54 του Ν. 5090/2024, που άρχισε να ισχύει από 1-5-2024, σύμφωνα με το άρθρο 138 του Ν. 5090/2024, το προαναφερθέν άρθρο 363 ΠΚ, αντικαταστάθηκε ως εξής: <<Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών [3] μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου με φυλάκιση τουλάχιστον έξι [6] μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης>>. Κατά την αιτιολογική έκθεση του άνω Ν. 5090/2024, <<Με την κατάργηση της απλής δυσφήμησης του άρθρου 362 ΠΚ το αξιόποινο περιορίζεται στις περιπτώσεις που η διάδοση ενώπιον τρίτου συνοδεύεται από τη υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση της γνώσης της ψευδούς υπόστασης του γεγονότος που είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου. Επίσης, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οπότε εξ αυτού και μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Στην ανωτέρω εξαίρεση δεν επιλαμβάνονται ισχυρισμοί που στρέφονται κατά άλλων [πλην των διαδίκων] μερών ή περιπτώσεις που οι αποδέκτες των διαδόσεων [δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι], συνδέονται προσωπικά με τα διάδικα μέρη έτσι ώστε η γνωριμία αυτή να αίρει τη απροσφορότητα του γεγονότος να βλάψει την τιμή λόγω μη αποστασιοποίησης των λειτουργών ή υπαλλήλων από τα διάδικα πρόσωπα. Αυτό ισχύει για τους δημοσίους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός, είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης. Άλλωστε για τα τελευταία αυτά πρόσωπα δεν προκύπτει ότι λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των συγκεκριμένων δικογράφων, παρά μόνο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικό χειρισμό της υπόθεσης. Επίσης, για τον προσδιορισμό της έννοιας του τρίτου χρησιμοποιήθηκε στοχευμένα ο διευρυμένος και γενικός ορισμός της <<δίκης>> που περιλαμβάνει κάθε στάδιο από την προδικασία [π.χ. αστυνομική προανάκριση, άρα περιλαμβάνει και προανακριτικούς υπαλλήλους κατά τη αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση] μέχρι και την αμετάκλητη απόφαση>> [ΑΠ 833/2024].

Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται αντικειμενικώς: α] ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β] το γεγονός να είναι ψευδές και να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, ήτοι γεγονός πρόσφορο να επιφέρει την προσβολή της τιμής ή της υπόληψης και γ] ο ισχυρισμός ή η διάδοση από τον δράστη για άλλον του γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, να γίνει ενώπιον <<τρίτου>>, ενώ για την πλήρωση της αντικειμενικής τους υπόστασης δεν ενδιαφέρει, αν οι <<τρίτοι>> γνωρίζουν ήδη το διαδιδόμενο γεγονός ή θα μπορούσαν ευχερώς να πληροφορηθούν από άλλους, Τούτο δε, διότι και στην περίπτωση αυτή η πράξη μπορεί να δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για την τιμή, αφού ενισχύει την πίστη ως προς την αλήθεια του γεγονότος. Ως <<ισχυρισμός>> νοείται η ανακοίνωση που προέρχεται από γνώμη ή πεποίθηση του ίδιου του δράστη ή από μετάδοση άλλου προσώπου που υιοθέτησε ο δράστης, ενώ ως <<διάδοση>> νοείται η μετάδοση ανακοίνωσης άλλου προσώπου από τον δράστη, χωρίς αυτός να την υιοθετεί. Ως <<γεγονός>> περαιτέρω νοείται οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή στο παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δυνατόν να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και στην ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται, όμως, στην έννοια του <<γεγονότος>> να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, κάθε φορά που αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη, ενώ <<τιμή>> είναι το καλό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπλήρωσης απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων και <<υπόληψη>> είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του [ΑΠ 649/2025, ΑΠ 437/2025, ΑΠ 833/2024, ΑΠ 503/2021].

Εξάλλου, ενώπιον <<τρίτου>> τελείται μία πράξη ακόμη και αν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου, ενώ η έννοια του <<τρίτου>> διαμορφώθηκε πλέον κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 5090/2024. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος [ΑΠ 649/2025, ΑΠ 437/2025, ΑΠ 833/2024, ΑΠ 907/2023, ΑΠ 814/2023].

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 -363 ΠΚ, με τις οποίες θεσπίζεται η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, και της διάταξης του άρθρου 368 ΠΚ προκύπτει ότι για την ποινική δίωξη της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται έγκληση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 του ΠΚ, <<Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της ή έναν από τους συμμέτοχους>>. Η έγκληση είναι θεσμός τόσο του ουσιαστικού δικαίου όσο και του δικονομικού δικαίου, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση, για τη νομότυπη γένεση της ποινικής δίκης (άρ. 51 παρ.1 ΚΠΔ) (ΟλΑΠ 2/2007, ΑΠ 795/2020) και η έλλειψή της εξετάζεται αυτεπαγγέλτως [ΟλΑΠ 2/2007, ΑΠ 479/2025, ΑΠ 588/2024, ΑΠ 1099/2022].

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.], χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία για το τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού [δόλου] αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει περιστατικού τέλεση της πράξης [άμεσος δόλος], όπως συμβαίνει στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός [υπερχειλής δόλος], η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά την ανωτέρω έννοια. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός για το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών [ΑΠ 289/2025].

Εξάλλου, στα κατ' έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, όπως είναι και η συκοφαντική δυσφήμηση, αν έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και αυτό εξάγεται ημερολογιακά σε σχέση με την ημέρα τέλεσης της πράξης, δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου της υποβολής της έγκλησης στην αιτιολογία, αλλά αρκεί να προκύπτει το εμπρόθεσμο από την δικογραφία. Αν, όμως, η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξης, είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στην καταδικαστική απόφαση ο χρόνος γνώσης της τέλεσης της πράξης και του δράστη αυτής ή ενός από τους συμμετόχους εκ μέρους του παθόντος, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη γνώση αυτή, έτσι ώστε να κριθεί ότι η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα. Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσης, και η οποία, πρόδηλα, πρέπει να μνημονεύεται στην καταδικαστική απόφαση, αν τούτο συνδέεται αναγκαίως με το εμπρόθεσμο της υποβολής της έγκλησης . Η τρίμηνη προθεσμία λήγει δε, όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα του τρίτου μήνα που αντιστοιχεί, αριθμητικά, με την ημέρα έναρξης, δηλ. με την ημέρα κατά την οποία ο δικαιούμενος σε υποβολή έγκλησης έλαβε γνώση της τέλεσης της πράξης και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμετόχους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 243 εδ. β' ΑΚ και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και εν προκειμένω, λόγω της ενότητας της έννομης τάξης. Γι' αυτό πρέπει στην καταδικαστική απόφαση να προσδιορίζεται ο χρόνος γνώσης από τον παθόντα της τέλεσης της πράξης και του δράστη, ώστε να κριθεί, αν η έγκληση υποβλήθηκε νομότυπα. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης [ΑΠ 479/2025, ΑΠ 289/2025, ΑΠ 588/2024, ΑΠ 399/2023, ΑΠ 288/2022, ΑΠ 1612/2019].

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 289/2025, ΑΠ 478/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την ένδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ως προς την οποία και μόνον πλήττεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και δη : <<.......το Δεκέμβριο του έτους 2016 με παραγγελία της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, προς την Εισαγγελία Εγκλημάτων Διαφθοράς, διαβιβάσθηκε παραγγελία του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης με αφορμή δημοσιεύματα του τύπου τα οποία ανέφεραν ότι δύο πρώην υπάλληλοι της εταιρείας <<NOVARTIS ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Ε.>>, θυγατρικής της πολυεθνικής εταιρείας NOVARTIS με έδρα την Ελβετία, εμφανίσθηκαν ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς των Η.Π.Α., και κατήγγειλαν αθέμιτα και παράνομα μέσα, τα οποία μετερχόταν η εταιρεία προκειμένου να αυξήσει τις πωλήσεις της Επίσης, τα ίδια δημοσιεύματα εμφάνιζαν τους μάρτυρες να έχουν καταθέσει στις αμερικανικές αρχές, περιστατικά για χρηματισμό δημοσίων λειτουργών και χρηματισμό ιατρών, οι οποίοι προέβαιναν σε κατευθυνόμενη συνταγογράφηση, ενώ υπήρχε φερόμενη κατά τα δημοσιεύματα εμπλοκή εκδοτικών και διαφημιστικών εταιρειών, με την δημιουργία <<μαύρου>> ταμείου μέσω των διαφημιστικών και άλλων εταιρειών, προκειμένου να επηρεαστούν οι αποφάσεις φαρμακευτικής πολιτικής κρατικών αξιωματούχων του Υπουργείου Υγείας και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονταν ιατροί και επαγγελματίες υγείας προκειμένου να συνταγογραφούν κατευθυνόμενα ή να υπερσυνταγογραφούνν φάρμακα της NOVARTIS. Έτσι με το προαναφερόμενο έγγραφο της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, διαβιβάσθηκε προς την Εισαγγελία Εγκλημάτων Διαφθοράς έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης προς διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Με βάση την πιο πάνω σχηματισθείσα δικογραφία άρχισε από την Εισαγγελία Εγκλημάτων Διαφθοράς η διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης εστιάζοντας την έρευνα στη διάπραξη των αδικημάτων απιστίας, δωροληψίας και δωροδοκίας από πρόσωπα που εμπλέκονταν στη διαδικασία έγκρισης, τιμολόγησης, αποζημίωσης και συνταγογράφησης φαρμακευτικών σκευασμάτων της εν λόγω φαρμακευτικής εταιρείας. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης προέκυψαν τρεις ουσιώδεις μάρτυρες, οι οποίοι θα συνέβαλλαν με τα στοιχεία και το υλικό που κατείχαν στην αποκάλυψη των ως άνω αξιόποινων πράξεων, μεταξύ των οποίων, ήταν και ο εδώ κατηγορούμενος Ν. Μ., ο οποίος τέθηκε κατά τη νομίμως προβλεπόμενη διαδικασία σε καθεστώς προστατευόμενου μάρτυρα κατά τις διατάξεις του ν. 2928/2001 και έλαβε δυνάμει της 13/2017 Διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, την κωδική ονομασία <<Α. Ι.>>, ο οποίος μάλιστα προσήλθε αυτοβούλως στην Εισαγγελία Διαφθοράς και ζήτησε να καταθέσει. Έτσι, στα πλαίσια αυτά, ο ανωτέρω στις 03-01-2018, προτού διαβιβασθεί η υπόθεση στη Βουλή των Ελλήνων, εξεταζόμενος ενόρκως ως προστατευόμενος μάρτυρας σύμφωνα με τη διάταξη το άρθ. 9 παρ. 2 του ν. 2928/2001, με κωδική ονομασία <<Ι. Α.>>, ενώπιον της Εισαγγελέως Εγκλημάτων Διαφθοράς [Ελένης Τουλουπάκη] και των Επίκουρων Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς [Χρήστου Ντζούρα και Στυλιανού Μανώλη], ............ Τέλος, κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, η ως άνω από 03-01-2018 ένορκη κατάθεσή του, ως μάρτυρας, δεν δόθηκε στα νομικά πλαίσια διερεύνησης τυχόν αδικημάτων τελεσθέντων από υπουργούς, όπως ο εγκαλών, ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο ήταν αναπληρωτής υπουργός υγείας [εφόσον αυτό θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη έρευνα ποινικών ευθυνών υπουργών αντίθετα προς τις προβλέψεις του άρθρου 86 του Συντάγματος και του ν. 3126/2003 περί ευθύνης υπουργών], αφού έλαβε χώρα στα πλαίσια της κατά το χρόνο εκείνο, διενεργούμενης προκαταρκτικής έρευνας σε βάρος των μη πολιτικών προσώπων για τις πράξεις της ενεργητικής δωροδοκίας και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική οργάνωσης, δηλαδή πράξεις από τις διερευνώμενες, που δεν αφορούσαν στους πολιτικούς και που δεν αποτελούσαν υπουργικά αδικήματα. Παρότι δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε και κατέθεσε στα πλαίσια της κατά το χρόνο εκείνο, διενεργούμενης νόμιμης προκαταρκτικής έρευνας σε βάρος των μη πολιτικών προσώπων και μάλιστα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αποκλειστικά περί των τεχνικών θεμάτων τιμολόγησης των φαρμάκων, αυτός δεν περιορίσθηκε στα ανωτέρω αλλά συμπεριλαμβάνει στην εν λόγω κατάθεσή του ισχυρισμούς για γεγονότα που στρέφονται κατά άλλων προσώπων και συγκεκριμένα σε βάρος του τότε αναπληρωτή Υπουργού Υγείας. Ενόψει δε, της φύσης της υπόθεσης, η σχηματισθείσα δικογραφία θα αποστελλόταν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, η οποία θα τη διαβίβαζε υποχρεωτικά στη Βουλή των Ελλήνων προ ενεργοποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών και θα ελάμβαναν γνώση, όπως και έλαβαν, οι έλληνες βουλευτές. Με την ως άνω από 03-01-2018 ένορκη κατάθεσή του ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα Μ. Σ. του Γ., πρώην Αναπληρωτή Υπουργό Υγείας, τα εκτιθέμενα ........ψευδή γεγονότα, : << ... Γνωρίζω ότι ο τέως Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας Μ. Σ., ο οποίο είχε την αρμοδιότητα για το φάρμακο, είχε άμεση εμπλοκή στην επεξεργασία των τιμών των φαρμάκων σε συνεργασία με την αντιπρόεδρο του ΕΟΦ Μ. Σ. και μάλιστα είχε τα δελτία τιμών στον προσωπικό του υπολογιστή και συζητούσε τις τιμές με εκπροσώπους φαρμακευτικών εταιρειών συμπεριλαμβανομένης της Νοβάρτις και δη του αντιπροέδρου Κ. Φ. Τονίζω ότι οι συναντήσεις του με τους εκπροσώπους των εταιρειών δεν ελάμβαναν χώρα στο γραφείο του στο Υπουργείο Υγείας αλλά σε ξεχωριστό γραφείο που είχε δημιουργήσει σε κτίριο εκτός Υπουργείου Υγείας, όπου στεγάζονταν υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥΥ, επί της Λ. Κηφισίας, σε όροφο όπου δεν στεγαζόταν κανείς άλλος. Ήταν διάχυτη η φήμη στο χώρο των φαρμακευτικών εταιρειών ότι στο συγκεκριμένο χώρο και στα πλαίσια των ανωτέρω συναντήσεων ο Μ. Σ. ελάμβανε παρανόμως χρήματα ως δώρα προκειμένου να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των φαρμακευτικών εταιρειών. Συναντούσε πάντα μόνος του τους εκπροσώπους των εταιρειών, χωρίς παρουσία οποιουδήποτε συνεργάτη του. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο Σ. ως υπουργός Υγείας διατηρούσε δεύτερο υπηρεσιακό γραφείο εκτός του Υπουργείου Υγείας και μάλιστα σε κτίριο εκτός του ΕΟΠΥΥ, όπου εκεί είχε τις κατ' ιδίαν συναντήσεις με τους εκπροσώπους των φαρμακευτικών εταιρειών. Είχε δε διαφορετικούς γραμματείς από ότι στο Υπουργείο και επιπλέον διατηρούσε τις τιμές στο προσωπικό του λαπτοπ και είχε απευθείας συνεργασία και πρόσβαση κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας των τιμών με τα στελέχη του ΕΟΦ. Μάλιστα κυκλοφορούσε έντονα η φήμη στη αγορά ότι επί υπουργίας του υπήρξαν περιπτώσεις αυξήσεως τιμών όπως για παράδειγμα του φαρμάκου Lucentis παρά τις δημόσιες τοποθετήσεις του ότι δεν είχε δοθεί καμία αύξηση τιμής ούτε για τις περιπτώσεις διόρθωσης τιμών σε περίπτωση λάθους. Σε μία περίπτωση αμέσως μετά από συνάντηση με εκπροσώπους φαρμακευτικής επιχείρησης, την οποία δεν μπορώ να προσδιορίσω, είδα ότι στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του υπήρχε μεγάλη δεσμίδα χαρτονομισμάτων των 50 ευρώ ...>>, ................που περιήλθαν σε γνώση - πλην των Εισαγγελέων - (και) των βουλευτών λόγω διαβίβασης της σχηματισθείσας δικογραφίας στη Βουλή, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ως διατελέσαντος αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, υποψηφίου του Ελληνικού Κοινοβουλίου και ιατρού, αν και γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή, καθώς για τις μηνυόμενες πράξεις δεν προέκυψαν ενδείξεις τέλεσής τους από τον εγκαλούντα και για το λόγο αυτό δυνάμει της από 05-07-2019 πορισματικής αναφοράς των Επίκουρων Εισαγγελέων Διαφθοράς [η οποία εγκρίθηκε αρμοδίως από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου] δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη και η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο [άρθ. 43 ΚΠΔ]. Ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές των όσων ως άνω κατέθετε και μάλιστα στην απολογία του ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ομολογεί ότι δεν είχε να καταλογίσει στον εγκαλούντα κάτι επιλήψιμο, ότι δεν υπέπεσε στην αντίληψή του μεμπτή συμπεριφορά του εγκαλούντος αλλά ότι η κατάθεσή του ήταν προϊόν πίεσης εκ μέρους της Εισαγγελέως Εγκλημάτων Διαφθοράς, παρά ταύτα αναφέρεται στη διερευνώμενη κατάθεσή του, και περιγράφει παράνομες ενέργειες και έκνομες πράξεις του εγκαλούντος, ο οποίος μάλιστα φέρεται να δωροδοκείται από φαρμακευτικές εταιρείες.

Εξάλλου, ενώ, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, η επίμαχη κατάθεση ενώπιον των Εισαγγελέων Διαφθοράς αποσκοπούσε στο να εισφέρει τις γνώσεις του και πληροφορίες αποκλειστικά σε τεχνικά θέματα στην τιμολόγηση των φαρμάκων ως ειδήμων - έχοντας την ιδιότητα του καθηγητή στη σχολή δημόσιας υγείας, στην Ελλάδα και στην Αγγλία, και έχοντας διατελέσει διευθυντής μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών ανά τον κόσμο - αυτός κατέθεσε μεταξύ άλλων περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν ποινική ευθύνη του τότε Υπουργού Υγείας και ήδη εγκαλούντος. Πρέπει, επομένως, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος .....>>. Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, και για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, και συγκεκριμένα του ότι: <<Στην Αθήνα, την 3-1-2018, τέλεσε τις ακόλουθες πράξεις: Α] ..., Β] ... Γ] Κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, αν και γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή. Ειδικότερα, με την από 03-01-2018 ένορκη κατάθεσή του, ενώπιον - πλην της Εισαγγελέως Εγκλημάτων Διαφθοράς [Ελένης Τουλουπάκη] και των Επίκουρων Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς [Χρήστου Ντζούρα και Στυλιανού Μανώλη] - των βουλευτών της Ελληνική Βουλής ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα Μ. Σ. του Γ., πρώην Αναπληρωτή Υπουργό Υγείας, τα αναφερόμενα στο υπό στοιχ. Α' ψευδή γεγονότα << ......Γνωρίζω ότι ο τέως Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας Μ. Σ., ο οποίο είχε την αρμοδιότητα για το φάρμακο, είχε άμεση εμπλοκή στην επεξεργασία των τιμών των φαρμάκων σε συνεργασία με την αντιπρόεδρο του ΕΟΦ Μ. Σ. και μάλιστα είχε τα δελτία τιμών στον προσωπικό του υπολογιστή και συζητούσε τις τιμές με εκπροσώπους φαρμακευτικών εταιρειών συμπεριλαμβανομένης της Νοβάρτις και δη του αντιπροέδρου Κ. Φ. Τονίζω ότι οι συναντήσεις του με τους εκπροσώπους των εταιρειών δεν ελάμβαναν χώρα στο γραφείο του στο Υπουργείο Υγείας αλλά σε ξεχωριστό γραφείο που είχε δημιουργήσει σε κτίριο εκτός Υπουργείου Υγείας, όπου στεγάζονταν υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥΥ, επί της Λ. Κηφισίας, σε όροφο όπου δεν στεγαζόταν κανείς άλλος. Ήταν διάχυτη η φήμη στο χώρο των φαρμακευτικών εταιρειών ότι στο συγκεκριμένο χώρο και στα πλαίσια των ανωτέρω συναντήσεων ο Μ. Σ. ελάμβανε παρανόμως χρήματα ως δώρα προκειμένου να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των φαρμακευτικών εταιρειών. Συναντούσε πάντα μόνος του τους εκπροσώπους των εταιρειών, χωρίς παρουσία οποιουδήποτε συνεργάτη του. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο Σ. ως υπουργός Υγείας διατηρούσε δεύτερο υπηρεσιακό γραφείο εκτός του Υπουργείου Υγείας και μάλιστα σε κτίριο εκτός του ΕΟΠΥΥ, όπου εκεί είχε τις κατ' ιδίαν συναντήσεις με τους εκπροσώπους των φαρμακευτικών εταιρειών. Είχε δε διαφορετικούς γραμματείς από ότι στο Υπουργείο και επιπλέον διατηρούσε τις τιμές στο προσωπικό του λαπτοπ και είχε απευθείας συνεργασία και πρόσβαση κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας των τιμών με τα στελέχη του ΕΟΦ. Μάλιστα κυκλοφορούσε έντονα η φήμη στη αγορά ότι επί υπουργίας του υπήρξαν περιπτώσεις αυξήσεως τιμών όπως για παράδειγμα του φαρμάκου Lucentis παρά τις δημόσιες τοποθετήσεις του ότι δεν είχε δοθεί καμία αύξηση τιμής ούτε για τις περιπτώσεις διόρθωσης τιμών σε περίπτωση λάθους. Σε μία περίπτωση αμέσως μετά από συνάντηση με εκπροσώπους φαρμακευτικής επιχείρησης, την οποία δεν μπορώ να προσδιορίσω, είδα ότι στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του υπήρχε μεγάλη δεσμίδα χαρτονομισμάτων των 50 ευρώ ...>>, που περιήλθαν σε γνώση [εκτός των ως άνω Εισαγγελέων] των Ελλήνων βουλευτών λόγω διαβίβασης της σχηματισθείσας σε βάρος του εγκαλούντος δικογραφίας στη Βουλή, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αν και γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή, αφού σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο υπό στοιχ. Α', ουδέποτε έλαβαν χώρα [αφού η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, είναι ότι ο εγκαλών, κατά το χρονικό διάστημα από 24-6-2012 έως 25-6-2013 που διετέλεσε Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας, ουδέποτε είχε απευθείας συνεργασία, κατά τη διαδικασία τιμολόγησης των φαρμάκων, με την αντιπρόεδρο του ΕΟΦ Μ. Σ. ή με άλλα στελέχη του ΕΟΦ, ότι, δεν συζητούσε τις τιμές των φαρμάκων με τον αντιπρόεδρο της φαρμακευτικής εταιρείας <<NOVARTIS HELLAS ΑΕΒΕ>>, Κ. Φ., ούτε με εκπροσώπους άλλων φαρμακευτικών εταιρειών, ότι, δεν διατηρούσε δεύτερο υπηρεσιακό γραφείο εκτός του Υπουργείου Υγείας και του ΕΟΠΥΥ, ότι, ουδέποτε ζήτησε ή έλαβε χρήματα ή οποιοδήποτε άλλο οικονομικό αντάλλαγμα, προκειμένου, ως Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας, να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των φαρμακευτικών εταιρειών και ότι επί της υπουργίας του μειώθηκε η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη λόγω της μείωσης, κατόπιν δικών του ενεργειών, των τιμών των φαρμάκων]>>. Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, μεταξύ άλλων, και για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της εγκαλούντος Μ. Σ., δέχθηκε στο αιτιολογικό της ότι η ανωτέρω πράξη έλαβε χώρα την 3-1-2018.

Περαιτέρω, η σχετική από 1/2/2019 έγκληση του ως άνω παθόντος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του διαδικαστικού τούτου εγγράφου, που βρίσκεται στην δικογραφία, υποβλήθηκε ενώπιον της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου στις 1-2-2019, δηλαδή μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση της ένδικης πράξης (3/1/2018). Για το ζήτημα, όμως, του χρόνου γνώσεως, από τον δικαιούμενο σε έγκληση, της διαπράξεως του ανωτέρω εγκλήματος και του προσώπου που το διέπραξε, η προσβαλλόμενη απόφαση στο επί της ενοχής αιτιολογικό της, καθώς και στο διατακτικό της, δεν αναφέρει τον χρόνο που ο παθών και δικαιούμενος σε υποβολή έγκλησης έλαβε γνώση της σε βάρος του τελεσθείσας πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως και του δράστη αυτής, ούτε διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά αιτιολογούντα τον χρόνο της γνώσης αυτής, ώστε να κριθεί εάν η παραπάνω έγκλησή του υποβλήθηκε εμπρόθεσμα. Με το περιεχόμενο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, την απαιτούμενη, από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού δεν αναφέρει τον χρόνο που ο εγκαλών έλαβε γνώση της τέλεσης της ένδικης αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του, για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και νυν αναιρεσείων, ενόψει του ότι αυτή διώκεται κατ' έγκληση και η παρούσα έγκληση υποβλήθηκε στις 1/2/2019, γεγονός απαραίτητο για να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της εγκλήσεως και επιπλέον στερείται νόμιμης βάσης, διότι ενόψει των ως άνω ελλείψεων, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο εγκαλών πληροφορήθηκε την σε βάρος του τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο ως άνω αξιόποινη και (μόνο) κατ' έγκληση διωκόμενη πράξη καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 114 παρ.1 ΚΠΔ, σε συνδ. με 362, 363, 368 ΠΚ.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται, μεταξύ άλλων, και για εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εξετάζεται σε κάθε περίπτωση και αυτεπαγγέλτως, είναι βάσιμος, και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, και του επίσης αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι μόνον ως προς την καταδικαστική της για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης διάταξη, κατά την οποία πλήττεται με την υπό κρίση αναίρεση, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της που αφορά την επιβληθείσα για την πράξη αυτή στερητική της ελευθερίας ποινής, καθώς και τη συνολική ποινή, παρελκούσης της έρευνας των πρώτου (κατά τις λοιπές αιτιάσεις του), δευτέρου και τετάρτου λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' του ΚΠΔ, που αφορούν την ίδια ως άνω αξιόποινη πράξη, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση προηγουμένως (άρθρο 519 και 522 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθμ. 1728, 1937/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ως προς την ένδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και ως προς την διάταξή της που αφορά την επιβληθείσα για την πράξη αυτή στερητική της ελευθερίας ποινής, καθώς και τη συνολική ποινή.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, προς εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή