ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1361/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1361/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1361/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1361 / 2025    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1361/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο -Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημήτρη Μητρουλιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Γ. Ρ. του Α. και εγκαλούμενο τον Σ. -Κ. Μ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.

Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 24/6/2025, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτρης Μητρουλιάς εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη με αριθμό 208/26-9-2025 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον Σας (σε Συμβούλιο), κατά το άρθρο 136 παράγραφος 1 εδάφιο β' του νέου ΚΠΔ(Ν.4620/2019), την υπ' αριθ. πρωτ. 37-25/224 από 24.06.2025 αίτηση του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Ιωάννη Λιακάκου, η οποία εισήχθη στην υπηρεσία μας την 09.07.2025 και έλαβε αριθ. πρωτ. 5259, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Σ. - Κ. Μ., ο οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τις διατάξεις του άρθρου 135 του νέου ΚΠΔ διατάσσεται η παραπομπή από το αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125, δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές (εκτός από τις άλλες περιπτώσεις) και όταν συντρέχει περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο αυτό (135) με το στοιχείο ε', όταν δηλαδή ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο.

Κατά το άρθρο 136 ΚΠΔ την παραπομπή μπορούν να ζητήσουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας, ενώ στις περιπτώσεις των στοιχείων γ' και δ' του άρθρου 135 ΚΠΔ μόνο ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Για την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμβούλιο εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο, β) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση (εκτός από αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 499) και πάντοτε όταν ζητείται η παραπομπή για το λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο γ' του άρθρου 135 ΚΠΔ.

Εξάλλου κατά το άρθρο 134 ΚΠΔ, που έχει εφαρμογή αναλογικά, σύμφωνα με το άρθρο 136 παρ.1 εδάφιο τελευταίο, το δικαστήριο που ορίζεται στο άρθρο 132 γίνεται υποχρεωτικά αρμόδιο και ενεργεί περαιτέρω ως υποκατάστατο του αρχικά αρμοδίου.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 122-125, 132, 134 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας έχουν δικαίωμα, αν συντρέχει η παραπάνω περίπτωση, να ζητήσουν την παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, όταν δε γίνει δεκτή η αίτηση αυτή, το δικαστήριο που ορίζεται με τη σχετική απόφαση καθίσταται αρμόδιο υποχρεωτικά και ενεργεί περαιτέρω ως υποκατάστατο του αρχικά αρμοδίου και ότι, πριν ζητηθεί από κάποιον δικαιούμενο η παραπομπή και εκδοθεί η σχετική με αυτή του απόφαση του αρμοδίου συμβουλίου (Εφετών ή του Αρείου Πάγου), δεν παύει, ούτε μεταβάλλεται η κατά τόπο αρμοδιότητα του δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 122-125 ΚΠΔ.

Η παραπομπή αυτή της υποθέσεως νοείται όχι μόνο κατά την κύρια διαδικασία (άρθρα 329 επόμενα ΚΠΔ) αλλά και κατά την προδικασία (άρθρα 239 επόμενα ΚΠΔ), συμπεριλαμβανομένου του σταδίου της άσκησης ποινικής δίωξης (άρθρο 43 ΚΠΔ) και του σταδίου της διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης (άρθρα 243 επόμενα ΚΠΔ), αφού και γι' αυτά συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, ότι δηλαδή εξασφαλίζεται η απόλυτη ανεξαρτησία της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και αποκλείεται κάθε υπόνοια μεροληψίας εξαιτίας της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο (ΑΠ1168/2024).

Επιπλέον, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι για να γίνει δεκτή η αίτηση παραπομπής για το λόγο που αναφέρεται στο άρθρο 135 στοιχείο ε' ΚΠΔ, πρέπει ο δικαστικός λειτουργός (από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω) να έχει την ιδιότητα του εγκαλούντος ή του ζημιωμένου ή του κατηγορουμένου και να υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο και ότι αν ο δικαστικός αυτός λειτουργός έπαυσε ήδη για οποιοδήποτε λόγο (αποχωρήσεως από την υπηρεσία, μεταθέσεως κ.λ.π.) να υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο ή αν δε φέρει την ιδιότητα του εγκαλούντος ή του ζημιωμένου ή του κατηγορουμένου δεν διατάσσεται η ζητούμενη παραπομπή αλλά απορρίπτεται η σχετική αίτηση (ΑΠ 950/2024, ΑΠ 945/2024, ΑΠ 620/2024, ΑΠ 622/2024, ΑΠ 546/2024, ΑΠ 545/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση με την άνω υπ' αριθ. πρωτ. 37-25/224 από 24.06.2025 αίτηση του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Ιωάννη Λιακάκου, η οποία εισήχθη στην υπηρεσία μας την 09.07.2025 και έλαβε αριθ. πρωτ. 5259, υποβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 135 παρ. 1 στοιχ. ε' και 136 στοιχ. β' Κ.Π.Δ, η υπ' ABM E 2024/4466, ποινική δικογραφία για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Σ. - Κ. Μ., ο οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, που σχηματίστηκε κατόπιν υποβολής σε βάρος του, της από 20.06.2024 μήνυσης του Γ. Ρ., κατοίκου ..., οδός ...,ΤΚ ..., που κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 20.06.2025, η οποία καταχωρήθηκε στις 20.06.2025 και έλαβε ABM Ε2024/4446, με την οποία ζητεί τη ποινική του δίωξη (αορίστως) γιατί: "Ο εισαγγελέας έκρινε τη βασιμότητα και αλήθεια των καταγγελλόμενων από την (1) χωρίς αποδεικτικά στοιχεία και κατά παράβαση των Αρ. Συντ. 20(2) και 93(3). Κατά το μεν άρθηκε το δικαίωμα μου σε προακρόαση πριν την κίνηση της διαδικασίας ακούσιου εγκλεισμού, κατά το δε αν υφίσταται τέτοιου είδους a priori άρσης, συντρέχει εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου", υπονοώντας έτσι ότι παρέβη το καθήκον της υπηρεσίας του(άρθ. 259ΠΚ), σύμφωνα με όσα στη συνέχεια εκθέτει στην μήνυση του αυτή. Επί της άνω δικογραφίας μετά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, επειδή η άνω μήνυση στρέφεται πλην άλλων καταγγελλομένων και κατά Εισαγγελικού λειτουργού, υποβλήθηκε από τον τελευταίο στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, προκειμένου να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή κατά τα προλεχθέντα. Επειδή ο ανωτέρω αναφερόμενος Σ.- Κ. Μ., τυγχάνει εν ενεργεία Εισαγγελικός Λειτουργός που κατά το χρόνο υποβολής της άνω μηνύσεως-αναφοράς υπηρετούσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, με το βαθμό της Εισαγγελέως Πρωτοδικών, όπου και εξακολουθεί να υπηρετεί μέχρι και σήμερα ως προκύπτει από σύμφωνα με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2024 βεβαίωση της υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ο άνω Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Ιωάννης Λιακάκος ζήτησε με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. πρωτ. 37-25/224 από 24.06.2025 αίτησή του, να κριθεί αν συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 135 εδ ε' και 136 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ.), από τον Άρειο Πάγο. Ενόψει αυτών, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις που θεσπίστηκαν για να εξασφαλίσουν την απόλυτη ανεξαρτησία της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και τον αποκλεισμό κάθε υπόνοιας για μεροληψία του (ΑΠ1239/2023, ΑΠ429/2021), δεδομένου ότι ο κατά τα άνω αναφερόμενος Σ.- Κ. Μ., υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με το βαθμό του Εισαγγελέως Πρωτοδικών, στην οποία δεν υφίσταται άλλο Πρωτοδικείο και έτσι δεν υπάρχει δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης σε άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών που να ανήκει στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών (ΑΠ 1081/2022, ΑΠ 7/2021), νόμιμος παρίσταται λόγος κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 παρ.1 β' και 135 παρ.1 εδ. ε' ΚΠΔ, επιλαμβανομένου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ώστε να παραπεμφθεί η άνω υπ' ABM Ε2024/4446, ποινική δικογραφία από τις κατά τόπο αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες αρμόδιες να επιληφθούν της υπόθεσης δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς για να κρίνουν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους για τη δικαστική περαίωση αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνω Το Δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο), να διατάξει την παραπομπή της υπόθεσης που αναφέρεται στην υπ' αριθ. πρωτ. 37-25/224 από 24.06.2025 αίτηση του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Ιωάννη Λιακάκου, η οποία εισήχθη στην υπηρεσία μας την 09.07.2025 και έλαβε αριθ. πρωτ. 5259, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Σ.- Κ. Μ., ο οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και αφορά τα καταγγελλόμενα με την υπ' αριθ. ABM Ε2024/4446,ποινική δικογραφία, που σχηματίστηκε κατόπιν υποβολής σε βάρος του, της από της από 20.06.2024 μήνυσης του Γ. Ρ., κατοίκου ..., οδός ...,ΤΚ ..., που κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 20.06.2025, η οποία καταχωρήθηκε στις 20.06.2025 και έλαβε ABM Ε2024/4446, με την οποία ζητεί τη ποινική του δίωξη (αορίστως) γιατί: "Ο εισαγγελέας έκρινε τη βασιμότητα και αλήθεια των καταγγελλόμενων από την (1) χωρίς αποδεικτικά στοιχεία και κατά παράβαση των Αρ. Συντ. 20(2) και 93(3). Κατά το μεν άρθηκε το δικαίωμα μου σε προακρόαση πριν την κίνηση της διαδικασίας ακούσιου εγκλεισμού, κατά το δε αν υφίσταται τέτοιου είδους a priori άρσης, συντρέχει εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου", σύμφωνα με όσα στη συνέχεια εκθέτει στην μήνυσή του αυτή, από τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και του Εφετείου Πειραιώς.

- Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Σοφουλάκης".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται, η από 26.9.2025 με αριθμ. πρωτ. ... πρότασης του κ. Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που δικάζει σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 135 περ. ε' και 136 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ 96/11.6.2019, τεύχος Α') και ισχύει από 1.7.2019, η από 24.6.2025 με αριθμ. πρωτ. 37-25/224 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία ζητείται η παραπομπή της υπόθεσης, που αφορά την από 20.6.2024 μήνυση του Γ. Ρ., κατοίκου ..., οδός ..., που στρέφεται, μεταξύ άλλων και κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σ.- Κ. Μ. του Κ., ο οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών για την, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ), από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρχές άλλου ισόβαθμου και ομοειδούς Δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 135 στοιχ. ε' ΚΠΔ, που κυρώθηκε με τον Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ 96/11.6.2019, τεύχος Α') και ισχύει από 1.7.2019, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Δικαστήριο. Ο δικαιολογητικός λόγος της παραπομπής, στην περίπτωση αυτή, είναι η διασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας και του αδιάβλητου της κρίσης του δικαστικού λειτουργού που θα επιληφθεί της υπόθεσης καθώς και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο (αρμόδιο) Δικαστήριο, που θα κρίνει την υπόθεση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 περ. β' του αυτού ως άνω ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών κατά τις περιπτ. Α' της αυτής παρ. 1 του άρθρου 136(ΑΠ 7/2021, ΑΠ 700/2020). Από την ερμηνευτική προσέγγιση της έννοιας και του διωκόμενου σκοπού των ως άνω διατάξεων των άρθρων 135 και 136 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 122 - 125 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κανονισμός της αρμοδιότητας κατά παραπομπή δεν περιορίζεται μόνο στην εκδίκαση της υπόθεσης αλλά εκτείνεται και στην προδικασία και καταλαμβάνει, τόσο την κίνηση της ποινικής δίωξης, όσο και την προκαταρκτική εξέταση, καθόσον και στις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ο ίδιος κατά τα άνω, δικαιολογητικός λόγος, η εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω της συνυπηρέτησης (ΑΠ 287/2022, ΑΠ 848/2021, ΑΠ 429/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στον φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει, ότι κατόπιν της από 20.6.2024 μήνυσης του Γ. Ρ., κατοίκου ..., οδός ..., προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, σε βάρος, μεταξύ άλλων και του Εισαγγελικού Λειτουργού Σ.-Κ. Μ. του Κ., η οποία διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, σχηματίσθηκε η με ΑΒΜ Ε 2024/4466 ποινική προκαταρκτική δικογραφία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, σε βάρος του ανωτέρω για την, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ). Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. 71521/14.11.2024 υπηρεσιακή βεβαίωση της Προϊσταμένης του Τμήματος Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ο ανωτέρω είναι Εισαγγελέας Πρωτοδικών και υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Με τα δεδομένα αυτά και, εφόσον οι αρμόδιες Εισαγγελικές και Ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών δεν μπορούν να επιληφθούν της υπόθεσης, λόγω του ότι ο μηνυόμενος υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που υπάγεται στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, στην οποία (περιφέρεια) δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και έτσι δεν υπάρχει δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης σε άλλο Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία, που να ανήκει στην περιφέρειά του (Εφετείου Αθηνών), συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 135 εδ. 'ε και 136 παρ.1 εδ. β' περ. β' ΚΠΔ) (ΑΠ 287/2022, ΑΠ 7/2021), ώστε οι περιεχόμενες στην προαναφερθείσα μήνυση καταγγελίες σε βάρος του παραπάνω Εισαγγελικού Λειτουργού, να παραπεμφθούν από τις αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση στις αντίστοιχες αρχές του Εφετείου Πειραιώς, για να επιληφθούν της σχετικής υπόθεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, που εισήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που δικάζει σε Συμβούλιο, με την από 26.9.2025 με αριθμ. πρωτ. ... πρόταση του κ. Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατόπιν της από 24.6.2025 με αριθμό πρωτ. 37-25/224 αίτησης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και αφορά την υποβληθείσα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών από 20.6.2024 μήνυση του Γ. Ρ., κατοίκου ..., οδός ..., η οποία, μεταξύ άλλων, στρέφεται και κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Σ.- Κ. Μ. του Κ., ο οποίος υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρα 259 ΠΚ), από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και εάν συντρέξει νόμιμη περίπτωση και στις αντίστοιχες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς, για να επιληφθούν της σχετικής υπόθεσης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2025.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή