Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1358 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1358/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Ειρήνη Νικολάου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14/10/2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ουρανίας Σταθέα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλεία Παπαδοπούλου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 7992/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 7/18-3-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπ'αριθμό 7/18.3.2025 αίτηση της Α. Μ. του Α. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 7992/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθμ. 1448/2023 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η αξία των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα με δήλωση, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα στην αρμόδια Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α' Κ.Π.Δ. ειδικό βιβλίο στις 27/2/2025 και η αίτηση κατατέθηκε στις 18/3/2025 (άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 1α και 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, ήτοι α) της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' Κ.Π.Δ.) και, β) της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στ. Θ' Κ.Π.Δ.) ως προς την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ., αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, εφόσον δε ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο, δηλαδή και αυτό της έφεσης, απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως, ενώ κατά της σχετικής απόφασης (που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη) επιτρέπεται μόνο αναίρεση, για τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης του εφετείου για το απαράδεκτο, στην οποία περιορίζεται ο έλεγχος του Αρείου Πάγου σε τέτοια περίπτωση.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 474 παρ. 4 Κ.Π.Δ., εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση έφεσης και τον λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και να επικαλεστεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία οι αιτιάσεις του αυτές προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της έφεσης, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο (ΑΠ 164/2024, ΑΠ 677/2023, ΑΠ 703/2022).
Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης ή επίδοσης αυτής στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και τον χρόνο άσκησης της έφεσης, καθώς επίσης, στην περίπτωση επίδοσης αυτής, του αποδεικτικού, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης (ΟλΑΠ 4/1995, ΟλΑΠ 6/1994), εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρας βίας, από την οποία παρακωλύθηκε ο εκκαλών για την εντός της προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ. άσκησή της, οπότε το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ` ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λπ.), η δε αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. ιδρύεται ως λόγος αναίρεσης η παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης ή ως ανυποστήρικτης. Η παράνομη απόρριψη επέρχεται όταν το εφετείο παραβιάζει δικονομική διάταξη ή κάποιο δικονομικό τύπο, που έχει τεθεί για να καθορίσει την παραδεκτή άσκηση της έφεσης και τη δικονομική παρουσία του εκκαλούντος, διαταράσσοντας έτσι τον κανονιστικά προκαθορισμένο τρόπο εξέλιξης της ποινικής διαδικασίας από το ένα στάδιο στο επόμενο και, επομένως, και τα δικαιώματα του εκκαλούντος για ακρόαση, παροχή έννομης προστασίας και δίκαιη δίκη.
Συνεπώς, στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. τυποποιείται ένας δικονομικός λόγος αναίρεσης, ο οποίος λειτουργεί αυτοτελώς ως κύρωση, σε περίπτωση διαπίστωσης πλημμέλειας αποδιδόμενης στην παραβίαση κάποιου δικονομικού κανόνα δικαίου, που οδηγεί σε παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης ή ανυποστήρικτης και είναι ουσιώδης τόσο για τη διασφάλιση της ισορροπίας και της κανονικότητας της ποινικής δίκης, όσο και για τον σεβασμό των παραπάνω θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.
Παράνομη, άλλωστε, απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης υπάρχει και στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογία ή διαλαμβάνει ελλιπή τοιαύτη, αναφορικά με την κρίση του για το απαράδεκτο (ΑΠ 983/2023, ΑΠ 48/2022). Μάλιστα, κατά το άρθρο 510 παρ. 2 Κ.Π.Δ., ο ως άνω λόγος αναίρεσης μπορεί να προβληθεί, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν δεν προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 677/2023, ΑΠ 1636/2022, ΑΠ 703/2022). Από τη διατύπωση του αναιρετικού αυτού λόγου προκύπτει ότι υπάγεται σ' αυτόν μόνον η περίπτωση της παράνομης απόρριψης της έφεσης ως απαράδεκτης ή ως ανυποστήρικτης και όχι και η αντίστροφη περίπτωση, κατά την οποία η έφεση δεν απορρίφθηκε ως παράνομη ή ως ανυποστήρικτη, γιατί η τελευταία αυτή περίπτωση εξακολουθεί να υπάγεται στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ. και αυτό διότι ο προβλεπόμενος (τελευταίος) αυτός λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 164/2024, ΑΠ 1515/2022, ΑΠ 95/2022, ΑΠ 1003/2020).
Στην κρινόμενη υπόθεση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ.), διότι αυτή δεν διέλαβε αιτιολογία για την απόρριψη της έφεσης, που είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, ενώ με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης επικαλείται αρνητική υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ.), στην οποία η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε με την ανωτέρω παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και της παράλειψής της να αποφανθεί επί των λόγων ανωτέρας βίας, τους οποίους προέβαλε για δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της έφεσης. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της έφεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης για την έρευνα της βασιμότητας των προαναφερθέντων αναιρετικών λόγων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7992/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η με αριθμό 1550/7.9.2023 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 1448/24.1.2023 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε παρουσία της κατηγορουμένης και με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για ανύπαρκτες συναλλαγές κατ' εξακολούθηση η συνολική αξία των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, που τέλεσε στη Θεσσαλονίκη κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/1/2018 έως 31/12/2018, η θεώρηση της έκθεσης ελέγχου δε έλαβε χώρα στις 14/10/2021. Κατά της απόφασης αυτής η κατηγορούμενη, ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε στις 7/9/2023 έφεση, ζητώντας να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκειμένου δε να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, με την με αριθμό 1550/7.9.2023 έκθεση έφεσης προέβαλε τα εξής, επί λέξει: "Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης 24-1-2023 παραστάθηκα μετά του πληρεξουσίου μου δικηγόρου και υπογράφοντα την παρούσα. Μετά την εκφώνηση της υπόθεσης ακολούθησα το αστυνομικό όργανο προκειμένου, κατόπιν υποδείξεως του πληρεξουσίου δικηγόρου μου αλλά και δικής μου γνώσης και αντίληψης, προκειμένου να ασκήσω έφεση κατά της απόφασης αυτής. Κατά την προσέλευση μου στον αρμόδιο γραμματέα δεν υπήρξε η υπόδειξη της κατάλληλης ενέργειας, παρα μόνον μου δηλώθηκε ότι θα πρέπει να πληρώσω τα δικαστικά έξοδα, κάτι το οποίο και έκανα. Δεν μου γνωστοποιήθηκε και, ως εκ τούτου, δεν έγινε από εμένα αντιληπτό, καθότι δεν έχω νομικές γνώσεις, ότι η καταβολή των δικαστικών εξόδων συνιστά αποδοχή της απόφασης. Μετά την υπογραφή των σχετικών εγγράφων, εγκατέλειψα το δικαστικό μέγαρο με την αντίληψη ότι έχω ασκήσει έφεση κατά της απόφασης. Λόγω του συνήθους της διαδικασίας και επειδή κρατούνταν άλλη υπόθεση προς εκδίκαση, δεν συνοδεύθηκα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο μου, άρα η μόνη νομική πληροφόρηση και καθοδήγηση που μπορούσα να έχω ήταν από τους αρμόδιους δικαστικούς υπαλλήλους. Εγώ από πλευράς μου δεν είχα κανένα λόγο να αποδεχθώ την πρωτοβάθμια απόφαση. Ειδικότερα είμαι μέλος της εταιρεία "Α. Μ. – Δ. Μ. ΟΕ" και η εταιρεία μας ευρίσκεται σε διαδικασία υπαγωγής σε εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, όπου η αμετάκλητη ποινική καταδίκη προκαλεί έκπτωση από το δικαίωμα υπαγωγής. Συναφώς την ύπαρξη της απόφασης, ως φερόμενης αμετάκλητης την πληροφορήθηκα στην διαδικασία αυτή. Ετσι προσφάτως, ενώ είχε καταρχήν επιτευχθεί συμφωνία και υπαγωγή μου στον εξωδικαστικό μηχανισμό, μου γνωστοποιήθηκε η ύπαρξη της απόφασης κάτι που με αιφνιδίασε και βεβαίως θορύβησε. Είναι συνεπώς προφανές ότι δεν είχα κανένα λόγο να διακινδυνεύσω την επιβίωση της εταιρείας που αποτελεί την μόνη πηγή βιοπορισμού για την οικογενειακής μας επιχείρησης. Κατά συνέπεια υφίστατο λόγος ανωτέρας βίας, διότι, από σφάλμα θεσμικής πληροφόρησης, δεν είχα αντιληφθεί όχι καθεαυτό το δικαίωμα να ασκήσω έφεση που τον εγνώριζα και το επιδίωξα, αλλά δεν αντιλήφθηκα, ότι κατά την διεκπεραίωση του θέματος από την αρμόδια υπηρεσία, δεν είχα ασκήσει έφεση, αλλά φερόμουν να έχω (χωρίς λόγο) αποδεχθεί την απόφαση. Όπως είναι γνωστό και από την πρόσφατη τροοποποίηση το άρθρου 476 2Α του ΚΠοινΔ, ελλείψεις ή σφάλματα κατά την λειτουργία της δικαστικής γραμματειακής υπηρεσίας, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε απώλεια δικαιώματος, κάτι άλλωστε που έχει νομολογηθεί και από την απόφαση Μπουλουγράς κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. Κατά συνέπεια η παρούσα έφεση, ασκηθείσα αμέσως μετά την άρση του λόγω ανωτέρας βίας θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως εμπρόθεσμη". Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι με την έκθεση έφεσης η αναιρεσείουσα προέβαλε λόγο ανωτέρας βίας, εξαιτίας του οποίου παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της ως άνω έφεσής της κατά της παραπάνω πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης επίσης προκύπτει ότι εξετάσθηκε ως μάρτυρας για την απόδειξη του ανωτέρω επικαλούμενου λόγου ανωτέρας βίας και τη δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της εφέσεως ο σύζυγος της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας, Δ. Μ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω ασκηθείσα εκ μέρους της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα-κατηγορούμενη είχε κληθεί νομότυπα να παραστεί κατά την εκδίκαση της σε βάρος της υπόθεσης κατά τη συνεδρίαση της 24ης-1-2023, με την κατηγορία της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, που τελέστηκε στη Θεσσαλονίκη κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01-01-2018 μέχρι 31-12-2018. Η εκκαλούσα-κατηγορούμενη είχε παρασταθεί αυτοπροσώπως και είχε, μάλιστα, διορίσει συνήγορο υπεράσπισής της τον δικηγόρο Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο (ΑΜ ΔΣΘ 2809). Με την 1448/24-01-2023 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η οποία ποινή φυλάκισης ανεστάλη επί τριετία. Η εκκαλούσα-κατηγορουμένη δεν άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής έως την 7-9-2023, όταν προσήλθε στον γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (άρθρο 474 ΚΠοινΔ) και άσκησε την 1550/7-9-2023 έφεση κατά της 1448/24-01-2023 απόφασης του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Η έφεση αυτή, όμως, είναι εκπρόθεσμη καθώς ασκήθηκε μετά την πάροδο των 10 ημερών που ορίζει το άρθρο 473 ΚΠοινΔ και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 ΚΠοινΔ". Με τις ως άνω παραδοχές, όμως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με την απόρριψη του προβληθέντος λόγου ανωτέρας βίας, εξαιτίας του οποίου η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν άσκησε εμπρόθεσμα έφεση κατά της υπ'αριθμ. 1448/2023 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ επίσης δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση του περί απόρριψης του σχετικού προβαλλόμενου λόγου ανωτέρας βίας, ώστε δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης του προαναφερθέντος μάρτυρα σε σχέση με το εάν απ'αυτήν προκύπτει ή μη η ανωτέρα βία που επικαλείται η αναιρεσείουσα για την άσκηση εκπρόθεσμης έφεσης. Επομένως, τόσο ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όσο και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, αληθώς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' και Θ' Κ.Π.Δ., είναι βάσιμοι. Συνακόλουθα, δεδομένου του ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι της έφεσης της αναιρεσείουσας, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε αυτήν, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519, 522 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 7992/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ