ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1365/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1365/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1365/2025 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1365 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1365/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (η οποία ορίστηκε με την υπ'αριθμ. 97/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή και Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Οικονόμου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ευγενία Τράκα και Νικόλαο Σωτηρόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΑΤ 2841/2023 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Σ. Χ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 07 Φεβρουαρίου 2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 07.02.2024, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1091/2024, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη με αριθμό πρωτοκόλλου 1091/2024 από 07.02.2024 δήλωση του Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της με αριθμό ΑΤ 2841/2023 καταδικαστικής απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου (μετά από ασκηθείσα υπ' αυτού έφεση κατά της με αριθμό 3902/2019 καταδικαστικής απόφασης του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς), με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' ΠΚ, για την άδικη πράξη της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης (άρθρα 26 εδ. α', 27 παρ.1, 42 παρ.1, 51,53, 309 σε συνδυασμό με 308 παρ.1 νέου Π.Κ.) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών(3) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα, με την επίδοση του δικογράφου της, στις 07.02.2024, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εμπρόθεσμα (καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο κατά το άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδ.α του ΚΠΔ βιβλίο στις 18.01.2024), σύμφωνα με τα άρθρα 462 παρ.1, 464, 466 παρ.1 και 473 παρ.2 και 3, 504 παρ1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ και περιέχει ως λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Α' σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ'του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α του ΠΚ, περί σωματικής βλάβης, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, " Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", ενώ κατά τη διάταξη του ιδίου άρθρου του νέου ΠΚ, "όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του Π.Κ., όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, περί επικίνδυνης σωματικής βλάβης "Αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", ενώ κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 309 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η νομοτυπική μορφή της πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης δεν έχει αλλάξει, πλην όμως η διάταξη του άρθρου 309 του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη ως προς το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, αφού με αυτήν προβλέπεται πλέον ποινή φυλάκισης από δέκα ημέρες, κατ` άρθρο 53 ΠΚ, έως τρία έτη, αντί εκείνης των τουλάχιστον τριών μηνών (έως πέντε ετών) που προβλεπόταν προηγουμένως, ή μόνο χρηματική ποινή, η οποία είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Εν όψει της διαζευκτικής διατύπωσης της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί βάσει των κατ` άρθρο 79 Π.Κ. κριτηρίων. Απαιτούμενα στοιχεία για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που αποτελεί έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, είναι α)σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 του Π.Κ., β) η πράξη να τελέστηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη, χωρίς, δηλαδή, να εξετάζεται το αποτέλεσμα της βλάβης που προξενήθηκε, παρά μόνο ο επικίνδυνος τρόπος τέλεσής της και γ) δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση πρόκλησης της σωματικής κάκωσης και των περιστάσεων, από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη (ΑΠ 847/2025, ΑΠ 565/2024).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ. "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83 ΠΚ)". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη απόπειρας απαιτείται πράξη, η οποία επιχειρείται με δόλο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, σαν τέτοια δε πρέπει να θεωρηθεί κάθε ενέργεια του δράστη με την οποία, αν δεν ήθελε από οποιοδήποτε λόγο ανακοπεί, οδηγεί, αναμφισβήτητα, στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας ώστε κατά κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του νέου ΠΚ "όποιος έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη τιμωρείται αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Με την διάταξη αυτή του νέου ΠΚ προσδιορίζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της αρχής εκτέλεσης του εγκλήματος, ώστε να είναι σαφές ότι το έγκλημα βρίσκεται σε απόπειρα, όταν έχει πραγματωθεί ένα τμήμα της αντικειμενικής του υπόστασης. Στις περιπτώσεις εκείνων των εγκλημάτων που ο ακριβής τρόπος τέλεσης δεν περιγράφεται στον νόμο αναλυτικά νοείται ότι ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο πράξη, όταν εξαπολύσει κατά του εννόμου αγαθού την ενέργεια η οποία κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη, αν δεν ανακοπεί από άλλη πράξη του ιδίου ή τρίτου ή από επιγενόμενο τυχαίο γεγονός (αιτιολογική έκθεση του Ν. 4619/2019 υπ' άρθρο 42, ΑΠ 847/2025, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 442/2021).

Περαιτέρω, απόπειρα στο άνω έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι νοητή, όταν αρχίζει να τελείται μία πράξη που μπορεί να προκαλέσει σωματική βλάβη και εμπεριέχει κίνδυνο πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης ή έστω δυνατότητας πρόκλησης κινδύνου ζωής, έστω και αν εν τέλει δεν επέλθει σωματική βλάβη (ΑΠ 847/2025, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 819/2022, ΑΠ 59/2017).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358 και 362 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, προκαλεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι, έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα, δικαιώματος αυτού να προβαίνει σε δηλώσεις παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο και ιδρύει τους προβλεπόμενους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ` του Ιδίου Κώδικα λόγους αναίρεσης. Η καταχώριση στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου του "δικονομικού γεγονότος" ότι αναγνώστηκε ένα έγγραφο, παρέχουσα πλήρη απόδειξη, κατ` άρθρο 141 παρ. 3 Κ.Π.Δ., δεν γίνεται με καταγραφή του περιεχομένου του εγγράφου. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία, που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και o κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 Κ.Π.Δ. ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφ` όσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο.

Περαιτέρω, έχει υποστηριχθεί νομολογιακά (ΑΠ 185/2017) η άποψη ότι, η αναφορά στην απόφαση ότι "η Πρόεδρος ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο έγγραφα που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση", δεν καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο διότι δεν προκύπτει παντελώς η ταυτότητα των εγγράφων που φέρεται ότι αναγνώσθηκαν στην ακροαματική διαδικασία με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να στερηθεί το δικαίωμα να σχολιάσει τα αναγνωστέα έγγραφα και να υποβάλλει παρατηρήσεις.

Εξάλλου, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 442/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμό ΑΤ 2841/2023 απόφασή του, κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που τέλεσε στις 4 Φεβρουαρίου 2018 στον Κορυδαλλό, σε βάρος του Σ. Χ. και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος αναφέρει, δέχθηκε στο σκεπτικό του ότι αποδείχθηκαν επί λέξει τα εξής: "Την 04-02-2018, στον χώρο της εισόδου της οικοδομής έγινε έκτακτη γενική συνέλευση των ιδιοκτητών, με θέμα τις οφειλές από κοινόχρηστα του εκκαλούντος. Κατά τη διάρκεια της συνέλευσης άρχισαν να υπάρχουν έντονες διενέξεις του τελευταίου με τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες και, ξαφνικά, ο εκκαλών, έφυγε από τον χώρο της συνέλευσης εκνευρισμένος ανέβηκε στο διαμέρισμά του και επέστρεψε, κρατώντας ένα μεταλλικό ρόπαλο μήκους πενήντα εκατοστών περίπου, με το οποίο επιχείρησε να κτυπήσει στο κεφάλι τον παθόντα πρώτο μάρτυρα, Σ. Χ., πλην, όμως αυτός απέφυγε το κτύπημα. Από τον τρόπο, δε, που τελέστηκε η παραπάνω πράξη, δια της χρήσης μεταλλικού ροπάλου και το ευπαθές σημείο του σώματος του παθόντος που επιχειρήθηκε να πληγεί, θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη. Επομένως αποδείχθηκε πως ο εκκαλών τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως πρωτοδίκως...." (αναγνωρισθείσας περαιτέρω στο πρόσωπό του της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ).

Ακολούθως δε, το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για την πράξη της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης με το ακόλουθο διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ΕΝΟΧΟ, με την αναγνώριση της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 δ' ΠΚ, για την πράξη της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ήτοι ότι, στον Κορυδαλλό, στις 4 Φεβρουάριου 2018, με πρόθεση επιχείρησε να προξενήσει σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, πλην, όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησής του. Ειδικότερα, κρατώντας ένα μεταλλικό ρόπαλο μήκους πενήντα εκατοστών περίπου, επιχείρησε να κτυπήσει στο κεφάλι τον παθόντα, Σ. Χ., πλην, όμως, αυτός απέφυγε το κτύπημα. Από τον τρόπο, δε, που τελέστηκε η παραπάνω πράξη, δια της χρήσης μεταλλικού ροπάλου και το ευπαθές σημείο του σώματος του παθόντος, που επιχειρήθηκε να πληγεί, θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη". Ενόψει των προαναφερομένων γενομένων δεκτών στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης (του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) απόφασης - από τα οποία προκύπτει ότι γίνεται διαζευκτική αναφορά των εννόμων αγαθών του παθόντος που τέθηκαν σε διακινδύνευση - υφίσταται ασάφεια και εντεύθεν δημιουργείται αντίφαση, αφού δεν καθορίζεται ποια από τις δύο διακινδυνεύσεις δέχθηκε το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά αναφέρεται διαζευκτικώς και στις δύο (δηλαδή κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη), με συνέπεια να ιδρύεται παραβίαση εκ πλαγίου της εν λόγω διάταξης (του άρθρου 309, σε συνδυασμό με 308 παρ.1, του ΠΚ), διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ). Σημειώνεται δε ότι, αντιθέτως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε ορθά εξειδικεύσει το είδος της διακινδύνευσης και είχε κηρύξει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "1)Στον προαναφερθέντα τόπο και κατά την ανωτέρω αναφερθείσα ημερομηνία έχοντας σκοπό να προξενήσει σε άλλον επικίνδυνη σωματική βλάβη, δηλαδή βαριά βλάβη της υγείας του, επιχείρησε πράξη που συνιστά αρχή τέλεσης του εγκλήματος αυτού το οποίο δεν ολοκλήρωσε από λόγους ανεξάρτητους της βούλησής του. Ειδικότερα, έχοντας σκοπό να προξενήσει στον Χ. Σ. του Σ. και της Μ. βαριά βλάβη της υγείας του επιχείρησε να τον πλήξει στο σώμα του με ένα μεταλλικό ρόπαλο μήκους πενήντα εκατοστών περίπου, όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την πράξη του καθώς ο Χ. Σ. απέφυγε το κτύπημα" [με μόνη διαφορά ότι, στην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γίνεται αναφορά σε "βαριά βλάβη της υγείας", με βάση τη διατύπωση που υπάρχει στη διάταξη του άρθρου 308 ΠΚ και όχι σε "βαριά σωματική βλάβη" που αναφέρεται στο νέο (αλλά και παλαιό, στη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ) - ανεξαρτήτως του ότι κατ'ουσίαν δεν διαφέρουν οι έννοιες μεταξύ τους, αναφερόμενες, κατά τις επικεφαλίδες και των δύο ως ανωτέρω άρθρων του νόμου, σε σωματική βλάβη, αλλά, απλώς, στοιχίζεται η δεύτερη με τη διατύπωση του νόμου (309 ΠΚ) - και, επομένως, εφόσον ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για την πράξη του άρθρου 309 ΠΚ και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ενώ, περαιτέρω, του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ'ΠΚ) μετά την ισχύ του νέου ΠΚ, έπρεπε μεν να αναδιατυπωθεί κατά τούτο, όπως και με τη νέα διατύπωση του άρθρου 42 παρ.1 ΠΚ, η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αλλά όχι να συμπεριληφθεί σε αυτήν και η έτερη (περί "κινδύνου ζωής") μορφή διακινδύνευσης, η οποία, πέραν του ότι προκάλεσε ασάφεια, συνιστά και υπέρβαση εξουσίας - άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ σε συνδυασμό με 470 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ - αφού επιβάρυνε, έστω με διαζευκτική αναφορά, και με έτερη μορφή διακινδύνευσης τον κατηγορούμενο].

Επί τη βάσει των ανωτέρω παραδοχών, ενόψει της διαζευκτικής διατύπωσης της διακινδύνευσης στην προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για την άδικη πράξη της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, είναι βάσιμος ο κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ προβληθείς από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο λόγος αναιρέσεως, για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 309 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 308 αυτού, ενώ, μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνα της βασιμότητας ή όχι του δεύτερου λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ.1 εδ. Α' σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ). Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2841/2023 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2841/2023 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή